Ειδικότερα ζητήματα διαφθοράς: η αξιολόγηση του ΕΔΔΑ Σημείο εκκίνησης η απόφαση Pop και άλλοι κατά Ρουμανίας της 24.3.2015

ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡ. ΓΑΛΑΝΟΥ

 Ειδικότερα ζητήματα διαφθοράς:

η αξιολόγηση του ΕΔΔΑ

Σημείο εκκίνησης η απόφαση Pop και άλλοι

κατά Ρουμανίας της 24.3.2015

ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡ. ΓΑΛΑΝΟΥ*

1.Εισαγωγή: περιληπτικά η απόφαση

Στην απόφαση του Τρίτου Τμήματος του ΕΔΔΑ Pop και άλλοι κατά Ρουμανίας της 24ης-3-2015 (αρ. πρσφ.31269/06), οι τέσσερις προσφεύγοντες –δύο στρατιωτικοί και δύο απλοί πολίτες– καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης κατά μέγιστο διάρκειας τριών ετών, που έλαβαν ανασταλτικό χαρακτήρα εκτέλεσης τετραετούς διάρκειας, για το αδίκημα της συμμετοχής σε δίκτυο παράνομης διακίνησης πιστοποιητικών βίζας του Σένγκεν. Κύριο αποδεικτικό μέσο που αξιοποιήθηκε από τα εθνικά δικαστήρια του δεύτερου βαθμού και της ακυρωτικής σύνθεσης ήταν οι παρανόμως διενεργηθείσες και καταγραφείσες τηλεφωνικές συνομιλίες των προσφευγόντων, μετά από εντολή που έδωσε ο Στρατιωτικός Εισαγγελέας της πόλης Baia Mare, συνεπικουρώντας το γραφείο του Εισαγγελέα Αντι-διαφθοράς, δυνάμει του νόμου 51/1991 για την εθνική ασφάλεια, χωρίς ωστόσο την τήρηση των όρων του Ρουμανικού ΚΠΔ.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ, διότι οι δύο προσφεύγοντες που ήταν απλοί πολίτες δικάστηκαν από στρατιωτικά δικαστήρια. Ως απαράδεκτες λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων κρίθηκαν οι αιτιάσεις των προσφευγόντων αναφορικά με την παράνομη παρακολούθηση και καταγραφή των συνομιλιών τους ως επέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή (: άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και την δικονομική εκτίμηση αυτών των καταγραφών αποδεικτικά στις δίκες που έλαβαν χώρα σε βάρος τους. Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την απαράδεκτη φύση των αιτιάσεων επισημαίνοντας ότι οι προσφεύγοντες απέτυχαν να υποστηρίξουν σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας σε εθνικό επίπεδο –ιδίως ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου που, λόγω των εξουσιών του, ήταν δυνατό να επανεξετάσει την υπόθεση ή να την παραπέμψει ξανά σε κατώτερο δικαστήριο– τα συναφή με το ζήτημα επιχειρήματά τους. Και συμπληρώνει με έμφαση ότι με τον τρόπο αυτό οι προσφεύγοντες εξέθεσαν τους εαυτούς τους στον κίνδυνο να καταδικαστούν στη βάση των καταγεγραμμένων συνομιλιών.

  1. Το πρόβλημα: η σύνδεση της απόφασης με το ζήτημα της διαφθοράς

Η προκείμενη απόφαση prima facie επικεντρώνεται κυρίως σε δύο ζητήματα: α) στο ζήτημα της παράνομης κτήσης και αξιοποίησης των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δη των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων αφενός –συμπεριλαμβανομένης και της παραβίασης της ιδιωτικής ζωής ενόψει της παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνομιλιών– και αφετέρου β) στο ζήτημα της αρμοδιότητας των δικαστηρίων επί υποθέσεων με κατηγορουμένους στρατιωτικούς υπαλλήλους και απλούς πολίτες.

Ωστόσο, σε ένα δεύτερο επίπεδο, καταγράφονται τέσσερις επιμέρους αναφορές: i) η εντολή της παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των αιτούντων δόθηκε από το γραφείο του Στρατιωτικού Εισαγγελέα που συνεπικουρεί το γραφείο του Εισαγγελέα Διαφθοράς· ii) δυνάμει του νόμου για την εθνική ασφάλεια· iii) δύο από τέσσερις κατηγορουμένους ήταν κρατικοί υπάλληλοι, δηλαδή στρατιωτικοί, που συνεργάστηκαν με άλλους δύο ιδιώτες· iv) για το αδίκημα της συμμετοχής σε κύκλωμα παράνομης διακίνησης πιστοποιητικών βίζας Σένγκεν.

Συνεπώς, με έναν λανθάνοντα και ταυτόχρονα μαθηματικά λογικό τρόπο φαίνεται ότι το γραφείο του Εισαγγελέα Διαφθοράς ενέταξε στο πεδίο της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς του το αδίκημα της παράνομης διακίνησης πιστοποιητικών βίζας Σένγκεν, που συστηματικά κατατάσσεται στη νομοθεσία για την δημόσια ασφάλεια. Για τη εξακρίβωση της τέλεσης του τελευταίου και την ταυτοποίηση των φυσικών και ηθικών αυτουργών του ο ως άνω εισαγγελέας διέταξε, κατά παράβαση του ΚΠΔ, την μυστική παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των προσφευγόντων. Η συνεπικουρία που προσέφερε το γραφείο του Στρατιωτικού Εισαγγελέα θεμελιώθηκε στην ιδιότητα των δύο προσφευγόντων που έφεραν την ιδιότητα του στρατιωτικού.

  1. Η αναφορά του ΕΔΔΑ σε θέματα διαφθοράς

3.1. Πρωτίστως έμμεση

Η αναζήτηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ φέρνει το φως πλήθος αποφάσεων που με κάποιο τρόπο συνδέονται με θέματα διαφθοράς. Εν προκειμένω, οι διαπιστώσεις είναι εξαιρετικά συνοπτικές και επιγραμματικές, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερα εκτενούς νομολογιακής παραγωγής του Δικαστηρίου. Η σύνδεση των αποφάσεών του με τη διαφθορά είναι είτε άμεση είτε, πρωτίστως, έμμεση ή λανθάνουσα, όπως στην περίπτωση της απόφασης που εξετάζουμε. Μάλιστα, συνήθως το νομικό αντικείμενο των αποφάσεων αναδεικνύει και την αρμόδια διωκτική αρχή.

Άμεση ήταν η αναφορά π.χ. στην απόφαση του Τρίτου Τμήματος Apostu κατά Ρουμανίας της 3ης-2-2015 (αρ. πρσφ. 22765/12, §22), όπου αναφέρεται ότι το Τμήμα κατά της Διαφθοράς του Γραφείου του Δημοσίου Κατηγόρου (: Anti-Corruption Department of Prosecutor’s Office – ‘the DNA’) ξεκίνησε έρευνα κατά του προσφεύγοντα, της συζύγου του και τριών επιχειρηματιών, λόγω υπόνοιας για τέλεση αδικημάτων που σχετίζονται με τη διαφθορά (: ‘corruption-related’), κατ’ επανάληψη τελουμένων υπό την ιδιότητά του ως δημάρχου της πόλης Cluj Napoca.

Αντίθετα, στην προκείμενη απόφαση Pop και άλλοι κατά Ρουμανίας της 24-3-2015 αναφέρεται στις §§5 και 6 ότι η εντολή της παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των προσφευγόντων είχε δοθεί από το Γραφείο του Στρατιωτικού Εισαγγελέα σε συνεργασία με το γραφείο του Εισαγγελέα Διαφθοράς (: anti-corruption prosecutor’s office), δυνάμει του ν.51/1991 για την εθνική ασφάλεια, διότι οι προσφεύγοντες ήταν ύποπτοι για τη συμμετοχή τους σε δίκτυο διακίνησης εγγράφων βίζας, χωρίς ρητά να κάνει λόγο για το αδίκημα της διαφθοράς. Συνάγεται, ωστόσο, από την ταυτότητα της διωκτικής αρχής ο χαρακτήρας του αδικήματος της διακίνησης εγγράφων βίζας ως έγκλημα περί την διαφθορά.

3.2. Αυτοτελώς ή σε σχέση με άλλα αδικήματα

Μπορεί η αναφορά στη διαφθορά να γίνεται είτε αυτοτελώς είτε να συνδέεται και με άλλη κατηγορία εγκλημάτων, όπως π.χ. το οργανωμένο ή το οικονομικό έγκλημα. Η αυτοτέλεια ή μη του νομικού αντικειμένου άπτεται της εθνικής νομοθεσίας. Για παράδειγμα, στην απόφαση Tripadus κατά της Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 22ας-4-2014 (§19, αρ.πρσφ. 34382/07) αναφέρεται ότι στο δίκαιο της Μολδαβίας η αρμόδια εισαγγελική αρχή κατά της διαφθοράς είναι εντεταλμένη και για την δίωξη του οικονομικού εγκλήματος. Επίσης, στην απόφαση Dragojević κατά Κροατίας της 15-1-2015 (αρ. πρσφ. 68955/11) η αστυνομία και το γραφείο του εισαγγελέα καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος (: State Attorney’s Office for the Suppression of Corruption and Organised Crime –‘the OSCOC’) ερευνούσαν το 2007 υπόπτους, μεταξύ των οποίων και ο προσφεύγων, για πιθανό εμπόριο ναρκωτικών μεταξύ Λατινικής Αμερικής και Ευρώπης με υπερωκεάνεια εμπορικά πλοία και πολλούς εμπλεκόμενους και από την Κροατία.

3.3. Αιτιάσεις περί την διαφθορά

Οι αιτιάσεις που συνήθως προβάλλονται από τους προσφεύγοντες σε υποθέσεις σχετικές με τη διαφθορά άπτονται: α) αφενός ειδικών δικονομικών ζητημάτων της εθνικής νομοθεσίας για το αδίκημα της διαφθοράς ή για αδικήματα συναφή με τη διαφθορά (: ‘corruption-related’)· και β) αφετέρου ουσιαστικών δικαιωμάτων και της απρόσκοπτης άσκησης αυτών.

Τα δικονομικά ζητήματα που κατά καιρούς έχουν εξεταστεί από το ΕΔΔΑ θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε τέσσερις κατηγορίες, ήτοι σχετικά με: i) πράξεις θεμελίωσης ή αποδόμησης της κατηγορίας περί διαφθοράς (: διαδικασία και μέσα κτήσης των αποδεικτικών στοιχείων)· ii) τη δικονομική αξιοποίηση των αποδείξεων· iii) την αμεροληψία και την ανεξαρτησίας των δικαστικών οργάνων που χειρίζονται τις υποθέσεις αυτές· και iv) δικονομικές πράξεις που έπονται της άσκησης ποινικής δίωξης για αδικήματα διαφθοράς, όπως π.χ. το πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών ή η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων.

  1. Τα εγκλήματα διαφθοράς

4.1. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό

Το προστατευόμενο έννομο αγαθό πολύ δύσκολα προσδιορίζεται, διότι στις περισσότερες περιπτώσεις το αδίκημα δεν συνδέεται άμεσα και ευθέως με τη διαφθορά. Προκύπτει από την ανακριτική αρχή που επιλαμβάνεται αρχικά της υπόθεσης, από τις δικονομικές πράξεις που λαμβάνουν χώρα και τις συνέπειες που επιφέρουν σε δικονομικά ή ουσιαστικά δικαιώματα του προσφεύγοντα, ή από τη νομοθεσία που εφαρμόζεται, κ.λπ. Γενικώς, μπορεί να ειπωθεί ότι συνήθως σκοπείται η προστασία των συλλογικών εννόμων αγαθών, όπως:

1) η εθνική ασφάλεια (: §§5 και 6 της απόφασης Pop και άλλοι κατά Ρουμανίας που εξετάζεται εδώ), διότι δυνάμει της νομοθεσίας για την εθνική ασφάλεια παραγγέλθηκε η παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των προσφευγόντων)·

2) η δημοκρατία (: §§83-84 της Dragojević κατά Κροατίας της 15ης-1-2015)·

3) η δικαιοσύνη, η ισότητα και η εγγύηση δίκαιων συνθηκών για την οικονομική δραστηριότητα, που ωστόσο κρίθηκαν από το ΕΔΔΑ πολύ γενικοί και αόριστοι στην περίπτωση παράνομης κατοχής περιουσιακών στοιχείων (: Dimitrovi κατά Βουλγαρίας της 3-3-2015, Τέταρτο Τμήμα, αρ. πρσφ.12655/09, §52).

4.2. ‘Συναφή της διαφθοράς’ αδικήματα (: ‘corruptionrelatedoffences)

Στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου ‘συναφή της διαφθοράς’ αδικήματα το ΕΔΔΑ έχει εντάξει: α) τη διακίνηση εγγράφων βίζας της Συμφωνίας Σένγκεν της προκείμενης απόφασης (: §§ 5 και 6)· β) την εμπορία επιρροής, τη συμμετοχή και την υποκίνηση σε ξέπλυμα χρήματος και σε πλαστογραφία (: Apostu κατά Ρουμανίας της 3-2-2015, Τρίτου Τμήματος, αρ. πρσφ. 22765/12, §21)· γ) την αποδοχή υλικών ωφελημάτων από ασθενείς με σκοπό την παροχή ιατρικής φροντίδας και την εξάρτηση της φροντίδας αυτής από τη λήψη υλικών ωφελημάτων κατά τα άρθρα 228 §1 και 228 §4 του ΠολωνικούΠΚ αντίστοιχα (: Stettner κατά Πολωνίας της 24-3-2015, Τέταρτο Τμήμα, αρ. πρσφ.38510/06, §11) ενός γιατρού που ειδικευόταν σε μεταμοσχεύσεις νεφρών στο δημόσιο νοσοκομείο Νο.4 της Lublin και ήταν επίκουρος καθηγητής στην ιατρική ακαδημία της ίδιας πόλης· δ) την παράνομη κατοχή περιουσιακών στοιχείων, τη φοροδιαφυγή, τη μη καταβολή υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών, το λαθρεμπόριο, την εμπορία ανθρώπων και ναρκωτικών, τον εκβιασμό και την κλοπή μεγάλης αξίας ως ‘δραστηριότητες που είναι καταρχήν απαγορευμένες’ και επιφέρουν κέρδος (: Dimitrovi κατά Βουλγαρίας της 3-3-2015, Τέταρτο Τμήμα, αρ. πρσφ.12655/09, §§34 και 53).

  1. Δικονομικά ζητήματα

5.1. Ενέργειες θεμελίωσης ή αποδόμησης της κατηγορίας

Ως τέτοιες, από τις πιο απλές στις πιο σύνθετες κλιμακωτά, απαντώνται νομολογιακά:

  1. i) Η παρακολούθηση του προσφεύγοντα ιατρού από ειδική ομάδα της αστυνομίας κατά της διαφθοράς, μέλη της οποίας τον προσέγγισαν υποσχόμενοι προνομιακή μεταχείριση, εφόσον θα ομολογούσε και θα κατονόμαζε άλλους γιατρούς που εμπλέκονταν σε πρακτικές διαφθοράς (: Stettner κατά Πολωνίας της 24-3-2015, §12).
  2. ii) Η υποκλοπή ιδιωτικών τηλεφωνικών συνομιλιών είτε αυτοτελώς (: Pop και άλλοι κατά Ρουμανίας της 24-3-2015 § 69) είτε συνδυαστικά με κατ’ οίκον έρευνα αλλά και έρευνα στον χώρο της επαγγελματικής δραστηριότητας του προσφεύγοντα, όπως π.χ. στο γραφείο του στο δημαρχείο (: Apostu κατά Ρουμανίας της 3-2-2015 § 22).

Πιο ειδικά, σε σχέση με την υποκλοπή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, στη σκέψη 63 της απόφασης Dragojević κατά Κροατίας της 15-1-2015, το ΕΔΔΑ επικαλείται το άρθρο 23 της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Διαφθορά no.173/27-1-1999, που ορίζει ότι κάθε κράτος οφείλει να θεσπίσει νομοθετικά ή άλλα μέτρα, τα οποία κρίνει ως αναγκαία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που επιτρέπουν τη χρήση ‘ειδικών ερευνητικών τεχνικών’, ώστε να διευκολύνεται η συλλογή των αποδείξεων (: βλ. και §§63 και 71 της Karaosmanoğlou και Özden κατά Τουρκίας της 17-6-2014, αρ. προσφ. 4807/08). Στην επεξηγηματική αναφορά που συνοδεύει τη σύμβαση προσδιορίζεται περαιτέρω ότι οι ‘ειδικές ερευνητικές τεχνικές’ μπορεί να περιλαμβάνουν την χρήση μυστικών αστυνομικών, την υποκλοπή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, ή την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών και την πρόσβαση σε συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (§§ 64-66).

Στην απόφαση μάλιστα Ramanauskas κατά Λιθουανίας της 5-2-2008 (αρ.πρσφ. 74420/01, §50) το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι η διαφθορά –συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής σφαίρας– έχει μετατραπεί σε ένα μέγιστο πρόβλημα σε πολλές χώρες, όπως καταγράφεται και στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Διαφθορά, ώστε καταρχήν νομιμοποιεί τη χρήση ‘ειδικών ερευνητικών πρακτικών’.

Ωστόσο, στην σκέψη 81 της Dragojević επισημαίνεται ότι, όπου η εξουσία ανωτέρων υπαλλήλων ασκείται μυστικά, οι κίνδυνοι αυθαιρεσίας είναι προφανείς. Οπότε, το εθνικό δίκαιο θα πρέπει να είναι επαρκώς σαφές. Και τονίζεται στην σκέψη 83 ότι το σύστημα της μυστικής παρακολούθησης για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης ή καταστροφής της δημοκρατίας υπό τον μανδύα της υπεράσπισής της. Εξ αυτού του λόγου απαιτούνται εγγυήσεις ‘επαρκείς και αποτελεσματικές’, λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων της υπόθεσης, δηλαδή της φύσης, του σκοπού και της διάρκειας των πιθανών μέτρων, των λόγων που απαιτούνται για να διαταχθούν τα επίδικα μέτρα, των αρμόδιων αρχών που θα τα επιτρέψουν, θα τα διεξάγουν και θα τα επιβλέψουν, και του είδους των ενδίκων μέσων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο (: Kennedy κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 18-5-2010, 26839/05, § 153 και GoranovaKaraeneva κατά Βουλγαρίας της 8-3-2011, 12739/05, §§90, 91, 96, 101).

iii) Η παρακολούθηση τηλεπικοινωνιακών επαφών και ηλεκτρονικών δεδομένων προληπτικά (: ‘in advance’, ‘strategic monitoring’, ‘special powers’) που προσβάλλει το ‘δικαίωμα στην λήψη και αποστολή πληροφοριών και ιδεών’ (: άρθρο 8 και 10 ΕΣΔΑ). Στόχος της δικονομικής αυτής πράξης είναι ο εντοπισμός και ο προσδιορισμός της δημοσιογραφικής πηγής (: ‘journalistic source’), καθώς οι προσφεύγοντες ήταν ο πρώτος εκδότης εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας της Ολλανδίας και ο δεύτερος και τρίτος δημοσιογράφοι που εργάζονταν σε αυτό το μέσο (: §§67 επ. της Telegraaf Media Nederland Landelijke Media B. V. και άλλοι κατά Ολλανδίας της 22ας-11-2012, αρ. πρσφ. 39315/06).

5.2. Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία

Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, στην σκέψη 58 της Pop και άλλοι κατά Ρουμανίας που εξετάζεται εδώ, κρίθηκε ότι επήλθε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ, λόγω έλλειψης αμεροληψίας και αντικειμενικότητας των στρατιωτικών δικαστηρίων που δίκασαν τους δύο από τους τέσσερις προσφεύγοντες, χωρίς να έχουν την ιδιότητα του στρατιωτικού. Στέρηση αμεροληψίας διαπιστώθηκε και στην σκέψη 96 της Dragojević κατά Κροατίας της 15-1-2015, διότι οι δικαστές έλαβαν υπόψη τους τις υποκλαπείσες συνομιλίες του αιτούντα κατόπιν ακυρώσιμης εισαγγελικής παραγγελίας για την διενέργειά της λόγω αοριστίας σε υπόθεση αδικήματος συναφούς με τη διαφθορά. Σημαντική, επίσης, καταγράφεται και η απόφαση Lavric κατά Ρουμανίας της 14-1-2014 (αρ. προσφ. 22231/05, §§28 και 41), όπου ο προσφεύγων εισαγγελέας κατηγορήθηκε από εφημερίδα για διαφθορά, διότι άσκησε ποινική δίωξη κατά προσώπου που σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πηγές της εφημερίδας ήταν στην πραγματικότητα αθώος. Τα εθνικά δικαστήρια δικαίωσαν τους δημοσιογράφους στην αστική και ποινική δίκη που ξεκίνησε ο προσφεύγων, το δικαίωμα του οποίου στην υπόληψή του κρίθηκε ότι παραβιάστηκε.

5.3. Δικονομικές ενέργειες που έπονται της ποινικής δίωξης

Στην απόφαση του Τετάρτου Τμήματος του ΕΔΔΑ Dimitrovi κατά Βουλγαρίας της 3-3-2015 (αρ. πρσφ. 12655/09) εξετάζεται η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των προσφευγόντων, διότι δεν δικαιολογούνταν από την επιχείρηση γεωργικής εκμετάλλευσης που διατηρούσαν η πρώτη με τον αποβιώσαντα το 2003 σύζυγό της και χρησιμοποιούσαν η πρώτη με τον δεύτερο προσφεύγοντα γιό της. Στην σκέψη 25 της απόφασης χαρακτηρίζονται ως ‘unlawful’ και ‘non-work-related’ income των προσφευγόντων. Στην παράγραφο 48 της απόφασης το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή μειζόνων οικονομικών αλλαγών και καλπάζοντος πληθωρισμού (: «during a period of major economic change and galloping inflation»), ώστε, όπως αναγνωρίστηκε από τους ειδικούς πραγματογνώμονες που συμμετείχαν στις διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για την εκτίμηση των επίδικων περιουσιακών στοιχείων, κατέστησε την όποια εκτίμηση των πραγματικών ποσών που ελήφθησαν και ξοδεύτηκαν πολύ δύσκολη. Το ΕΔΔΑ εκτίμησε ότι οι προσφεύγοντες δεν προστατεύτηκαν επαρκώς από τις αυθαίρετες ενέργειες των αρχών, άρα επήλθε τρώση του δικαιώματος ειρηνικής απόλαυσης των περιουσιακών τους στοιχείων (: principle of the peaceful enjoyment of property), σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ· ιδίως συνδέεται με τον σκοπό της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1, το οποίο μεταξύ άλλων επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να ελέγχουν την χρήση της περιουσίας, ώστε να διασφαλίσουν την πληρωμή των ποινών (: σκέψεις 49-50).

  1. Ουσιαστικά ζητήματα

Η στοιχειοθέτηση της κατηγορίας περί διαφθοράς δύναται να προσβάλει και ουσιαστικά δικαιώματα των προσφευγόντων, όπως για παράδειγμα:

α) Το δικαίωμα στην υπόληψη (: ‘right to reputation’[1], άρθρο 8 παρ.1 ΕΣΔΑ). Στην υπόθεση Apostu κατά Ρουμανίας της 3-2-2015, ειδικότερα, η δημοσίευση των υποκλαπεισών συνδιαλέξεων του προσφεύγοντα –που κατηγορήθηκε για παθητική δωροδοκία και άλλα συναφή εγκλήματα με την ιδιότητα του δημάρχου– με άλλους κατηγορούμενους ή τρίτα πρόσωπα σε αρκετές εφημερίδες, πριν ο κατηγορούμενος και οι συγκατηγορούμενοί του οδηγηθούν σε δίκη (: §§ 25, 103 και 118), κρίθηκε ότι δεν ανταποκρινόταν σε μια ‘πιεστική κοινωνική ανάγκη’. Στις τέτοιες περιπτώσεις εμπιστευτικών πληροφοριών (: σκέψη 119) που έχουν διαρρεύσει στον Τύπο, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι επαφίεται πρωταρχικά στα συμβαλλόμενα κράτη να οργανώσουν τις υπηρεσίες τους και να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι καμία εμπιστευτική ή μυστική πληροφορία δεν θα αποκαλυφθεί (: Stoll κατά Ελβετίας της 10-12-2007, αρ. πρσφ. 69698/01, §§61 και 143).

β) Το δικαίωμα στην λήψη και αποστολή πληροφοριών και ιδεών, λόγω της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιακών επαφών και ηλεκτρονικών δεδομένων προληπτικά των προσφευγόντων δημοσιογράφων, μετά από δημοσιοποίηση υπόθεσης διαφθοράς κρατικού υπαλλήλου (: §§67 επ. της Telegraaf Media Nederland Landelijke Media B. V. και άλλοι κατά Ολλανδίας της 22ας-11-2012).

* Δικηγόρος, ΔΝ.

  1. Βλ. επίσης Petrina κατά Ρουμανίας της 14-10-2008 78060/01, παρ. 27-29 και 34-36, Α. κατά Νορβηγίας της 9-4-2009 28070/06 παρ. 63-65, Von Hannover κατά Γερμανίας Νο.2 της ….2012 40660/8 και 60641/08 παρ. 95-99, Axel Springer AG κατά Γερμανίας της 7-2-2012 παρ. 78-95, 39954/08.