Ειδικά ζητήματα αναστολής εκτέλεσης ποινής μέσα από τη νομολογία

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ

Ειδικά ζητήματα αναστολής εκτέλεσης ποινής μέσα από τη νομολογία

Γεωργιος Δανιηλ*

Α) Εισαγωγή

Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής αποτελεί έναν πολύ σημαντικό θεσμό του ποινικού δικαίου. Η αρχική σκοπιμότητα της εισαγωγής του σχετιζόταν με την προσπάθεια αποτροπής της εγκληματογόνου μόλυνσης των πρωτόπειρων εγκληματιών, όταν αυτοί καταδικάζονται σε βραχυχρόνιες στερητικές της ελευθερίας ποινές, με τον εγκλεισμό τους στη φυλακή και το συγχρωτισμό τους με άλλους εγκληματίες[1].

Στην πορεία όμως η αναστολή της ποινής αποτέλεσε εργαλείο όχι μόνον ειδικής πρόληψης[2] αλλά και αντεγκληματικής πολιτικής[3].

Ακολούθως θα παρουσιασθούν ορισμένα ζητήματα που απασχόλησαν τη νομολογία σχετικά με το θεσμό της αναστολής εκτέλεσης της ποινής.

Β) Ποια ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων;

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε τη νομολογία αποτελεί το αν επί συρρεόντων εγκλημάτων ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται η συνολική ή αν λαμβάνεται υπόψη η ποινή βάσης.

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στη νομολογία, στην παραπάνω περίπτωση ως ποινή της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση νοείται η συνολική, διότι η ποινή αυτή είναι που επιβάλλεται τελικά και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις[4].

Αντίθετα οι προσμετρούμενες ποινές, κατά την ίδια άποψη, παρά τη διατήρηση της αυτοτέλειάς τους, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, αλλά συνεκτελούνται μέσω της συνολικής ποινής[5].

Εντούτοις υπάρχουν και αντίθετες αποφάσεις στη νομολογία[6], που θέτουν ως βάση για τη χορήγηση της αναστολής το ύψος των επιμέρους ποινών, κρίνοντας ότι η εξουσία του δικαστηρίου που καθορίζει τη συνολική ποινή, η οποία πρέπει να εκτιθεί εξαντλείται στον καθορισμό της συνολικής αυτής ποινής με την προσμέτρηση των περισσότερων επιμέρους ποινών και δεν προβλέπεται από το νόμο εξουσία του δικαστηρίου αυτού για αναστολή της (μετά τον καθορισμό) συνολικής ποινής.

Την κρατούσα άποψη στη νομολογία ακολουθεί κατά πλειοψηφία και η θεωρία, με την αιτιολογία ότι η συνολική ποινή είναι αυθύπαρκτη και επιβάλλεται ως μία ποινή[7].

Μάλιστα υποστηρίζεται ότι ο σχηματισμός μιας μεγάλου ύψους συνολικής ποινής στερεί από την περίπτωση του συγκεκριμένου κατηγορουμένου την ειδικοπροληπτική αναγκαιότητα, που είναι συναφής με έναν θεσμό επιείκειας, όπως αυτός της αναστολής εκτελέσεως της ποινής[8].

Εντούτοις, σε σχέση το ζήτημα της επί συρρεόντων εγκλημάτων χορήγησης της αναστολής εκτέλεσης με βάση τη συνολική ποινή, επιφυλάξεις εκφράζονται στη θεωρία για τις περιπτώσεις, στις οποίες παρατηρείται παραβίαση των κανόνων της συρροής για λόγους δικαιοπολιτικής σκοπιμότητας[9].

Χαρακτηριστική περίπτωση της παραπάνω κατηγορίας αποτελεί η μεταφορά λαθρομεταναστών, για την οποία επιβάλλεται ποινή ανά μεταφερόμενο πρόσωπο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 37 Ν.3153/2003. Δηλαδή εφαρμόζονται οι κανόνες της πραγματικής συρροής, παρά το γεγονός ότι, όπως επισημαίνεται με έμφαση στη θεωρία, πρόκειται για κλασσική περίπτωση κατ’ιδέαν συρροής[10].

Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπως η προηγούμενη, η εφαρμογή των κανόνων της πραγματικής συρροής μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό τεράστιων συνολικών ποινών, αν και ο βαθμός αδίκου των επιμέρους συμπεριφορών δεν κρίνεται μεγάλος, οπότε η στέρηση της δυνατότητας χορηγήσεως αναστολής, λόγω του ότι βάση του υπολογισμού αποτελεί η συνολική ποινή, οδηγεί σε άδικα αποτελέσματα[11].

Τέλος στη θεωρία[12] έχει επικριθεί η διαφοροποίηση της αναστολής από τη μετατροπή, όπου, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα περίπτωση αναστολής επί συρρεόντων εγκλημάτων, η ενότητα της συνολικής ποινής διασπάται και με ρητή διάταξη νόμου[13] προβλέπεται ότι ως κριτήριο για τη δυνατότητα μετατροπής δεν τίθεται η συνολική ποινή, αλλά η ποινή βάσης[14].

Από την άλλη πλευρά όμως, τμήμα της θεωρίας[15] θεωρεί δικαιολογημένη την προαναφερθείσα διαφοροποίηση από το γεγονός ότι στη μετατροπή, αντίθετα από την αναστολή, ο καταδικασθείς υφίσταται τις οδυνηρές συνέπειες έκτισης της ποινής, έστω και με τον εναλλακτικό τρόπο της καταβολής χρηματικού ποσού, το οποίο σε περίπτωση συνολικής ποινής υπάρχει ενδεχόμενο να μην είναι ευκαταφρόνητο.

Γ) Συνέπειες της αναστολής ως προς την εκτέλεση των παρεπόμενων ποινών

Περαιτέρω ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διερεύνηση των συνεπειών της αναστολής ως προς την εκτέλεση των παρεπόμενων ποινών.

Ειδικότερα από τη διατύπωση του νόμου στο άρθρο 104 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ερμηνευτικό ζήτημα σχετικά με το αν αφορά όλες τις παρεπόμενες ποινές ή αν περιορίζεται μόνο στην αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

Στη νομολογία κρατούσα είναι η τελευταία άποψη[16]. Ειδικότερα η ΟλΑΠ 1/2003[17] κρίνοντας τη δυνατότητα επέκτασης της αναστολής της κύριας ποινής και στην κατά τα άρθρα 76 ΠΚ δήμευση του μεταφορικού μέσου που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά αλλοδαπών, δέχθηκε ότι από τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή μόνον οι στερήσεις και ανικανότητες προς διατήρηση ή απόκτηση αξιωμάτων και δημοσίων θέσεων, που προβλέπονται ως περιεχόμενο των, υπό τον συμπίπτοντα τίτλο «παρεπόμενες ποινές», διατάξεων του τμήματος ΙΙ του τέταρτου κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα, όχι δε και οι συνέπειες που προβλέπονται στο τμήμα ΙΙΙ του ίδιου κεφαλαίου του ΠΚ, με το διάφορο τίτλο «μέτρα ασφαλείας», στις οποίες εντάσσεται και η δήμευση.

Μάλιστα, κατά την ως άνω απόφαση, η παραπάνω παραδοχή συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου ΠΚ, αλλά και από τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 104 παρ.2 ΠΚ εξαίρεση, που αναφέρεται σε στερήσεις ή ανικανότητες σε βάρος δημοσίων υπαλλήλων, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΠΚ, το οποίο προβλέπει πρόσκαιρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 61 ΠΚ[18].

Με βάση λοιπόν τις προαναφερθείσες σκέψεις ΟλΑΠ 1/2003 έκρινε ότι η αναστολή εκτέλεσης της κύριας ποινής δεν έχει ως συνέπεια και την αναστολή εκτέλεσης της παρεπόμενης ποινής της δήμευσης μεταφορικού μέσου, το οποίο στην υπό κρίση περίπτωση χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά αλλοδαπών.

Η θέση αυτή της νομολογίας αντιμετώπισε την έντονη κριτική της θεωρίας[19], σύμφωνα με την οποία η αποδοχή της άποψης ότι η αναστολή εκτέλεσης της κύριας ποινής δεν έχει ως συνέπεια και την αναστολή εκτέλεσης όλων των παρεπόμενων ποινών αποτελεί contra legem ερμηνεία εις βάρος του κατηγορουμένου. Δηλαδή η παραπάνω άποψη στη θεωρία υποστηρίζει ότι με βάση τον κανόνα του άρθρου 104 παρ.2 ΠΚ, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι μαζί με την κύρια ποινή συναναστέλλονται όλες οι παρεπόμενες ποινές, στο μέτρο που με αυτές περιορίζονται δικαιώματα ή προκαλούνται ανικανότητες[20].

Ειδικότερα υποστηρίζεται ότι αν ο νομοθέτης ήθελε να αναστέλλεται μόνο η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, θα αναφερόταν ρητά στον όρο αυτό, τον οποίο άλλωστε χρησιμοποιεί στα άρθρα 59 επ. ΠΚ περισσότερες από μία φορές, ενώ στο άρθρο 104 παρ.2 ΠΚ ο νομοθέτης δεν κάνει λόγο για «πολιτικά δικαιώματα», αλλά για παρεπόμενες της ποινής «στερήσεις δικαιωμάτων και ανικανότητες»[21].

Επομένως, σύμφωνα με τα επιχειρήματα της άποψης αυτής[22], όπως προκύπτει από το γράμμα του νόμου, τα δικαιώματα δεν χρειάζεται να είναι οπωσδήποτε πολιτικά, αλλά στην έννοια αυτή μπορεί να υπαχθεί οποιοδήποτε δικαίωμα , όπως π.χ. το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, στέρηση του οποίου αποτελεί η δήμευση ως παρεπόμενη ποινή, που απασχόλησε την ΟλΑΠ, αλλά και το δικαίωμα στην ελευθερία άσκησης ορισμένου επαγγέλματος ή στην τιμή κλπ.

Επιπρόσθετα προβάλλεται και το επιχείρημα ότι στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η λογικοσυστηματική προσέγγιση του νόμου, καθώς όταν ο δράστης ενός εγκλήματος στον οποίο επιβλήθηκε αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επιτρέπεται, εξαιτίας της αναστολής που του χορηγήθηκε, να ψηφίζει, να λειτουργεί ως δημόσιος υπάλληλος ή στρατιωτικός, ακόμη και να είναι υποψήφιος βουλευτής, δεν δικαιολογείται η άμεση εκτέλεση της δήμευσης που επιβλήθηκε στο αυτοκίνητο το οποίο χρησιμοποίησε για την τέλεση του εγκλήματός του και το οποίο μπορεί να αποτελεί το μόνο μέσο βιοπορισμού του[23].

Τέλος, όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία, στην πρόβλεψη της παρ.2 του άρθρου 104 ΠΚ δεν εντάσσονται οι παρεπόμενες ποινές που προβλέπονται από τους ειδικούς ποινικούς νόμους[24].

Αντίθετα προς την παραπάνω θέση της νομολογίας, στη θεωρία υποστηρίζεται ότι είναι συνεπέστερο με τη φύση και το πνεύμα του θεσμού της αναστολής να συναναστέλλονται μαζί με την κύρια ποινή και όλες γενικά οι παρεπόμενες ποινές είτε προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα είτε σε ειδικούς ποινικούς νόμους, στο πλαίσιο της ευκαιρίας που δίνεται στον καταδικασθέντα να ζήσει ως νομοταγής πολίτης, με μόνο ειδικοπροληπτικό μέσο την απειλή της μελλοντικής εκτέλεσης της ποινής και των επακολουθημάτων αυτής[25].

Δ) Ποιο είναι το ακριβές νόημα της φράσης «η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί», η οποία περιλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 102 παρ.2 ΠΚ;

Σε τμήμα της πρόσφατης αρεοπαγιτικής νομολογίας[26] έχει γίνει δεκτό ότι για να χορηγηθεί νέα αναστολή για ποινή που επιβλήθηκε με μεταγενέστερη καταδίκη, θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η προηγούμενη καταδίκη, ακόμη και αν έχει ανασταλεί και παρήλθε ο χρόνος δοκιμασίας.

Κατά την ως άνω άποψη στην παραδοχή αυτή συνηγορεί η γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 102 παρ.2 ΠΚ που ορίζει ότι «αν η αναστολή δεν αρθεί σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 102 ΠΚ ή δεν ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101 ΠΚ, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί»[27].

Ειδικότερα, πάντα κατά την ίδια άποψη, από την ως άνω ερμηνεία προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη συνέπεια της παρόδου του διαστήματος της αναστολής αφορά τη μη επιβολή ποινής, η οποία θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί, όχι όμως και την ανυπαρξία καταδίκης, την οποία εκμηδενίζει μόνο η παροχή αμνηστίας[28].

Ως ενισχυτικό επιχείρημα η παραπάνω άποψη προβάλλει και το άρθρο 104 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ρητά ότι η αναστολή της ποινής δεν απαλλάσσει τον καταδικασμένο από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων, την αστική αποζημίωση και τη χρηματική ικανοποίηση, προβλέποντας και στην περίπτωση μη άρσης ή μη ανάκλησης της αναστολής, την ισχύ της καταδικαστικής απόφασης ως τίτλου για την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και την καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης και της αστικής αποζημίωσης[29].

Με βάση τα παραπάνω επιχειρήματα η άποψη αυτή δέχεται ότι η καταδίκη εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την πάροδο του χρόνου της αναστολής και συνεπώς για να χορηγηθεί νέα αναστολή για ποινή που επιβλήθηκε με μεταγενέστερη καταδίκη, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η προηγούμενη καταδίκη, έστω και ανασταλείσα[30].

Πράγματι για το ακριβές νόημα της φράσης «η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί», η οποία περιλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 102 παρ.2 ΠΚ διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις.

Ειδικότερα σύμφωνα με παλαιότερη άποψη στη θεωρία με την ως άνω φράση ο νομοθέτης δηλώνει ότι εξαφανίζεται όχι απλώς η ποινή αλλά και η καταδικαστική απόφαση που την επέβαλε[31].

Εντούτοις η νεότερη άποψη[32], η οποία φαίνεται και ορθότερη, δέχεται ότι η ολοκλήρωση του χρόνου της δοκιμασίας χωρίς η αναστολή να αρθεί ή να ανακληθεί έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση της ποινής, όχι όμως και της καταδικαστικής απόφασης.

Επιχειρήματα υπέρ της τελευταίας άποψης είναι το γράμμα του νόμου που αναφέρεται σε μη επιβολή ποινής και όχι σε ανυπαρξία καταδίκης[33], αλλά και το άρθρο 104 παρ.1 ΠΚ, καθώς, όπως δέχθηκε και η υπό σχολιασμό δικαστική απόφαση, η υποχρέωση πληρωμής των δικαστικών εξόδων, της αστικής αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης, δεν θα ήταν νοητή, αν η αναστολή εκτέλεσης της ποινής είχε ως συνέπεια την εξαφάνιση της απόφασης[34].

Μεταξύ των συνεπειών όμως της αποδοχής της τελευταίας αυτής άποψης, την οποία ακολουθεί και η προαναφερθείσα αρεοπαγιτική απόφαση, αποτελεί και το ότι η ποινή που έχει εξαφανιστεί δεν μπορεί να αποτελέσει τυπικό κώλυμα για τη χορήγηση νέας αναστολής[35].

Συνεπώς η προαναφερθείσα αρεοπαγιτική απόφαση, αν και ακολούθησε την τελευταία άποψη σχετικά με το νόημα του άρθρου 102 παρ.2 ΠΚ, εσφαλμένα κατά την άποψή μας δέχθηκε ότι ακόμη και μετά την πάροδο του χρόνου της αναστολής η ποινή αυτή συνυπολογίζεται προκειμένου να διερευνηθεί, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση νέας αναστολής για ποινή που επιβλήθηκε με μεταγενέστερη καταδίκη.

Ε) Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου και μετάθεση της αφετηρίας του χρόνου δοκιμασίας

Επιπλέον σημαντικό ζήτημα αφορά το αν αποτελεί χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η μετάθεση της αφετηρίας του χρόνου δοκιμασίας στο χρόνο έκδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που μείωσε την κύρια ποινή εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με τις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει ο χρόνος δοκιμασίας, καθώς αυτό δεν προσδιορίζεται ρητά στο νόμο, με αποτέλεσμα να υπάρχει διχογνωμία στη θεωρία και στη νομολογία.

  Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί σε μια σχετική άποψη που έχει γίνει δεκτή από τμήμα της νομολογίας, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος δοκιμασίας αρχίζει μεν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, όταν όμως η απόφαση αυτή έχει προσβληθεί με έφεση και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μειώνει την κύρια ποινή εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, χρόνος έκδοσης της απόφασης είναι πλέον ο χρόνος έκδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος και αποτελεί την τελική αφετηρία του χρόνου δοκιμασίας[36].

Μάλιστα σχετικές αρεοπαγιτικές αποφάσεις[37] απέρριψαν τον περί υπερβάσεως εξουσίας λόγο αναιρέσεως που στηρίχθηκε στη χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, με την αιτιολογία ότι δεν συνιστά δυσμενέστερη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μεταχείριση του κατηγορουμένου ακόμη και η επιβολή αναστολής εκτελέσεως της ίδιας ποινής με τον ίδιο χρόνο αναστολής, όπως και πρωτοδίκως, και με έναρξη της αναστολής την επιβολή της ποινής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού μετά από την αποδοχή της εφέσεως εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και η επιβληθείσα με αυτήν ποινή.

Εντούτοις η άποψη αυτή έχει δεχθεί την κριτική της θεωρίας[38], η οποία υποστηρίζει ότι η θέση αυτή της νομολογίας, εάν γινόταν δεκτή, θα αποτελούσε χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον θα μετέθετε χρονικά την αφετηρία του χρόνου δοκιμασίας.

Επιπρόσθετα προς αντίκρουση της παραπάνω άποψης τμήματος της νομολογίας προβάλλονται τα ακόλουθα πειστικά επιχειρήματα από τη θεωρία:

Ο παραπάνω τρόπος προσδιορισμός του χρόνου δοκιμασίας δεν βρίσκεται σε συμφωνία με το σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στη διερεύνηση αν ο πρωτόπειρος εγκληματίας, μένοντας εκτός φυλακής, σε καθεστώς ελευθερίας, θα σέβεται πλέον τα έννομα αγαθά απέχοντας από οποιαδήποτε εγκληματική πράξη[39].

Όμως, όπως υποστηρίζεται από τη θεωρία[40], ο παραπάνω έλεγχος γίνεται ήδη από την ημέρα που ο δράστης, παρά το γεγονός ότι καταδικάστηκε σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή, συνεχίζει να διάγει εν ελευθερία λόγω της αναστολής που του χορηγήθηκε, δηλαδή ήδη από την πρώτη χρονική στιγμή που αφήνεται ελεύθερος, η οποία συμπίπτει με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης.

Επομένως, όπως επισημαίνεται στη θεωρία, η προαναφερθείσα άποψη της νομολογίας παραβλέπει το πραγματικό γεγονός ότι από την πρωτοβάθμια μέχρι τη δευτεροβάθμια απόφαση διέτρεξε αρκετός χρόνος διαβίωσης του καταδικασθέντος σε καθεστώς ελευθερίας, ο οποίος όμως με τον τρόπο αυτό προσδιορισμού, δεν του προσμετράται ως χρόνος δοκιμασίας[41].

ΣΤ) Δυνατότητα ή μη προσβολής με αναίρεση της απόφασης, με την οποία ανακαλείται η χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του έχει επιβληθεί και στη συνέχεια λαμβάνει χώρα μετατροπή της τελευταίας

Τέλος ένα ακόμη ζήτημα σχετικό με την αναστολή που απασχόλησε τη νομολογία, αφορά τη δυνατότητα ή μη προσβολής με αναίρεση της απόφασης, με την οποία ανακαλείται η χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του έχει επιβληθεί και στη συνέχεια λαμβάνει χώρα μετατροπή της τελευταίας.

Αναλυτικότερα κρατούσα στη νομολογία θέση[42] είναι η άρνηση της δυνατότητας προσβολής της απόφασης αυτής με αναίρεση, με το επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που περιγράφονται στη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 εδ. α΄ ΚΠΔ ως δυνάμενες να προσβληθούν με αναίρεση.

Τη θέση αυτή της νομολογίας ακολουθεί και τμήμα της θεωρίας, το οποίο υποστηρίζει επιπλέον ότι η σύνδεση της απόφασης μετατροπής, που επέρχεται με την ίδια απόφαση, η οποία διατάσσει την ανάκληση της αναστολής, με την αρχική-τελειωτική επί της κατηγορίας, δεν αρκεί για να τους προσδώσει ενιαίο χαρακτήρα[43].

Αντίθετα τμήμα της νομολογίας[44] δέχεται ότι η παραπάνω απόφαση μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση, διότι είναι «τελειωτική επί της κατηγορίας» σύμφωνα με το πνεύμα του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠοινΔ, εφόσον το δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφανθεί για τη μετατροπή σε προγενέστερο στάδιο λόγω ακριβώς της αναστολής.

Στη θεωρία έχει εκφρασθεί και η άποψη που προσπαθεί να συγκεράσει τις αντίθετες απόψεις που έχουν διατυπωθεί στη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η δυνατότητα προσβολής με αναίρεση ισχύει μόνον εφόσον πράγματι η μετατροπή της ποινής λαμβάνει χώρα με την ίδια απόφαση με την οποία διατάσσεται η ανάκληση της αναστολής, διότι η μετατροπή αποτελεί ουσιαστική διαδικασία επιμέτρησης και η σύμφωνη με το νόμο υλοποίησή της θα πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά[45].

Ζ) Επίλογος

Ο θεσμός της αναστολής εκτέλεσης της ποινής έχει τη δυνατότητα να εξισορροπήσει τον κίνδυνο καταστροφής της ζωής και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, που καταδικάστηκε ακόμη και σε μέτριας βαρύτητας περιοριστική της ελευθερίας ποινή, χωρίς να αποτελεί όμως ένα ιδιαίτερα αντικοινωνικό άτομο[46].

Στις παραπάνω περιπτώσεις η πραγματική έκτιση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να συνετίσει τον καταδικασθέντα και να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, αλλά αρκεί η κατάγνωση της ποινής για την επίτευξη των στόχων αυτών[47].

Εντούτοις ο σημαντικός αυτός θεσμός της αναστολής εκτέλεσης της ποινής για να είναι αποτελεσματικότερος θα πρέπει να εντάσσεται στα πλαίσια συγκροτημένης και μακροπρόθεσμα προγραμματισμένης     αντεγκληματικής πολιτικής και να μην αποτελεί απλώς αντικείμενο ευκαιριακών ρυθμίσεων που έχουν ως βραχυπρόθεσμο στόχο την αποσυμφόρηση των φυλακών[48].

* Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής, Ειδικός Επιστήμων στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

  1. Μαργαρίτης σε: Μαργαρίτη/Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 2005, σ. 442, Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, 2008, σ. 428, Χαραλαμπάκης Α., Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος ΙΙ, Η ποινή, 2012, σ. 348. Βλ. και Αιτιολογική Έκθεση του Ν.2207/1994.
  2. Για την ειδικοπροληπτική λειτουργία του θεσμού αυτού βλ. αναλυτικά Μαργαρίτη σε: Μαργαρίτη/Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 2005, σ. 442.
  3. Βλ. Χαραλαμπάκης (Η Ποινή, σ. 349), ο οποίος επισημαίνει ότι αυτό καθίσταται μεταξύ άλλων εμφανές στην περίπτωση της ρύθμισης του άρθρου 187 Β παρ.2 ΠΚ, όπου προβλέπεται δυνατότητα χορηγήσεως αναστολής σε μέλη εγκληματικής οργάνωσης ή συμμορίας, όταν αυτά συμβάλλουν στην εξάρθρωσή της.
  4. Ενδεικτικά βλ. ΑΠ 910/2007, ΠοινΔικ 2007, σ. 1357, ΑΠ 74/2007, ΠοινΧρον 2007, σ. 923, ΑΠ 717/2006, ΠοινΧρον 2007, σ. 64, ΑΠ 77/2001, ΠοινΧρον 2001, σ. 888.
  5. Βλ. . ΑΠ 910/2007, ΠοινΔικ 2007, σ. 1357, ΑΠ 74/2007, ΠοινΧρον 2007, σ. 923, ΑΠ 717/2006, ΠοινΧρον 2007, σ. 64, ΑΠ 77/2001, ΠοινΧρον 2001, σ. 888, ΑΠ 1287/1999, ΠοινΧρον 2000, σ. 638, ΑΠ 1733/1990, ΠοινΧρον 1991, σ. 733.
  6. ΑΠ 1611/2005, ΠοινΛογ 2005, σ. 1530, ΑΠ 18/1999, ΠοινΧρον 1999, σ. 22, ΤριμΠλημΚαβ 115/1999, Υπερ 1999, σ. 1443 με παρατ. Δημήτραινα.
  7. Βλ. Κουλούρη, σε Χαραλαμπάκη (επιμ. έκδ.), Ερμηνεία Π.Κ., τ. Ι, 2011, άρθρο 99 αρ. 8, Σπυράκο, ΣυστΕρμΠΚ, άρθρο 99 αρ. 8, Κονταξή, ΕρμΠΚ, 2000, σ. 1244, Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου- Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 432, Μαργαρίτη σε: Μαργαρίτη / Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, σ. 447, Χαραλαμπάκη, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, 2014, σ. 438, του ιδίου, Η Ποινή, σ. 349
  8. Χαραλαμπάκης, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, 2014, σ. 438.
  9. Βλ. Χαραλαμπάκη, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, 2014, σ. 438.
  10. Χαραλαμπάκης, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, 2014, σ. 438.
  11. Βλ. και Χαραλαμπάκη, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, σ. 438.
  12. Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τόμος 3ος, 2008, σ. 81 υποσημ.27, Μαργαρίτης/Παρασκευόπουλος, Ποινολογία, σ. 378.
  13. Άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982.
  14. Βλ. σχετικά Ρίκο, Η μετατροπή εν επιμετρήσει πλειόνων ποινών μετά τον Ν. 1240/1982, ΠοινΧρον 1982, σ. 354, Τσεβά, Η μετατροπή της ποινής ως πρόβλημα δικαστικής πρακτικής, ΠοινΧρον 1986, σ. 887 επ., Κωνσταντινίδη, Ποιο είναι το αντικείμενο της μετατροπής της ποινής σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων;, ΠοινΧρον 1992, σ. 895 επ., Χαραλαμπάκη, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, σ. 438. Μάλιστα, σε περίπτωση, κατά την οποία η ποινή βάση είναι αμετάτρεπτη, ούτε οι συντρέχουσες ποινές μπορούν να μετατραπούν, έστω και αν το ύψος των ποινών αυτών βρίσκεται κάτω από το όριο της μετατροπής (Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1605/2002, ΠοινΧρον 2003, σ. 595, Χαραλαμπάκη, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, σ. 438 και υποσημ.922).
  15. Χαραλαμπάκης, Ποινικό Δίκαιο και Νομολογία, σ. 439.
  16. ΟλΑΠ 1/2003, ΠοινΧρον 2003, σ. 690 με μειοψηφία δύο μελών, ΑΠ 1874/2002, ΠοινΧρον 2003, σ. 688 (με αντίθετη μειοψηφία).
  17. ΠοινΧρον 2003, σ. 690. Βλ. αναλυτικά σε Χαραλαμπάκη, Η Ποινή, σ. 367.
  18. Σύμφωνος με τα επιχειρήματα αυτά είναι και ο Μαργαρίτης σε: Μαργαρίτη/Παρασκευόπουλου, Ποινολογία,, σ. 461 υποσημ. 58.
  19. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 450,451.
  20. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 451.
  21. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 450.
  22. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 450,451.
  23. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 451.
  24. ΑΠ 1255/2006, ΠοινΧρον 2007, σ. 507, ΑΠ 1847/2002, ΠοινΧρον 2003, σ. 690.
  25. Κουλούρης, σε Χαραλαμπάκη (επιμ. έκδ.), Ερμηνεία Π.Κ., τ. Ι, 2011, άρθρο 104 αρ. 2. Βλ. επίσης αναλυτικά για το ζήτημα αυτό σε Χαραλαμπάκη, Η Ποινή, σ. 367.
  26. ΑΠ 558/2010, ΠοινΧρον 2011, σ. 191.
  27. ΑΠ 558/2010, ΠοινΧρον 2011, σ. 192.
  28. ΑΠ 558/2010, ΠοινΧρον 2011, σ. 192.
  29. ΑΠ 558/2010, ΠοινΧρον 2011, σ. 192.
  30. ΑΠ 558/2010, ΠοινΧρον 2011, σ. 192.
  31. Ανδρουλάκης, Γνωμοδότηση, ΠοινΧρον 1982, σ. 821, Κατσαντώνης, Ποινικό Δίκαιον, Γενικόν Μέρος Β΄, 1978, σ. 136, Χωραφάς, Ποινικόν Δίκαιον, Α΄, 1979, σ. 406. Βλ. και ΣτΕ (Ολομ.) 79/1973, ΠοινΧρον 1973, σ. 211, ΕφΑιγ 86/1971, ΠοινΧρον 1972, σ. 162.
  32. Μαργαρίτης/Παρασκευόπουλος, Ποινολογία, σ. 463 επ., Μπουρόπουλος, Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικος, Α΄, 1959, σ. 275 σημ. 2, Σπυράκος, ΣυστΕρμΠΚ, άρθρο 102 αρ. 8, Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη / Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 449, Χαραλαμπάκης, Η Ποινή, σ. 366.
  33. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 449, Χαραλαμπάκης, Η Ποινή, σ. 366.
  34. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 449.
  35. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 449.
  36. ΑΠ 1270/2009, ΠοινΧρον 2010, σ. 329, ΑΠ 1577/2003, ΠοινΧρον 2004, σ. 448.
  37. ΑΠ 526/2011, ΠοινΧρον 2012, σ. 252, ΑΠ 1270/2009, ΠοινΧρον 2010, σ. 329.
  38. Χαραλαμπάκης, Η Ποινή, σ. 363
  39. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου- Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 448.
  40. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 448.
  41. Χαραλαμπάκης, Η Ποινή, σ. 363.
  42. Βλ. ΣυμβΑΠ 1735/2010, ΠοινΔικ 2011, σ. 787, ΑΠ 2493/2009, ΠοινΔικ 2010, σ. 840, ΑΠ 1352/2006, ΠοινΧρον 2007, σ. 134 με αντίθετη μειοψηφία, ΑΠ 1861/2005, ΠοινΔικ 2006, σ. 511 με αντίθετη μειοψηφία, ΣυμβΑΠ 1709/2004, ΠοινΔικ 2005, σ. 123. Για το ζήτημα αυτό βλ. αναλυτικά Αδάμπα, Σημείωμα σε ΣυμβΑΠ 882/2012, ΠοινΔικ 2013, σ. 726.
  43. Χατζηιωάννου, σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο τ. β΄, 2012, σ. 2906.
  44. ΑΠ 33/1996, ΠοινΧρον 1996, σ. 1423, ΑΠ 830/1995, ΝοΒ1996=ΠοινΧρον 1995, σ. 1393 (με αντίθ. Εισαγγ. πρότ. Αναστασόπουλου). Βλ. επίσης μειοψηφούσα γνώμη στην ΑΠ 1352/2006, ΠοινΧρον 2007, σ. 134, μειοψηφούσα γνώμη στην ΑΠ 1861/2005, ΠοινΔικ 2006, σ. 511.
  45. Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 455.
  46. Κουράκης, Ποινική Καταστολή, 2009, σ. 307 επ., Χαραλαμπάκης, Η Ποινή, σ. 349.
  47. Βλ. και Γαρδίκα, Εγκληματολογία, τ.Γ΄, 1955, σ. 439, Χαραλαμπάκη, Η Ποινή, σ. 349.
  48. Βλ. επίσης Κουλούρη, σε Χαραλαμπάκη, ΕρμΠΚ, τ.Ι, 2011, Εισαγ. άρθ 99 επ. αρ. 1, Μαργαρίτη Μ., ΕρμΠΚ, 2009, σ. 260, Συμεωνίδου-Καστανίδου, σε: Καϊάφα-Γκμπάντι/Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, σ. 428, Χαραλαμπάκη, Η Ποινή, σ. 350.