Αποτελέσματα έρευνας για τις στάσεις των Ελλήνων δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΝΙΔΑΡΗ

Αποτελέσματα έρευνας για τις στάσεις

των Ελλήνων δικαστικών λειτουργών

απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΝΙΔΑΡΗ*

 

Εισαγωγικά

Πολλοί θεωρητικοί επιχείρησαν να ορίσουν την αποκαταστατική δικαιοσύνη, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός για αυτήν. Η πλειοψηφία των ορισμών που έχουν διατυπωθεί επικεντρώνονται είτε στη διαδικασία είτε στα αποτελέσματα και τις αξίες της επανορθωτικής δικαιοσύνης.[1] Κοινά ιδεολογικά σημεία των ορισμών αυτών συνιστούν οι θέσεις ότι το έγκλημα δεν αποτελεί παραβίαση σε βάρος του κράτους, αλλά παραβίαση που επηρεάζει πρωτίστως το δράστη, το θύμα και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, και ότι βασική προτεραιότητα πρέπει να είναι η επανόρθωση της βλάβης που προκάλεσε η εγκληματική πράξη και η ενσωμάτωση του δράστη στην κοινότητα και όχι η τιμωρία του.

Στοιχεία της επανορθωτικής δικαιοσύνης, όπως ο ιδιωτικός χαρακτήρας του εγκλήματος και η αντιμετώπιση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς μέσω της αποκατάστασης και της θεραπείας, συναντώνται στα πρώιμα νομικά συστήματα πολλών λαών σε ολόκληρο τον κόσμο.[2] Ουσιαστικά τα ιστορικά θεμέλια της αποκαταστατικής δικαιοσύνης ανιχνεύονται στους πολιτισμούς των αρχαίων Ελλήνων, Ρωμαίων και Αράβων και των προαποικιακών κοινωνιών της αφρικανικής ηπείρου, των Εβραίων και των Αβοριγίνων.[3] Η διαμόρφωση και η εξέλιξη της αποκαταστατικής δικαιοσύνης δέχθηκαν σημαντικές επιδράσεις από το θυματολογικό [4]και το φεμινιστικό κίνημα[5], από το κίνημα του καταργητισμού[6] καθώς επίσης και από την ανάδειξη της ιδέας της αποκατάστασης του δράστη και του θύματος[7] αλλά και από το μοντέλο της άτυπης δικαιοσύνης[8] το οποίο προωθούσε τη μετατόπιση της ευθύνης για την αντιμετώπιση του εγκλήματος από το κράτος στην κοινότητα.

Εν κατακλείδι, η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιχειρεί να προσεγγίσει το έγκλημα ολιστικά, αναζητά τις αιτίες που το πυροδοτούν, εστιάζει στα προβλήματα που προκαλούνται εξαιτίας του και στα πρόσωπα που βάλλονται από αυτό. Δεν απομονώνει τον δράστη για να εξασφαλίσει την επίλυση της σύγκρουσης, αντίθετα αντιμετωπίζει το εγκληματικό φαινόμενο μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο και τις κοινωνικές συνθήκες από τις οποίες δημιουργείται. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς γεννά προσδοκίες ότι δεν πρόκειται για μια απλή διεκπεραίωση της κρίσης αλλά για μια παρέμβαση σε βάθος που επιζητά να φτάσει στη ρίζα του προβλήματος και να την εξαλείψει.

Η αποκαταστατική δικαιοσύνη και τα προγράμματά της αποτέλεσαν αντικείμενο πολλών ερευνών και αξιολογήσεων[9], όπως συμβαίνει συνήθως με την πλειοψηφία τέτοιου είδους παρεμβάσεων, η αποτίμηση των οποίων συνδέεται άμεσα με τις προοπτικές που θα έχουν στο μέλλον. Κάποια ευρήματα είναι θετικά για τις αποκαταστατικές πρακτικές, την αποτελεσματικότητά τους στην αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου και στην πρόληψη της υποτροπής. Άλλα καταδεικνύουν την ικανοποίηση δραστών και θυμάτων από τη συμμετοχή τους σε αυτές, ενώ άλλα μιλούν για διχοτόμηση των προγραμμάτων σε αυτά που εφαρμόζονται εντός του ποινικού συστήματος και σε αυτά που εφαρμόζονται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, σε επίπεδο σχολικής κοινότητας ή τοπικής κοινωνίας, τα οποία όμως δεν κατορθώνουν να ενσωματωθούν το ένα με το άλλο.

Από την άλλη πλευρά, οι έρευνες σε διεθνές επίπεδο που αφορούν τις απόψεις των δικαστών απέναντι στην επανορθωτική δικαιοσύνη[10] έχουν οδηγήσει σε ποικίλα αποτελέσματα. Μεταξύ άλλων, οι δικαστές εμφανίζονται θετικοί απέναντι στις επανορθωτικές πρακτικές, εγείρουν προβληματισμούς για την απώλεια ή τη συρρίκνωση της εξουσίας τους, εκφράζουν ανησυχίες σε σχέση με τη διαφύλαξη των κανόνων δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων δραστών και θυμάτων, αλλά και την ικανοποίηση τους για τη μεγαλύτερη συμμετοχή του θύματος στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.

1. Αντικείμενο και ερευνητικές υποθέσεις της έρευνας

Η ελληνική νομοθεσία εισήγαγε την εφαρμογή πρακτικών αποκαταστατικής δικαιοσύνης την τελευταία δεκαετία, με το νόμο 3189/2003 («αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας ανηλίκων και άλλες διατάξεις» ο οποίος τροποποιήθηκε από το νόμο 3860/2010), και το νόμο 3500/2006 («για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις»), ο οποίος τέθηκε σε πλήρη ισχύ μόλις το 2007. Η ποινική διαμεσολάβηση, ως μέθοδος εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, ακόμη εξελίσσεται στην Ελλάδα και βρίσκεται στη διαδικασία αναζήτησης των κατάλληλων ρυθμίσεων για την αρτιότερη λειτουργία της. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη διεθνή εμπειρία, πρόκειται για μια πρακτική που είναι αποτελεσματική, ευέλικτη και συμφέρουσα από άποψη χρόνου και κόστους, γι’ αυτό κερδίζει γρήγορα έδαφος και τα πεδία εφαρμογής της στη χώρα διαρκώς διευρύνονται.

Πρόκειται για μία ποσοτική έρευνα[11] και αποτελεί μία από τις πρώτες απόπειρες απεικόνισης των στάσεων που έχουν διαμορφώσει οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί σε σχέση με την αποκαταστατική δικαιοσύνη και τις πρακτικές εφαρμογές της, πιο συγκεκριμένα την ποινική διαμεσολάβηση σε περιπτώσεις παραβατικότητας ανηλίκων και ενδοοικογενειακών διαφορών, όπως υλοποιούνται στη χώρα. Η έρευνα εστιάζεται στη μελέτη των στάσεων των Ελλήνων δικαστών και εισαγγελέων που υπηρετούν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς απέναντι στις προαναφερθείσες αλλαγές. Κατά συνέπεια, το πραγματολογικό υλικό της εν λόγω έρευνας προέρχεται από τις απαντήσεις εκπροσώπων του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και πιο συγκεκριμένα, όπως ήδη αναφέρθηκε, από δικαστές και εισαγγελείς, οι οποίοι λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας έχουν άμεση γνώση, άποψη και εμπειρία για το υπό μελέτη ζήτημα.

Οι λόγοι που επιλέχθηκε να ερευνηθεί ο συγκεκριμένος πληθυσμός είναι πολλοί. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη και η ποινική διαμεσολάβηση χρησιμοποιούνται ως οργανωμένος θεσμός ποινικής δικαιοσύνης ανά τον κόσμο τα τελευταία 30 χρόνια. Οι στάσεις τους απέναντι στην εισαγωγή του νέου θεσμού και η εμπειρία τους για τα προβλήματα εφαρμογής του καθιστούν τη συμβολή τους αποφασιστική. Επιπροσθέτως, σε μια χώρα όπου το νομοθετικό της πλαίσιο είναι παραδοσιακά επικεντρωμένο στη δικαστική αντιμετώπιση των συγκρούσεων, ο ρόλος των δικαστών και εισαγγελέων θεωρείται κρίσιμος για την εξοικείωση των πολιτών με το νέο θεσμό, την κάλυψη του μεγάλου ελλείμματος που υπάρχει σε επίπεδο σχετικής πληροφόρησης, και την απόδοση τελικά σε αυτόν αξιοπιστίας και φερεγγυότητας. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές πως οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θα θέσουν τις σωστές βάσεις υλοποίησης της διαμεσολάβησης και εν τέλει οι παράγοντες που θα επιτρέψουν να επιτύχει ως θεσμός επαφίενται σε μεγάλο βαθμό και στον πληθυσμό που επιλέχθηκε να μελετηθεί μέσα από το παρόν πόνημα, χωρίς ωστόσο να παραβλέπεται ότι η επιτυχία του θεσμού εξαρτάται και από πλείστους άλλους παράγοντες.

Οι ερευνητικές υποθέσεις που υποβλήθηκαν σε έλεγχο απαριθμούνται στη συνέχεια:

  1. Οι δικαστικοί λειτουργοί που θεωρούν ως σκοπό της ποινής την επιβολή τιμωρίας, θα εκφράζουν σε υψηλότερο βαθμό διαφωνία για την εισαγωγή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης ως μέρους του ποινικού συστήματος.
  2. Οι δικαστικοί λειτουργοί με περισσότερα έτη επαγγελματικής εμπειρίας θα εκφράζουν σε υψηλότερο βαθμό διαφωνία με την εισαγωγή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης ως μέρους του ποινικού συστήματος.
  3. Οι δικαστικοί λειτουργοί που προσβλέπουν ότι η εφαρμογή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης θα μειώσει το φόρτο εργασίας τους, θα είναι θετικά διακείμενοι απέναντι σε αυτή.
  4. Οι δικαστικοί λειτουργοί που θεωρούν ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη δεν καλύπτει τις ανάγκες του θύματος, θα είναι αρνητικά διακείμενοι απέναντι σε αυτή.
  5. Οι δικαστικοί λειτουργοί που θεωρούν ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη αποτελεί μια ήπια επιλογή στο πλαίσιο του ποινικού συστήματος για τον δράστη, θα εκδηλώνουν μεγαλύτερη διαφωνία απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη.
  6. Οι εισαγγελείς στους οποίους έχει ανατεθεί θεσμικά ο ρόλος του ποινικού διαμεσολαβητή, θα είναι περισσότερο εξοικειωμένοι και επομένως θετικότεροι απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, σε σχέση με τους δικαστές.

2. Δείγμα της έρευνας

Ο πληθυσμός της συγκεκριμένης έρευνας είναι το σύνολο των δικαστών και εισαγγελέων που υπηρετούσαν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς το 2014. Αναλυτικότερα, ο πληθυσμός των Ελλήνων δικαστικών λειτουργών πανελλαδικά για το έτος 2014 είναι 2.831 (2.431 δικαστές και 400 εισαγγελείς), εκ των οποίων οι 1.279 (που αντιστοιχεί στο 45% του συνολικού πληθυσμού) υπηρετούν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς ( 1.026 δικαστές και 253 εισαγγελείς).

Για τη συλλογή των δεδομένων της έρευνας επιλέχθηκε ένα δείγμα 180 ατόμων το οποίο αντιπροσωπεύει το 6% του συνόλου των δικαστών και εισαγγελέων και ταυτόχρονα το 14% του πλήθους που έχουν ως έδρα τους την Αθήνα και τον Πειραιά.

Με βάση την πρόσβαση που είχαμε στον συγκεκριμένο πληθυσμό – Αθήνας και Πειραιά – θεωρήθηκε ότι το 14% αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα που εξυπηρετεί την έρευνά μας και καθιστά δυνατή την συλλογή στατιστικών στοιχείων, από άποψη χρόνου και κόστους. Τελικά από τα 180 απεσταλμένα ερωτηματολόγια συγκεντρώθηκαν 102 άρτια συμπληρωμένα ερωτηματολόγια, αριθμός που αντιστοιχεί στο 8% του πληθυσμού που υπηρετεί σε Αθήνα και Πειραιά και στο 4% επί του συνόλου των δικαστικών λειτουργών πανελλαδικά.

Κατά τη διάρκεια των μηνών Ιανουαρίου – Απριλίου του 2014, διανεμήθηκε οκτασέλιδο ερωτηματολόγιο[12], συνοδευόμενο από ενημερωτική επιστολή που εξηγούσε τον σκοπό της έρευνας και ζητούσε τη συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε αυτή. Ερωτηματολόγια διανεμήθηκαν μέσω της Γραμματείας της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, μετά από ειδική άδεια που παραχώρησε η Πρόεδρος της ΕΔΕ, κυρία Βασιλική Θάνου και μέσω της Γραμματείας της Ένωσης Εισαγγελέων. Επιπροσθέτως, κατά την διάρκεια των 4 μηνών που διήρκησε η συλλογή των δεδομένων, ερωτηματολόγια υπήρχαν προς διάθεση στην αίθουσα Διακίνησης Δικογράφων με συχνό ανεφοδιασμό εάν αυτά εξαντλούνταν.

3. Μεθοδολογία της έρευνας

Τα δεδομένα της έρευνας συγκεντρώθηκαν από τα ερωτηματολόγια που διανεμήθηκαν και συμπληρώθηκαν από τους ίδιους τους συμμετέχοντες δικαστικούς λειτουργούς. Κρίνεται αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι η έρευνα υπακούοντας στην τήρηση των κανόνων δεοντολογίας της διεθνούς κοινωνιολογικής εταιρείας, διασφάλισε την ανωνυμία των υποκειμένων του δείγματος[13], τόσο κατά τη συγκέντρωση των δεδομένων όσο και κατά την ανάλυση των αποτελεσμάτων.

3.1 Σχεδιασμός του ερωτηματολογίου

Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε σχεδιάστηκε προκειμένου να διερευνηθούν τα παρακάτω ζητήματα:

  1. Απόψεις και στάσεις του πληθυσμού-στόχου σχετικά με το ισχύον σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και την αποτελεσματικότητά του.
  2. Απόψεις των δικαστικών λειτουργών σχετικά με την ποινική διαμεσολάβηση, τον τρόπο που εφαρμόζεται στην Ελλάδα και το βαθμό στον οποίο εκπληρώνει τους στόχους της.
  3. Περιγραφή του επιπέδου εκπαίδευσης και κατάρτισης που λαμβάνουν οι ερωτώμενοι για τις νέες πρακτικές που εισάγονται με την αποκαταστατική δικαιοσύνη και το βαθμό ικανοποίησής τους από αυτές και τον τρόπο που εφαρμόζονται.
  4. Δημογραφικά χαρακτηριστικά των ερωτωμένων.

Για τον σχεδιασμό του εργαλείου της έρευνας μελετήθηκαν ερωτηματολόγια ανάλογων ερευνών που πραγματοποιήθηκαν σε άλλες χώρες, ωστόσο το παρόν ερωτηματολόγιο συντάχθηκε με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα στο χώρο της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και με γνώμονα το γεγονός ότι πρόκειται για έναν νεοεισαχθέντα θεσμό που δεν διαθέτει το χρόνο να εμφανίσει ακόμη δείγματα γραφής.

Ο ορισμός για την αποκαταστατική δικαιοσύνη που ενσωματώθηκε στο ερωτηματολόγιο και αποτέλεσε τη βάση για την παρούσα ερευνητική διαδικασία είναι καθολικά αποδεκτός από τους θεωρητικούς του εν λόγω επιστημονικού αντικειμένου, κατέχει εξέχουσα θέση στη σχετική βιβλιογραφία και προέρχεται από τον Tony Marshall. Σύμφωνα με αυτόν η αποκαταστατική δικαιοσύνη «είναι μια διαδικασία όπου τα μέρη που εμπλέκονται σε ένα αδίκημα επιχειρούν συλλογικά να αποφασίσουν πως θα χειριστούν τα επακόλουθα του εγκλήματος και τις επιπτώσεις που θα έχει στο μέλλον».[14]

Το ερωτηματολόγιο περιελάμβανε συνολικά 29 ερωτήσεις κλειστού τύπου (πενταβάθμιας κλίμακας, απαντήσεων με ναι/όχι, με σειρά ιεράρχησης) με εξαίρεση μια μόνο ανοιχτού τύπου ερώτηση στο τέλος, η οποία καλούσε το δείγμα να προσθέσει, εφόσον το επιθυμεί, κάποιο προσωπικό σχόλιο σε σχέση με το αντικείμενο που μελετά η έρευνα. Ο λόγος που στο ερωτηματολόγιο υπήρχε μια μόνο ερώτηση ανοικτού τύπου ήταν η επιθυμία να εξασφαλισθεί ότι οι ερωτώμενοι θα το συμπλήρωναν όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα, διευκολύνοντας τους με ερωτήσεις κλειστού τύπου που απαιτούν λιγότερο χρόνο και κόπο.

3.2 Επεξεργασία και ανάλυση των ερευνητικών δεδομένων

Για την επεξεργασία των δεδομένων που συλλέχτηκαν, χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS V. 22.0. Από την επεξεργασία του συνόλου των δεδομένων, προέκυψαν οι απόψεις και οι στάσεις του δείγματος της παρούσας έρευνας στα θέματα που επιδιώκαμε να διερευνήσουμε. Επιπλέον, κατέστη δυνατή η μεταξύ τους διασταύρωση και σύγκριση με βάση τη διερεύνηση των υποθέσεων που είχαν εξαρχής τεθεί.

3.3 Μεθοδολογικά προβλήματα και δυσχέρειες στη διεξαγωγή της έρευνας

Τα κυριότερα μεθοδολογικά προβλήματα αναφορικά με τη διερεύνηση των στάσεων των Ελλήνων δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη και την πρακτική εφαρμογή της στην Ελλάδα εστιάζονται κυρίως στον ίδιο τον ερωτώμενο πληθυσμό. Αναλυτικότερα, παρά το γεγονός ότι οι δικαστές και εισαγγελείς διαθέτουν ένα κοινό σημείο συνάθροισης, το χώρο των δικαστηρίων, αποδείχθηκε εξαιρετικά δυσχερής ο εντοπισμός και η προσέγγισή τους. Πρόκειται για μια επαγγελματική ομάδα δύσκολα προσβάσιμη[15], γεγονός που επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τις αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις και τον αυξημένο φόρτο εργασίας. Επιπροσθέτως, υπήρχε πάντοτε η πιθανότητα μη συμπλήρωσης ή μη επιστροφής των ερωτηματολογίων από τους ερωτώμενους, εξαιτίας της απροθυμίας τους να συμμετέχουν στην έρευνα αλλά και λόγω της δυσκολίας εντοπισμού τους και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

  1. Συνοπτική παρουσίαση των κεντρικών αποτελεσμάτων της έρευνας

4.1 Δημογραφικά στοιχεία του δείγματος

Έγκυρα ήταν τελικά τα ερωτηματολόγια 102 δικαστών και εισαγγελέων που υπηρετούν στα δικαστήρια Αθηνών και Πειραιώς. Από το σύνολο των συμμετεχόντων οι 55 ήταν άντρες (54,5%) και οι 46 γυναίκες (45,5%) (ένας εκ των ερωτώμενων δεν απάντησε στη σχετική ερώτηση) με την πλειοψηφία των δικαστών και εισαγγελέων να ανήκουν είτε στην ηλικιακή ομάδα των 35 έως 44 ετών (53,9%) είτε στην ηλικία των 45 έως 54 ετών (33,3%).

Όσον αφορά τη θέση τους, παρατηρήθηκε ότι το 69,6% ήταν δικαστές και το 25,5% ήταν εισαγγελείς με την πλειοψηφία τους να υπηρετεί στην Αθήνα (63,7%) στην βαθμίδα του Πλημμελειοδικείου (89,4%). Τέλος, όσον αφορά τα έτη άσκησης του λειτουργήματος τους προέκυψε ότι η μέση τιμή ήταν τα 11,18 έτη (τ.α.[16] 5.06).

4.2 Επαγγελματικά χαρακτηριστικά και αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

Οι δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι θεωρούν ότι ο σκοπός της ποινής είναι η επιβολή στο δράστη της κατάλληλης τιμωρίας, εμφανίζονται θετικοί απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη και την εισαγωγή της ως μέρος του ποινικού συστήματος. Παρότι θα ήταν αναμενόμενο ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα αποτελέσματα της έρευνας. Η στάση τους, αν και είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, θα μπορούσε να αποδοθεί στην πιθανότητα να μην έχουν κατανοήσει επακριβώς τι αφορά η αποκαταστατική δικαιοσύνη, ποιες είναι οι αρχές που τη διέπουν και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της, δεδομένου ότι εφόσον επικεντρώνονται στην επιβολή της ποινής ως απάντησης στο έγκλημα, φαίνεται, κατά συνέπεια, ότι αποδίδουν λιγότερη βαρύτητα στην ενεργό συμμετοχή του θύματος και των μελών της κοινότητας, για να αναφερθούν μόνο κάποια από τα συστατικά στοιχεία της επανορθωτικής δικαιοσύνης. Στον αντίποδα, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και το ενδεχόμενο να γνωρίζουν καλά οι δικαστικοί λειτουργοί που συμμετείχαν στην έρευνα ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη αναπόφευκτα εμπεριέχει και τιμωρητικά στοιχεία, υπό την έννοια ότι οι αποκαταστατικές διαδικασίες μπορεί να καταλήξουν και σε ποινές στερητικές της ελευθερίας, συνεπώς δεν πρόκειται για μια πρακτική που απέχει πολύ από τις επαγγελματικές τους πεποιθήσεις.

Γράφημα 1: Ο ρόλος του ποινικού συστήματος με βάση τις απόψεις των δικαστικών λειτουργών (1 = Διαφωνώ απόλυτα, 5 = Συμφωνώ απόλυτα)

Η μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία έχει αρνητική επίδραση στην αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης από τους δικαστικούς λειτουργούς. Οι δικαστές και εισαγγελείς που υπηρετούν στα ελληνικά δικαστήρια για πολλά έτη είναι περισσότερο επιφυλακτικοί στις νέες πρακτικές, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως αναξιόπιστες, προβληματικές και ανεπαρκείς, επειδή θεωρούν ότι μέσω αυτών, οι δράστες μένουν τελικά ατιμώρητοι. Η στάση τους αυτή, όπως καταδεικνύεται και από άλλες έρευνες,[17] μπορεί να αποδοθεί στην επαγγελματική τους ιδεολογία και την εξοικείωση τους με τη τυπική νομική διαδικασία. Η πολύχρονη επαγγελματική εμπειρία λειτουργεί ανασταλτικά ως προς την αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, καθώς σταδιακά, με την πάροδο των ετών, οι δικαστικοί λειτουργοί καθίστανται λιγότερο ευέλικτοι και λιγότερο δεκτικοί σε νέες εναλλακτικές, συγκριτικά με νεότερους συναδέλφους τους. Επιπροσθέτως, η ικανότητα αφομοίωσης νέων εναλλακτικών περιπλέκεται από την παγίωση μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής ταυτότητας όπου υπερισχύουν οι στάσεις που ανταποκρίνονται στην κλασική ιδεολογία του ποινικού δικαίου, υπό την έννοια της αντιμετώπισης των παραβατικών πράξεων αποκλειστικά μέσω της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Η επίδραση που φαίνεται να έχει η πολυετής επαγγελματική εμπειρία στις στάσεις των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, μπορεί ακόμη να αποδοθεί και σε ενδεχόμενη απροθυμία να παραχωρήσουν μέρος της εξουσίας που τους έχει θεσμικά ανατεθεί, προκειμένου να αφήσουν χώρο για τις νέες πρακτικές και τις αλλαγές που θα σημάνουν, εύρημα στο οποίο κατέληξαν και άλλοι ερευνητές.[18] Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει η ανάγκη για μια πιο οργανωμένη κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη, ήδη από τη Σχολή δικαστών, αλλά και στη συνέχεια, κατά την έναρξη της επαγγελματικής πορείας τους. Περαιτέρω η συνεχής ανατροφοδότηση γνώσης αναφορικά με το συγκεκριμένο πεδίο θα διευρύνει το θετικιστικό τρόπο θεώρησης του εγκλήματος και του εγκληματία, εστιάζοντας στην αντιμετώπιση των συνεπειών της εγκληματικής πράξης και όχι αποκλειστικά στην πράξη καθεαυτή[19] και τελικά θα συμβάλλει θετικά στην εξοικείωση με το νέο θεσμό.

Ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφοροποίηση που καταγράφηκε σε απόψεις των δικαστικών με βάση την επαγγελματική τους ιδιότητα. Πιο συγκεκριμένα, οι εισαγγελείς σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους δικαστές, θεωρούν ότι ο ρόλος του ποινικού συστήματος έγκειται στην αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και του αισθήματος δικαίου. Επιπλέον, οι εισαγγελείς δείχνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τους δικαστές στις νέες μεθόδους για την αποσυμφόρηση των ελληνικών δικαστηρίων και την εξοικονόμηση κόστους και χρόνου. Από την άλλη πλευρά, οι δικαστές εμφανίζονται λιγότερο διαλλακτικοί αναφορικά με το φάσμα των επαγγελματιών που μπορούν να αναλάβουν το ρόλο του διαμεσολαβητή, συγκριτικά με τους εισαγγελείς, οι οποίοι εκφράζουν πιο σθεναρά την προτίμησή τους και σε άλλες ειδικότητες, πέραν των νομικών. Οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις είναι δυνατό να οφείλονται στο γεγονός ότι οι εισαγγελείς είναι αυτοί στους οποίους ο Έλληνας νομοθέτης έχει αναθέσει το ρόλο του διαμεσολαβητή κατά την ποινική διαμεσολάβηση. Αυτό συνεπάγεται ότι οι εισαγγελείς, λόγω ενασχόλησης με το αντικείμενο είναι αφενός περισσότερο εξοικειωμένοι και αφετέρου έχουν άμεση γνώση των αναγκών, των ελλείψεων αλλά και των δυνατοτήτων που παρέχει ο νέος θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης.

4.3 Αποτελεσματικότητα, δυσχέρειες και επίπεδο ενημέρωσης για την αποκαταστατική δικαιοσύνη

Η προσδοκία πως η εισαγωγή εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών θα αποτελέσει ένα μέσο εξορθολογισμού της ποινικής διαδικασίας και θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των ελληνικών δικαστηρίων, έχει θετική επίδραση στην αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και των πρακτικών της. Οι δικαστικοί λειτουργοί που θεωρούν ότι η παραπομπή στις νέες πρακτικές θα τους απαλλάξει από το τεράστιο όγκο υποθέσεων που αντιμετωπίζουν καθημερινά, υιοθετούν την άποψη ότι οι νέες πρακτικές αποδίδουν δικαιοσύνη με επάρκεια και αποτελεσματικότητα.

Σημαντικά ευρήματα για τις στάσεις των δικαστικών λειτουργών απέναντι στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, αφορούν επίσης την καταγραφή των πρακτικών δυσκολιών οι οποίες δυσχεραίνουν την εφαρμογή της ποινικής διαμεσολάβησης. Όπως προκύπτει, η απουσία αναλυτικού θεσμικού πλαισίου με σαφείς οδηγίες φαίνεται να συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία ενός κλίματος αβεβαιότητας, το οποίο ενδέχεται με τη σειρά του να αυξήσει την απροθυμία υιοθέτησης των νέων μεθόδων. Ομοίως, η έλλειψη υποστηρικτικών δομών αλλά και η απουσία ενός κώδικα δεοντολογίας και σαφών κατευθυντήριων γραμμών λειτουργούν αποτρεπτικά και αποθαρρύνουν τους δικαστικούς λειτουργούς να κάνουν χρήση των νέων μεθόδων. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η ανάγκη επιμόρφωσης σχετικά με τις αρχές και τους στόχους της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ώστε να αρθούν οι όποιες παρερμηνείες και η συνεπακόλουθη αβεβαιότητα αποδεικνύεται και από τα πορίσματα αντίστοιχων μελετών.[20]

Πίνακας 1 Σχετικές συχνότητες % (ποσοστά) για τις δυσχέρειες που παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογής της ποινικής διαμεσολάβησης στην Ελλάδα (Ιεράρχηση από το 1 έως το 3)

    1η Επιλογή 2η Επιλογή 3η Επιλογή
  Απουσία αναλυτικού θεσμικού πλαισίου 52% 14,7% 5,9%
Απουσία ενός κώδικα δεοντολογίας και σχετικών οδηγιών 6,9% 28,4% 22,5%
Έλλειψη υποστηρικτικών δομών 20,6% 20,6% 30,4%
Έλλειψη επαγγελματιών 4,9% 10,8% 16,7%
Τα είδη των αδικημάτων που μπορεί να αφορά 7,8% 4,9% 3,9%
Οι ίδιοι οι δράστες 2,0% 4,9% 4,9%
Τα ίδια τα θύματα 1,0% 3,9% 3,9%

4.4 Αποκαταστατική δικαιοσύνη και υποστήριξη των θυμάτων

Η δυνατότητα που παρέχεται στα θύματα να συμμετέχουν στη διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης και να διεκδικούν την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστησαν, ενισχύει τα επίπεδα αποδοχής της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και των πρακτικών εφαρμογών της εκ μέρους των Ελλήνων δικαστικών λειτουργών. Υπό το πρίσμα της βελτίωσης της θέσης του θύματος και της κάλυψης των αναγκών του που προκλήθηκαν από τη διάπραξη της εγκληματικής πράξης, οι δικαστές και εισαγγελείς εμφανίζονται συναινετικοί στη εισαγωγή του νέου θεσμού στο ελληνικό ποινικό σύστημα. Η θετική επίδραση που φαίνεται να ασκεί μια ενδεχόμενη αναβάθμιση της θέσης του θύματος στη ποινική διαδικασία στην υιοθέτηση της διαμεσολάβησης, επαληθεύεται και από άλλες έρευνες, όπου διαφαίνεται πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και οι ανάγκες του θύματος κατά την ποινική διαδικασία[21].

Γράφημα 2 Μέση τιμή για τις απόψεις των δικαστικών λειτουργών σε θέματα που αφορούν την αποκαταστατική δικαιοσύνη ως διαδικασία υποστήριξης των θυμάτων (1=Διαφωνώ απόλυτα, 5=Συμφωνώ απόλυτα)

 

4.5 Αποκαταστατική δικαιοσύνη και αντιμετώπιση του δράστη

Η πιθανότητα οι αποκαταστατικές πρακτικές να αφήνουν περιθώρια για ήπια αντιμετώπιση όλων των δραστών, αποτρέπει τους δικαστικούς λειτουργούς να αποδεχτούν την αποκαταστατική δικαιοσύνη. Η θετική συσχέτιση που εντοπίστηκε ανάμεσα στην άποψη ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη συνδέεται με ατιμωρησία του δράστη και την άποψη ότι οι άτυποι μηχανισμοί επίλυσης των συγκρούσεων είναι αναξιόπιστοι, αντανακλά τις τιμωρητικές στάσεις των δικαστικών λειτουργών, καταδεικνύοντας το βασικό μέλημα τους, το οποίο αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους του ποινικού συστήματος: να τιμωρηθούν οι ένοχοι, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, όπως το θέτει και ο Gavrielides (2013:319), το νόημα που αποδίδεται σήμερα στην ποινή είναι αποτέλεσμα πολλαπλών ιστορικών ζυμώσεων, ανάπτυξης κοινωνικών κανόνων, θεσμών και δομών, καθώς και αποτέλεσμα των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων.[22] Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης που διαγράφει μια μακρόχρονη ιστορία, η απάντηση στο έγκλημα είναι ταυτισμένη με την επιβολή τιμωρίας στο δράστη. Για να μεταβληθεί αυτή η συλλογική πεποίθηση, απαιτείται χρόνος και παράλληλες διεργασίες σε πολλά επίπεδα: εκπαίδευση, εξοικείωση, θετικά αποτελέσματα καλών πρακτικών. Όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από άλλες έρευνες, όταν οι νέες πρακτικές ξεκινούν να δίνουν δείγματα γραφής, η αμηχανία και η αμφισβήτηση συχνά υποχωρούν και οι εναλλακτικοί μηχανισμοί κερδίζουν έδαφος.[23]

4.6 Είδη εγκλημάτων και αποδοχή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

Αναφορικά με τα είδη των εγκλημάτων για την αντιμετώπιση των οποίων μπορεί να εφαρμοστεί η ποινική διαμεσολάβηση, οι δικαστικοί λειτουργοί συγκλίνουν στην άποψη ότι ενδείκνυται για κλοπές, για εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, για εγκλήματα με ανήλικους δράστες και για περιπτώσεις πλημμελημάτων που ο δράστης και το θύμα γνωρίζονται μεταξύ τους. Ωστόσο, είναι αντίθετοι με τη χρήση της σε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών, σε εγκλήματα με θύματα παιδιά και σε μια γενικευμένη αδιαφοροποίητη χρήση της σε ενήλικους δράστες.

 

Γράφημα 3 Μορφές εγκλημάτων στις οποίες μπορεί να εφαρμοσθεί η αποκαταστατική δικαιοσύνη (1 = Διαφωνώ απόλυτα, 5 = Συμφωνώ απόλυτα)

 

Γράφημα 4 Εγκλήματα για τα οποία δικαστές και εισαγγελείς θεωρούν ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη είναι ο καταλληλότερος τρόπος αντιμετώπισης

 

Αναφορικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων οι δικαστές και εισαγγελείς θα αποφάσιζαν για την παραπομπή μιας υπόθεσης σε διαμεσολάβηση, καταγράφηκε ότι η πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών (73,1%) θα αποφάσιζε με πρωταρχικό κριτήριο τις ιδιαίτερες συνθήκες του εγκλήματος, ενώ η προσωπικότητα του δράστη και του θύματος έρχεται σε δεύτερη θέση.

 

 

Πίνακας 8.13 Κριτήρια εφαρμογής του νόμου ποινικής διαμεσολάβησης

  1η Επιλογή 2η Επιλογή 3η Επιλογή
Ανάλογα με την προσωπικότητα του δράστη 19,2% 53,8% 19,2%
Ανάλογα με την προσωπικότητα του θύματος 0% 34,6% 46,2%
Ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του εγκλήματος. 73,1% 3,8% 15,4%

Τέλος, στο Γράφημα 5 παρουσιάζονται οι απαντήσεις των δικαστών και εισαγγελέων για το εάν οι πρακτικές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης μπορούν να είναι αποτελεσματικές εκτός ή εντός ποινικού συστήματος. Το 34,6% των δικαστικών λειτουργών θεωρούν ότι οι πρακτικές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι αποτελεσματικές είτε στα όρια του ποινικού συστήματος είτε εντός του ποινικού συστήματος. Ωστόσο, μόλις το 15,4% απάντησε ότι θα μπορούσαν να είναι αποτελεσματικές εκτός ποινικού συστήματος. Οι ανωτέρω απόψεις των δικαστικών λειτουργών του δείγματος είναι δυνατό να αποδοθούν στην καχυποψία τους απέναντι στην πιθανότητα εμπλοκής εξωποινικών παραγόντων στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης καθώς και στην αντίσταση που προβάλλουν σε μια ενδεχόμενη απομάκρυνση της λήψης αποφάσεων από τις δικαστικές αίθουσες.

 

Γράφημα 5 Απαντήσεις δικαστών και εισαγγελέων για την αποτελεσματικότερη λειτουργία των αποκαταστατικών πρακτικών σε συνάρτηση με τη θέση τους στο ποινικό σύστημα

Βιβλιογραφία

Artinopoulou V. & Gavrielides Th., “Restorative Justice Philisophy through a value – based methodology” in: Gavrielides, T. & Artinopoulou, V. (Eds.). Reconstructing Restorative Justice Philosophy. Ashgate Publishing, Ltd., 2013a, 3-24.

Babbie E., Εισαγωγή στην Κοινωνική Έρευνα, μτφρ. Η. Βογιατζής, Αθήνα, Κριτική Επιστημονική Βιβλιοθήκη, 2011.

Bazemore, G. And Walgrave, L., “Restorative juvenile justice: In search of fundamentals and an outline for systemic reform” in: Bazemore, G. and Walgrave, L. (eds.) Restorative juvenile justice: Repairing the harm of youth crime, Monsey, NY, Criminal Justice Press, 1999, 45-74.

Bazemore G. and Walgrave L., Restorative Juvenile Justice: Repairing the harm of youth crime, Monsey, NY, Criminal Justice Press, 1999.

Bazemore G. and Feder L., “Judges in the Punitive Juvenile Court: Organizational, Career and Ideological Influences on Sanctioning Orientation”, Justice Quarterly, Vol. 4, No.1, 1997, pp. 87-114.

Braithwaite J., Restorative Justice and Responsive Regulation, Oxford University Press, 2002

Campbell, C., Devlin, R., O’Mahony, D., Doak, J., Jackson, J., Corrigan, T., and McEvoy, K. Evaluation of the Northern Ireland Youth Conference Service, Belfast: Northern Ireland Office, 2006.

Crawford A. and Newborn T., Youth offending and restorative justice: implementing reform in youth justice, Cullompton, Willan Publishing, 2003.

DiMascio, W. M., Seeking Justice: Crime and Punishment in America, New York: The Edna McConnell Clark Foundation, 1997.

Francis P., Davies P. and Jupp V., “Making visible the invisible” in P. Davies, P. Francis and V. Jupp (eds) Invisible Crimes, Their Victims and Their Regulation, Basingstoke: Macmillan, 1999.

Galaway B. and Hudson J., Restorative Justice: International Perspectives, Monsey, NY, Criminal Justice Press, 1996.

Gavrielides, Th., “Restorative Pain” in: Gavrielides, T. & Artinopoulou, V. (Eds.). Reconstructing Restorative Justice Philosophy. Ashgate Publishing, Ltd., 2013, 311-335.

Goodey J., Victims and Victimization: Research, Policy and Practice, Harlow: Pearson Longman, 2005 στο Green S., “The victims movement and restorative justice”, 2006, pp. 171-187:173 στο G. Johnstone and D.Van Ness (eds.) Handbook of Restorative Justice, Willan Publishing, UK

Javeau C., Η Έρευνα με Ερωτηματολόγιο, (επιμ. Κ. Τζαννόνε-Τζώρτζη), Αθήνα, Τυπωθήτω, 2000.

Hopkins C.Q. and Koss P.M., “Incorporating Feminist Theory and Insights Into a Restorative Justice Response to Sex Offenses”, Violence Against Women, Vol. 11, No. 5, 2005, pp.693-723.

Hull, S. C. and Knopp, F. H., Instead of Prisons: Mini Workshop Manual, Syracuse: Safer Society Press, 1978.

Knopp, F. H., Instead of Prisons: A Handbook for Abolitionists, Syracuse: Safer Society Press, 1976.

Marshall F.T., “The evolution of restorative justice in Britain”, European Journal of Criminal Policy and Research, Vol. 4, No.4, 1996, pp.21-43.

Marshall F.T. and Merry S., Crime and Accountability: victim/offender mediation in practice, London, Home Office HMSO, 1990

Messmer H. and Otto HU., Restorative Justice on Trial: Pitfalls and Potentials of Victim-Offender Mediation International Research Perspectives, Netherlands, Kluwer Academic Publishers, 1992.

Miers D., An International Review of Restorative Justice, Crime Reduction Research Series Paper 10 London: Home Office, 2001.

Mirsky L.(2003), “Albert Eglash and Creative Restitution: A Precursor to Restorative Practices”, international institute for restorative practices, Εύρεση 18/12/2012 στην ιστοσελίδα www.restorativepractices.org,

Morris, N. and Tonry, M., Between Prison and Probation: Intermediate Sanctions in a Rational Sentencing System. New York: Oxford University Press, 1990.

Naude B., Prinsloo J., “Magistrates’ and Prosecutors’ Views of Restorative Justice” in: Maepa, T. (ed.), Beyond Retribution – Prospects For Restorative Justice in South Africa, Pretoria: Institute for Security Studies, 2005, 53- 65.

Παρασκευόπουλος Ι., Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας, τ. Β’, Αθήνα, 1993.

Umbreit M., The Handbook of Victim Offender Mediation, San Francisco, California: Jossey-Bass, 2001.

Van Ness D.W., “New Wine and Old Wineskins: Four Challenges of Restorative Justice”, Criminal Law Forum, Vol.4, No. 2, 1993, pp. 251-276.

Walgrave L., “Restorative Justice for Juveniles: Just a Technique or a Fully Fledged Alternative?” Howard Journal of Criminal Justice, Vol. 34, No.3, 1995, pp.228-249.

Wright M. and Galaway B., Mediation and Criminal Justice: Victims, Offenders and Community, London, Sage Publications, 1989.

Zehr H., Changing Lenses: A New Focus for Crime and Justice, Scottdale, PA: Herald Press, 2005.

Zernova M., Restorative Justice: ideals and realities, Hampshire, Ashgate Publishing Ltd, 2007.

* Ψυχολόγος, ΜΔΕ Εγκληματολογίας, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

  1. Th. Gavrielides & V. Artinopoulou, “Restorative Justice Philosophy through a value – based methodology” in: Gavrielides, T. & Artinopoulou, V. (Eds.). Reconstructing Restorative Justice Philosophy. Ashgate Publishing, Ltd., 2013, 3-24, F.T. Marshall, “The evolution of restorative justice in Britain”, European Journal of Criminal Policy and Research, Vol. 4, No.4, 1996, pp.21-43:28, G. Bazemore and L. Walgrave, “Restorative juvenile justice: In search of fundamentals and an outline for systemic reform” in: Bazemore, G. and Walgrave, L. (eds.) Restorative juvenile justice: Repairing the harm of youth crime, Monsey, NY, Criminal Justice Press, 1999, 45-74.
  2. D. Van Ness, “New Wine and Old Wineskins: Four Challenges of Restorative Justice”, Criminal Law Forum, Vol.4, No.2, 1993, pp.251-276:253, H. Zehr, Changing Lenses: A New Focus for Crime and Justice, Scottdale, PA: Herald Press, 2005.σ. 99.
  3. J. Braithwaite, Restorative Justice and Responsive Regulation, Oxford University Press, 2002, σ. 4-5.
  4. Goodey, J. (2005) Victims and Victimisation: Research, Policy and Practice. Harlow: Pearson Longman, στο Green S. (2006) “the victims movement and restorative justice”, pp. 171-187:173, στο G. Johnstones and D. Van Ness (eds). Handbook of Restorative Justice, Willan Publishing, UK.
  5. C. Q. Hopkins and P. M. Koss , “Incorporating Feminist Theory and Insights Into a Restorative Justice Response to Sex Offenses”, Violence Against Women, Vol. 11, No. 5, 2005, pp. 693-723:698.
  6. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. F. H.Knopp, Instead of Prisons: A Handbook for Abolitionists. Syracuse: Safer Society Press, 1976, S. C. Hull, and F. H. Knopp, Instead of Prisons: Mini Workshop Manual. Syracuse: Safer Society Press., 1978, N. Morris, and M. Tonry, Between Prison and Probation: Intermediate Sanctions in a Rational Sentencing System. New York: Oxford University Press, 1990, W. M. DiMascio, Seeking Justice: Crime and Punishment in America. New York: The Edna McConnell Clark Foundation., 1997.
  7. L Mirsky., 2003), “Albert Eglash and Creative Restitution: A Precursor to Restorative Practices”, International Institute for restorative practices, 2003, p. 1, εύρεση στις 05.04.2011 στην ιστοσελίδα www.restorativepractices.org.
  8. Ν. Christie, “Conflicts as Property”, British Journal of Criminology, 1977, Vol.17, No.1, 1977, pp. 1-15:7-8.
  9. Πολλές έρευνες για την αποκαταστατική δικαιοσύνη περιέχονται σε τόμους που έχουν κυκλοφορήσει, όπως: M. Wright and B. Galaway, Mediation and Criminal Justice: Victims, Offenders and Community, London, Sage Publications, 1989, H. Messmer and HU Otto, Restorative Justice on Trial: Pitfalls and Potentials of Victim-Offender Mediation International Research Perspectives, Netherlands, Kluwer Academic Publishers, 1992, B. Galaway and J. Hudson Restorative Justice: International Perspectives, Monsey, NY, Criminal Justice Press, 1996, L. Walgrave, Restorative Justice for Juveniles: Potentialities, Risks and Problems, Leuven, Leuven University Press, 1998, G. Bazemore and L. Walgrave Restorative Juvenile Justice: Repairing the harm of youth crime, Monsey, NY, Criminal Justice Press, 1999, καθώς επίσης και σε βιβλία: Marshall F. T. and Merry S. Crime and Accountability: victim/offender mediation in practice, London, Home Office HMSO, 1990, Crawford A. and Newborn T. Youth offending and restorative justice: implementing reform in youth justice, Cullompton, Willan Publishing, 2003 και μελέτες όπως: D. Miers, An International Review of Restorative Justice, Crime Reduction Research Series Paper 10 London: Home Office, 2001. Για περισσότερες έρευνες βλ. M. Zernova, Restorative Justice: ideals and realities, Hampshire, Ashgate Publishing Ltd, 2007, σ. 31.
  10. Ενδεικτικά βλ. C. Campbell, R. Devlin, D. O‟Mahony, J. Doak, , J. Jackson, , T. Corrigan, and K. McEvoy, Evaluation of the Northern Ireland Youth Conference Service, Belfast: Northern Ireland Office, 2006, M. Umbreit, The Handbook of Victim Offender Mediation, San Francisco, California: Jossey-Bass, 2001, B. Naude, J. Prinsloo “Magistrates’ and Prosecutors’ Views of Restorative Justice” in: Maepa, T. (ed.), Beyond Retribution – Prospects For Restorative Justice in South Africa, Pretoria: Institute for Security Studies, 2005.
  11. Για το σχεδιασμό κοινωνικής έρευνας, βλ. Babbie E., Εισαγωγή στην Κοινωνική Έρευνα, (μτφρ. Η. Βογιατζής), Αθήνα, Κριτική Επιστημονική Βιβλιοθήκη, 2011, σ. 48-53. Επίσης βλ. Παρασκευόπουλος Ι., Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας, τ.Β’, Αθήνα, 1993, σ. 144-189.
  12. Για την έρευνα με ερωτηματολόγιο, βλ. αναλυτικά Javeau C., Η Έρευνα με Ερωτηματολόγιο, (επιμ. Κ. Τζαννόνε-Τζώρτζη), Αθήνα, Τυπωθήτω, 2000, σελ. 55-61. Επίσης βλ. Babbie E., ό.π. σελ.406-415 και Mann H. P., ό.π., σελ. 155-170.
  13. «Η ασφάλεια, η ανωνυμία και η ιδιωτικότητα των υποκειμένων της έρευνας και των ατόμων που παρέχουν πληροφορίες, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο απόλυτου σεβασμού, τόσο στις ποσοτικές όσο και στις ποιοτικές έρευνες. Οι πηγές των προσωπικών πληροφοριών που συλλέγονται από τους ερευνητές, πρέπει να παραμένουν εμπιστευτικές, εκτός και εάν οι συμμετέχοντες έχουν ερωτηθεί ή συναινέσει να αναφερθούν». Αναλυτικά βλ. International Sociological Association (ISA),Code of ethics, http://www.isa-sociology.org/about/isa_code_of_ethics.htm (εύρεση στις 20/09/2014)).
  14. T. Marshall, 1996, “The evolution of restorative justice in Britain”, European Journal of Criminal Policy and Research 4(4):21-43.
  15. Βλ επίσης: «Η πρόσβαση σε υποκείμενα και θεσμούς μπορεί να διαμφισβητείται και να καθορίζεται από υποκείμενα ή θεματοφύλακες που επιθυμούν να διαφυλάξουν ότι συγκεκριμένες πρακτικές, δράσεις και γεγονότα θα παραμείνουν αόρατα ή κρυμμένα», P. Francis, P. Davies and V. Jupp “Making visible the invisible” in P. Davies, P. Francis and V. Jupp (eds) Invisible Crimes, Their Victims and Their Regulation, Basingstoke: Macmillan, 1999 στο P. Francis, “Getting Criminological Research Started”, 2000, pp.29-53:30, Doing Criminological Research, Victor Jupp, Pamela Davies, Peter Francis (eds.), London:Sage.
  16. τ.α.: τυπική απόκλιση.
  17. Ενδεικτικά βλ. Bazemore G. and Feder L., ό.π., 1997:87-114:89 και Cullen et al, ό.π. 1993 στο Bazemore G. and Feder L., ό.π., 1997:87-114:92.
  18. Ενδεικτικά αναφέρεται: Campbell C. et al, ό.π., 2006:135 και Bazemore G., ό.π. 1998:24.
  19. Αναλυτικά βλ. Artinopoulou V. and Gavrielides T. (2014), “Aristotle on Restorative Justice: Where the Restorative Justice and Human Rights Movements Meet (κοινοί τόποι)” in Gavrielides, T., & Artinopoulou, V. (Eds.). (2014). Reconstructing Restorative Justice Philosophy. Ashgate Publishing, Ltd.
  20. B. Naude, J. Prinsloo, ό.π.2005:53-65.
  21. Naude B., Prinsloo J., ό.π.2005:53-65 και Bazemore G., ό.π. 1998:24.
  22. Gavrielides T., “Restorative Pain: A New Vision of Punishment”, in Gavrielides T., Artinopoulou V. (eds), Reconstructing Restorative Justice Philosophy, Farnham, Surrey, England , Ashgate, 2013, 311-335.
  23. Βλ. Umbreit M. ό.π. 2001:230-232.