Είναι δυνατός επηρεασμός αθλητικού αγώνα (άρθρ. 132 ν. 2725/1999) από Μέλη Πειθαρχικής Επιτροπής της ΕΠΟ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους;

ΧΡΙΣΤΟΣ Χ. ΜΥΛΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Είναι δυνατός επηρεασμός αθλητικού

αγώνα (άρθρ. 132 ν. 2725/1999) από

Μέλη Πειθαρχικής Επιτροπής της ΕΠΟ

κατά την άσκηση των καθηκόντων τους;

ΧΡΙΣΤΟΣ Χ. ΜΥΛΩΝΟΠΟΥΛΟΣ*

 

Η εργασία αυτή αφιερώνεται στον εκλεκτό συνάδελφο και φίλο Ομότιμο Καθηγητή Νέστορα Κουράκη, με τον οποίο συμπορευτήκαμε επί δεκαετίες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Νέστορας Κουράκης δίδαξε όχι μόνο με το έργο του, αλλά και με το ήθος, την επιστημονική εντιμότητα και τη καθαρότητα του λόγου του. Το προκείμενο θέμα αναφέρεται στο χώρο του αθλητισμού, που απασχόλησε τον τιμώμενο επί μακρόν και του έδωσε αφορμή να τροφοδοτήσει την εγκληματολογική και ποινική θεωρία με γόνιμες σκέψεις.

Ι. Οι διατάξεις του άρθρ. 132 του ν. 2725/1999

Σε περίπτωση διακοπής ποδοσφαιρικού αγώνα, τίθεται το ερώτημα, αν η κρίση των Μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής της ΕΠΟ ως προς ποία ομάδα ήταν υπαίτια για το συμβάν αυτό, εσφαλμένη υποτιθέμενη, θα μπορούσε να συνιστά «επηρεασμό» του αποτελέσματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 132 του ν. 2725/1999. Οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου, όπως αυτό συμπληρώθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 78 του ν. 3057/ 2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 13 ν. 4049/2012, τιμωρούν «όποιον», με σκοπό τον επηρεασμό αθλήματος, «παρεμβαίνει με αθέμιτες ενέργειες», «απαιτεί ή δέχεται δώρα» κλπ. ωφελήματα ή «προσφέρει, δίνει ή υπόσχεται» τέτοια ωφελήματα, ενώ αν ο εν λόγω σκοπός επιτεύχθηκε η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα[1].

ΙΙ. Τα εγκλήματα των παρ. 1-4 άρθρ. 132 ν. 2725/1999 ως κοινά εγκλήματα

Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων και ειδικότερα από τη χρήση της λέξης «όποιος» στις παρ. 1-3 συνάγεται ότι τα εγκλήματα των παρ. 1-4 είναι εγκλήματα κοινά (delicta communia), δηλ. υποκείμενο αυτών μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο.[2]

Βεβαίως, έχει υποστηριχτεί ότι τα εγκλήματα του άρθρ. 132 του ν. 2725/1999 δεν είναι κοινά αλλά ιδιαίτερα, με εξαίρεση εκείνο της παρ. 3. Ως αιτιολογία αναφέρεται η σκέψη, ότι «οι αθλητικοί κανόνες ορθής διενέργειας του αγωνίσματος, η παραβίαση των οποίων καθιστά την παρέμβαση του άρ. 132 παρ. 1 «αθέμιτη», δεν δεσμεύουν τους πάντες, αλλά μόνον εκείνους που λόγω της ιδιότητάς τους και της σχέσης τους με κάποια αθλητική ένωση υποχρεούνται να τους ακολουθούν» και ότι, επομένως, «ως αμέσως παρεμβαίνων, ο οποίος δεσμεύεται από τους ανωτέρω κανόνες, μπορεί να θεωρηθεί όποιος ανήκει στον κύκλο των προσώπων, στα οποία κατατείνει η ενεργητική αθλητική δωροδοκία του άρ. 132 παρ. 3 του ν. 2725/1999…. Υπ’ αυτήν την έννοια ο «αθέμιτος» χαρακτήρας της παρέμβασης πάντοτε θα δεσμεύει τον αμέσως παρεμβαίνοντα, καθιστώντας γι αυτόν το αδίκημα ιδιαίτερο» ενώ αντίθετα «ο εμμέσως παρεμβαίνων … δρα ως ηθικός αυτουργός του αμέσως παρεμβαίνοντος»[3].

Τα ανωτέρω θα ήσαν βάσιμα υπό την προϋπόθεση ότι ο «εμμέσως παρεμβαίνων» είναι πάντοτε και κατά λογική αναγκαιότητα ηθικός αυτουργός του «αμέσως παρεμβαίνοντος», πράγμα που κατά την ελληνική νομοθεσία και την κρατούσα αντίληψη περί συμμετοχικής δράσης είναι ασφαλώς ο κανόνας. Πλην όμως αυτό δεν είναι απόλυτο. Εν πρώτοις στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως δεν μπορεί να αποκλειστεί έμμεση αυτουργία, έστω και αν αυτή εμφανίζεται σε σπανιότερες περιπτώσεις (όταν π.χ. ο «αμέσως παρεμβαίνων» τελεί υπό την απειλή φόνου μέλους της οικογενείας του και επομένως δεν μπορεί να «αποφασίσει» όπως απαιτεί το άρθρ. 46 ΠΚ[4]). Περαιτέρω, επηρεασμός μπορεί να γίνει από τρίτους και σε άλλες άτυπες περιπτώσεις, π.χ. οπαδός μιας ομάδας καλαθοσφαίρισης αντικαθιστά στο ημίχρονο τη στεφάνη της μιας μπασκέτας με άλλη, μικρότερης διαμέτρου για να ωφεληθεί η δική του ομάδα. Άλλωστε και οι ίδιοι συγγραφείς που δέχονται την άποψη περί ιδιαιτέρου εγκλήματος, όχι μόνο εξαιρούν την ενεργητική δωροδοκία[5] αλλά –και τούτο είναι το σημαντικότερο- δέχονται ότι και η παθητική μπορεί να τελεστεί από οποιονδήποτε που προτίθεται να ενεργήσει ως ενδιάμεσος, δεχόμενοι έτσι κατ’ αποτέλεσμα ότι τα εν λόγω εγκλήματα είναι κοινά. ’Ετσι π.χ. αναφέρεται: «Δεν αποκλείεται όμως ο ενδιάμεσος τρίτος να ενεργήσει ως «άλλο πρόσωπο που συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον αθλητή κτλ.» και να απαιτήσει ή να αποδεχτεί ο ίδιος το δώρο ή ωφέλημα για τον εαυτό του και να προτείνει άλλο ή μέρος μόνο του δώρου στον αθλητή, διαιτητή κτλ. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιάμεσος τρίτος είναι ταυτόχρονα φυσικός αυτουργός δωροληψίας ως προς αυτόν που κάνει την αρχική πρόταση ή προσφέρει το δώρο»[6].

Για τους ανωτέρω λόγους τα εγκλήματα του άρθρ. 132 ν. 2725/1999 είναι κοινά.

Το ζήτημα επομένως είναι αν τα Μέλη των Πειθαρχικών Επιτροπών της ΕΠΟ δύνανται να είναι αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρ. 132 παρ. 1-4 του ν. 2725/1999 όχι υφ’ οιεσδήποτε περιστάσεις, αλλά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δηλ. κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου των. Ερωτάται, επομένως, αν η άσκηση των καθηκόντων τους δύναται να περιλαμβάνει μορφές συμπεριφοράς οι οποίες λογικώς να μπορούν να πληρούν την αντικειμενική υπόσταση ενός εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στις παρ. 1-4 του άρθρ. 132 του ν. 2725/1999.

ΙΙΙ. Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των Μελών των Πειθαρχικών Επιτροπών της ΕΠΟ

Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των Μελών των Πειθαρχικών Επιτροπών της ΕΠΟ ρυθμίζονται στο άρθρο 8 του Ν. 2433/1996 και στο Κωδικοποιημένο Καταστατικό της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρ. 8 του ν. 2433/1996:

«Τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά όργανα της Ε.Π.Ο. και των Ενώσεων – μελών της είναι αρμόδια:

α) για την επιβολή ποινών οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του Κ.Α.Π. για παραπτώματα που διαπράττονται σε αγώνες των αντίστοιχων πρωταθλημάτων

β) για την εκδίκαση των παραβάσεων που αφορούν στην υπόσχεση, παροχή ή αποδοχή δολίων παροχών και στην επιβολή ποινών, οι οποίες σχετίζονται με τη διεξαγωγή των παραπάνω αγώνων και τα αποτελέσματά τους.

γ) για την εκδίκαση κάθε άλλης παράβασης και την επιβολή των αντίστοιχων ποινών, που ανατίθενται στα όργανα αυτό με κανονισμούς ή αποφάσεις του Δ.Σ. της Ε.Π.Ο….».

Σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου:

«Στην Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία συνίσταται δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο (επιτροπή εφέσεων), το οποίο είναι αρμόδιο:

α) για τη σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό κρίση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών οργάνων της Ε.Π.Ο., της Ε.Γ.Α.Ε. και των Ενώσεων, μετά την επικύρωσή τους από το Δ.Σ. των Ε.Π.Σ..

β) Για κάθε άλλο θέμα που ανατίθεται σ’ αυτό με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Π.Ο. ή προβλέπεται από κανονισμούς που εκδίδονται από αυτήν».

Στην δε παρ. 3. του άρθρου 8 του ν. 2433/1996 αναφέρεται:

«… γ) Τα δευτεροβάθμια όργανα υποχρεωτικώς συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς, όταν στο πρωτοβάθμιο όργανο μετέχει δικαστικός λειτουργός».

Περαιτέρω, το από 22.07.2011 Κωδικοποιημένο Καταστατικό της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας προβλέπει τα ακόλουθα:

Άρθρο 41 της υποενότητας Ε (ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΤΗΣ Ε.Π.Ο.):

“…Ε. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

  1. Η Πειθαρχική Επιτροπή είναι αρμόδια:

α) Για την επιβολή των ποινών οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των Κανονισμών της Ε.Π.Ο. για παραπτώματα που διαπράττονται κατά τους αγώνες του Πρωταθλήματος της Δ΄ Εθνικής Κατηγορίας, Κυπέλλου Ελλάδος, Ερασιτεχνών και μη Ερασιτεχνών Ποδοσφαιριστών, Μικτών Ομάδων και Πρωταθλήματος Γυναικείων Ομάδων, Πρωταθλήματος Ερασιτεχνών Ποδοσφαιριστών Σωματείων που ίδρυσαν Π.Α.Ε., καθώς και τους διεθνείς φιλικούς αγώνες.

β) Για την εκδίκαση των παραβάσεων που αφορούν την υπόσχεση, παροχή ή αποδοχή δολίων παροχών και την επιβολή ποινών οι οποίες σχετίζονται με την διεξαγωγή των παραπάνω αγώνων και τα αποτελέσματά τους.

γ) Για την εκδίκαση κάθε άλλης παράβασης και την επιβολή των αντίστοιχων ποινών που ανατίθενται στην Επιτροπή με Κανονισμούς ή αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Π.Ο.”.

– Άρθρο 41 της υποενότητας ΣΤ (ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΦΕΣΕΩΝ – ΟΡΓΑΝΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ):

“…1. Η Επιτροπή Εφέσεων, είναι αρμόδια για την σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό κρίση των αποφάσεων:

α) Της Πειθαρχικής Επιτροπής της Ε.Π.Ο.

β) Της Πειθαρχικής Επιτροπής της επαγγελματικής ένωσης.

γ) Των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών των Ενώσεων – Μελών της Ε.Π.Ο. μετά την επικύρωσή τους από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτών.

δ) Των αποφάσεων των Διοικητικών Συμβουλίων των Ενώσεων – Μελών της Ε.Π.Ο που έχουν σχέση με την εφαρμογή των Κανονισμών τη Ε.Π.Ο.

ε) Κάθε άλλου θέματος, που ανατίθεται σ’ αυτή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Π.Ο ή προβλέπεται από κανονισμούς που εκδίδονται από την Ε.Π.Ο.”.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι  αρμοδιότητες των μελών των Πειθαρχικών Επιτροπών της ΕΠΟ είναι η εκφορά κρίσεων, η εκδίκαση παραβάσεων, η επιβολή ποινών και, προκειμένου περί δευτεροβαθμίων οργάνων, η κρίση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών οργάνων της Ε.Π.Ο., της Ε.Γ.Α.Ε. και των Ενώσεων.

  1. IV. Η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων των παρ. 1-4 του άρθρ. 132 του ν. 2725/1999
  2. Η εγκληματική συμπεριφορά του εγκλήματος της παρ. 1 του άρθρ. 132 του ν. 2725/1999 όπως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4049/2012

Κατά την Αιτιολογική Έκθεση στο ά. 13 του ν. 4049/2012, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρ. 132 του ν. 2725/1999 πρόκειται για «ρύθμιση με τη οποία ανάγεται σε αυτοτελές έγκλημα αυτή καθεαυτή η με οποιονδήποτε τρόπο επιχειρούμενη προσυνεννόηση που επιχειρείται με σκοπό την αλλοίωση του αποτελέσματος ενός αγώνα αλλά και αυτής της μορφής ή της εξέλιξής του». Η Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4049/ 2012 εκφράζει ρητά και ανενδοιάστως τον σκοπό του συγκεκριμένου ιστορικού νομοθέτη να ποινικοποιήσει στην παρ. 1 του άρθρ. 132 ν. 2725/1999 πράξεις οι οποίες τελούνται μόνον σε σχέση με μέλλοντα να διεξαχθεί αγώνα, δηλ. σε σχέση με μελλοντικό γεγονός, αφού αναφέρει ότι αντικείμενο της ρύθμισης είναι «το φαινόµενο των προσυνεννοηµένων αγώνων». Εν όψει επομένως του δεδηλωμένου σκοπού του νομοθέτη ως προς το έγκλημα της παρ. 1 επιβάλλεται τελεολογική συστολή, δηλ. εφαρμογή του του νόμου μόνον εντός των ορίων του σκοπού αυτού.

Ειδικότερα η ως άνω Αιτιολογική Έκθεση προοιμιακώς αναφέρει:

«Το παρόν νοµοσχέδιο υλοποιεί σε τρία κεφάλαια τις δεσµεύσεις της κυβέρνησης για την αντιµετώπιση παθογενειών στο χώρο του αθλητισµού, και ειδικότερα τη βία στους αθλητικούς χώρους, το Ντόπινγκ και το φαινόµενο των προσυνεννοηµένων αγώνων, αλλά και γενικότερα της διαφάνειας στη διαχείριση του αθλητικού προϊόντος, ενώ στο τέταρτο κεφάλαιο περιλαµβάνει ρυθµίσεις για επιµέρους ζητήµατα αρµοδιότητας του Υπουργείου Πολιτισµού και Τουρισµού».

Υπό δε το άρθρ. 13 αναφέρει:

«Η εισαγωγή των προτεινόµενων ποινικών κυρώσεων κατατείνει στη συνολική και την κατά το δυνατό αποτελεσµατικότερη προστασία του εννόµου αγαθού της γνησιότητας του αποτελέσµατος των αθλητικών αγώνων και της εν γένει φερεγγυότητάς τους, αφού, όπως και οι πρόσφατες εξελίξεις στη χώρα µας απέδειξαν, µόνες οι υφιστάµενες διατάξεις του άρθρου 132 του ν. 2725/1999 αποδείχθηκαν ανεπαρκείς και απρόσφορες για την αποτροπή του φαινοµένου. Έτσι, περισσότερο από ποτέ σήµερα η προτεινόµενη ρύθµιση, µε την οποία ανάγεται σε αυτοτελές έγκληµα αυτή καθεαυτή η µε οποιονδήποτε τρόπο επιχειρούµενη προσυνεννόηση, που επιχειρείται µε σκοπό την αλλοίωση του αποτελέσµατος ενός αγώνα αλλά και αυτής της µορφής ή της εξέλιξής του, κρίνεται αναγκαία και απολύτως επιβεβληµένη. Περαιτέρω, εξίσου αναγκαίες προς αποτροπή του φαινοµένου κρίνονται στο πλαίσιο αυτό και οι λοιπές προτεινόµενες ρυθµίσεις, µε τις οποίες θεσπίζεται επί το αυστηρότερον η ποινική αντιµετώπιση των ήδη τυποποιηµένων αθλητικών αδικηµάτων της δωροδοκίας – δωροληψίας και ανάγεται σε κακούργηµα κάθε πράξη προσυνεννόησης, δωροδοκίας – δωροληψίας, εάν τελικώς επήλθε πράγµατι το αποτέλεσµα που επεδίωκε ο υπαίτιος».

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι βάσει του δεδηλωμένου σκοπού του ποινικού νομοθέτη, δηλ. βάσει τελεολογικής ερμηνείας όπως αυτή προκύπτει από τον ρητά εκφρασθέντα σκοπό του νομοθέτη, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παρ. 1 άρθρ. 132 του ν. 2725/ 1999 προϋποθέτει προσυνεννόηση, δηλ. σε κάθε περίπτωση πράξη τελεσθείσα προ του αγώνα ή τουλάχιστον κατά τη διάρκεια αυτού και δεν περιλαμβάνει κάθε πράξη με τη οποία προκαλείται προσδιορισμός του αποτελέσματος του αγώνα κατ’ άλλο τρόπο, όπως με απόφαση πειθαρχικής δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια βάσει του σκοπού του νόμου τα μέλη των πειθαρχικών επιτροπών της ΕΠΟ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους δεν είναι λογικώς δυνατόν να τελούν ως αυτουργοί πράξη προσυνεννόησης, καθόσον οι αρμοδιότητες αυτών, όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήτοι η εκφορά κρίσεων, η εκδίκαση παραβάσεων, η επιβολή ποινών και, προκειμένου περί δευτεροβαθμίων οργάνων, η κρίση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών οργάνων λαμβάνουν χώρα κατά λογική αναγκαιότητα μετά την διεξαγωγή του αγώνα, η δε εκφορά κρίσης για παρελθόν γεγονός δεν υπάγεται λογικώς στο γλωσσικό νόημα της «προσυνεννόησης».

  1. Το γλωσσικό νόημα της διάταξης της παρ. 1 άρθρ. 132 ν. 2725/1999

Την εγκληματική συμπεριφορά στο έγκλημα της παρ. 1 πληροί όποιος «Παρεμβαίνει με αθέμιτες ενέργειες» Κεντρική σημασία έχει επομένως η έννοια του όρου «παρεμβαίνει». Το γλωσσικό νόημα του εν λόγω όρου είναι: «εμβαίνω πλαγίως, παρεισέρχομαι, εισέρχομαι μεταξύ δυο ή πλειόνων πραγμάτων, εμβαίνω εις το μέσον, επεμβαίνω, μεσολαβώ μεταξύ δυο ή πλειόνων εξ αυτών, υπεισέρχομαι εις τας υποθέσεις ασχολίας»[7]. ‘Ετσι η λέξη «παρεμβαίνω» ερμηνεύεται ως: «μπαίνω στη μέση, παρεμβάλλομαι, μεσολαβώ συμμετέχοντας ενεργά σε μια διαδικασία με στόχο να αλλάξω, να αποκαταστήσω, να συμβιβάσω μια κατάσταση, κάποιες σχέσεις, παρεντίθεμαι επεμβαίνω, μεσολαβώ μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων».

Ήδη επομένως από το γλωσσικό νόημα της λέξης συνάγεται ότι η εγκληματική συμπεριφορά της παρ. 1 προϋποθέτει μία διαδικασία μελλοντική ή σε εξέλιξη, στην οποία ο υπό κρίση δράστης παρεμβάλλεται και δη με σκόπιμη δράση, δηλ, με σκοπό να επηρεάσει τη διαδικασία αυτή. Επομένως «παρεμβολή» χωρίς διαδικασία μέλλουσα ή σε εξέλιξη διεξαγόμενη μεταξύ τρίτων δεν νοείται.

Περαιτέρω «επηρεάζω» στην μεταγενέστερη σημασία της λέξης σημαίνει: «προσβάλλω, ασκώ επίδραση επί τινος, επιδρώ, επενεργώ, και μάλιστα βλαπικώς, ασκώ επίδρασιν επί την βούλησιν, το συναίσθημα, την ψυχήν καθόλου»[8]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι βάσει γλωσσικής ερμηνείας, δηλ. βάσει του γράμματος του νόμου, τα μέλη των πειθαρχικών επιτροπών της ΕΠΟ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους δεν είναι λογικώς δυνατόν να τελούν ως αυτουργοί πράξη παρέμβασης και επηρεασμού, καθόσον οι αρμοδιότητες αυτών, όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήτοι η εκφορά κρίσεων, η εκδίκαση παραβάσεων, η επιβολή ποινών και, προκειμένου περί δευτεροβαθμίων οργάνων, η κρίση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών οργάνων λαμβάνουν χώρα κατά λογική αναγκαιότητα μετά την διεξαγωγή του αγώνα, η δε εκφορά δικανικής κρίσης δεν υπάγεται στο γλωσσικό νόημα του επηρεασμού βουλήσεως άλλου ούτε της παρέμβασης σε εν εξελίξει ή μέλλουσα διαδικασία.

Κατά συνέπεια η τυχόν εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων επί δικαιοδοτικής κρίσεως συνιστά υπέρβαση του γλωσσικού νοήματος των ανωτέρω κανόνων. Πλην όμως, στο ποινικό δίκαιο, απώτατο όριο της ερμηνείας είναι το δυνατό γλωσσικό νόημα του κανόνα, δηλ. το γράμμα του νόμου. Υπέρβαση του γλωσσικού νοήματος στο ποινικό δίκαιο δεν επιτρέπεται. Τέτοια δε περίπτωση απαγορευμένης διάσπασης του απώτατου δυνατού γλωσσικού νοήματος, συνιστά κατ’ εξοχήν η επιβολή ποινής κατ’ αναλογία. Είναι δε απαραβίαστη η αρχή που ισχύει στο ποινικό δίκαιο, ότι η πλήρωση των νομικών κενών με αναλογία και επομένως η διάσπαση του γλωσσικού νοήματος του κανόνα απαγορεύεται, εφόσον επιχειρείται σε βάρος του κατηγορουμένου (in malam partem), δηλ. είτε προς θεμελίωση, είτε προς επαύξηση του αξιοποίνου. Η απαγόρευση αυτή, που αποσκοπεί στην προστασία του πολίτη από την κρατική/δικαστική αυθαιρεσία, θεμελιώνεται ευθέως στη διάκριση των λειτουργιών: μόνον το νομιμοποιημένο από τη λαϊκή βούληση Κοινοβούλιο και όχι ο δικαστής επιτρέπεται να θεσπίζει ποινικούς κανόνες. Η δε απαγορευμένη αναλογία in malam partem απαγορεύεται τόσο βάσει του άρθρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και βάσει του άρθρ. 1 ΠΚ.

  1. V. H υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων των παρ. 1-3 άρθρ. 132. Τα εγκλήματα των παρ. 1-3 άρθρ. 132 ως εγκλήματα σκοπού

Ακόμη, τα εγκλήματα των παρ. 1-3 άρθρ. 132 ν. 2725/1999 είναι διατυπωμένα ως εγκλήματα σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικότερα, η διατύπωση των σχετικών διατάξεων έχει ως εξής:

«1. Όποιος παρεμβαίνει … με σκοπό να επηρεάσει την εξέλιξη, τη μορφή ή το αποτέλεσμα αγών….

  1. Όποιος, για τον ίδιο σκοπό, απαιτεί ή δέχεται δώρα ή άλλα ωφελήματα …
  2. … και όποιος για τον ίδιο σκοπό … προσφέρει, δίνει ή υπόσχεται …».

«4. Εάν από την αξιόποινη πράξη των προηγούμενων παραγράφων 1 έως 3 επιτεύχθηκε ο σκοπός που επιδίωκε ο δράστης …».

Στα εγκλήματα σκοπού για τη στοιχειοθέτηση της ειδικής υπόστασης δηλ. για την ύπαρξη κατ’ αρχήν άδικης πράξης, απαιτείται, πέρα από την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης που επικαλύπτεται από το δόλο, να επιδιώκει ο δράστης και κάποιο περαιτέρω αποτέλεσμα. Έτσι αρκεί η συνδρομή του σκοπού, στον οποίο δεν αντιστοιχεί κάποιο αντικειμενικό στοιχείο, χωρίς όμως να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. Το έγκλημα δηλ. είναι τετελεσμένο και χωρίς την επέλευση του σκοπούμενου αποτελέσματος.[9]. Στα εγκλήματα σκοπού το σκοπούμενο αποτέλεσμα είναι κατά λογική αναγκαιότητα γεγονός μελλοντικό. Ο σκοπός δηλ. της επίτευξης συγκεκριμένου αποτελέσματος κείται εκτός της αντικειμενικής υπόστασης και αν πραγματωθεί πραγματώνεται μετά από αυτήν, δηλ. η πραγμάτωση του σκοπού είναι μελλοντικό γεγονός ως προς την αντικειμενική υπόσταση.

Κατά συνέπεια βάσει του επιδιωκόμενου σκοπού που απαιτεί ο νόμος να συ τρέχει στο πρόσωπο του δράστη ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου , τα μέλη των πειθαρχικών επιτροπών της ΕΠΟ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους δεν είναι λογικώς δυνατόν να τελούν ως αυτουργοί πράξη παρέμβασης και επηρεασμού, καθόσον οι αρμοδιότητες αυτών, όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήτοι η εκφορά κρίσεων, η εκδίκαση παραβάσεων, η επιβολή ποινών και, προκειμένου περί δευτεροβαθμίων οργάνων, η κρίση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών οργάνων λαμβάνουν χώρα κατά λογική αναγκαιότητα μετά την διεξαγωγή του αγώνα και δεν είναι λογικώς δυνατό να συνδέονται με μελλοντικό γεγονός, αφού αντικείμενο αυτών είναι γεγονός του παρελθόντος.

  1. VI. Συμπέρασμα

Από τα ανωτέρω και ειδικότερα από το σκοπό του νομοθέτη (τελεολογική ερμηνεία), το γράμμα αυτού (γραμματική ερμηνεία) και το απαιτούμενο στο νόμο υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (σκοπός επηρεασμού) προκύπτει ότι τα Μέλη των Πειθαρχικών Επιτροπών της ΕΠΟ δεν δύνανται να είναι αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρου 132 παρ. 1-4 του ν. 2725/1999 για πράξη ή γνώμη τελεσθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Τυχόν εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων επί δικαιοδοτικής κρίσεως συνιστά απαγορευμένη αναλογία in malam partem και παραβιάζει το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 ΠΚ.

* Καθηγητής Ποινικού Δικαίου, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών

  1. «1. Όποιος παρεμβαίνει με αθέμιτες ενέργειες, με σκοπό να επηρεάσει την εξέλιξη, τη μορφή ή το αποτέλεσμα αγώνα οποιουδήποτε ομαδικού ή ατομικού αθλήματος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
  2. Όποιος, για τον ίδιο σκοπό, απαιτεί ή δέχεται δώρα ή άλλα ωφελήματα ή οποιαδήποτε άλλη παροχή ή υπόσχεση αυτών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από διακόσιες χιλιάδες (200.000) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.
  3. Με την ίδια ποινή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου τιμωρείται και όποιος για τον ίδιο σκοπό κατά την παράγραφο αυτή προσφέρει, δίνει ή υπόσχεται σε αθλητή, προπονητή, διαιτητή ή διοικητικό παράγοντα ή άλλο πρόσωπο που συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον αθλητή, τον διαιτητή, το σωματείο, την Α.Α.Ε. ή το Τ.Α.Α., δώρα, ωφελήματα ή άλλες οποιεσδήποτε παροχές.
  4. Εάν από την αξιόποινη πράξη των προηγούμενων παραγράφων 1 έως 3 επιτεύχθηκε ο σκοπός που επιδίωκε ο δράστης ή αν ο αγώνας το αποτέλεσμα του οποίου αλλοιώνεται περιλαμβάνεται σε στοιχηματικές διοργανώσεις του εσωτερικού ή εξωτερικού, τότε ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών.
  5. Αν κάποιος από τους υπαίτιους των πράξεων των παραγράφων 1 έως 4 καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλει ουσιωδώς στην τιμωρία τους, απαλλάσσεται από την ποινή για τις πράξεις αυτές. Αν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με αιτιολογημένη διάταξή του απέχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης κατά του προσώπου αυτού, αν, δε, το πρόσωπο αυτό έχει ήδη τελέσει κάποιο από τα διωκόμενα εγκλήματα των παραγράφων 1 ως 4, το δικαστήριο επιβάλλει σε αυτόν ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δικαστήριο, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις και ιδίως την έκταση της συμμετοχής του υπαίτιου στην εγκληματική πράξη και το βαθμό της συμβολής του στην αποκάλυψη ή τιμωρία της, μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για τρία έως δέκα έτη, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρων 99 έως 104 του Ποινικού Κώδικα.
  6. Για τις αξιόποινες πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, η έρευνα και οι διενεργούμενες ανακριτικές πράξεις μπορούν να συμπεριλαμβάνουν και όλες τις ενέργειες του άρθρου 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπό τις αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις. Κατά την ποινική διαδικασία για τα εγκλήματα αυτά μπορεί να λαμβάνονται μέτρα προστασίας μαρτύρων σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2928/2001.
  7. Εκτός από τις παραπάνω ποινές, στα πρόσωπα που υποπίπτουν στα αδικήματα των παραγράφων 1 έως 4 επιβάλλεται και πειθαρχική ποινή για παράβαση του φιλάθλου πνεύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 130, ύστερα από παραπομπή της οικείας ομοσπονδίας στην Επιτροπή Φιλάθλου Πνεύματος».
  8. Langer, Das Sonderverbrechen, Berlin 1972, Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τ. Ι 2007, σ. 143.
  9. Πετρόπουλος, Η δωροδοκία στον αθλητικό τομέα, σε: ΄Ενωση Ελλήνων Ποινικολόγων, Η ποινική διαχείριση της δωροδοκίας, 2013. Ομοίως Μαυρομάτης, Αθλητικά Εγκλήματα – Κατ’ άρθρο ερμηνεία των ποινικών διατάξεων του Ν. 2725/1999 όπως ισχύει σήμερα μετά και το Ν. 3472/2006, εκδ. Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2006 Σ. 365: «υποκείμενο του εγκλήματος της δωροληψίας φαίνεται από τη διατύπωση της διάταξης («όποιος») ότι μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Όμως λόγω της φύσης του εγκλήματος η δυνατότητα τέλεσής του περιορίζεται λογικά στους αθλητές, τους διαιτητές ενός αγώνα, τους παράγοντες και σε κάποια άλλα πρόσωπα που συνδέονται με τα παραπάνω. Έτσι το έγκλημα αυτό, ενώ από τη νομοτυπική του μορφή εμφανίζεται ως κοινό, στην πραγματικότητα είναι γνήσιο ιδιαίτερο, αφού μόνο κάποιος που ανήκει σε μία από τις παραπάνω ομάδες μπορεί να αλλοιώσει το αποτέλεσμα ενός αγώνα. ‘Ετσι και Χαραλαμπάκης, Τα οικονομικά εγκλήματα στο χώρο του αθλητισμού, σε: Δικαιοσύνη και αθλητισμός, Πρακτικά Β΄ Νομικού Συνεδρίου Συλλ. Αποφ. Κ.Α., 1997, σ. 49.
  10. Βλ. σχετικά Μυλωνόπουλου , Ποινικό Δίκαιο, ΓενΜ ΙΙ, 2008, σ. 188.
  11. Μαυρομάτης, οπ. παρ. 368, Πετρόπουλος, οπ. παρ.
  12. Μαυρομάτης, οπ. παρ. σ. 375.
  13. Δημητράκου, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τ. 7ος σ. 5532.
  14. Βλ. Δημητράκου, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, λήμμα «επηρεάζω».
  15. Βλ. Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, ΓενΜ Ι, 217, 239, πρβλ. Binding, Lehrbuch BT I σ. 12, JescheckWeigend Lehrbuch des Strafrechts, 5. Aufl. 30 IΙ. 1, Ανδρουλάκη, ΠοινΔικ ΓενΜ Ι, 261, του ίδιου, ΜΝΗΜΗ Ι, 1986, τ. Α΄ σ. 1 επ..