Διαφθορά και Φοροδιαφυγή

ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ

Διαφθορά και Φοροδιαφυγή[1]

ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ*

Παρά την εκπληκτική πρόοδο που έχει συντελέσει η ανθρωπότητα σε όλους τους τομείς, το έγκλημα όχι μόνο δεν έχει εξαλειφθεί, αλλά, αντιθέτως, βρίσκεται εδώ και καιροφυλακτεί ώστε, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να αναβλύσει από τα σκοτεινά έγκατα της ψυχής του Ρασκόλνικοφ, πολύμορφο, μεταλλασσόμενο και απτόητο, καθιστώντας το αίτημα της πρόληψης και της καταστολής έναν διαρκώς αναζητούμενο στόχο.

Θα αναφερθώ λοιπόν στα εγκλήματα της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς τα οποία, κατά κοινή διαπίστωση αποτελούν δύο από τις κύριες αιτίες που οδήγησαν την Ελλάδα στο σημερινό πρωτοφανές οικονομικό αδιέξοδο, τις συνέπειες του οποίου τις βιώνουμε όλοι οι ΄Ελληνες.

Τα επιστημονικά συνέδρια, οι διαλέξεις, και οι συζητήσεις στρογγυλής τράπεζας, το μόνο που κατάφεραν ήταν να καταλήξουν στο ότι ο Έλληνας δεν απέκτησε ποτέ συνείδηση των υποχρεώσεων του προς το Κράτος, γιατί δεν πίστεψε ποτέ, ότι οι φόροι που οφείλει να καταβάλλει, θα διατεθούν με καθαρότητα και διαφάνεια για την οργάνωση των δομών του Κράτους και την εφαρμογή μιας δίκαιης κοινωνικής πολιτικής, καχυποψία όμως που δεν τον εμποδίζει να είναι αυστηρός κριτής των ανεπαρκειών του Κράτους, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα και τις κοινωνικές του παροχές, επιμένοντας ο ίδιος να παραμένει στο περιθώριο της κοινωνικής συνεισφοράς. Μια εύστοχη εξάλλου ανάλυση του φαινομένου της διαφθοράς, επιχειρείται από τον καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικόλαο Μπιτζιλέκη, ο οποίος στην μονογραφία του με τον τίτλο « η διαφθορά ως νομικό και πολιτικό πρόβλημα», καταλήγει στο ότι ενόσω το κυρίαρχο μοντέλο του πολιτισμού μας είναι ο φυσιοκρατικός ατομοκεντρισμός και η διεκδικητική επιθετικότητα (ιδεολογία της ισχύος), η διαφθορά, την οποία προσδιορίζει ως παράνομη διαχείριση της εξουσίας με ιδιοτελή κίνητρα, δεν μπορεί παρά να αποτελεί εγγενές στοιχείο αυτού του πολιτιστικού μοντέλου. Η λύση στο πρόβλημα αυτό δεν ευρίσκεται στην πληθώρα των νομικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν διάφορες μορφές της, παρά μόνο στην μεταβολή του πολιτιστικού αυτού προτύπου. Κάτι τέτοιο όμως, έχει ως προϋπόθεση ότι μέσα από τα κανάλια που εκβάλλουν πολιτιστικά στην κοινωνία, πρέπει να γίνει ένας αναπροσανατολισμός των αξιολογήσεών της, έτσι ώστε οι φορείς των δημόσιων αξιωμάτων να μη λειτουργούν ως αποκλειστικοί δικαιούχοι και διαχειριστές μιας καταπιεστικής εξουσίας, αλλά ως απλοί εντολοδόχοι και διάκονοί της, στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου. Το οπλοστάσιο της πολιτείας για την καταπολέμηση των φαινομένων αυτών είναι αρκετά βαρύ. Ποινικές διατάξεις για την δίωξη της φοροδιαφυγής, συμπεριλήφθηκαν ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα στον Ν 1641/1919, μεταγενέστερα δε σε πλήθος άλλων νόμων και τελικά στον ισχύοντα νόμο 2523/1997 με τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις που αυτός έχει υποστεί μέχρι σήμερα. Το ίδιο πλούσιο είναι και το οπλοστάσιο κατά της διαφθοράς, με τις περί δωροδοκίας διατάξεις του Π.Κ. και τις αντίστοιχες των ειδικών ποινικών νόμων να αποτελούν την εμπροσθοφυλακή και το βαρύ πυροβολικό για την καταπολέμησή της. Τα προβλήματα όμως αυτά δεν λύνονται μόνο με απαγορεύσεις και με την απειλή ποινών. Η ποινικοποίηση αντικοινωνικών συμπεριφορών, πολλές φορές δίνει την εντύπωση κάποιας παρέμβασης, με αποτέλεσμα όλοι να αδρανούν και να εφησυχάζουν, ενώ στην πραγματικότητα τα προβλήματα παραμερίζονται, αφού δεν αναζητούνται οι κοινωνικές αιτίες που τα δημιουργούν και δεν γίνεται προσπάθεια αυτές να αντιμετωπισθούν. Η υπερφόρτωση του δικαστικού μηχανισμού, ως συνέπεια της τακτικής αυτής, προκαλεί συχνά μια κακοήθη δυσλειτουργία, αν όχι παραλυσία της δικαιοσύνης, ενώ οι συχνές και πολλές φορές αποσπασματικές νομοθετικές παρεμβάσεις, δημιουργούν ένα θολό τοπίο, γεμάτο κενά, αντιφάσεις και αλληλοεπικαλύψεις, το οποίο, φυσικό είναι να προκαλεί κλίμα αδιαφάνειας, πολλές δε φορές και ιδιοτελούς εκμετάλλευσης της επιστήμης που καλείται να το ερμηνεύσει. Πέρα από τις διαπιστώσεις αυτές, κοινή είναι η παραδοχή ότι μεταξύ των οικονομικών εγκλημάτων, στην έννοια των οποίων ασφαλώς εμπίπτουν η φοροδιαφυγή και τα εγκλήματα σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, καθώς και εκείνων της διαφθοράς, υπάρχει μια τέτοια υπόγεια σύνδεση και αλληλεξάρτηση, έτσι ώστε τα μεν να αποτελούν την ανάστροφη όψη των δε. Η διαφθορά η οποία ζει και εκτρέφεται στο σκοτεινό παρασκήνιο αδιαφανών εξουσιαστικών σχέσεων, περιλαμβάνει στον πυρήνα της τα εγκλήματα δωροδοκίας, το σύνηθες δε είναι η αντιπαροχή του διεφθαρμένου δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, για το προσφερόμενο ή λαμβανόμενο δώρο ή μη οφειλόμενο ωφέλημα, να συνίσταται στην με παράβαση του υπαλληλικού του καθήκοντος πρόκληση ζημίας στην περιουσία του δημοσίου. Ακολουθώντας συνεπώς τα ίχνη του οικονομικού εγκλήματος, είναι δυνατόν να φθάσουμε και να αντιμετωπίσουμε και τα φαινόμενα διαφθοράς.

Με τις σκέψεις αυτές και φιλοδοξώντας να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά τα εγκλήματα φοροδιαφυγής καθώς και τα οικονομικά εγκλήματα  σε βάρος του Δημοσίου,  ο νομοθέτης με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, προσέθεσε ένα νέο άρθρο στον ισχύοντα Ν. 2523/1997 περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στην φορολογική νομοθεσία, το άρθρο 17Α με το οποίο εισήγαγε στην έννομη τάξη τον θεσμό του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις λοιπόν του νόμου τούτου, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και ο νόμιμος αναπληρωτής του, είναι εισαγγελικοί λειτουργοί προερχόμενοι από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και φέρουν τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών. Η τοποθέτησή τους γίνεται με Π.Δ που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Α.Δ.Σ. Εκτελεί τα καθήκοντά του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, συνεπικουρούμενος από τρείς τουλάχιστον Εισαγγελείς ή Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών. Η εποπτεία και ο συντονισμός του έργου του, του αναπληρωτή του και των εισαγγελέων που τον επικουρούν, ασκείται από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζεται για τον σκοπό αυτό (με πλήρη ή μερική απασχόληση) από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η υλική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος εκτείνεται σε όλη την Ελληνική Επικράτεια. Στα καθήκοντά του δε ανήκει η εποπτεία, καθοδήγηση και ο συντονισμός των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παρ. 1α του Κ.Π.Δ. ή των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, κατά την διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων και οποιωνδήποτε άλλων συναφών, εφόσον αυτά διαπράττονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο νομοθέτης εξόπλισε τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος με μία δικονομική δυνατότητα πρωτόγνωρη για τα μέχρι τότε δεδομένα. Ειδικότερα, αυτός και ο νόμιμος αναπληρωτής του, έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου. Επίσης έχουν πρόσβαση και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή οργανισμού που τηρεί ή επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα .

Η δραστηριότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος στον τομέα της δίωξης της φοροδιαφυγής, είναι αξιόλογη. Παραγγέλθηκε η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας σε κάμποσες χιλιάδες περιπτώσεις φοροδιαφυγής σε όλη την Επικράτεια και έτσι εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος του έργου που έχει επιτελεσθεί στον τομέα αυτό. Επίσης δραστηριοποιείται με μεγάλη επιτυχία στον τομέα της διερεύνησης εγκλημάτων που υπάγονται στην αρμοδιότητά του και η αναζήτηση των ποινικών ευθυνών των πολιτών γίνεται πάντοτε από αυτόν με απόλυτο σεβασμό των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των ατόμων κατά των οποίων στρέφει τις έρευνές του.

Όπως ανέφερα και στην αρχή η διαφθορά στο δημόσιο τομέα αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες (μαζί με την εκτεταμένη φοροδιαφυγή) της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μου.

Όλοι γνωρίζουμε, ότι η διαφθορά έχει εξελιχθεί πλέον σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Βέβαια, σε ορισμένες χώρες, το φαινόμενο είναι περισσότερο πυκνό και σοβαρό σε σχέση με άλλες. Κι αυτό, λόγω των κοινωνικο-οικονομικών, πολιτικών και πολιτισμικών συνθηκών που ισχύουν σε κάθε μία. Πάντως, σε όλες τις χώρες τόσο οι διεθνείς συμβάσεις όσο και η εθνική νομοθεσία και τα ειδικά διοικητικά και δικαστικά όργανα δεν κατόρθωσαν ούτε κατορθώνουν να την εξαφανίσουν˙ μπορεί, απλά, να προκαλέσουν την μείωσή της, εφόσον το βέβαιο είναι ότι η διαφθορά πορεύεται παράλληλα με την πλουτολατρεία που κυριαρχεί στον κόσμο, δηλαδή με την πεποίθηση, ότι ο κυριότερος στόχος ενός ατόμου της εποχής μας πρέπει να είναι η απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερου πλούτου με οποιοδήποτε μέσον, χωρίς ηθικές αναστολές.

Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Αντιγόνη» με λίγα λόγια περιγράφει τις ολέθριες συνέπειες της διαφθοράς για το άτομο και για την κοινωνία. «Καμιά συνήθεια ανάμεσα στους ανθρώπους δεν βλάστησε άλλη τόσο κακή σαν το χρήμα. Αυτό και πόλεις εκπορθεί, και άνδρες διώχνει απ’ τα σπίτια τους. Αυτό και καθοδηγεί και διαστρέφει τις δίκαιες γνώμες των ανθρώπων, ώστε να τα κατευθύνει σε αισχρές πράξεις. Δείχνει δε στους ανθρώπους να κάνουν πανουργίες και να γνωρίζουν κάθε ανούσιο έργο». Αυτά λέει ο Κρέων, και τα έλεγε διότι πίστευε ότι κάποιος δωροδοκήθηκε εκεί για να θάψει τον νεκρό.

Η διαφθορά είναι η σύγχρονη προσωποποίηση της Λερναίας ΄Υδρας. Όταν ο Ηρακλής έκοβε ένα κεφάλι, φύτρωναν αμέσως δύο, μέχρι που βρέθηκε ο ανεψιός του, ο Ιόλαος, που με τις οδηγίες του έκαιγε τις ρίζες των κομμένων κεφαλών της. Νομικός ορισμός της διαφθοράς δεν υπάρχει στο ισχύον δίκαιο. Πρόσφατα ο Ν. 3849/2010 προσέθεσε νέο άρθρο, το 263Γ, στον Ποινικό μας Κώδικα, όπου – στον παράτιτλο βέβαια – χαρακτηρίζει ρητώς ως πράξεις διαφθοράς όλα τα υπηρεσιακά αδικήματα. Όμως αυτό είναι μια υπερβολική παρέμβαση του νομοθέτη στο να δοθεί μια επιστημονική ορολογία. Πρέπει όμως να καταστήσουμε σαφές ότι η διαφθορά είναι ένα έγκλημα το οποίο, εν αντιθέσει με άλλα εγκλήματα, έχει συνενόχους δύο αντισυμβαλλομένους. Τα άλλα εγκλήματα μπορεί να τα τελέσει και ένα πρόσωπο μόνο του. Τελώ ανθρωποκτονία μόνος, μόνη μου εξυβρίζω, μόνος/μόνη μου προκαλώ σωματικές βλάβες σε άλλο πρόσωπο. Στο έγκλημα όμως της διαφθοράς είναι και οι δύο ένοχοι, έχουμε αναγκαστικά δύο ενόχους, πρόκειται δηλαδή, για ένα διμερές έγκλημα.

Βεβαίως, υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες η μία πλευρά μπορεί να βρέθηκε υπό καθεστώς ανωτέρας βίας ή υπό καθεστώς κατάστασης ανάγκης και για το λόγο αυτό να συναίνεσε στην καταβολή κάποιου ποσού. Π.χ. κάποιος που έχει το παιδί του σε εξαιρετικά επείγουσα κατάσταση υγείας και δεν μπορεί να του εξασφαλίσει ασφαλή νοσοκομειακή περίθαλψη, υποχρεώνεται να δώσει έναν «καλό φάκελο» στο πρόσωπο εκείνο που έχει το μέσον, για να επιτευχθεί ο σκοπός της άμεσης και ουσιαστικής περίθαλψης του παιδιού. Σε μια τέτοια υπόθεση δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ύπαρξη κάποιας περίπτωσης, τουλάχιστον ελαφρυντικής, αν όχι κατάστασης ανάγκης, που αίρει τον άδικο ή τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης.

Οι καθοριστικοί παράγοντες που εκτρέφουν και υποθάλπουν τη διαφθορά είναι : 1) η κατάπτωση των ηθικών αξιών και η συναρτώμενη προς αυτή έλλειψη ή άμβλυνση της συνείδησης του αδίκου τέτοιων πράξεων, 2) η ύπαρξη ευκαιριών τέλεσης πράξεων διαφθοράς, 3) το έλλειμμα ελέγχου και η συνακόλουθη μείωση του κινδύνου ανακάλυψης τέτοιων πράξεων και 4) το ατελές νομοθετικό πλαίσιο και η αναποτελεσματικότητα των κυρωτικών μηχανισμών κατά την εφαρμογή του νόμου εναντίον των πράξεων διαφθοράς.

Το οπλοστάσιο της Πολιτείας για την καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς είναι πολύ πλούσιο με τις διατάξεις περί δωροδοκίας του Ποινικού Κώδικα και τις αντίστοιχες των ειδικών ποινικών νόμων.

Ο νομοθέτης φιλοδοξώντας να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά τα εγκλήματα διαφθοράς με το Ν. 4139/2013 εισήγαγε ένα νέο θεσμό στο ελληνικό σύστημα απονομής της ποινικής Δικαιοσύνης, εκείνο του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς. Ειδικότερα με το άρθρο 75 του ως άνω νόμου αντικ. το άρθρο 2 του Ν. 4022/2011 που ρυθμίζει την «εκδίκαση πράξεων διαφθοράς Πολιτικών και Κρατικών Αξιωματούχων και υποθέσεων μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος και μείζονος Δημοσίου Συμφέροντος», των οποίων ο χαρακτηρισμός γίνεται με πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα λοιπόν με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α΄ του Ν. 4022/2011 ως Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς ορίζεται στις Εισαγγελίες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, εισαγγελικός λειτουργός στο βαθμό του αντεισαγγελέα Εφετών, από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα. Η τοποθέτησή του διενεργείται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.

Ο Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς εκτελεί τα καθήκοντά του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και συνεπικουρείται από δύο, τουλάχιστον, εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών, οι οποίοι ορίζονται από τους διευθύνοντες τις οικείες Εισαγγελίες, μετά από γνώμη του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς. Το έργο των αρμόδιων για τα εγκλήματα διαφθοράς Εισαγγελέων και των εισαγγελέων που τον επικουρούν εποπτεύει και συντονίζει Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που ορίζεται με πλήρη ή μερική απασχόληση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Στα καθήκοντα του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς ανάγεται η εποπτεία, η καθοδήγηση και ο συντονισμός των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παρ. 1 περίπτωση α΄ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, κατά την διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως των αδικημάτων αρμοδιότητάς του.

Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος παρέχουν στον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς (:όπως επίσης και στον ανακριτή) κάθε στοιχείο που τους ζητείται και κάθε άλλη συνδρομή, ενώ την ίδια υποχρέωση έχει και κάθε δημόσιος λειτουργός ή υπάλληλος, καθώς και όλοι οι δημόσιοι οργανισμοί και αρχές (: άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 4022/2011).

Τέλος, ο Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς (:όπως επίσης και ο ανακριτής) έχει πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου του, μη υποκείμενος στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου, καθώς και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ομοίως, μπορεί να διατάξει με αιτιολογημένη διάταξή του την άρση του φορολογικού, τραπεζικού και χρηματιστηριακού απορρήτου.

Στις ρυθμίσεις του Ν. 4022/2011 υπάγονται εγκλήματα κακουργηματικού μόνο χαρακτήρα καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Τριμελούς Εφετείου, τα οποία δεν θα εκθέσω αναλυτικά χάριν της οικονομίας του χρόνου.

Η συμβολή των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς στην αντιμετώπιση του φαινομένου της διαφθοράς στη Χώρα μου είναι σημαντική. ΄Εχουν διεκπεραιώσει με μεγάλη επιτυχία πολλές υποθέσεις.

Για να αντιμετωπίσουμε όμως αποτελεσματικά αυτό το εγκληματικό φαινόμενο θα πρέπει τα Δικαιώματα του Ανθρώπου να μπουν στη ζωή μας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Υπάρχει μία σχέση σύγκρουσης μεταξύ διαφθοράς και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Όταν υπάρχει μεγάλη διαφθορά, τα Δικαιώματα του Ανθρώπου καταπατώνται. Η διαφθορά μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση όχι μόνο στα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά δικαιώματα, αλλά και σε εκείνα της λεγόμενης πρώτης γενιάς, δηλαδή στο δικαίωμα στην ελευθερία και στα ίδια τα πολιτικά δικαιώματα, άρα και στη δημοκρατία. Επομένως, το φαινόμενο της διαφθοράς θέτει σε κίνδυνο όλα τα δικαιώματα. Αντιστρόφως, όταν και όπου υπάρχει ουσιαστικός σεβασμός των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, βάλλεται η διαφθορά. Έτσι, αυτή καταπολεμάται όχι απλώς με μέτρα κατασταλτικά αλλά και προληπτικά. Προληπτικά, διότι ο σεβασμός των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν εξασφαλίζεται απλώς μέσω της γνώσης διατάξεων νόμων και συμβάσεων, αλλά αποτελεί προπαντός τρόπο ζωής.

Με άλλα λόγια, ο σεβασμός των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι ο εθισμός στη βασική αρχή ότι αποτελεί τρόπο ζωής, ότι τα παιδιά πρέπει, από πολύ μικρή ηλικία, να μπαίνουν στη θέση του ΄Αλλου. ΄Ολο το μυστικό του σεβασμού του ΄Αλλου είναι να συνηθίσεις από παιδί να μην κοιτάς μόνο τις απαιτήσεις σου, αλλά να μπαίνεις στη θέση του ΄Αλλου και μάλιστα του άλλου παιδιού. Εάν συνηθίσεις να μπαίνεις στη θέση του ΄Αλλου, θα σεβαστείς τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κι αν τα σεβαστείς είσαι ο καλύτερος εχθρός της διαφθοράς. Ας το πιστεύσουμε λοιπόν αυτό και ας το προωθήσουμε.

[1] Εισήγηση που παρουσιάσθηκε σε μια πρώτη μορφή στο Πρώτο Παγκύπριο Συνέδριο Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας (6.3.2015, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Κύπρος) και που προσφέρθηκε ευγενώς, έπειτα από νέα επεξεργασία, για τον παρόντα Τιμητικό Τόμο.

* Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.