Δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας

ΙΩΑΝΝΗΣ Χ. ΚΟΥΒΑΚΑΣ

 Δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων του κατηγορουμένου στο πλαίσιο

της ποινικής προδικασίας:

 

Σκιαγραφώντας τα όρια επέμβασης του κράτους

στην ιδιωτική ζωή και η θετική υποχρέωση

επαναφοράς προστασίας κατά το άρθρ. 8 ΕΣΔΑ

ΙΩΑΝΝΗΣ Χ. ΚΟΥΒΑΚΑΣ*

Με την παρούσα συμβολή εξετάζεται το ζήτημα της δημοσιοποίησης στοιχείων του κατηγορουμένου κατά την ποινική προδικασία, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και το άρθρ. 8 ΕΣΔΑ. Πιο συγκεκριμένα, ερευνάται αν μια τέτοια κρατική επέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου είναι θεμιτή και υπό ποιες προϋποθέσεις, καθώς και αν υφίσταται θετική υποχρέωση του κράτους προς απόσυρση των δημοσιοποιημένων στοιχείων, ειδικά εκείνων που παραμένουν διαδικτυακώς προσβάσιμα, μετά το πέρας του καθορισμένου χρόνου δημοσίευσης.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Στο ελληνικό Σ., η ιδιωτική ζωή προστατεύεται με βάση τη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 1 εδ. β΄, η οποία ορίζει ότι «[η] ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη». Η συνταγματική αυτή διακήρυξη αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στην απαγόρευση δημοσιοποίησης πληροφοριών που αφορούν τον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Επιπλέον, το άρθρ. 9Α Σ. κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα προστασίας απέναντι στη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών δεδομένων με συμβατικό ή ηλεκτρονικό τρόπο.

Με το ν. 2472/1997 θεσμοθετήθηκε ένα σαφές κανονιστικό πλαίσιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων, το οποίο περιέχει κανόνες ουσιαστικούς, οργανωτικούς, διαδικαστικούς και κυρωτικούς[1]. Κατά το άρθρ. 2 στοιχ. β΄ του νόμου, δεδομένα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες συνιστούν «ευαίσθητα δεδομένα». Με το άρθρ.. 8 παρ. 3 του ν. 3625/2007 προστέθηκε στον ορισμό των «ευαίσθητων δεδομένων», η αρμοδιότητα της εισαγγελικής αρχής να διατάσσει τη δημοσιοποίηση δεδομένων που αφορούν ποινικές διώξεις ή καταδίκες για τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρ. 3 του ν. 2472/1997[2], αποσκοπώντας «στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων» και στην «ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων».

Βάσει της νομοθετικής αυτής πρόβλεψης, εκδόθηκαν τον Απρίλιο και Μάιο του 2012 από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών συνολικά έξι διατάξεις[3], οι οποίες παρήγγελλαν τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων, και συγκεκριμένα φωτογραφιών, ονομάτων και λοιπών προσδιοριστικών της ταυτότητας στοιχείων, 24 οροθετικών γυναικών, κατά των οποίων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, κατόπιν υγειονομικού ελέγχου που είχε διεξαχθεί στον οίκο ανοχής που εργάζονταν. Η δημοσιοποίηση αυτή προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων με χαρακτηριστικότερες την καταδικαστική γνώμη του Συνηγόρου του Πολίτη[4], τη διαμαρτυρία της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου[5] και την απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την οποία η αρχή έκρινε εαυτόν αναρμόδια να αποφανθεί επί του ζητήματος με την αιτιολογία του ανέλεγκτου της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική[6].

Ωστόσο, η Αρχή θεώρησε πως το νομοθετικό πλαίσιο έχρηζε αλλαγών οι οποίες «θα κατέτειναν στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και ειδικότερα αυτή της αναλογικότητας», προτείνοντας μάλιστα τρεις τροποποιήσεις προς την κατεύθυνση αυτήν: πρώτον, ειδική και πλήρη αιτιολογία της εισαγγελικής διάταξης, δεύτερον, περιγραφή της φύσης και διάρκειας της δημοσιοποίησης κατά τρόπο αποκλειστικό και, τρίτον, πρόβλεψη δικαιώματος προσφυγής του κατηγορουμένου προσώπου κατά της εισαγγελικής διάταξης εντός πολύ σύντομης προθεσμίας με ανασταλτικό αποτέλεσμα[7].

Ι. Η εξυγιασμένη δυνατότητα δημοσιοποίησης μετά το ν. 4139/2013

Τις προτάσεις αυτές υιοθέτησε στο έπακρο ο νομοθέτης, παρά τις σχετικές αντιδράσεις στη συζήτηση της Ολομέλειας της Βουλής[8] περί κατάχρησης της δυνατότητας δημοσιοποίησης από τους εισαγγελείς και την ενδεχόμενη αντισυμβατότητά της με το τεκμήριο αθωότητας και το άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ[9], και έτσι με το άρθρ. 79 του ν. 4139/2013 εισήχθη ότι «[ε]ιδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή για τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο β΄ της παρ. 2 του άρθρ. 3 με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Εισαγγελέα Εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο Εφετείο. Η διάταξη πρέπει να είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη, να προσδιορίζει τον τρόπο δημοσιοποίησης και το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει. Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων. Κατά της εισαγγελικής διάταξης επιτρέπεται προσφυγή εντός 2 ημερών από τη γνωστοποίηση στον κατηγορούμενο ή κατάδικο ενώπιον του Προϊστάμενου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ή του Προϊστάμενου της Εισαγγελίας Εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο Εφετείο, ο οποίος αποφαίνεται εντός 2 ημερών. Μέχρι να αποφανθεί ο αρμόδιος Εισαγγελέας απαγορεύεται η εκτέλεση της διάταξης και η δημοσιοποίηση δεδομένων».

Κρίνεται όμως το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο συμβατό με το άρθρ. 8 ΕΣΔΑ και, συγκεκριμένα, πληροί η δημοσιοποίηση των στοιχείων του κατηγορουμένου τις απαραίτητες προϋποθέσεις επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου;

ΙΙ. Το άρθρ. 8 ΕΣΔΑ και η διπλή εγγύηση προστασίας από πλευράς κράτους

Το άρθρ. 8 ΕΣΔΑ κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, την προστασία της ιδιωτικής ζωής[10]. Η διάταξη αυτή παρουσιάζει μία ιδιαιτερότητα, η οποία έγκειται στην καθιέρωση μίας υποχρέωσης σεβασμού του προστατευόμενου δικαιώματος. Δηλαδή συνιστά το άρθρ. 8 όχι μόνον μια μορφή απαγόρευσης επεμβάσεων του κράτους στην ιδιωτική σφαίρα των πολιτών, αλλά πολύ περισσότερο πηγή θετικών υποχρεώσεων για τη λήψη μέτρων από το τελευταίο για την αποτελεσματικότερη προστασία της ιδιωτικής ζωής[11].

Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ιδιωτική ζωή, η οποία περικλείει και μια σφαίρα δημόσιας διάδρασης με τρίτους[12], δεν μπορεί να ορισθεί εξαντλητικά αλλά σίγουρα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το όνομα, την εικόνα και τη φήμη του προσώπου[13]· εκφάνσεις δηλαδή που θίγει η δημοσιοποίηση μιας ποινικής δίωξης εναντίον κάποιου[14].

Α. Προϋποθέσεις περιορισμού του δικαιώματος κατά τη Σύμβαση και τη νομολογία: Η πρώτη δοκιμασία για την ελληνική ρύθμιση

Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρ. 8 προβλέπεται η δυνατότητα επέμβασης του κράτους στην ιδιωτική ζωή του ατόμου χάριν ενός υπέρτερου εννόμου συμφέροντος[15]. Πρόκειται για έναν κρατικό περιορισμό που για να είναι θεμιτός οφείλει να πληροί ορισμένα κριτήρια και κυρίως αυτό της αναλογικότητας. Για τη νομιμότητα της επέμβασης εξετάζεται, πρώτον, αν αυτή είναι δικαιολογημένη κατά τη δεύτερη παράγραφο. Μόνο επιτακτικοί και πιεστικοί λόγοι μπορούν να δικαιολογήσουν μια κρατική επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου.

Δικαιολογημένη είναι η επέμβαση, κατά τη Σύμβαση και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όταν προβλέπεται νομοθετικά και είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει τη συγκεκριμένη κοινωνική απαίτηση –προστασία ευπαθών κοινωνικών ομάδων και κολασμός αξιοποίνων πράξεων εν προκειμένω- σε μια δημοκρατική κοινωνία[16]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο νόμος πρέπει να είναι διατυπωμένος με σαφήνεια και γνωστός στους πολίτες. Τέτοιο ζήτημα εν προκειμένω δεν τίθεται, αφού η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων του κατηγορουμένου βρίσκει νομοθετικό έρεισμα στο άρθρ. 2 ν. 2472/1997 (μετά την τροποποίηση με το ν. 4139/2013), ο οποίος δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τη βούληση του νομοθέτη.

Σε επόμενο στάδιο, το Δικαστήριο απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός της επέμβασης να είναι νόμιμος και να μην υποκρύπτει διαφορετικό σκοπό από αυτόν που επικαλείται ο νομοθέτης (πχ. δημόσια διαπόμπευση συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας). Εξετάζεται στο στάδιο αυτό δηλαδή η ειλικρίνεια του νομοθέτη ως προς τη θεσπιζόμενη ρύθμιση. Εν προκειμένω ο σκοπός είναι νόμιμος, εφόσον αφορά στην προστασία συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και στην ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας προς κολασμό αξιοποίνων πράξεων.

Η νομιμότητα δίνει τη θέση της στην αναγκαιότητα του σκοπού επέμβασης. Κατ’ ουσία αποτελεί εφαρμογή του κριτηρίου της αναλογικότητας, αναζητώντας την ύπαρξη μιας εύλογης σχέσης μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του μέσου που επιστρατεύεται προς επίτευξη αυτού[17]. Αναλογικότητα κατά το Δικαστήριο δεν σημαίνει το απολύτως αναγκαίο αλλά φυσικά δεν είναι και ένας εντελώς ελαστικός όρος[18]. Τα επιμέρους στοιχεία που εξετάζονται στην εφαρμογή του κριτηρίου της αναλογικότητας, και τα οποία εισήχθησαν στην υπόθεση Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου[19], είναι, πρώτον, η επέμβαση στο δικαίωμα να ανταποκρίνεται σε κοινωνική απαίτηση, δεύτερον, να συνιστά εύλογο ή αναλογικό μέτρο και, τρίτον, να επικαλείται το κράτος επαρκείς ή σοβαρούς λόγους για τη θέσπισή του[20]. Οι προτάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κινούνταν πράγματι προς αυτήν την κατεύθυνση, αφού στόχευαν στην εξυγίανση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου εξασφαλίζοντας τη συμβατότητά του με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Προκύπτει, λοιπόν, πως μετά την πρόσφατη νομοθετική αλλαγή η διελκυστίνδα κλίνει υπέρ του κράτους, του οποίου η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου φαίνεται θεμιτή για τους συγκεκριμένους σκοπούς και τηρουμένης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας.

Όπως το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση S. και Marper κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αναζητώντας τα όρια επιτρεπτού της επέμβασης στην ιδιωτική ζωή, δεν θα πρέπει να γίνεται εκτεταμένη χρήση των τεχνικών μέσων[21]. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε τη δυνατότητα λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων και κυτταρικού ιστού από τις βρετανικές αστυνομικές αρχές από πρόσωπα που συλλαμβάνονταν ως ύποπτοι τέλεσης εγκλημάτων (ανεξάρτητα από τη βαρύτητα του εγκλήματος ή την ηλικία του υπόπτου) προκειμένου να δημιουργηθούν προφίλ DNA για μελλοντική χρήση. Ο νομοθέτης δεν προέβλεπε ούτε συγκεκριμένη χρονική περίοδο φύλαξης του υλικού (το οποίο έτσι μπορούσε να παραμείνει απεριόριστα στην κατοχή των αστυνομικών αρχών) ούτε την πορεία του μετά την αθωωτική ή καταδικαστική έκβαση της υπόθεσης. Τα πρόσωπα δε που αθωώνονταν είχαν πολύ περιορισμένες δυνατότητες δικαστικού ελέγχου για την απομάκρυνση του γενετικού τους υλικού από το αρχείο. Προκύπτει, λοιπόν, ότι η εξειδίκευση της ρύθμισης σε συνδυασμό με την πλήρη οριοθέτηση της επέμβασης στην ιδιωτική ζωή είναι αναγκαίες για να θεωρηθεί η ρύθμιση θεμιτή από το Δικαστήριο. Ιδίως η ορισμένη χρονική διάρκεια[22] που η κρατική επέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα θα κρατήσει είναι η ειδοποιός διαφορά που καθιστά την ελληνική ρύθμιση περί δημοσιοποίησης νόμιμη, ενώ αντιθέτως δυσανάλογη την περίπτωση της S. και Marper[23]. Το γεγονός δηλαδή ότι η εισαγγελική διάταξη ορίζει επακριβώς τη χρονική διάρκεια της δημοσιοποίησης των προσωπικών στοιχείων του κατηγορουμένου είναι ένα εκ των καίριων συστατικών αναλογικότητας της ρύθμισης.

Β. Το ζήτημα της διάρκειας δημοσιοποίησης και η αναστροφή νομιμότητας

Παρά την παθογένεια της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία στις έως τώρα εισαγγελικές διατάξεις φαίνεται να εξαντλείται στην πιστή αναπαραγωγή του κειμένου του νόμου περί προστασίας ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων και πραγμάτωσης της αξίωσης της Πολιτείας προς κολασμό αξιοποίνων πράξεων, αξίζει να εστιάσουμε στη χρονική διάρκεια της δημοσιοποίησης η οποία οφείλει να καθορίζεται επακριβώς από τον εισαγγελική διάταξη.

Πράγματι, οι έως τώρα εκδοθείσες εισαγγελικές διατάξεις, μετά την τροποποίηση του ν. 4139/2013, καθορίζουν τη χρονική διάρκεια δημοσιοποίησης (συνήθως 6 μήνες). Έπειτα η δημοσιοποίηση πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, από μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και ιστοσελίδες, ιδίως αν η ποινική δίωξη αφορά το έγκλημα της πορνογραφίας ανηλίκων (348Α ΠΚ)[24]. Εντούτοις, και ενώ σε μέσα όπως η τηλεόραση η αναπαραγωγή δεν λαμβάνει χώρα μετά τη λήξη του καθορισμένου χρονικού διαστήματος, με μια πρόχειρη αναζήτηση σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και απλά blogs διαπιστώνει κανείς πως στοιχεία και φωτογραφίες κατηγορουμένων παραμένουν αναρτημένα, ακόμη και έτη μετά τη λήξη του καθορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα από την έκβαση των συγκεκριμένων ποινικών διώξεων, για την οποία πάλι δεν αναφέρουν κάποιο στοιχείο.

Θα ήταν δυνατό να θεωρήσουμε ότι το κράτος δια παραλείψεως προσβάλει το κατοχυρωμένο στο άρθρ. 8 της ΕΣΔΑ δικαίωμα του κατηγορούμενου; Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο ισχύει τότε θα πρέπει να απαντήσουμε σε δύο επιμέρους ερωτήσεις: πρώτον, αν υφίσταται θετική υποχρέωση του κράτους να άρει τα στοιχεία που παραμένουν ακόμη δημοσιοποιημένα μετά το πέρας της καθορισμένης χρονικής διάρκειας και, δεύτερον, αν η παράλειψη αυτή ισοδυναμεί με μετατροπή της επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα από θεμιτή σε αθέμιτη, δεδομένου ότι πλέον το θεμέλιο νομιμότητας της τελευταίας απουσιάζει. Η απάντηση θα ήταν μάλλον καταφατική υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τις θετικές υποχρεώσεις των κρατών.

ΙΙΙ. Η δια παραλείψεως προσβολή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή

Αξίζει να σημειωθεί πως, αν ένας τρίτος –ιδιώτης ή επιχείρηση- επενεργεί αρνητικά στο δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρ. 8 ΕΣΔΑ, τότε ο τελευταίος δεν παραβιάζει το δικαίωμα αυτό, αφού κατά την ΕΣΔΑ παραβίαση μπορεί να γίνει νοητή μόνον από κράτη. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα του εν λόγω άρθρου έγκειται στην κατοχύρωση των απαραίτητων θεσμικών εγγυήσεων, από τις οποίες προκύπτει η θετική υποχρέωση των κρατών μελών στην ΕΣΔΑ να θεσπίσουν έναν μηχανισμό αποτελεσματικής προστασίας της ιδιωτικής σφαίρας και οικογενειακής ζωής του ατόμου[25]. Γίνεται με τον τρόπο αυτόν φανερό πως η αδυναμία του κράτους να εγγυηθεί την ανάκτηση της προστασίας, κατόπιν λήξης του χρονικού διαστήματος δημοσιοποίησης προσωπικών του δεδομένων στο πλαίσιο μιας ποινικής δίωξης, θα μπορούσε να αποτελεί αδικαιολόγητη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και κατ’ επέκταση παραβίαση του άρθρ. 8, ακόμη και όταν δεν είναι οι κρατικές αρχές υπεύθυνες για την παραμονή του επίμαχου υλικού στις ηλεκτρονικές βάσεις αλλά τρίτα ειδησεογραφικά μέσα και κάτοχοι ιστοσελίδων[26].

Με άλλα λόγια, η διαδικτυακή παραμονή στοιχείων, όπως αριθμοί ταυτοτήτων, ονοματεπώνυμα φωτογραφίες και περαιτέρω χαρακτηριστικά ατόμων, μετά το πέρας του οριζόμενου χρόνου δημοσίευσης, πιθανώς να συνιστά παραβίαση του άρθρ. 8 από το κράτος[27], εφόσον αυτό δεν μερίμνησε για την απόσυρση των στοιχείων, δεδομένου ότι η δημοσιοποίηση αυτών είχε προκληθεί με δική του ενέργεια-επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, (θεμιτή) σε πρότερο χρόνο. Η επέμβαση παρέμενε θεμιτή, πληρωμένων πάντα των λοιπών κριτηρίων αναλογικότητας, όπως αυτά έχουν καθορισθεί από το Δικαστήριο και τη Σύμβαση, για όσο χρόνο έπρεπε να διαρκέσει η δημοσιοποίηση, σύμφωνα με την εισαγγελική διάταξη. Με τη λήξη του χρόνου, η νομιμότητα δημοσιοποίησης και κατ’ επέκταση επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου από τις κρατικές αρχές χάνει το νομιμοποιητικό της θεμέλιο και καθίσταται σε προσβολή[28], δηλαδή η εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρ. 8 μετατρέπεται στον θετικό κανόνα της παρ. 1 και ζητά από το κράτος να απέχει από οιαδήποτε επέμβαση. Η αποχή αυτή δεν θα πρέπει να συνίσταται μόνο στη θεωρητική παύση της σχετικής δημοσιοποίησης[29] αλλά πολύ περισσότερο στη μέριμνα ώστε τυχόν υλικό που παραμένει ακόμη (διαδικτυακά) προσβάσιμο να αφαιρεθεί[30]. Μάλιστα, εφόσον το καθορισμένο διάστημα έχει παρέλθει, κανένας σκοπός δημοσίου συμφέροντος, όπως προστασία ευπαθών ομάδων ή πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για ποινικό κολασμό αδικημάτων, δεν εξυπηρετείται πλέον.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Από τη λήξη της ειδικώς καθορισμένης διάρκειας δημοσίευσης, η τυχόν παραμονή, διάθεση ή προσβασιμότητα των δεδομένων του κατηγορουμένου δύναται να συνιστά πλέον παράνομη δημοσιοποίηση στοιχείων και πιθανώς παραβίαση του άρθρ. 8 ΕΣΔΑ. Μάλιστα, ακόμη κι αν τα δεδομένα αυτά φιλοξενούνται σε ιστοτόπους διαχειριζόμενους από τρίτους-ιδιώτες και οι κρατικές αρχές δεν συμμετέχουν με κάποιον τρόπο την επεξεργασία ή διατήρηση αυτών, η προσβολή αυτή παραμένει κρατική, επειδή αρχικώς τα στοιχεία αυτά δόθηκαν στη δημοσιότητα από την αρμόδια εισαγγελική αρχή. Μετά το πέρας λοιπόν της πρώτης, θεμιτής, στηριζόμενης στην εξαίρεση της παρ. 2 άρθρ. 8 επέμβασης, το κράτος οφείλει να επαναφέρει στο ακέραιο την προστασία της ιδιωτικής σφαίρας, ενώ αδυναμία του να το πράξει αυτό συνιστά εκ νέου επέμβαση, αυτή τη φορά μη έχουσα νομιμοποιητικό έρεισμα.

Φυσικά, αν κρίνουμε από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, δεν απαιτείται οι αρμόδιες κρατικές αρχές να αναζητήσουν όλες τις ηλεκτρονικές σελίδες που ενδεχομένως παραμένουν ακόμα δημοσιοποιημένα τα στοιχεία των ποινικώς διωχθέντων. Ωστόσο, στη λογική της υπόθεσης Powell and Rayner κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το κράτος έχει την υποχρέωση να μεριμνήσει για την πλήρη επαναφορά της προστασίας του ιδιωτικού βίου του ατόμου σύμφωνα με τη Σύμβαση -και σε αυτό ακριβώς συνίσταται και η ιδιαιτερότητα της θετικής του υποχρέωσης[31]– επιτυγχάνοντας μία «δίκαιη ισορροπία» (fair balance)[32]. Η προσπάθεια αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί, αφενός, με την αυστηρότερη τιμώρηση τέτοιων παράνομων δημοσιοποιήσεων και, αφετέρου, ενδεχομένως με τη νομοθετική μέριμνα για συγκεκριμένη διοχέτευση των πληροφοριών, όπως για παράδειγμα τη δημοσιοποίησή τους σε συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης με τη ρητή εντολή της απόσυρσης διαδικτυακών αναρτήσεων μετά το πέρας του καθορισμένου χρόνου δημοσιοποίησης.

Άλλωστε, η διαδικτυακή αυτή παραμονή των δεδομένων δίνει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο, εκτός από τα κοινά ένδικα βοηθήματα κατά των διαχειριστών των σχετικών σελίδων, να στραφεί και κατά του κράτους. Το μελανό αυτό σημείο της ελληνικής ρύθμισης θα πρέπει να αποτελέσει προτροπή για το μνημονιακό νομοθέτη για μεγαλύτερη εμβάθυνση στα ζητήματα τα οποία καλείται να ρυθμίσει, η οποία θα έχει ως γνώμονα την ιδανική εξισορρόπηση εθνικών συμφερόντων και θεμελιωδών δικαιωμάτων.

* Απόφοιτος Νομικής Σχολής Αθηνών, Μεταπτυχιακός φοιτητής, LL.M. in Human Rights Law, University College London.

  1. Ι. Δ. Ιγγλεζάκης, Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα: Η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών προσωπικών δεδομένων και οι συνέπειές της, 2004, σ. 48.
  2. Ο κατάλογος των αδικημάτων αυτών είναι περιοριστικός και αφορά κακουργήματα και πλημμελήματα που τελούνται με δόλο και ιδίως εγκλήματα «κατά της ζωής, κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας, κατά της ιδιοκτησίας, κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, επιβουλής της δημόσιας τάξης, ως και τελούμενων σε βάρος ανηλίκων θυμάτων».
  3. 22/2012, 23/2012, 24/2012, 25/2012, 26/2012, 27/2012.
  4. Δελτίο Τύπου, 10.05.2012, http://www.synigoros.gr/resources/docs/201 20510dt.pdf [τελευταία πρόσβαση 01.10.2015].
  5. http://www.nchr.gr/document.php?category_id=143&document_id=1491 [τελευταία πρόσβαση 01.10.2015].
  6. ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 128/2012, 27.07.2012, σ. 5 επ.
  7. Idem σ. 9-10.
  8. Πρακτικά Ολομέλειας, Συνεδρίαση ΡΛΘ΄, 06.03.2013, σ. 8569 επ., Συνεδρίαση ΙΔ΄, 24.10.2013, σ. 1091.
  9. Πάντως η ΓνωμΕισΑΠ 5/2008 καταλήγει πως είναι τελικώς επιτρεπτή η δημοσιοποίηση στοιχείων προσώπων που διώκονται ποινικώς με βάση υφιστάμενο νόμιμο διωκτικό έγγραφο ή στο πλαίσιο του αυτοφώρου, καθώς και η ανακοίνωση της πραγματοποίησης τέτοιας σύλληψης μόνον από την αρμόδια εισαγγελική αρχή και εφόσον πρόκειται για τα αναφερόμενα στην παρ. 2 άρθρ. 3 αδικήματα του ν. 2472/1997. Αντίθετη γνώμη ο Ν. Φραγκάκης, Τα όρια μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας, δημόσιου και ιδιωτικού, Βήμα Ιδεών, Τεύχος 01.02.2008.
  10. «Παv πρόσωπov δικαιoύται εις τov σεβασµόv της ιδιωτικής και oικoγεvειακής ζωής τoυ, της κατoικίας τoυ και της αλληλoγραφίας τoυ».
  11. Marckx v. Belgium, no.6833/74, 1979, §31, X and Y v. the Netherlands, no.8978/80, 1985, §23 “in addition to this primarily negative undertaking, there may be positive obligations inherent in an effective respect for private or family life”.
  12. Μ. Καραβίας, σε Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Λ.-Α. Σισιλιάνος (διεύθ. εκδ.), 2013, σ. 315.
  13. Von Hannover v. Germany, no. 59320/00, 2004, § 69, βλ. και Ε. Ρούκουνα, Διεθνής Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σ. 168 επ.
  14. C. Grabenwarter, European Convention on Human Rights: Commentary, 2014, σ. 200. Βλ. και Ι. Δ. Ιγγλεζάκη, ό.π., σ. 50.
  15. «εκτός εάv η επέµβασις αύτη πρoβλέπεται υπό τoυ vόµoυ και απoτελεί µέτρov τo oπoίov, εις µίαv δηµoκρατικήv κoιvωvίαv, είvαι αvαγκαίov δια τηv εθvικήv ασnάλειαv, τηv δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv oικovoµικήv ευηµερίαv της χώρας, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και τηv πρόληψιv πoιvικώv παραβάσεωv, τηv πρoστασίαv της υγείας ή της ηθικής, ή τηv πρoστασίαv τωv δικαιωµάτωv και ελευθεριώv άλλωv».
  16. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Doorson κατά Ολλανδίας (Doorson v. the Netherlands, no. 20524/92, 1996, § 75) το Δικαστήριο έκρινε πως η επέμβαση στην ιδιωτική ζωή ατόμου, του οποίου η φωτογραφία επιδεικνυόταν σε τρίτους από αστυνομικές αρχές, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης δράστη, ήταν θεμιτή.
  17. Ι. Δ. Ιγγλεζάκης, ό.π., σ. 121 επ.
  18. Τα κράτη διαθέτουν ένα «περιθώριο εκτίμησης» (margin of appreciation) των περιορισμών του ατομικού δικαιώματος σε σχέση με τους λόγους που το επιβάλλουν, χωρίς όμως αυτό να ερμηνεύεται ως απεριόριστη ελευθερία επιβολής περιορισμών. Βλ. σχετικά C. Grabenwarter, ό.π., σ. 207 επ., G. Letsas, A Theory of Interpretation of the European Convention on Human Rights, 2007, σ. 80 επ., Γ. Τσόλια, σε Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ποινικό Δίκαιο: Ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, Λ.Γ. Κοτσαλής (επιμ.), 2014, σ. 762 επ.
  19. Handyside v. the United Kingdom, no.5493/72, 1976, §§ 48-49, U. Kilkelly, The right to respect for private and family life: A guide to the implementation of Article 8 of the European Convention on Human Rights, Council of Europe, Human rights handbooks, No. 1, σ. 6 επ.
  20. Μ. Καραβίας, ό.π., σ. 349 επ.
  21. S. and Marper v. the United Kingdom [GC], no 30562/04, 30566/04, 2008, § 112.
  22. Klass and Others v. Germany, no.5029/71, 1978, § 50, D. Gomien/D. Harris/L. Zwaak, Law and Practice of the European Convention on Human Rights and the European Social Charter, 1996, σ. 234 επ.
  23. S. and Marper v. the United Kingdom [GC], no 30562/04, 30566/04, 2008, § 119.
  24. Βλ. και Π. Δ. Αρμαμέντο / Β. Α. Σωτηρόπουλο, Προσωπικά Δεδομένα: Οι τροποποιήσεις του Ν. 2472/1997 από τους Ν. 3471/2006 και 3625/2007: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2008, σ. 11 και υποσημ. 17.
  25. J. F. Akandji-Kombe, Positive Obligations under the European Convention on Human Rights: A guide to the implementation of the European Convention on Human Rights, Council of Europe, Human rights handbooks, No. 7, σ. 13, Assanidze v. Georgia [GC], no. 71503/01, 2008, § 146, “in order to secure the enjoyment of those rights and freedoms… [t]he higher authorities of the State are under a duty to require their subordinates to comply with the Convention and cannot shelter behind their inability to ensure that it is respected”.
  26. D. Xenos, The Positive Obligations of the State under the European Convention of Human Rights, 2012, σ. 101 επ., Hatton and Others v. the United Kingdom, no.36022/97, 2001, § 96.
  27. Π. Δ. Αρμαμέντος / Β. Α. Σωτηρόπουλος, ό.π., σ. 18.
  28. Von Hannover v. Germany, no.59320/00, 2004, § 104.
  29. Sisojeva and Others v. Latvia, no.60654/00, 2005, § 104.
  30. C. Grabenwarter, ό.π., σ. 219 επ., D. Gomien / D. Harris / L. Zwaak, ό.π., σ. 229 επ.
  31. Osman v. the United Kingdom [GC], no. 23452/94, 1998, §§ 115-116.
  32. Powell and Rayner v. the United Kingdom [GC], no.9310/81, 1990, §41 “the fair balance that has to be struck between the competing interests of the individual and of the community as a whole; and in both contexts the State enjoys a certain margin of appreciation in determining the steps to be taken to ensure compliance with the Convention”.