Η έκδοση για αδικήματα διαφθοράς από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ

Η έκδοση για αδικήματα διαφθοράς

από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ*

  1. Εισαγωγή

Η διαφθορά είναι φαινόμενο ιδιαίτερα παλαιό, σύμφυτο με τη φύση του ανθρώπου. Από την άλλη πλευρά, η διαφθορά είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών. Εξάλλου, η διαφθορά, ως κοινωνικό φαινόμενο, δεν είναι ίδια και σταθερή για κάθε (εθνική) κοινωνία. Υπάρχουν τρόποι καταπολέμησής της τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, οι οποίοι συναρτώνται προς την υιοθέτηση θεσμικών/νομικών, κυρίως, μέτρων, προληπτικού ή κατασταλτικού χαρακτήρα.

Στη σημερινή εποχή η διαφθορά έχει διογκωθεί εξαιτίας των αυξανόμενων διεθνών οικονομικών σχέσεων (παγκοσμιοποίηση). Έχει καταστεί έτσι αναγκαία η εξεύρεση τρόπων καταπολέμησής της και στο διεθνές επίπεδο. Είναι πράγματι γεγονός ότι η συνειδητοποίηση της ανάγκης αυτής δεν προήλθε από κάποιους ηθικο-πολιτικούς λόγους. Είναι προϊόν της ανάγκης αντιμετώπισης του διεθνούς ανταγωνισμού ανάμεσα στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα των αναπτυγμένων κρατών, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ισότητα ευχερειών στις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές[1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη, περιφερειακού χαρακτήρα, διεθνής σύμβαση, αυτή του ΟΟΣΑ (1997)[2], αλλά και η παγκόσμια σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών (2003)[3], υπήρξαν προϊόν των πιέσεων των ΗΠΑ που έβλεπαν να χάνουν έδαφος στο πεδίο αυτό εξαιτίας της ανεπαρκούς αντιμετώπισης της διαφθοράς από τα υπόλοιπα κράτη, ιδιαίτερα τα αναπτυγμένα[4]. Δύο ακόμα συμβάσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς υπογράφηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης[5]. Όλες οι παραπάνω διεθνείς συμβάσεις, με εξαίρεση αυτήν του ΟΗΕ[6], υιοθετούν αποκλειστικά κατασταλτικά μέτρα, ένα από τα οποία είναι η έκδοση προσώπων που τέλεσαν στην αλλοδαπή το αδίκημα της διαφθοράς. Σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται και στις τέσσερις προαναφερθείσες διεθνείς συμβάσεις[7], με αυτή του ΟΗΕ να περιέχει τις εκτενέστερες και πλέον λεπτομερείς ρυθμίσεις. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, οι εν λόγω ρυθμίσεις απέχουν πολύ από το να αντιμετωπίσουν αυτοτελώς το πρόβλημα της έκδοσης για αδικήματα διαφθοράς, έτσι ώστε καθίσταται απαραίτητη η λήψη υπόψη των διεθνών συμβάσεων έκδοσης[8] –διμερών ή πολυμερών– καθώς και των εθνικών νομοθεσιών[9] και πρακτικών.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα εξεταστεί η σχέση ανάμεσα στα διάφορα διεθνή κείμενα: αφενός ανάμεσα στις διεθνείς συμβάσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της συμβάσεις για την έκδοση, αφετέρου ανάμεσα σ’ αυτές και την εσωτερική νομοθεσία (ΙΙ). Στη συνέχεια θα αναλυθούν ορισμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΙΙΙ) και δικονομικού δικαίου (IV).

ΙΙ. Η σχέση ανάμεσα στις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά και για την έκδοση, και ανάμεσα σ’ αυτές και την εθνική νομοθεσία

  1. Η σχέση ανάμεσα στις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά και για την έκδοση

Οι περισσότερες από τις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά κάνουν αναφορά στο θέμα. Έτσι, η Σύμβαση του ΟΗΕ προβλέπει ότι: (α) τα αδικήματα διαφθοράς θεωρούνται ότι αποτελούν εγκλήματα για τα οποία χωρεί έκδοση σε οποιαδήποτε συνθήκη έκδοσης ισχύει μεταξύ των κρατών μερών (άρθρο 44 παρ. 4), και (β) αν ένα κράτος μέρος εξαρτά την έκδοση από την ύπαρξη συνθήκης και λάβει αίτηση από κράτος μέρος με το οποίο δεν έχει συνθήκη έκδοσης μπορεί να θεωρήσει τη Σύμβαση (του ΟΗΕ) ως νομική βάση για την έκδοση όσον αφορά τα αδικήματα διαφθοράς (άρθρο 44 παρ. 5). Χρειάζεται να γίνει προς τούτο σχετική δήλωση στον Γ.Γ. του ΟΗΕ (άρθρο 44 παρ. 6, α). Αν δεν την θεωρεί ως νομική βάση για τη συνεργασία αυτή, προσπαθεί, όπου χρειάζεται, να συνάψει συνθήκη έκδοσης με άλλα κράτη για να υλοποιήσει τις ρυθμίσεις για έκδοση της Σύμβασης (άρθρο 44 παρ. 6, β). (γ) Τα κράτη μέρη, που δεν εξαρτούν την έκδοση από την ύπαρξη συνθήκης, αναγνωρίζουν τα εγκλήματα διαφθοράς ως εκδόσιμα μεταξύ τους (άρθρο 44 παρ. 7). (δ) Τέλος, τα κράτη μέρη προσπαθούν να συνάψουν διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις για την εκτέλεση ή βελτίωση της αποτελεσματικότητας της έκδοσης.

Από τις υπόλοιπες διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά, δύο περιλαμβάνουν σχετική διάταξη: για τη Σύμβαση του ΟΟΣΑ

«Η δωροδοκία ενός αλλοδαπού δημόσιου λειτουργού θα θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στα αδικήματα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση σύμφωνα με τους νόμους των Μερών και των συνθηκών έκδοσης που υπάρχουν μεταξύ αυτών» (άρθρο 10 παρ. 1).

«Εάν ένα Μέρος που εξαρτά την έκδοση από την ύπαρξη μιας συνθήκης έκδοσης λαμβάνει ένα αίτημα για έκδοση από ένα άλλο Μέρος με το οποίο δεν έχει συνθήκη έκδοσης, μπορεί να θεωρήσει αυτήν τη Σύμβαση ως τη νομική βάση για έκδοση δωροδοκία σε σχέση με το αδίκημα της δωροδοκίας ενός αλλοδαπού δημόσιου λειτουργού» (άρθρο 10 παρ. 2).

Πιο αναλυτική είναι η Ποινική Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης:

«Τα ποινικά αδικήματα που έχουν σχέση με το πεδίο εφαρμογής της παρούσης Σύμβασης θεωρούνται ότι περιλαμβάνονται σε κάθε Σύμβαση Έκδοσης που ισχύει μεταξύ των Μερών, εφόσον τα αδικήματα αυτά επιτρέπουν την Έκδοση. Τα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμπεριλάβουν τέτοια αδικήματα, να επιτρέπουν την Έκδοση, σε κάθε Σύμβαση Έκδοσης που θα συνάπτουν μεταξύ τους» (άρθρο 27 παρ. 1).

« Ένα Μέρος που επιτρέπει την Έκδοση μόνο εφόσον υπάρχει Σύμβαση, αν λάβει αίτημα Έκδοσης από άλλο Μέρος με το οποίο δεν έχει Σύμβαση Έκδοσης, μπορεί να θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως νομική βάση για την Έκδοση σχετικά με οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση» (άρθρο 27 παρ. 2).

«Τα Μέρη που δεν εξαρτούν την Έκδοση από την ύπαρξη Σύμβασης πρέπει να αναγνωρίσουν τα ποινικά αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ως αδικήματα που επιτρέπουν την Έκδοση μεταξύ τους» (άρθρο 27 παρ. 3).

  1. Η σχέση ανάμεσα στις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά και την εσωτερική νομοθεσία για την έκδοση

Στο θέμα αυτό, πάλι η Σύμβαση του ΟΗΕ είναι η πλέον σαφής: πρώτο, θεσπίζει, σε γενικές γραμμές, ότι η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του κράτους μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση, παράλληλα όμως με τις ισχύουσες συμβάσεις έκδοσης (άρθρο 44 παρ. 8) και δεύτερο, το κράτος μέρος προσπαθεί ή μπορεί να προβεί σε ορισμένες πράξεις, τηρώντας πάντοτε τις διατάξεις της εσωτερικής του νομοθεσίας και τις συμβάσεις έκδοσης (άρθρο 44 παρ. 10). Αν, επομένως, υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στις επί μέρους ρυθμίσεις των διμερών συμβάσεων έκδοση και στην εθνική νομοθεσία, θα πρέπει να αναζητηθεί ποιά από αυτές υπερισχύει. Για την Ελλάδα έχουμε το άρθρο 28 § 1 του Συντ., που δίδει στις διεθνείς συμβάσεις ισχύ υπέρτερη του νόμου[10] (φυσικά αυτό δεν ισχύει για συνταγματικές διατάξεις όπως αυτή του άρθρου 5 παρ. 2 Συντ.)[11]. Για τα άλλα κράτη, η σχέση διεθνούς και εσωτερικού δικαίου διέπεται από τις δικές τους συνταγματικές αρχές. Ειδικότερα, για τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη ισχύουν ρυθμίσεις αντίστοιχες με τις ελληνικές[12]. Κατά συνέπεια, παραβίαση των διατάξεων των διεθνών συμβάσεων έκδοσης –όσον αφορά, εν προκειμένω, τα αδικήματα διαφθοράς–, μέσα από την εθνική νομοθεσία, συνεπάγεται τη διεθνή ευθύνη της χώρας[13].

Ένα τέτοιο σημείο αφορά τη σχέση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης (1957)[14] και στις επί μέρους διμερείς συμβάσεις έκδοσης που έχει συνάψει κάθε χώρα μέλος. Η σχέση αυτή αποσαφηνίζεται από την ίδια την Ευρωπαϊκή Σύμβαση που προβλέπει ότι

«1. Η παρούσα Σύμβαση καταργεί πάσαν διάταξιν συνθήκης, συμβάσεως ή διμερούς συμφώνου ήτις διέπει την περί εκδόσεως μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών. 2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν δύνανται να συνομολογήσουν μεταξύ των διμερή ή πολυμερή σύμβασιν, ειμή μόνο προς συμπλήρωσιν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως ή διευκόλυνσιν της εφαρμογής των εν αυτή διαλαμβανομένων αρχών»[15].

Με τον τρόπο αυτό η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης υπερισχύει όλων των άλλων ρυθμίσεων σχετικά με την έκδοση για αδικήματα διαφθοράς είτε πρόκειται για διμερείς συμβάσεις είτε για εθνική νομοθεσία.

 

ΙΙΙ. Οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου

  1. Τα καλυπτόμενα από τις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά αδικήματα και οι εξαιρέσεις

(α) Τα καλυπτόμενα αδικήματα

Αυτά τα αδικήματα μπορεί να είναι (α) για την Ποινική Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης: τα ποινικά αδικήματα της δωροδοκίας (ενεργητικής και παθητικής) εθνικών δημόσιων λειτουργών, καθώς και η δωροδοκία μελών των εθνικών δημόσιων συνελεύσεων, αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, μελών αλλοδαπών δημόσιων συνελεύσεων, λειτουργών δημόσιων διεθνών οργανισμών, μελών διεθνών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων, δικαστών και λειτουργών διεθνών δικαστηρίων, αλλά και ενεργητική και παθητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα[16]. (β) Για τη Σύμβαση του ΟΟΣΑ, η δωροδοκία αλλοδαπού δημόσιου λειτουργού[17]. (γ) Για τη Σύμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα αδικήματα ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας και τα εξομοιούμενα με αυτά αδικήματα[18]. (δ) Όσον αφορά τη Σύμβαση του ΟΗΕ, ο κατάλογος των αδικημάτων αυτών είναι ιδιαίτερα εκτεταμένος: δωροδοκία εθνικών δημόσιων λειτουργών (άρθρο 15), δωροδοκία ξένων δημόσιων λειτουργών και λειτουργών δημόσιων διεθνών οργανισμών (άρθρο 16), κατάχρηση ή ιδιοποίηση από δημόσιο λειτουργό (άρθρο 17), προσφορά για άσκηση επιρροής (άρθρο 18), κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 19), παράνομος πλουτισμός (άρθρο 20), δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα (άρθρο 21), ιδιοποίηση περιουσίας στον ιδιωτικό τομέα (άρθρο 22), νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος (άρθρο 23), απόκρυψη (άρθρο 24), παρεμπόδιση της δικαιοσύνης (άρθρο 25). Στα αδικήματα αυτά περιλαμβάνεται και η συμμετοχή και απόπειρα (άρθρο 27), ενώ μπορεί, ανάλογα με τις νομικές αρχές του κάθε κράτους, να υπάρχει ποινική ευθύνη και για τα νομικά πρόσωπα (άρθρο 26, 2).

(β) Οι εξαιρέσεις

(i) Το πολιτικό αδίκημα[19]

Οι διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά σιωπούν σχετικά με το θέμα αυτό. Και είναι κατανοητό, στο βαθμό που δύσκολα ένα αδίκημα διαφθοράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πολιτικό», έτσι όπως το αδίκημα διαφθοράς προσδιορίζεται στις συμβάσεις αυτές[20], αλλά και στο γενικότερο πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν, δηλαδή ανάμεσα, κυρίως, στα ανεπτυγμένα κράτη. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η Σύμβαση του ΟΗΕ που προβλέπει ότι το κράτος μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση δεν θα θεωρήσει κανένα από τα εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ως πολιτικό έγκλημα[21]. Αυτό όμως όταν χρησιμοποιείται η Σύμβαση του ΟΗΕ ως βάση έκδοσης. Πιθανός λόγος αυτής της διαφοροποίησης φαίνεται να είναι το γεγονός ότι η Σύμβαση του ΟΗΕ καλύπτει δυνητικά το σύνολο των κρατών, και ιδιαίτερα των αναπτυσσόμενων, όπου το φαινόμενο της διαφθοράς παίρνει γιγαντιαίες διαστάσεις[22]. Η ως άνω έκφραση «όπου το επιτρέπει η νομοθεσία του», δημιουργεί κάποιες δυσκολίες ερμηνείας, αλλά μάλλον φαίνεται να αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει νομοθετική, αλλ’ όχι συνταγματική κάλυψη των πολιτικών εγκλημάτων.

Συναφής, αν και όχι ταυτόσημη, είναι η περίπτωση όπου η έκδοση, όπως προκύπτει από τις περιστάσεις, ζητείται για ένα πολιτικό σκοπό (clause française). Η περίπτωση αυτή παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες εξακρίβωσης της πρόθεσης του αιτούντος κράτους και γι’ αυτό τον λόγο απορρίπτεται συνήθως στη νομολογία[23]. Η ρήτρα αυτή, σε μια πλέον διευρυμένη μορφή, αποτελεί σήμερα απόλυτο εμπόδιο στην έκδοση. Πάντως, μόνο η Σύμβαση του ΟΗΕ για τη διαφθορά υιοθετεί ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία

«Οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης δεν μπορούν να ερμηνευθούν ότι επιβάλλουν υποχρέωση έκδοσης, αν το Κράτος Μέρος, από το οποίο ζητείται αυτή, έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση έγινε με σκοπό τη δίωξη ή την τιμωρία ενός προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, του θρησκεύματος, της ιθαγένειας, της εθνικής καταγωγής ή των πολιτικών απόψεών του ή ότι η συμμόρφωση προς την αίτηση θα θίξει τη θέση του εν λόγω προσώπου για οποιονδήποτε από τους λόγους αυτούς»[24].

  1. ii. Το φορολογικό αδίκημα

Ορισμένες από τις παλαιότερες διμερείς συμβάσεις για την έκδοση της Ελλάδας περιλάμβαναν διάταξη σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται της έκδοσης τα φορολογικά αδικήματα[25]. Σε άλλες όμως παρόμοιες συμβάσεις[26] δεν γίνεται καμιά μνεία των φορολογικών αδικημάτων, και, επομένως, αυτά περιλαμβάνονται στα αδικήματα που είναι επιδεκτικά έκδοσης.

Οι διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά δεν περιλαμβάνουν, κατά κανόνα, σχετική ρύθμιση. Έτσι, όπως και με τις διμερείς συμβάσεις έκδοσης, που δεν μνημονεύουν τα φορολογικά αδικήματα, θα πρέπει εν προκειμένω να θεωρηθεί ότι διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά περιλαμβάνουν και τα εν λόγω αδικήματα, στο μέτρο που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι υπάγονται στην έννοια των αδικημάτων που προβλέπονται από αυτές. Υπάρχει, πάντως, και μια διεθνής σύμβαση για τη διαφθορά, αυτή του ΟΗΕ, η οποία κάνει ρητή αναφορά στο θέμα:

«Τα κράτη μέρη δεν μπορούν να απορρίψουν αίτημα έκδοσης αποκλειστικά και μόνο επειδή το αδίκημα θεωρείται ότι αφορά και φορολογικά θέματα»[27].

Αυτή η ρύθμιση της Σύμβασης του ΟΗΕ φαίνεται να δείχνει ότι επιτρέπεται στα κράτη μέρη να αρνηθούν την έκδοση όταν το αδίκημα αφορά μόνο φορολογικά θέματα. Αν το αδίκημα περιλαμβάνει και άλλου είδους θέματα, για τα οποία επιβάλλεται η έκδοση, τότε η ύπαρξη φορολογικού αδικήματος δεν μπορεί να παρεμποδίσει την έκδοση, με την προϋπόθεση ασφαλώς του σεβασμού της αρχής της ειδικότητας.

  1. Λόγοι που συντελούν στην απόρριψη του αιτήματος έκδοσης

(α) Η αρχή του «διπλού αξιοποίνου (ή της διπλής εγκληματικότητας)[28]

Η αρχή αυτή, που θεωρείται θεμελιώδης στο δίκαιο της έκδοσης, σημαίνει ότι για να πραγματοποιηθεί η έκδοση θα πρέπει το αδίκημα (εν προκειμένω της διαφθοράς) να τιμωρείται από τη νομοθεσία των ενδιαφερόμενων κρατών[29]. Αυτή η αρχή υιοθετείται συνήθως από τις εθνικές νομοθεσίες και τις διμερείς συμβάσεις έκδοσης[30]. Από τις διεθνείς συμβάσεις κατά της διαφθοράς, η εν λόγω αρχή μνημονεύεται στις δύο από τις τέσσερις. Στη μεν Σύμβαση ΟΟΣΑ, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται υποχρεωτικά[31]. Στη Σύμβαση όμως του ΟΗΕ, τίθεται μεν ο κανόνας του διπλού αξιόποινου[32], συμπληρώνεται όμως με τη διάταξη σύμφωνα με την οποία

«Κατ’ απόκλιση … κράτος μέρος η νομοθεσία του οποίου το επιτρέπει, μπορεί να εγκρίνει την έκδοση προσώπων … τα οποία δεν τιμωρούνται βάσει της δικής του εσωτερικής νομοθεσίας»[33].

Στις υπόλοιπες δύο διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά δεν υπάρχει καμιά πρόβλεψη και, κατά συνέπεια, το ζήτημα θα αντιμετωπισθεί βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας ή των διεθνών συμβάσεων έκδοσης.

Αυτό μνημονεύεται ρητώς στην Ποινική Σύμβαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία

«Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο του Μέρους-αποδέκτη του αιτήματος ή από τις ισχύουσες συνθήκες Έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τους οποίους το Μέρος-αποδέκτης μπορεί να αρνηθεί την έκδοση».[34]

Όσον αφορά, τέλος, τη Σύμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν περιλαμβάνει αντίστοιχη σχετική διάταξη, προβλέπει όμως ότι κάθε κράτος μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η συμπεριφορά που αναφέρεται στην παραγρ. 1 συνιστά ποινικό αδίκημα[35]. Με τον τρόπο αυτό, το διπλό αξιόποινο ισχύει ανάμεσα σε όλα τα κράτη μέρη.

Η διαφοροποίηση της Σύμβασης του ΟΗΕ από την απόλυτη εφαρμογή της αρχής του διπλού αξιόποινου αποτελεί μέρος μιας γενικότερης τάσης, τα τελευταία χρόνια, περιορισμού του χαρακτήρα αυτού. Βλ. λ.χ. το Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης (1978) σε σχέση με τα φορολογικά αδικήματα, το άρθρο 63 της Σύμβασης Schengen, όπου ήρθη μερικώς η αρχή αυτή, στη Σύμβαση για τη βελτίωση της έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1996) και, ιδιαίτερα, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, όπου η αρχή του διπλού αξιόποινου καταργείται για σειρά αδικημάτων[36].

(β) Η έκδοση υπηκόου του εκζητούμενου κράτους ή τρίτου κράτους

Παρ’ ότι, κατ’ αρχήν, κάθε κράτος μπορεί να προβεί στην έκδοση υπηκόου του σ’ ένα άλλο κράτος, παραδοσιακά τα κράτη δεν τον εκδίδουν[37]. Αυτό αφορά κυρίως τα ευρωπαϊκά κράτη[38], ενώ αυτό δεν ισχύει λ.χ. στις ΗΠΑ[39], παρ’ όλο που αυτή η θέση μετριάζεται από το γεγονός ότι ναι μεν το μεγαλύτερο μέρος των διμερών συμβάσεων έκδοσης της χώρας αυτής προβλέπει τη μη-υποχρέωση έκδοσης υπηκόων[40], αλλά σε άλλες περιπτώσεις οι συμβάσεις αφήνουν το θέμα της έκδοσης στη διακριτική ευχέρεια των κρατών. Αυτό έχει γίνει κατόπιν επιμονής των άλλων κρατών[41].

Όσον αφορά την Ελλάδα, όλες οι διμερείς συμβάσεις έκδοσης που έχει συνάψει καθιερώνουν την αρχή της άρνησης έκδοσης των ημεδαπών, ενώ αυτό γίνεται δεκτό και στο πλαίσιο της ποινικής δικονομίας σε περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική διεθνής σύμβαση[42]. Στη δε Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, μέρος στην οποία είναι η Ελλάδα, προσδιορίζεται ότι το συμβαλλόμενο μέρος έχει ευχέρεια άρνησης έκδοσης των υπηκόων του[43].

Η αντιμετώπιση αυτή της έκδοσης υπηκόων του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση έλκει την καταγωγή της στην αρχαιότητα[44]. Στη σύγχρονη εποχή έχει γίνει αντικείμενο έντονης κριτικής από τη θεωρία[45], στη βάση του ότι αποτελεί εκδήλωση μιας αλληλεγγύης “mal placée” του κράτους απέναντι στους υπηκόους του[46]. Αλλά, ενώ θεωρήθηκε ότι αυτή η κατάσταση θα καταργηθεί προοδευτικά, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κράτη με ειδικούς δεσμούς, όπως μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ[47], πραγματοποιήθηκε τελικά με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.

Το ζήτημα της έκδοσης υπηκόων αποτελεί αντικείμενο όλων των διεθνών συμβάσεων για τη διαφθορά. Έτσι, η Σύμβαση του ΟΗΕ θεσπίζει ότι:

«Το Κράτος Μέρος στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται ο φερόμενος ως δράστης αν δεν εκδώσει το πρόσωπο αυτό για έγκλημα για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι υπήκοός του, μετά από αίτημα του Κράτους Μέρους που ζητά την έκδοση, υποχρεούται να διαβιβάσει την υπόθεση χωρίς καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές του με σκοπό τη δίωξη».

Την ίδια, κατ’ ουσίαν, ρύθμιση υιοθετούν και οι τρεις άλλες συμβάσεις[48]. Και οι τέσσερις διεθνείς συμβάσεις προϋποθέτουν ότι το κράτος του οποίου ο εκζητούμενος είναι υπήκοος δεν έχει υποχρέωση έκδοσής του. Το θέμα της έκδοσης εξαρτάται, επομένως, αποκλειστικά από την εσωτερική νομοθεσία του κράτους ή από τις διμερείς συμβάσεις έκδοσης.

Από την άλλη πλευρά, όλες οι διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της ατιμωρησίας των αδικημάτων της διαφθοράς, προβλέπουν την υποχρέωση της εκδίκασης της υπόθεσης από τα δικαστήρια του κράτους της ιθαγένειας[49]. Υπάρχει μεταξύ τους μία διαφορά: στη μεν Σύμβαση του ΟΗΕ η δίωξη ασκείται μετά από αίτηση του εκζητούντος κράτους, ενώ στις τρεις άλλες συμβάσεις το κράτος, από το οποίο ζητείται η έκδοση, έχει αυτοτελή υποχρέωση να προβεί στη σχετική δίωξη.

Δύο περαιτέρω ζητήματα μπορεί να προκύψουν σε σχέση με την έκδοση υπηκόου. Πρώτο, σε όλες τις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά το κράτος έχει την υποχρέωση να προβεί στη δίωξη αποκλειστικά και μόνο όταν αυτό γίνεται επειδή ο εκζητούμενος είναι υπήκοός του[50]. Αυτό σημαίνει ότι αν η απόρριψη της αίτησης έκδοσης έχει γίνει και για άλλο λόγο, τότε δεν υπάρχει υποχρέωση άσκησης της δίωξης. Πράγματι, έχει διαπιστωθεί στην πράξη ότι ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη αρνούνται να ασκήσουν τη δίωξη όταν δεν συντρέχει ο όρος του «διπλού αξιόποινου» για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν σε άλλο κράτος[51].

Ένα δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με τον προσδιορισμό του όρου «υπήκοος». Το θέμα αυτό, που έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στη θεωρία[52] και στις εθνικές νομολογίες[53], δεν έχει θιγεί στις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά, πλην της Σύμβασης της Ε.Ε. που προβλέπει ότι ο όρος «υπήκοος» ερμηνεύεται σύμφωνα με οποιαδήποτε δήλωση κάνει το συγκεκριμένο κράτος και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης[54],[55].

Ένα τελευταίο σημείο που έχει σχέση με την (μη) έκδοση υπηκόου είναι αυτό που αφορά την έκδοση όχι για λόγους εκδίκασης του αδικήματος της διαφθοράς, αλλά για την εκτέλεση καταδίκης. Πάλι, μόνο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τη διαφθορά ανευρίσκουμε σχετική διάταξη –προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία–, σύμφωνα με την οποία:

«Αν η έκδοση, που ζητείται για την εκτέλεση μιας καταδίκης, απορριφθεί επειδή ο καταζητούμενος είναι υπήκοος του Κράτους Μέρους, από το οποίο ζητείται η έκδοση, το Κράτος Μέρος αυτό, αν το επιτρέπει η εσωτερική νομοθεσία του και σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτής της νομοθεσίας, μετά από αίτηση του αιτούντος Κράτους Μέρους, εξετάζει το ενδεχόμενο εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε, βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας του αιτούντος Κράτους Μέρους ή του υπολοίπου αυτής» (άρθρο 44 παρ. 13).

  1. Ο τόπος τέλεσης του αδικήματος

Από τις διμερείς συμβάσεις έκδοσης της Ελλάδας, οι μεν παλαιότερες προέβλεπαν ότι ο εκζητούμενος πρέπει να έχει τελέσει το αδίκημα της διαφθοράς στο έδαφος του αιτούντος κράτους[56], ενώ οι νεώτερες, χωρίς να απομακρύνονται από τον κανόνα αυτό, ακολουθούν, ενίοτε, πιο ευλύγιστες ρυθμίσεις[57]. Οι διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά παραμένουν σιωπηλές, γεγονός που δείχνει ότι το αδίκημα της διαφθοράς χρειάζεται κατ’ αρχήν να έχει τελεσθεί στο έδαφος του αιτούντος κράτους, πλην διαφορετικής ρύθμισης των ισχυουσών διμερών συμβάσεων έκδοσης.

(5) Το ζήτημα της βαρύτητας της ποινής

Δεδομένου ότι η έκδοση συνιστά ένα βαρύ μηχανισμό, που συνεπάγεται έξοδα και για τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη, είναι εύλογο να εφαρμόζεται στις σχετικά βαριές ποινές[58]. Το ζήτημα αυτό θίγεται στη Σύμβαση του ΟΗΕ ως εξής:

«Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία του Κράτους Μέρους από το οποίο ζητείται αυτή, ή τις ισχύουσες συνθήκες έκδοσης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι προϋποθέσεις που αφορούν την απαίτηση ελάχιστης ποινής […]) (άρθρο 44 παρ. 8).

Την ίδια περίπου ρύθμιση υιοθετούν και άλλες δύο διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά (Ποινική Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης και Σύμβαση του ΟΟΣΑ)[59]. Μόνο η Σύμβαση της Ε.Ε. δεν περιλαμβάνει σχετική ρύθμιση.

Όσον αφορά την Ελλάδα, η νομοθεσία της δεν αναφέρεται στο θέμα αυτό, οπότε θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των διμερών ή πολυμερών συμβάσεων έκδοσης που τη δεσμεύουν. Οι νεώτερες διμερείς συμβάσεις ακολουθούν, κατά κανόνα, τη ρύθμιση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, σύμφωνα με την οποία

«Έκδοσις ενεργείται διά πράξεις κολασίμους υπό των νόμων του αιτούντος Μέρος και του μέρους παρ’ ού αιτείται η έκδοσις, αίτινες τιμωρούνται διά ποινής στερήσεως της ελευθερίας ή διά μέτρου ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή αυστηροτέρας ποινής. Οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη εις ποινήν ή υπεβλήθη μέτρον ασφαλείας εις το έδαφος του αιτούντος Μέρους, η επαγγελθείσα κύρωσις δέον να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ’ ελάχιστον όριον» (άρθρο 2 παρ. 1).

Όσον αφορά την Ελλάδα, οι διμερείς συμβάσεις έκδοσης απαιτούν την τιμωρία και στις δύο ενδιαφερόμενες χώρες[60]. Προβλήματα πάντως μπορούν να δημιουργηθούν ως προς το θέμα του ύψους της ποινής ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης και στις διμερείς συμβάσεις έκδοσης. Και, αν μεν πρόκειται για διμερείς συμβάσεις προγενέστερες της Ευρωπαϊκής υπάρχει η δυνατότητα διατύπωσης επιφύλαξης[61]. Για τις μεταγενέστερες, όμως, διμερείς συμβάσεις[62] ισχύει ο γενικότερος κανόνας της υπεροχής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης.

Πάντως, ένα πρόσθετο ζήτημα που αφορά τη βαρύτητα της ποινής, μπορεί να προκύψει από το γεγονός ότι η μεν έκδοση, σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, να καθορίζει ότι η ποινή που μπορεί να επιβληθεί για συγκεκριμένο αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει ένα όριο, αλλά η δικαστική εξουσία να θεωρεί ότι δεν δεσμεύεται από τις «εγγυήσεις» που έχουν δοθεί από την εκτελεστική εξουσία του αιτούντος κράτους[63]. Στην περίπτωση αυτή, και για να μη δημιουργηθεί διεθνής ευθύνη του εν λόγω κράτους[64], η μόνη δυνατότητα που έχει είναι να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα χάριτος[65].

  1. IV. Οι κανόνες δικονομικού χαρακτήρα

Στις γραμμές που ακολουθούν θα γίνει σύντομη αναφορά σε ορισμένα θέματα δικονομικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά, και, πιο εκτεταμένα, θα αναλυθεί το ζήτημα τις παράδοσης του προϊόντος του εγκλήματος διαφθοράς.

  1. Διάφορες διατάξεις δικονομικού χαρακτήρα

(α) Έκδοση και επιστροφή του εκζητουμένου

Συμβαίνει μερικές φορές το κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση να υποβάλει την έκδοση σε ορισμένους όρους[66] και ιδιαίτερα στην επανέκδοση του εκζητουμένου στο κράτος αυτό ή σε άλλο κράτος. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται τις διμερείς συμβάσεις έκδοσης[67], τόσο τις Ελλάδας όσο και άλλων χωρών, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης (άρθρο 19).

Από τις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά μόνο η Σύμβαση του ΟΗΕ περιλαμβάνει σχετική διάταξη:

«Όταν ένα Κράτος Μέρος μπορεί, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του, να εκδώσει ή να παραδώσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο έναν από τους υπηκόους του με την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό θα επιστραφεί σ’ αυτό για να εκτίσει την ποινή που θα επιβληθεί ως αποτέλεσμα της δίκης ή της διαδικασίας, για την οποία ζητήθηκε η έκδοση ή παράδοσή του και το εν λόγω Κράτος Μέρος και το Κράτος Μέρος που ζήτησε την έκδοση συμφωνήσουν για την επιλογή αυτή και τους άλλους όρους που θεωρούν κατάλληλους, η εν λόγω έκδοση ή παράδοση υπό όρους είναι επαρκής για την εκπλήρωση της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παρ. 11 του παρόντος άρθρου» (άρθρο 44 παρ. 12).

Όσον αφορά την επανέκδοση σε τρίτο κράτος, ενώ το θέμα αυτό αντιμετωπίζεται από τις διμερείς συμβάσεις έκδοσης[68] και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης[69], η παραπάνω διατύπωση της Σύμβασης του ΟΗΕ δείχνει ότι δεν καλύπτει παρόμοια δυνατότητα.

(β) Η συρροή εγκλημάτων

Υπάρχει περίπτωση το πρόσωπο για το οποίο υποβάλλεται η αίτηση έκδοσης να έχει διαπράξει περισσότερες εγκληματικές πράξεις, ορισμένες από τις οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της έκδοσης, όπως λ.χ. επειδή προβλέπονται μικρές ποινές. Πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα αυτό; Στην εσωτερική νομοθεσία δεν υπάρχει συνήθως σχετική ρύθμιση. Στις διμερείς όμως συμβάσεις έκδοσης προβλέπεται ότι μπορεί να χωρήσει έκδοση ακόμα και για τα αδικήματα αυτά[70]. Από τις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά μόνο η Σύμβαση του ΟΗΕ περιέχει σχετική πρόβλεψη:

«Αν η αίτηση έκδοσης περιλαμβάνει περισσότερα από ένα συρρέοντα αδικήματα από τα οποία για ένα τουλάχιστον χωρεί έκδοση σύμφωνα με το παρόν άρθρο και ορισμένα από τα οποία δεν επιτρέπεται η έκδοση, λόγω της διάρκειας της στερητικής ελευθερίας της ποινής, αλλά συνδέονται με εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, το Κράτος Μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση μπορεί να εφαρμόσει το παρόν άρθρο και για τα εγκλήματα αυτά» (άρθρο 44 παρ. 3).

Πάντως, όπως έχει παρατηρηθεί, παρόμοιες διατάξεις δεν αφορούν την περίπτωση όπου ανάμεσα στις κατά συρροή πράξεις περιλαμβάνεται και μία που συνιστά πολιτικό έγκλημα, ενώ, εξάλλου, θα πρέπει απαραιτήτως να καλύπτεται και η αρχή του «διπλού αξιοποίνου».

(γ) Η προσωρινή σύλληψη και κράτηση

Και για το θέμα αυτό δεν γίνεται μνεία στις διεθνείς συμβάσεις για τη διαφθορά, πλην αυτής του ΟΗΕ:

«Τηρώντας τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας του και τις συνθήκες έκδοσης το Κράτος Μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση, μπορεί, αν πειστεί ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν και είναι επείγουσες και μετά από αίτηση του αιτούντος Κράτους Μέρους [μπορεί] να θέσει το πρόσωπο, του οποίου ζητείται η έκδοση και το οποίο είναι παρόν στην επικράτειά του, υπό κράτηση ή θα λάβει άλλα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την παρουσία του στη διαδικασία έκδοσης» (άρθρο 44 παρ. 10).

Όσον αφορά τις διμερείς συμβάσεις έκδοσης της Ελλάδας[71], αυτές περιλαμβάνουν, στην πλειονότητά τους, σχετική ρύθμιση, που προβλέπει αίτηση προς τούτο του αιτούντος την έκδοση κράτους, τη διάρκεια της κράτησης –συνήθως 30 ημερών συν 15 ημέρες παράταση μετά αίτηση– (ενώ η Ευρωπαϊκή Σύμβαση προβλέπει 18 ημέρες από τη σύλληψη και σε κάθε περίπτωση όχι πάνω από 40 ημέρες)[72]. Το αν πρόκειται για επείγουσα περίπτωση θα το κρίνει το αιτούν κράτος, αλλά η τελική απόφαση ανήκει στη διακριτική ευχέρεια τού προς ό η αίτηση κράτους. Θα πρέπει, πάντως, να παρατηρηθεί ότι αυτή η διακριτική ευχέρεια δεν είναι απόλυτη, με την έννοια ότι δεν επαφίεται πλήρως στα πολιτικά όργανα του κράτους να αποφασίσουν, αλλά εφαρμόζεται και η εσωτερική νομοθεσία του.

Τέλος, ενώ ορισμένες διμερείς συμβάσεις έκδοσης της Ελλάδας[73], η σύλληψη του εκζητουμένου μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σχετικό αίτημα του αντισυμβαλλόμενου κράτους, εφόσον υπάρξει γνώση ότι το εν λόγω πρόσωπο διέπραξε στο έδαφός του έγκλημα για το οποίο χωρεί έκδοση, αυτό δεν καλύπτεται από τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τη διαφθορά.

(δ) Η παράδοση αντικειμένων

Το θέμα αυτό αφορά αντικείμενα που έχουν σχέση με την ποινική υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έκδοσης. Οι ρυθμίσεις για το θέμα αυτό έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά τα αδικήματα διαφθοράς, γιατί τα χρήματα-προϊόν της πράξης διαφθοράς είναι χρήσιμο να επιστραφούν.

Όλες οι διμερείς συμβάσεις έκδοσης της Ελλάδας[74], αλλά και άλλων χωρών[75], περιλαμβάνουν σχετικές διατάξεις.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι

«Τα αντικείμενα τα προφανώς εκ της πράξεως του αδικήματος προερχόμενα […] παραδίδονται εις το συμβαλλόμενο Μέρος […]. 2. Τα δικαιώματα τρίτων επί των αντικειμένων, άτινα παρεδόθησαν εις το έτερον των συμβαλλομένων Μερών, διατηρούνται εν ισχύι. Μετά το πέρας της ποινικής διώξεως ταύτα επιστρέφονται εις το συμβαλλόμενον Μέρος, παρ’ ού απεστάλησαν ίνα παραδοθούν εις τους δικαιούχους».

Αλλά και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης περιλαμβάνει σχετικές ρυθμίσεις:

«1. Επί τη αιτήσει του αιτούντος Μέρους το Μέρος προς ό υπεβλήθη η αίτησις θέλει κατάσχει εν ώ μέτρω επιτρέπεται υπό της νομοθεσίας τούτου και παραδώσει τα αντικείμενα α) άτινα δύνανται να χρησιμεύσωσιν ως πειστήρια, β) άτινα προερχόμενα εκ της παραβάσεως, ευρίσκονται εις την κατοχήν του καταζητουμένου κατά την σύλληψιν αυτού ή ήθελον ανακαλυφθή μεταγενεστέρως. 2) Η παράδοσις των αντικειμένων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου θέλει πραγματοποιηθή και εις ήν έτι περίπτωσιν δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθή η ήδη χορηγηθείσα έκδοσις λόγω επισυμβάντος θανάτου, ή αποδράσεως του καταζητουμένου. 3. Εφ’ όσον τα εν λόγω αντικείμενα υπόκεινται εις κατάσχεσιν ή δήμευσιν εις το έδαφος του Μέρους παρ’ ού ζητείται η έκδοσις, το τελευταίον τούτο μέρος δύναται να κρατήση προσωρινώς ή να τα παραδώσει υπό τον όρον επιστροφής, επί τω σκοπώ διεξαγωγής ποινικής διαδικασίας. 4. Πάντως επιφυλάσσονται τα δικαιώματα άτινα το Μέρος εις ό υπεβλήθη η αίτησις ή τρίτος είχον ή ήθελον αποκτήσει επί των εν λόγω αντικειμένων. Εφ’ όσον θα υφίστανται τοιαύτα δικαιώματα, μετά το πέρας της δικης, τα αντικείμενα θέλουσιν αποδοθή το ταχύτερον και ανεξόδως προς το Μέρος παρ’ ού εζητήθησαν» (άρθρο 20).

Έτσι, η Σύμβαση υιοθετεί τον κανόνα της αυτονομίας της παράδοσης αντικειμένων, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με την έκδοση καθεαυτή, δηλαδή αυτή η παράδοση θα γίνεται ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η έκδοση έχει χορηγηθεί, αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εξαιτίας του θανάτου ή της απόδρασης του εκζητούμενου[76].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν εν προκειμένω οι ρυθμίσεις της Σύμβασης του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς, δεδομένου ότι η επιστροφή (ανάκτηση) του προϊόντος της διαφθοράς έχει ιδιαίτερη σημασία. Όπως και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, έτσι και στη Σύμβαση του ΟΗΕ οι κανόνες για την παράδοση του προϊόντος της διαφθοράς έχουν μια αυτοτέλεια, μπορούν δηλαδή να εφαρμοστούν ανεξάρτητα από το αν έχει χορηγηθεί έκδοση[77]. Συγκεκριμένα:

(α) Κάθε κράτος μέρος λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με τη Σύμβαση ή της περιουσίας που η αξία της αντιστοιχεί στην αξία των εν λόγω προϊόντων[78].

(β) Κάθε κράτος μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιτρέπει τη δήμευση (της περιουσίας ξένης προέλευσης) χωρίς ποινική καταδίκη σε περιπτώσεις όπου ο δράστης δεν μπορεί να διωχθεί λόγω θανάτου, φυγής ή απουσίας ή σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις[79].

Μετά από αίτηση που υπέβαλε άλλο Κράτος Μέρος που έχει δικαιοδοσία επί εγκλήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, λαμβάνει τα μέτρα για να εντοπίσει, να ανιχνεύσει και να παγώσει ή να κατάσχει προϊόν εγκλήματος, περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων οργάνων τέλεσης εγκλήματος που αναφέρονται στο άρθρο 31 παρ. 1 της παρούσας Σύμβασης με σκοπό την τελική δήμευση που θα διαταχθεί είτε από το αιτούν Κράτος Μέρος είτε, σύμφωνα με αίτηση βάσει της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, από το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση[80].

Επιστροφή και διάθεση περιουσιακών στοιχείων

  1. Η περιουσία που δημεύτηκε από Κράτος Μέρος σύμφωνα με το άρθρο 31 ή 55 της παρούσας Σύμβασης διατίθεται, ακόμη και με την επιστροφή στους προηγούμενους νόμιμους ιδιοκτήτες της, σύμφωνα με την παρ. 3 του παρόντος άρθρου από το εν λόγω Κράτος Μέρος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης και της εσωτερικής του νομοθεσίας. […].
  2. Σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 55 της παρούσας Σύμβασης και τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, το Κράτος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση:

(α) Στην περίπτωση κατάχρησης δημόσιων κεφαλαίων ή νομιμοποίησης εσόδων από κατάχρηση δημόσιων κεφαλαίων, όπως αναφέρονται στα άρθρα 17 και 23 της παρούσας Σύμβασης όταν η δήμευση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 55 και βάσει οριστικής απόφασης του αιτούντος Κράτους Μέρους απαίτηση από την οποία μπορεί να παραιτηθεί το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, θα επιστρέφει τη δημευθείσα περιουσία στο αιτούν Κράτος Μέρος[81].

(β) Στην περίπτωση προϊόντος άλλου εγκλήματος που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση όταν η δήμευση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 55 της παρούσας Σύμβασης και βάσει οριστικής απόφασης του αιτούντος Κράτους Μέρους απαίτηση από την οποία μπορεί να παραιτηθεί το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, οφείλει να επιστρέψει την δημευθείσα περιουσία στο αιτούν Κράτος Μέρος όταν το τελευταίο αποδείξει εύλογα την προηγούμενη ιδιοκτησία του προς το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, ή όταν το ίδιο το Κράτος Μέρος αναγνωρίζει αποζημίωση από αιτούν Κράτος Μέρος ως βάση επιστροφής της δημευθείσας περιουσίας[82].

(γ) Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δίνει προτεραιότητα στην επιστροφή δημευθείσας περιουσίας στο αιτούν Κράτος Μέρος, στην επιστροφή της περιουσίας αυτής στους προηγούμενους νόμιμους ιδιοκτήτες της ή στην αποζημίωση των θυμάτων του εγκλήματος[83].

  1. IV. Συμπεράσματα

Οι συμφωνίες (διμερείς ή πολυμερείς) για την έκδοση απέκτησαν στο παρελθόν μια ιδιαίτερη σημασία σχετικά με τα ποινικά αδικήματα που συνδέονται με πολιτικές καταστάσεις. Η ανάδυση της παγκοσμιοποίησης από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη αντιμετώπισης των αδικημάτων διαφθοράς μέσω των διεθνών συμβάσεων καταπολέμησης της διαφθοράς, οι οποίες περιέλαβαν διατάξεις για το θέμα, με προεξάρχουσα τη Σύμβαση του ΟΗΕ.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των διεθνών συμβάσεων καταπολέμησης της διαφθοράς είναι ότι βασίζονται, επί πλέον των εθνικών νομοθεσιών, στις διμερείς συμβάσεις για την έκδοση και στον ευρωπαϊκό χώρο, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης. Είναι γεγονός ότι στις τρεις από τις τέσσερις εξεταζόμενες διεθνείς συμβάσεις (ΟΟΣΑ, Ποινική Σύμβαση Συμβουλίου της Ευρώπης, Ε.Ε.) οι αυτοτελείς ρυθμίσεις της είναι μάλλον περιορισμένες, αποβλέποντας απλώς στο να ρυθμίζουν ορισμένα επί μέρους ζητήματα. Μόνο η Σύμβαση του ΟΗΕ είναι αναλυτικότερη και επικεντρώνεται σε μία σειρά από ζητήματα που δεν ανευρίσκουμε στις υπόλοιπες διμερείς συμβάσεις έκδοσης.

Φαινόμενο που θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι στοχεύει στο να δημιουργήσει ένα οικουμενικότερο καθεστώς για το θέμα της έκδοσης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για ένταξη σ’ αυτό μεγάλου αριθμού κρατών, και ιδιαίτερα των αναπτυσσόμενων. Αυτό εξηγεί εξάλλου το ότι οι άλλες διεθνείς συμβάσεις καταπολέμησης της διαφθοράς που αφορούν τις αναπτυγμένες χώρες –και ιδιαίτερα αυτές του ευρωπαϊκού χώρου– δεν χρειάζεται να επεκταθούν περισσότερο, στο βαθμό που τα περισσότερα προβλήματα αντιμετωπίζονται ήδη από τις διμερείς (ή και πολυμερείς) συμβάσεις έκδοσης.

Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική έννομη τάξη αποτελώντας μέρος σε όλες τις παραπάνω διεθνείς συμβάσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση έκδοσης, αλλά και έχοντας συνάψει ένα σημαντικό αριθμό διμερών συμβάσεων έκδοσης, διαθέτει έτσι τα απαραίτητα εργαλεία στην καταπολέμηση του αδικήματος της διαφθοράς.

* Ομότιμος καθηγητής Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

  1. Βλ. σχετικά A. Sayed, Sur la règle odieuse dans le commerce international : le cas de la corruption, Revue Belge de Droit International, 2003, σ. 96, υποσημ. (11). D. Tarullo, The limits of institutional design: implementing the OECD antibribery Convention, Virginia Journal of International Law, 2004, σ. 674 επ.
  2. Σύμβαση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας (17.12. 1997), τέθηκε σε ισχύ στις 15.2.1999. Κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2656/ 1998 (ΦΕΚ Α΄ 265/1.12.1998).
  3. Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της διαφθοράς (31.10.2003), τέθηκε σε ισχύ στις 14.12.2005. Κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 3666/2008 (ΦΕΚ Α΄ 113/18.6.2008).
  4. Για μια γενική εποπτεία του θέματος, βλ. Α. Μπρεδήμα, Διεθνείς ρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, στο: Η. Σαγκουνίδου-Δασκαλάκη (εκδ.), Η Διαφθορά και η καταπολέμησή της, Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Αθήνα 2013, σ. 11 επ., 23 επ.
  5. Σύμβαση Ποινικού Δικαίου περί διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης (27.1.1999), τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2002. Κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 3560/2007 (ΦΕΚ Α΄ 103/14.5.2007). Σύμβαση για θέματα Αστικού Δικαίου περί διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης (4.11.1999), τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2003. Κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2957/2001 (ΦΕΚ Α΄ 260/12.11. 2001).
  6. Η Σύμβαση αυτή περιλαμβάνει έναν αριθμό διατάξεων για την προληπτική καταπολέμηση της διαφθοράς (άρθρα 21-22). Βλ. και Α. Μπρεδήμα, όπ.π.
  7. Σύμβαση ΟΗΕ, άρθρο 44. Σύμβαση ΟΟΣΑ, άρθρο 10. Σύμβαση Ποινικού Δικαίου του ΣτΕ, άρθρο 27. Σημειωτέον ότι διάταξη για την έκδοση (άρθρο 8) περιλαμβάνεται στη Σύμβαση (της Ε.Ε.) περί καταπολεμήσεως της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (26.5.1997), τέθηκε σε ισχύ στις 28.9.2005. Κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2802/2000 (ΦΕΚ Α΄ 47/3.3.2000).
  8. Οι διμερείς συμβάσεις έκδοσης υπήρξαν πολυάριθμες μέχρι την υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, οπότε και μειώθηκαν αισθητά, τουλάχιστον μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Σημειωτέον ότι οι συμβάσεις αυτές προηγήθηκαν χρονικά, και μόνο στη συνέχεια –με την εξαίρεση της Μ. Βρετανίας– υιοθετήθηκαν σχετικές εθνικές νομοθεσίες. Βλ. D. Poncet, P. Gully-Hart, The European model, στο: M. Cherif Bassiouni (ed.), International Criminal Law, v. II, Procedure, N. York, 1986, σ. 466.
  9. Για παλαιότερα παραδείγματα εθνικών νομοθεσιών στο θέμα της έκδοσης, βλ. S. Bedi, Extradition in international law and practice, Rotterdam 1966, σ. 40 επ.
  10. Βλ. αναλυτικότερα Εμμ. Ρούκουνα, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Αθήνα 2010, σ. 39 επ.
  11. «Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας». Βλ. Εμμ. Ρούκουνα, όπ.π., σ. 45-46.
  12. Βλ. P.-M. Eisemann (dir.), L’intégration du droit international et communautaire dans l’ordre juridique national, The Hague 1996.
  13. Βλ. J. Crawford, The International Law Commission Articles on State responsibility, Cambridge 2002, σ. 95. Cf. Εμμ. Ρούκουνα, ό.π.
  14. Κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 4165/1961 (ΦΕΚ Α΄ 75).
  15. Άρθρο 28. Cf. Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, Οι διμερείς συμφωνίες εκδόσεως εγκληματιών από τις οποίες δεσμεύεται η Ελλάδα, Αθήνα 1983, σ. 235 επ., 237, όπου επισημαίνει ότι η λύση αυτή θα ήταν περιττή –τουλάχιστον για την Ελλάδα– στο βαθμό που το εσωτερικό δίκαιο προβλέπει την υπεροχή της μεταγενέστερης διεθνούς σύμβασης. Πάντως αυτό δεν είναι απόλυτο, λόγω του ότι υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: πρώτον, η περίπτωση ύπαρξης ομοιόμορφης νομοθεσίας περί εκδόσεως μεταξύ των μερών (ρύθμιση που αφορά ουσιαστικά μόνο τα Σκανδιναβικά κράτη), και δεύτερο η δυνατότητα των μερών να κάνουν επιφύλαξη με την οποία διατηρούν ένα ιδιαίτερο καθεστώς που τα συνδέει με άλλα κράτη μέρη. Για τις δύο αυτές εξαιρέσεις, βλ. D. Poncet, P. Gully-Hart, όπ.π., σ. 462-463 και υποσημ. (11).
  16. Άρθρο 27. Με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση αυτή προστέθηκαν, ως αδικήματα, η ενεργητική και παθητική δωροδοκία των εθνικών διαιτητών (άρθρα 2 και 3 του Πρωτοκόλλου), η δωροδοκία αλλοδαπών διαιτητών (άρθρο 4) και η δωροδοκία εθνικών και αλλοδαπών ενόρκων (άρθρα 5 και 6).
  17. Άρθρο 10, 1.
  18. Άρθρα 2 και 3. Εντούτοις, η εφαρμογή της Σύμβασης αυτής γίνεται με την επιφύλαξη των διατάξεων των συνθηκών για την Ε.Ε., του Πρωτοκόλλου για τα προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, των οργανισμών του Δικαστηρίου, καθώς και των κειμένων που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους, όσον αφορά την άρση των ασυλιών (άρθρο 4).
  19. Για την έννοια του πολιτικού αδικήματος, βλ. γενικότερα S. Luhet, Extradition reform: Executive discretion and judicial participation in the extradition of political terrorists, Cornell International Law Journal, 1982, σ. 251 επ. Δ. Χρυσικό, όπ.π., σ. 49 επ.
  20. Πράγματι, το αδίκημα της διαφθοράς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε ως «καθαρά πολιτικό έγκλημα» που στοχεύει την πολιτική οργάνωση του κράτους, χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου κοινού εγκλήματος· ούτε ως «σχετικό πολιτικό αδίκημα», (délit complexe), –δηλαδή κοινό έγκλημα συνδεδεμένο με πολιτικές πράξεις ή γεγονότα, με την έννοια των πολιτικών κινήτρων– γιατί είναι εξίσου απίθανο πράξη διαφθοράς να γίνεται με πολιτικό στόχο. Για τις παραπάνω έννοιες του πολιτικού εγκλήματος, βλ. Δ. Χρυσικό, Η έκδοση ως θεσμός του ποινικού δικαίου, Αθήνα 2003, σ. 53 επ.
  21. «Κράτος Μέρος που το επιτρέπει η νομοθεσία του, σε περίπτωση που χρησιμοποιεί την παρούσα Σύμβαση ως βάση έκδοσης, δεν θα θεωρήσει κανένα από τα εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ως πολιτικό έγκλημα» (άρθρο 44 παρ. 4).
  22. Πρόκειται για τη λεγόμενη «μεγάλη διαφθορά» (grand corruption), που απασχολεί ιδιαίτερα τη διεθνή πρακτική. Βλ. σχετικά M. Webster, Fifteen minutes of shame: the growing notoriety of grand corruption, Hastings International and Comparative Law Review, 2008, σ. 807 επ.
  23. Βλ. A. Huet, R. Koering-Joulin, Droit Pénal International, Paris, 1993, σ. 7.
  24. Άρθρο 14 παρ. 15.
  25. Η αντιμετώπιση αυτή κατακρίθηκε στη θεωρία στη βάση του ότι τα αδικήματα αυτά θίγουν το κοινωνικό σύνολο γενικότερα και θα είναι υπέρμετρα εγωιστικό όταν ένα κράτος αδιαφορεί για την προστασία των οικονομικών ενδιαφερόντων του άλλου κράτους. Βλ. Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σ. 123.
  26. S. Bedi, όπ.π., σ. 198 επ.
  27. Άρθρο 44 παρ. 16.
  28. Βλ. αναλυτικά, M. Cherif Bassiouni, International extradition: United States law and practice, 3d ed. N. York 1996, J. Hafen, International extradition: Issues arising under the dual criminality requirement, Brigham Young University Law Review, 1992, σ.191 επ., M. Tigar, The extradition requirement of double criminality in complex cases illustrating the rationale of extradition, Revue Internationale de Droit Pénal, 1991, σ. 163 επ., Δ. Χρυσικός, όπ.π., σ. 36 επ.
  29. Είναι αδιάφορο αν το αδίκημα χαρακτηρίζεται διαφορετικά από τις δύο έννομες τάξεις· αρκεί και στις δύο περιπτώσεις να θεωρείται ως «εκδόσιμο». Για μια εκτεταμένη συζήτηση για το πρόβλημα του νομικού χαρακτηρισμού του αδικήματος κατά την εφαρμογή του κανόνα του διπλού αξιόποινου, βλ. Δ. Χρυσικό, όπ.π., σ. 142 επ. Εντούτοις, μπορεί να προκύψουν προβλήματα σε σχέση λ.χ. με το τι σημαίνει απόπειρα ή πράξη συνέργειας που τιμωρούνται. Βλ. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π., σ. 360.
  30. Βλ. Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σ. 96.
  31. «Όπου ένα μέρος εξαρτά την έκδοση από την ύπαρξη διπλού αξιόποινου της πράξης, αυτός ο όρος θα θεωρείται ότι πληρούται εάν το αδίκημα, για το οποίο ζητείται η έκδοση, είναι μέσα στην έννοια του άρθρου 1 αυτής της Σύμβασης» (άρθρο 10 παραγρ. 3).
  32. Άρθρο 44 παρ. 1: «Το παρόν άρθρο ισχύει για τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση […] με την προϋπόθεση ότι το έγκλημα το οποίο ζητείται η έκδοση τιμωρείται βάσει της εγχώριας νομοθεσίας τόσο του αιτούντος Κράτους Μέρους όσο και του Κράτους Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση».
  33. Άρθρο 44 παραγρ. 2, i.
  34. Άρθρο 27 παραγρ. 4.
  35. Άρθρο 2 παραγρ. 2.
  36. Δ. Χρυσικός, όπ.π., σ. 44-46.
  37. G. Gilbert, Aspects of extradition law, Dordrecht 1991, σ. 98. Φυσικά, η δυνατότητα του κράτους να εκδώσει ή όχι υπήκοό του δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα, αλλά αυτό εξαρτάται, πρώτο από τη σχετική συνταγματική ρύθμιση και δεύτερο από τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει. Πάντως, απόλυτο χαρακτήρα έχει η αρχή της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών στην Αυστρία. Βλ. E. Palmer, The Austrian Law on extradition and mutual assistance in criminal matters, Washington 1983. Cf. την ανάλογη διάταξη του Κυπριακού Συντάγματος του 1960, σε: Δ. Χρυσικό, όπ.π., σ. 72 υποσημ. (123).
  38. Είναι πάντως χαρακτηριστική η περίπτωση του Γερμανικού Συντάγματος (άρθρο 16 παραγρ, 2), το οποίο δεν επιτρέπει την έκδοση Γερμανού υπηκόου. Όμως, η ρύθμιση αυτή άλλαξε το 2000 με το νόμο για την Αλλαγή του άρθρου 16 (ν. 29.11.2000), σύμφωνα με τον οποίο: «Νόμος μπορεί να προβλέπει την υιοθέτηση μέτρων για την έκδοση [Γερμανών πολιτών] σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνές δικαστήριο κατά παρέκκλιση [του Συντάγματος] εφόσον προστατεύονται οι βασικές αρχές του κράτους δικαίου».
  39. Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σ. 128. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ, καθώς και άλλες αγγλοσαξωνικές χώρες, υιοθετούν την απόλυτη αρχή της εδαφικότητας, δηλαδή ότι τα εν λόγω κράτη ασκούν ποινική εξουσία μόνο επί των πράξεων που διαπράχθηκαν στο έδαφός τους και όχι γι’ αυτές σε τρίτα κράτη.
  40. Βλ. λ.χ. τη διμερή σύμβαση Ελλάδας-ΗΠΑ, άρθρο 8.
  41. M. Cherif Bassiouni, όπ.π., (υποσημ. 28), σ. 135-136. Παρόμοια ευχέρεια υπάρχει και σε διμερείς συμβάσεις έκδοσης άλλων ηπειρωτικών κρατών, όπως λ.χ. της Γαλλίας, βλ. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π., σ. 357.
  42. Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σ. 135.
  43. Άρθρο 6 παραγρ. 1, α.
  44. A. Baltatzis, La non extradition des nationaux, Revue Hellénique de Droit International, 1960, σ. 201.
  45. Βλ. C. Lombois, Droit Pénal International, 2e éd. Paris, 1979, και ιδιαίτερα τους συγγραφείς στην υποσημ. (424).
  46. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π., σ. 355. Cf. για μια γενικότερη συζήτηση του θέματος, Δ. Χρυσικό, όπ.π., σ. 68 επ.
  47. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π.
  48. Άρθρο 44 παραγρ. 11.
  49. Άρθρο 8 παρ. 1 της Σύμβασης της Ε.Ε. Άρθρο 27 παρ. 1 της Ποινικής Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Άρθρο 10 παρ. 3 της Σύμβασης του ΟΟΣΑ. Την ίδια ρύθμιση υιοθετεί και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης (άρθρο 6 παρ. 2).
  50. Βλ. παραπάνω, κείμενο άρθρου 44 παραγρ. 11 Σύμβασης ΟΗΕ.
  51. G. Gilbert, όπ.π. (υποσημ. 37), σ. 98.
  52. Α. Baltatzis όπ.π., Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σ. 126 επ., Δ. Χρυσικό, όπ.π., σ. 68 επ. Cf. Ph. Heymann, Two models of national attitudes toward international cooperation in law enforcement, Harvard International Law Journal, 1990, σ. 99 επ.
  53. Βλ. αναλυτικότερα Δ. Χρυσικό, όπ.π., σ. 69-70.
  54. Άρθρο 8 παραγρ. 2.
  55. Άρθρο 6 παραγρ. 1 εδ. β΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης: «Έκαστον των Συμβαλλομένων Μερών διά δηλώσεώς του κατά την υπογραφήν ή την κατάθεσιν του κυρωτικού εγγράφου ή της προσχωρήσεως θα δύναται να καθορίση επί πλέον τον όρον ‘‘υπήκοος’’ υπό την έννοιαν του παρόντος Συμφώνου».
  56. Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σ. 7.
  57. Έτσι λ.χ. στη διμερή σύμβασης έκδοσης Ελλάδας-Μεξικού προβλέπεται ότι το αδίκημα πρέπει να έχει διαπραχθεί στα όρια της δικαιοδοσίας του άλλου Μέρους (άρθρο 1) (κυρώθηκε με το ν. 3288/2004, ΦΕΚ Α΄ 225). Από την άλλη πλευρά, στη διμερή σύμβαση έκδοσης μεταξύ Ελλάδας και Βραζιλίας προσδιορίζεται ότι η έκδοση δεν θα χορηγείται: (α) αν η αξιόποινη πράξη διαπράχθηκε στο έδαφος του Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, (β) αν η αξιόποινη πράξη διαπράχθηκε έξω από το έδαφος του αιτούντος Μέρους και στη νομοθεσία του Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν προβλέπεται δίωξη στην περίπτωση που το έγκλημα διαπράχθηκε έξω από το έδαφός του (άρθρο 3) (κυρώθηκε με το ν. 4168/2013, ΦΕΚ Α΄ 161). Την ίδια παραπάνω, υπό (β) ρύθμιση, υιοθετεί και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης (άρθρο 7).
  58. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π., σ. 366 επ., Κ. Μανωλοπούλου – Βαρβιτσιώτη, όπ.π., σ. 88 επ.
  59. Ποινική Σύμβαση του ΣτΕ, άρθρο 27 παραγρ. 4: «Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο του Μέρους αποδέκτη του αιτήματος ή από τις ισχύουσες συνθήκες έκδοσης». Cf., με διαφορετική διατύπωση, το άρθρο 10 παραγρ. 1 της Σύμβασης του ΟΟΣΑ.
  60. Βλ. τις συμβάσεις έκδοσης με Γιουγκοσλαβία (άρθρο 15 παραγρ. 1) και Ρουμανία (άρθρο 29).
  61. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π.
  62. Λ.χ. οι διμερείς συμβάσεις έκδοσης της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία προβλέπουν την έκδοση για αδικήματα που επισύρουν ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δύο ετών (άρθρα 48 παραγρ. 1 και 29 αντίστοιχα).
  63. Για ένα παράδειγμα (διμερής συμφωνία έκδοσης Γαλλίας-Αργεντινής) βλ. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π. σ. 422.
  64. Το κράτος υπέχει διεθνή ευθύνη για τις πράξεις όλων των επί μέρους εξουσιών, περιλαμβανομένης και της δικαστικής εξουσίας, βλ. Εμμ. Ρούκουνα, όπ.π. υποσημ. (10), σ. 433-434.
  65. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π. σ. 423.
  66. Παρόμοιοι όροι είναι η μη υποβολή σε τιμωρία αντίθετη με τη δημόσια τάξη, όπως λ.χ. η θανατική ποινή, ή η μη εκδίκαση από εξαιρετικό δικαστήριο.
  67. Ελλάδα-Βουλγαρία (άρθρο 43), Ελλάδα-Ουγγαρία (άρθρο 41), Ελλάδα – Πολωνία (άρθρο 40). Αυτή η προσωρινή έκδοση διαφέρει από την επανέκδοση, η οποία αφορά την περίπτωση όπου το άτομο έχει εκδοθεί και έχει εκφύγει της δικαιοσύνης του εκζητούντος κράτους και έχει επιστρέψει στο κράτος που το εξέδωσε. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται να επαναληφθεί η διαδικασία έκδοσης, χωρίς όμως να χρειάζεται να προσαχθούν όλα τα σχετικά έγγραφα. Η διαδικασία αυτή στοχεύει στο να δοθεί η δυνατότητα στο κράτος που εκδίδει να εξετάσει αν, στο διάστημα που μεσολάβησε, εμφανίστηκαν στοιχεία ικανά να εμποδίσουν την έκδοση (λ.χ. παραγραφή, αμνηστία κ.ά.). Βλ. Κ. Μανωλοπούλου-Βαρβιτσιώτη, ό.π., σ. 167.
  68. Βλ. συμβάσεις έκδοσης με Ρουμανία (άρθρο 33), Γιουγκοσλαβία (άρθρο 59), Πολωνία (άρθρο 42), Ουγγαρία (άρθρο 41) και Βουλγαρία (άρθρο 45): «Άνευ της συναινέσεως τού προς ό η αίτησις Συμβαλλομένου Μέρους, το εκδοθέν πρόσωπο δεν δύναται […] να παραδοθή εις τρίτον κράτος».
  69. Άρθρο 15.
  70. Μόνο μία ελληνική διμερής σύμβαση έκδοσης περιλαμβάνει σχετική ρύθμιση: «Εάν η αίτησις εκδόσεως αφορά εις πλείονα διαφορετικά εγκλήματα, έκαστον των οποίων τιμωρείται υπό του νόμου αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Μερών διά ποινών στερητικών της ελευθερίας, εκ των οποίων όμως τινά δεν πληρούν τον προβλεπόμενον εις τας παραγράφους 2 και 3 όρον, το προς ό η αίτησις Μέρος δύναται να προβή εις την έκδοσιν και διά τα τελευταία αυτά» (άρθρο 32 παραγρ. 5).
  71. Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία (άρθρο 54 παραγρ. 5), Ελλάδα-Βουλγαρία (άρθρο 40 παραγρ. 40-41), Ελλάδα-Ουγγαρία (άρθρο 38 παραγρ. 38-39), Ελλάδα – Πολωνία (άρθρα 37-38). Cf. Ελλάδα-Μ. Βρετανία ([1912] άρθρο 9), Ελλάδα-Γαλλία ([1906] άρθρο 10), Ελλάδα-Βουλγαρία ([1901] άρθρο 10).
  72. Άρθρο 18.
  73. Ελλάδα-Πολωνία (άρθρο 37 παραγρ. 2), Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία (άρθρο 54 παραγρ. 5), Ελλάδα-Ουγγαρία (άρθρο 38 παραγρ. 2), Ελλάδα- Βουλγαρία (άρθρο 40 παραγρ. 2).
  74. Ελλάδα-Βουλγαρία (άρθρο 53), Ελλάδα-Ουγγαρία (άρθρο 50), Ελλάδα-Πολωνία (άρθρο 51), Ελλάδα-Ρουμανία (άρθρο 41), Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία (άρθρο 61). Αλλά και οι παλαιότερες διμερείς συμβάσεις έκδοσης περιλάμβαναν αντίστοιχη ρύθμιση: Ελλάδα-ΗΠΑ (άρθρο 10), Ελλάδα-Μ. Βρετανία (άρθρο 16), Ελλάδα-Γαλλία (άρθρο 11), Ελλάδα-Βέλγιο (άρθρο 17).
  75. A. Huet, R. Koering-Joulin, όπ.π., σ. 417-418. S. Bedi, όπ.π., υποσημ. (9), σ. 160 επ.
  76. D. Poncet, P. Gully-Hart, όπ.π., υποσημ. (8), σ. 501.
  77. Βλ. για τους κανόνες αυτούς, Α. Μπρεδήμα, Η ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων προϊόντος του εγκλήματος της διαφθοράς σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, στο: Ν. Κουράκη, Α. Σαμαρά-Κρίσπη (επιμ.), όπ.π. (υποσημ. 6), σ. 99 επ.
  78. Άρθρο 31, παραγρ. 1, 4.
  79. Άρθρο 54, παραγρ. 1, 5.
  80. Άρθρο 55, παραγρ. 2.
  81. Άρθρο 57, παραγρ. 1.
  82. Άρθρο 57 παραγρ. 2, β.
  83. Άρθρο 57, παραγρ. 2, γ.