Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ευρώπη και ειδικότερα η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ

Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ευρώπη και ειδικότερα η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ*

Α. Πως φθάσαμε στο σημερινό πλέγμα συμβατικών κειμένων

  1. Η παγκοσμιοποίηση, παράλληλα με τα πλεονεκτήματά της, δημιούργησε και πολλές ευκαιρίες για διάπραξη αξιοποίνων μορφών συμπεριφοράς που επωφελούνται ακριβώς από τα πλεονεκτήματα αυτά. Η ανίχνευση και δίωξη των μορφών αυτών συμπεριφοράς από πολλά και ανεξάρτητα μεταξύ τους συστήματα αστυνομίας και ποινικής δικαιοσύνης των διαφόρων χωρών αντιμετωπίζει δυσκολίες διασυνοριακής συνεργασίας που ακολουθούν χρονοβόρες διαδικασίες. Η παραδοσιακή διεθνής συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις είχε χαρακτηριστικά διεθνούς σχέσης. Η σχέση του εκζητούντος κράτους με το εκζητούμενο προσδιοριζόταν από το διεθνές δίκαιο. Το εκζητούμενο κράτος είχε ευρεία ευχέρεια για την αποδοχή ή όχι ενός αιτήματος δικαστικής συνδρομής. Οι προϋποθέσεις του διπλού αξιοποίνου και της αμοιβαιότητας έδειχναν, ότι η διεθνή συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις παρεχόταν κατά περίπτωση μεταξύ κυριάρχων κρατών, και δεν ήταν αυτονόητη.
  2. Έχουν βέβαια δημιουργηθεί πριν από πολλές δεκαετίες διάφοροι τρόποι επίλυσης των δυσκολιών που συνεπάγονται οι προσπάθειες αντιμετώπισης των διασυνοριακών μορφών εγκληματικότητας. Αρχικά, συνήφθησαν διμερείς συμβάσεις έκδοση ς εγκληματιών και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, με τις οποίες περιοριζόταν η ευχέρεια των συμβαλλομένων κρατών για μη παροχή δικαστικής συνδρομής. Αργότερα, δημιουργήθηκαν πολυμερείς συμβάσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Εκδόσεως Εγκληματιών της 13-12-1957 και το από 20-4-1959 συμπλήρωμά της, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Αμoιβαίας Δικαστικής Συvδρoμής επί Πoιvικώv Υπoθέσεων, καθώς και τα δύο πρόσθετα πρωτόκολλά της. Ήδη όμως, λόγω της παγκοσμιοποίησης των δραστηριοτήτων των εγκληματιών και ιδίως των δυνατοτήτων που τους παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία, οι υπάρχουσες δυνατότητες και η έκταση διεθνούς συνεργασίας απέχουν πολύ από του να ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες της εγκληματικότητας και να αποτελούν επαρκές όπλο για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της.
  3. H διαπίστωση, ότι οι διωκτικές και δικαστικές αρχές κάθε κράτους αδυνατούν να αντιμετωπίσουν μόνες τους τη διασυνοριακή εγκληματικότητα

και την παγκοσμιοποίησή της δημιούργησε μια μαζική πίεση για δράση στον τομέα της αντεγκληματικής πολιτικής, η οποία παραμερίζει προοδευτικά τις επιφυλάξεις που στηρίζονται στην εθνική κυριαρχία. Ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΕΕ) γίνεται σημαντική προσπάθεια διεθνούς συνεργασίας για την ανίχνευση και δίωξη διασυνοριακών μορφών εγκληματικότητας. Έτσι, το ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο τείνει να αποτελέσει ένα σημαντικό πυλώνα της πολιτικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Εξάλλου, η προσπάθεια δημιουργίας στο πλαίσιο της ΕΕ νέων μορφών συνεργασίας και ανάπτυξης αυτών που υπάρχουν ήδη συνεχίζεται και με νέα συμβατικά κείμενα που επιδιώκουν να καλύψουν τα κενά και να επιλύσουν διάφορα προβλήματα που διαπιστώνονται από την πράξη. Μερικά από αυτά παρουσιάζονται στα παρακάτω.

Β. Οι Συνθήκες του Amsterdam και της Λισσαβόνας

  1. Σημαντικό σταθμό και θεσμικό θεμέλιο στην προσπάθεια δημιουργίας νέων μορφών συνεργασίας έθεσε η Συνθήκη του Amsterdam της 1-5-1999, διακηρύσσοντας (άρθρο 29), ότι σκοπός της ΕΕ είναι η δημιουργία ενός “χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης”. Τη διακήρυξη αυτή επανέλαβε και η Συνθήκη της Λισσαβόνας για τη Λειτουργία της ΕΕ της 13-12-2007 (παρακάτω: ΣΛΕΕ) στο άρθρο 3 παρ. ΙΙ. Στο δε άρθρο 67 παρ. ΙΙΙ της τελευταίας διευκρινίζεται η πολιτική αυτή, με την πρόβλεψη, ότι η ΕΕ την επιδιώκει με μέτρα που αποσκοπούν: 1) στην πρόληψη και καταπολέμηση της εγκληματικότητας, 2) στο συντονισμό και τη συνεργασία των οργάνων απονομής της δικαιοσύνης, 3) στην αμοιβαία αναγνώριση των ποινικών αποφάσεων και 4) ενδεχομένως, αν καταστεί αναγκαίο, και στη θέσπιση ελάχιστων κανόνων για την προσέγγιση των διαφόρων νομοθεσιών[1].
  2. Aπό τη θέση σε ισχύ της ΣΛΕΕ, η πρόθεση να αναμορφωθεί ριζικά η δικαστική συνδρομή στη βάση της αμοιβαίας αναγνώρισης έλαβε μια νέα βάση, επειδή η αρχή της αναγνώρισης στηρίζεται πλέον σε πρωτογενείς κανόνες δικαίου[2] που κατά την κοινή πεποίθηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Ευρωβουλής αποτελεί ήδη ένα βασικό δομικό στοιχείο της Συνθήκης. Η σημασία της αρχής αυτής είναι επαυξημένη, λόγω του ότι η αναγνώριση προηγείται της προσπάθειας για εναρμόνιση, που είναι μακρο- χρόνια και κοπιώδης και χρησιμοποιείται κυρίως για τη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης. Μια τέτοια σχέση προτεραιότητας μεταξύ εναρμόνισης και αναγνώρισης δεν είναι αυτονόητη και γι αυτό χρειαζόταν να τονιστεί, αφού ένας επαρκής βαθμός συμφωνίας του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου των διαφόρων κρατών είναι προφανώς απαραίτητη βάση για την αμοιβαία αναγνώριση, και όχι απλώς ένα μέσο διευκόλυνσης της ομαλότερης διαδρομής της[3]. Η νέα ρύθμιση θα πρέπει να προβλέπει επίσης αποτελεσματικές δυνατότητες δικαστικής προστασίας. Τέλος, πρέπει να προβλέπονται δυνατότητες άρνησης της συνδρομής, τουλάχιστον σε περιπτώσεις παράβασης γενικών ευρωπαϊκών νομικών αρχών, όπως της ασυλίας ή προνομίων που εμποδίζουν την εκτέλεση της ΕΕΕ, της βλάβης ουσιωδών συμφερόντων, της αντίθεσης στην αρχή ne bis in idem κλπ..
  3. Η ΣΛΕΕ ακολουθεί ρητά τις δομικές αρχές της συνεργασίας και του συντονισμού. Ήδη βέβαια, και πριν από την έναρξη της ισχύος της, τα κράτη-μέλη ακολουθούσαν μια τάση για συνεργασία με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων. Η αρχή αυτή, που ισχύει πλέον ρητά ως πρωτογενές Δίκαιο κατά το άρ. 82 Ι της ΣΛΕΕ, επιβάλλει να αναγνωρίζεται, βασικά χωρίς έρευνα, η ισχύς των αποφάσεων των εθνικών δικαστικών αρχών ενός κράτους μέλους από όλα τα άλλα κράτη-μέλη και να μπορούν οι αποφάσεις αυτές να παράγουν νομικά αποτελέσματα σε αυτά[4]. Μια πρώτη συνέπεια της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης είναι η διεθνής απαγόρευση της διπλής καταδίκης (ne bis in idem), που προβλέπεται στο άρθρο 54 της Συνθήκης για την Εφαρμογή της Συνθήκης του Schengen (παρακάτω: ΣΕΣ). Περαιτέρω σημαντικοί θεσμοί που απορρέουν από αυτήν την αρχή αποτελούν το Διεθνές Ένταλμα Σύλληψης (παρακάτω: ΔΕΣ) και η Ευρωπαϊκή Εντολή Αποδείξεων (παρακάτω: ΕΕΑ).
  4. Έτσι, στο σημερινό μωσαϊκό συμβατικών κειμένων που αφορούν ποινικές υποθέσεις και συνδέουν τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ περιλαμβάνονται:

1) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Εκδόσεως Εγκληματιών της 13-12-1957, και το από 20-4-1959 συμπλήρωμά της, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Αμοιβαίας Δικαστικής Συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων, καθώς και τα δύο πρόσθετα πρωτόκολλά της.

2) Τμήματα της Συνθήκης Schengen της 14 -6-1985.

3) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της 29-5-2000 για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις (ΑΔΣΠΥ/ΕΕ) και το πρόσθετο πρωτόκολλό της, που όμως δεν την έχει κυρώσει η Ελλάδα[5].

4) Η Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/JI της 13-6-2002 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.

5) Η Απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22/7/ 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην ΕΈ (ΕΑΔΠΑ).

6) Η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/978/ JI για την Ευρωπαϊκή Εντολή για τη συλλογή αντικειμένων, εγγράφων και στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕΣΑ).

7) H Oδηγία  2010/64/EU για το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης σε ποινικές διαδικασίες.

8) H Oδηγία 2012/13/EU για το δικαίωμα πληροφόρησης σε ποινικές διαδικασίες.

9) H Oδηγία 2013/48/EU για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο και το δικαίωμα επικοινωνίας των στερημένων της ελευθερίας τους.

10) Τέλος, σημαντικό σταθμό πρόκειται να αποτελέσει η Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-4-2014, περί Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις, η οποία πρόκειται να αρχίσει να ισχύει από την 22/5/2017 (βλ. πιο κάτω) (ΕΕΕ).

  1. Ειδικά, τη δικαστική συνεργασία στην συλλογή αποδείξεων σε ποινικές υποθέσεις αφορούσε αρχικά η Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/JI, του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003, για την Εκτέλεση Αποφάσεων Δέσμευσης Περιουσιακών Αντικειμένων ή Αποδεικτικών Στοιχείων στην ΕΕ (ΕΑΔΠΑ) με σκοπό την εξασφάλισή τους. Τα μέτρα όμως της Απόφασης αυτής αποτελούσαν ένα περιορισμένο βήμα προς την Ευρωπαϊκή συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις. Ίσως αυτό εξηγεί και το ότι μόνο μικρός αριθμός κρατών Μελών την επικύρωσαν και την έθεσαν σε εφαρμογή[6]. Στα κράτη αυτά δεν συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα[7].
  2. Εξάλλου, πριν ακόμη παρέλθει η προθεσμία για τη θέση σε ισχύ της ΕΑΔΠΑ, άρχισαν οι εργασίες για την καθιέρωση ενός νέου θεσμού με ευρύτερο περιεχόμενο και σκοπό[8]. Με την Απόφαση-Πλαίσιο αριθ. 2008/978/JI της 18ης Δεκεμβρίου 2008 για την Ευρωπαϊκή Εντολή Συλλογής Αποδείξεων (ΕΕΣΑ) προβλέπεται η έκδοση μιας πράξης που θα αποβλέπει στην απόκτηση αντικειμένων, εγγράφων και στοιχείων για τη χρησιμοποίησή τους σε ποινικές υποθέσεις[9]. Η πράξη αυτή έχει τη μορφή μιας δικαστικής εντολής από ένα κράτος μέλος, η οποία αποσκοπεί στην κτήση αντικειμένων κλπ. που ευρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος, για να χρησιμοποιηθούν σε ποινική διαδικασία με αντικείμενο μια, κατά το εθνικό δίκαιο του κράτους εντολέα, αξιόποινη πράξη, που η εκδίκασή της εκκρεμεί ενώπιον δικαστικής αρχής του ή με την οποία έχει ασχοληθεί η αρχή αυτή. To σχετικό μέτρο προοριζόταν να είναι ένα μέτρο “πρώτης φάσης” ή “πρώτο βήμα” προς την αμοιβαία αναγνώριση των αποδεικτικών μέσων, το οποίο θα ακολουθούσαν τα επόμενα βήματα[10]. Θα εκδίδεται από την αρμόδια αρχή που θα οριστεί σε καθένα από τα κράτη-μέλη, η οποία θα μπορεί να είναι δικαστής, δικαστήριο, εισαγγελέας ή μια άλλη δικαστική αρχή. Τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν ειδικά την αρχή ή τις αρχές που θα είναι αρμόδιες για την εκτέλεση μιας ΕΕΣΑ.
  3. Αλλά και αυτής της Απόφασης – Πλαίσιο το πεδίο εφαρμογής είναι περιορισμένο, επειδή αυτή αφορά την απόκτηση από ένα άλλο κράτος μέλος αντικειμένων, εγγράφων, και στοιχείων, τα οποία υπάρχουν ήδη και είναι άμεσα διαθέσιμα[11]. Επίσης προβλέπεται σε αυτήν, και ότι για τους σκοπούς της εκτέλεσης της ΕΕΣΑ, μπορεί να γίνονται έρευνες και κατασχέσεις αντικειμένων, αλλά μόνον εφόσον αυτά περιλαμβάνονται στις κατηγορίες που αναφέρονται στον κατάλογο που περιέχεται στην ίδια Απόφαση – Πλαίσιο.
  4. Όμως, οι ΕΕΣΑ δεν μπορούν να αφορούν τη λήψη καταθέσεων, τη διενέργεια σωματικών ερευνών ή τη λήψη πληροφοριών “σε γνήσιο χρόνο”, δηλαδή όταν συμβαίνει ένα γεγονός ή μια εξέλιξη γεγονότων, λ.χ. μέσω παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών, ή μέσω καλυμμένων μέτρων παρακολούθησης ατόμων ή παρακολούθησης της κίνησης λογαριασμών. Επίσης, οι ΕΕΣΑ δεν μπορούν να αφορούν έρευνες για την ανεύρεση πραγμάτων, εγγράφων και στοιχείων άλλων, εκτός από αυτά που αναφέρονται στον κατάλογο. Από αυτή τη ρύθμιση προκύπτει, ότι επειδή οι ΕΕΣΑ αφορά μόνο πράγματα κλπ. που είναι ήδη διαθέσιμα στο κράτος που εκτελεί την εντολή, η αρχή που εκδίδει την ΕΕΣΑ θα περιορίζεται σε ένα κάπως βοηθητικό ρόλο. Γι αυτό η Απόφαση Πλαίσιο για την ΕΕΣΑ δεν αποτελεί ακόμη σημαντικό βήμα για μαζικά διευρυμένες και απλοποιημένες δυνατότητες διασυνοριακής συλλογής αποδείξεων βάσει της αρχής της αναγνωρίσεως. Μάλιστα, επειδή σε πολλές περιπτώσεις, προφανώς θα συνεχίσουν, έτσι κι αλλιώς, να χρησιμοποιούνται και οι παραδοσιακές συμβάσεις, προβλέπεται ότι συχνά για λόγους πρακτικούς θα προτιμάται να ζητούνται, κατά την παραδοσιακή διαδικασία δικαστικής συνδρομής, μέτρα που μόνο εν μέρει μπορούν να ζητηθούν βάσει της ΕΕΣΑ, σε μια ενιαία αίτηση μαζί με άλλα που δεν προβλέπονται σε αυτήν. Ωστόσο αναφέρεται, ότι εισαγγελείς και δικαστές στα κράτη μέλη έχουν εκφράσει ανησυχίες[12], ότι θα κατακλυστούν από ΕΕΣΑ και οι αστυνομίες, ότι θα ασχολούνται με ΕΕΣΑ για ασήμαντες υποθέσεις, λ.χ. ακόμη και κλοπές ποδηλάτων[13].
  5. Όπως αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω, κατά τη ρητή άποψη της Επιτροπής, η Απόφαση Πλαίσιο για την ΕΕΣΑ ήταν μόνο η πρώτη φάση μιας ενιαίας ρύθμισης, (afirstphasemeasure)[14], η οποία στη βάση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης κάποτε θα αντικαταστήσει όλες τις υπάρχουσες ρυθμίσεις δικαστικής συνδρομής[15]. Μόνο ένα μικρό μέρος από τις προηγούμενες συμβάσεις θα παραμείνουν σε ισχύ, επειδή ρυθμίζουν ζητήματα εκτός του πεδίου των ανακρίσεων, όπως λ.χ. την αποζημίωση για εσφαλμένη καταδίκη[16]. Εξάλλου, επειδή η Δανία και η Ιρλανδία δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να γίνουν μέλη της ΕΕΕ, η παλαιότερη ρύθμιση της ΕΕΣΑ (Απόφαση-Πλαίσιο 2008/978/JHA) δεν καταργήθηκε, αλλά παραμένει σε ισχύ, μόνο όμως για τις σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών κρατών με τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.

Γ. Η προετοιμασία της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ του Ευρ. Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-4-2014

  1. Αφότου εκδόθηκαν και εφαρμόστηκαν οι αποφάσεις-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ (ΕΑΔΠΑ) και 2008/978/ΔΕΥ (ΕΕΣΑ), έγινε ιδιαίτερα αισθητό, το ότι το κανονιστικό πλαίσιο για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων είναι υπερβολικά κατακερματισμένο και περίπλοκο[17]. Έτσι, η ΕΑΔΠΑ, περιορίζεται στη δέσμευση των περιουσιακών αντικειμένων ή αποδεικτικών στοιχείων. Για να αξιοποιηθούν όμως τα στοιχεία αυτά από το κράτος έκδοσης, θα πρέπει η αίτησή τους να συνοδεύεται και από χωριστό αίτημα για τη διαβίβασή τους στο κράτος αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες περί αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων. Αυτό οδηγεί σε διαδικασία δύο σταδίων, η οποία φυσικά αποβαίνει σε βάρος της ταχείας αποδοτικότητας[18].
  2. Η ΕΕΣΑ εξάλλου, επειδή ισχύει μόνο για τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ήδη, καλύπτει περιορισμένο φάσμα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία και γι αυτό ίσως ήταν πενιχρά τα πρακτικά της αποτελέσματα. Λόγω του περιορισμένου πεδίου της, οι αρμόδιες αρχές είναι ελεύθερες να χρησιμοποιούν είτε το νέο καθεστώς της, είτε τις διαδικασίες (διμερούς) δικαστικής συνδρομής που εξακολουθούν πάντοτε να ισχύουν για αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΕΕΣΑ[19].
  3. Με αυτά τα δεδομένα, κρίθηκε ότι απαιτείται πλέον μια νέα προσέγγιση των σχετικών προβλημάτων που θα βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, αλλά θα λαμβάνει επίσης υπόψη και την ανάγκη ευελιξίας του συστήματος της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Γι αυτό, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναζήτησε ένα συνεκτικό σύστημα που θα αντικαταστήσει όλα τα υπάρχοντα στο συγκεκριμένο τομέα, περιλαμβανομένης και της Απόφασης Πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ για τις ΕΕΣΑ. Το νέο αυτό σύστημα θα πρέπει να βασίζεται σε ένα και μοναδικό[20] μέσο, που θα ονομάζεται Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) και θα αφορά τη διασυνοριακή συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων γενικά, περιλαμβανομένων και εκείνων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή του κράτους εκτέλεσης. Η ΕΕΕ προβλέπεται ήδη και ρυθμίζεται από την Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-4-2014, που αφορά την αμοιβαία αναγνώριση σε ποινικές υποθέσεις, σύμφωνα και με το άρθρο 82 παρ. 2 εδ. (α) της ΣΛΕΕ. Αυτή η “νομική βάση” έχει ως συνέπεια, η πρόταση να υπόκειται σε αυξημένη πλειοψηφία στο Συμβούλιο και να υπάρχει συναπόφαση της Ευρωπαϊκής Βουλής (πρακτική γνωστή ως “τακτική νομοθετική διαδικασία”). Το νέο σύστημα που θα εισαχθεί σύμφωνα με την Οδηγία αυτή: (α) θα καλύπτει κατά το δυνατόν όλα τα είδη αποδεικτικών στοιχείων, (β) θα ορίζει προθεσμίες εκτέλεσης και (γ) θα περιορίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τους λόγους άρνησης.
  4. Στην πλειονότητά τους οι γνώμες των διαφόρων φορέων από τα κυριότερα Κράτη μέλη ήταν ευνοϊκές προς την προτεινόμενη αντικατάσταση του περίπλοκου συστήματος των διμερών και των μερικής εφαρμογής πολυμερών συμβάσεων από ένα ενιαίο συμβατικό κείμενο με ευρεία εφαρμογή[21]. Έχει όμως παρατηρηθεί[22], όταν ακόμη η ΕΕE ήταν Σχέδιο, ότι πολλές από τις διατάξεις που προτείνονταν στο Σχέδιο αυτό θα συνιστούσαν μείωση της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως αυτών που συνιστούν μια “δίκαιη δίκη” (fair trial”)[23], ακόμη δε και της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών λόγω της κατάργησης της παραδοσιακής εξαίρεσης της εδαφικότητας[24]. Γενική ουσιώδης κριτική παρατήρηση ήταν, ότι τα κατασταλτικά μέτρα εναρμονίζονται στην ΕΕ σημαντικά ταχύτερα από τα δικαιώματα του κατηγορουμένου ή του υπόπτου. Επίσης, έχει αναφερθεί[25] ότι, λόγω της ασαφούς διατύπωσης σε ορισμένα σημεία αυτής της Οδηγίας ως προς τις σχέση τους με άλλα μέτρα, η ΕΕΕ δεν θα κατοχυρώνει επαρκώς τη νομική βεβαιότητα σε αυτόν το τομέα. Αυτό ισχύει ιδίως για τα ζητήματα που θα προκύψουν, επειδή κάποια κράτη μέλη θα επιλέξουν να μη γίνουν μέλη της Σύμβασης αυτής.
  5. Εξάλλου, όταν η Οδηγία ΕΕΕ ήταν ακόμη Σχέδιο, ασκήθηκε κριτική[26], για το ότι σε αυτό δεν διευκρινιζόταν σαφώς η σχέση του με άλλα κείμενα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η μεταφορά ποινικών αποδείξεων ρυθμίζεται από διάφορα νομικά κείμενα, τα οποία ισχύουν για διάφορο αριθμό κρατών μελών το καθένα[27]. Ό όρος “ανακριτικό” ή “ερευνητικό” μέτρο δεν ορίζεται ειδικά, γι αυτό ενδεχομένως θα υπάρξει ζήτημα, ως προς το αν περιλαμβάνονται στην έννοια αυτή λ.χ. και οι καλυμμένες έρευνες (ά. 14 ΑΔΣΠΥ/ΕΕ του 2000). Σε καταφατική περίπτωση, ενώ κατά την ΕΕΣ το κράτος εκτέλεσης μπορούσε να αρνηθεί τέτοιες έρευνες στο έδαφός του, η ΕΕΕ δεν περιλαμβάνει τέτοια δυνατότητα[28]. Πάντως, παρά τις αντιρρήσεις αυτές, η Οδηγία 2014/41/ΕΕ έχει γίνει τελικά αποδεκτή από τα κράτη μέλη κατά τη νόμιμη διαδικασία και πρόκειται να ισχύσει από την 22-5-2017 (βλ. παρακάτω).
  6. Η ρύθμιση για την ΕΕΕ κινείται στο τρίπτυχο: αναγνώριση, επιφύλαξη, εναρμόνιση[29]. Το σημαντικό πλεονέκτημα του κειμένου της ΕΕΕ έγκειται στο ότι μετατρέπει το μηχανισμό συνεργασίας, από την προϋπάρχουσα αμοιβαία δικαστική συνδρομή, όπου το εκζητούμενο κράτος είχε ευρεία διακριτική ευχέρεια να συμμορφωθεί ή όχι με την αίτηση του εκζητούντος κράτους, σε ένα μηχανισμό αμοιβαίας αναγνώρισης, κατά τον οποίο κάθε κράτος θα πρέπει καταρχήν να αναγνωρίζει και να εκτελεί ένα αίτημα που προέρχεται από ένα άλλο κράτος. Επιλέγοντας τον όρο “εντολή” και αναφερόμενος στο “κράτος έκδοσης ” και την “αρχή έκδοσης”, καθώς και στο “κράτος εκτέλεσης” και την “αρχή εκτέλεσης”, αντί των παλαιών όρων “εκζητούν” και “εκζητούμενο” κράτος, ο νομοθέτης της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ έδειξε σαφώς ότι το σύστημα μεταβάλλεται[30].
  7. H προστασία των δικονομικών, αλλά και των θεμελιωδών δικαιωμάτων γενικότερα, του κατηγορουμένου κατά τη συλλογή και την εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να καθορίζεται καταρχήν από την έννομη τάξη του κράτους, όπου θα διεξαχθεί η ποινική δικαστική διαδικασία (forum regit actum). Αυτό είναι σκόπιμο για να διασφαλιστεί, ότι το αποκτημένο αποδεικτικό υλικό θα μπορεί στη συνέχεια να αξιοποιηθεί στην διαδικασία αυτή[31]. Επειδή όμως θα συλλεγούν οι αποδείξεις σε ένα άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, εκείνο δηλαδή που είναι υποχρεωτικό για τα δικαστικά και διωκτικά του όργανα (locus regit actum). Σύμφωνα με τα νομικά όρια κρατικών ανακριτικών επεμβάσεων, το δημόσιο συμφέρον υποστήριξης μιας αλλοδαπής ποινικής διαδικασίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει εντονότερες επεμβάσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα από εκείνες που δικαιολογεί το εθνικό του δίκαιο στις διαδικασίες εσωτερικού[32]. Mια σύνθεση στην εφαρμογή των δύο εννόμων τάξεων θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει ως εξής: Το δικαστήριο που θα δικάσει την υπόθεση θα πρέπει να εκτιμήσει και τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν οι αποδείξεις και να κρίνει αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για γίνουν αυτές αποδεκτές. Οι αποδείξεις που ελήφθησαν στο κράτος εκτέλεσης σύμφωνα με την αρχή locus regit actum θα πρέπει να χρησιμοποιούνται και να λαμβάνονται υπόψη κατά την ποινική διαδικασία στο κράτος εντολής, εκτός αν η συλλογή τους έγινε κατά τρόπο αντίθετο στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη όπως αυτά νοούνται στο κράτος αυτό[33].
  8. H αρχή εντολής είναι καταρχήν αρμόδια να ελέγξει, κατά την διαδικασία έκδοσης της ΕΕΕ, αν αυτή βρίσκεται μέσα στα όρια της αναλογικότητας μεταξύ επιδιωκόμενου σκοπού και του ερευνητικού μέτρου για τη λήψη του οποίου δίδεται η εντολή στην αρχή εκτέλεσης. Όμως, και η αρχή εκτέλεσης θα μπορεί κατ’ εξαίρεση να “διαβουλευθεί” με την αρχή εντολής, αν έχει λόγο να υποθέτει, ότι το μέτρο που αφορά η εντολή δεν είναι απαραίτητο ή είναι δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (Οδηγία, ά. 6 παρ. 3, εδ. 1), και η αρχή εντολής μπορεί κατόπιν τούτου να ανακαλέσει την εντολή (Οδηγία, ά. 6 παρ. 3, εδ. 2). Οι διατάξεις αυτές λαμβάνουν ως δεδομένο, ότι η αρχή εκτέλεσης έχει αρμοδιότητα για μια στοιχειώδη εξέταση της υποψίας και του επιδιωκόμενου σκοπού. Όμως, υποστηρίζεται[34] και ότι η παράγραφος αυτή, που ο σκοπός της δεν είναι σαφής, αφορά μάλλον το ενδεχόμενο να είναι η εκτέλεσή της ΕΕΕ ιδιαίτερα δαπανηρή, οπότε το αντικείμενο της διαβούλευσης θα αφορά μόνο την επιδίωξη του κράτους εκτέλεσης να επιμερισθεί η δαπάνη αυτή μεταξύ των δυο κρατών.
  9. Στο δικονομικό πεδίο εξασφαλίστηκε η υποχρέωση τήρησης της αρχής της αναλογικότητας με την καθιέρωση του δικαστικού ελέγχου. Η ΕΕΕ μπορεί να διαταχθεί ή να επικυρωθεί, όχι μόνο από δικαστή, ανακριτή ή εισαγγελέα, αλλά και “από κάθε άλλη αρμοδία αρχή” [35] (Οδηγία, ά. 2 στοιχ. γ). Αυτή η δικαστική εγγύηση είναι αξιοσημείωτη επειδή ενίοτε υπερβαίνει τους όρους που απαιτούνται για μια συλλογή αποδείξεων στο εσωτερικό[36].
  10. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, κατά τη διαδικασία έκδοσης ΕΕΕ, το κράτος εκτέλεσης δεν θα δικαιούται να αρνηθεί την εκτέλεση μιας ΕΕΕ παρά μόνο για λόγους από εκείνους που αναφέρονται στο ά. 11 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ , όπως είναι ο περιορισμός της ποινικής ευθύνης σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης, η εδαφικότητα, η εθνική ασφάλεια και η αρχή ne bis in idem. Όμως προβλέπεται, ότι η αρχή έκδοσης θα μπορεί και να επιλέξει την εκτέλεση ενός λιγότερο επαχθούς ανακριτικού μέτρου, αν έτσι είναι δυνατόν να επιτευχθούν με αυτό παρόμοια αποτελέσματα με εκείνα που επιδιώκονταν με το επαχθές μέτρο που περιέχεται στην ΕΕΕ (Οδηγία 2014/41/ΕΕ , ά. 10 παρ. 3).

Δ. Οι σημαντικότερες ρυθμίσεις της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ

  1. Ενόψει αυτών των βασικών σκέψεων εξεδόθη, μετά μακρές συζητήσεις, η Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκοϋ Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις. Ως ενδεικτικά σημαντικότερες διατάξεις της αναφέρονται οι ακόλουθες[37]:

(α) Τα υποκείμενα

  1. Στο ά. 1 της Οδηγίας ορίζεται η ΕΕΕ ως “δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους μέλους («κράτος έκδοσης») με σκοπό: (α) την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος («κράτος εκτέλεσης») για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων” ή (β) “τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων ευρισκομένων ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης”. Επομένως, το κράτος εκτέλεσης θα πρέπει να μπορεί να βασιστεί στις δικονομικές αποφάσεις και πράξεις που έλαβαν χώρα στο κράτος εντολής. Τα δύο κράτη, εντολής και εκτέλεσης θα έχουν κοινή ευθύνη για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου σε μια διασυνοριακή ποινική διαδικασία, αλλά την εκτέλεση του δικονομικού έργου θα την κατανέμουν μεταξύ τους, καθένα από αυτά αναγνωρίζοντας τις πράξεις του άλλου[38].
  2. Στο ά. 2 περιέχονται οι εξής ορολογικές διευκρινίσεις: (α) Το “κράτος έκδοσης” ορίζεται ως το κράτος μέλος στο οποίο εκδίδεται η ΕΕΕ. Η δε αρχή έκδοσης είναι η αρχή του κράτους έκδοσης. Μπορεί η αρχή αυτή να είναι δικαστής, δικαστήριο, ανακριτής ή εισαγγελέας με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς και “κάθε άλλη αρμόδια αρχή” που έχει ορισθεί από το κράτος έκδοσης,[39] και η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργεί ως ανακριτική αρχή σε ποινικές διαδικασίες, αρμόδια να διατάσσει τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η αρχή αυτή θα είναι η πλέον αρμόδια να αποφασίζει, με βάση τα στοιχεία που διαθέτει, για τις λεπτομέρειες της σχετικής έρευνας και για ποιο ερευνητικό μέτρο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί. (β) Το “κράτος εκτέλεσης” ορίζεται ως το κράτος-μέλος στο οποίο εκτελείται η ΕΕΕ και στο οποίο πρέπει να εκτελεστεί το ερευνητικό μέτρο. Η δε “αρχή εκτέλεσης”, ορίζεται ως η «αρχή που είναι αρμόδια να αναγνωρίζει μια ΕΕΕ και να εξασφαλίζει την εκτέλεσή της σύμφωνα με την παρούσα Οδηγία και τις ισχύουσες διαδικασίες σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση”. Οι εν λόγω διαδικασίες μπορεί να απαιτούν έγκριση δικαστηρίου στο κράτος εκτέλεσης, όταν αυτό προβλέπεται από την εθνική του νομοθεσία.
  3. Αξιοσημείωτη είναι η παρ. 3 του ά. 1 κατά την οποία “την έκδοση ΕΕΕ μπορεί να ζητήσουν, όχι μόνο οι δικαστικές αρχές που αναφέρονται στο ά. 1, αλλά και ύποπτος ή κατηγορούμενος (ή δικηγόρος εξ ονόματός του) στο πλαίσιο των δικαιωμάτων υπεράσπισης που προβλέπει το εθνικό δίκαιο και η ποινική του δικονομία”. Με αυτή τη διάταξη ακολουθείται προφανώς η αρχή της ισότητας των όπλων. Ωστόσο, υποστηρίζεται[40] και ότι η άσκηση αυτής της δυνατότητας από τον κατηγορούμενο συνήθως δεν θα τον ωφελεί, επειδή έτσι θα αναγκαστεί να αποκαλύψει τη στρατηγική υπεράσπισής του πολύ ενωρίς. Η απόφαση, αν το ανακριτικό μέτρο που ζητεί ο κατηγορούμενος είναι αναλογικό και αναγκαίο πρέπει να ληφθεί από την αρχή έκδοσης που θα είναι συνήθως η εισαγγελική αρχή του κράτους έκδοσης. Τέλος, στις διατάξεις αυτές δεν περιέχεται μνεία για τα δικαιώματα τρίτων προσώπων που ενδέχεται να θιγούν από το ανακριτικό μέτρο, ιδίως καταθέσεις μαρτύρων και πραγματογνωμόνων μέσω τηλεφώνου, video, ή άλλου οπτικοακουστικού μέσου (άρθρα 24 και 25). Αν τα θεμελιώδη δικαιώματα τρίτων προσώπων μπορεί να θιγούν από τη λήψη ορισμένων ερευνητικών μέτρων, λ.χ. την μυστική παρακολούθηση επικοινωνιών (άρθρα 30 και 31), το εσωτερικό δίκαιο θα πρέπει να θεσπίσει διατάξεις που να προβλέπουν, ότι αυτά τα τρίτα πρόσωπα θα πληροφορούνται για τα μέτρα που θίγουν τα δικαιώματά τους και πώς μπορούν να τα προστατεύσουν.
  4. Οι αρχές του κράτους έκδοσης, όταν είναι παρούσες στο κράτος εκτέλεσης, δεσμεύονται κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ από τη νομοθεσία του κράτους αυτού. Δεν διαθέτουν εξουσίες επιβολής του νόμου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, εκτός εάν η άσκηση των εξουσιών αυτών στο έδαφός του είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία του και στο βαθμό που αυτό έχει συμφωνηθεί μεταξύ των αρχών έκδοσης και εκτέλεσης.(ά. 9 παρ. 5).

(β) Προϋποθέσεις και περιεχόμενο της ΕΕΕ

  1. Μια ΕΕΕ μπορεί να εκδίδεται μόνον όταν η αρχή έκδοσης κρίνει ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) η έκδοση της ΕΕΕ είναι απαραίτητη[41] και αναλογική για τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 4, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων του υπόπτου ή του κατηγορουμένου (ά. 6 παρ. 2)[42]· και β) το ή τα ερευνητικά μέτρα που προβλέπονται στην ΕΕΕ θα μπορούσαν να είχαν διαταχθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση (ά. 6 παρ. 1). Μια διωκτική αρχή δεν επιτρέπεται να καταστρατηγεί τους περιορισμούς ή απαγορεύσεις του εσωτερικού της δικαίου ζητώντας από ένα άλλο κράτος την διενέργεια ενός μέτρου που στο κράτος εντολέα δεν επιτρέπεται αλλά επιτρέπεται στο άλλο κράτος (forum-shopping)[43]. Οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 αξιολογούνται σε κάθε υπόθεση από την αρχή έκδοσης (ά. 6 παρ. 2).
  2. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αρχή της αναλογικότητας, επειδή ορίζει τα απώτατα όρια του συνταγματικά επιτρεπτού της κρατικής περιοριστικής επέμβασης στα θεμελιώδη ατoμικά δικαιώματα. Η Οδηγία δεν περιέχει ειδικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διαπίστωση αν τηρείται η αρχή αυτή κατά την έκδοση των ΕΕΕ. Έτσι, δεν αποκλείει να εκδοθεί μια ΕΕΕ και για μικρότερης βαρύτητας ή ακόμη και για ελαφρά ποινικά αδικήματα, ούτε παρέχει κάποιο όριο, κάτω από το οποίο η ΕΕΕ θα κρίνεται δυσανάλογη[44]. Επειδή δεν υπάρχει κοινή έννοια της αναλογικότητας στο χώρο της “ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης”, θα είναι χρήσιμο να λάβει κανείς υπόψη τα στοιχεία που θα πρέπει να εξετάζονται όταν κρίνεται γενικά η αναλογικότητα ενός μέτρου που, προκειμένου να εξυπηρετήσει τη λειτουργία της ποινικής διαδικασίας, καθιστά αναγκαία την επέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα και θίγει ατομικά δικαιώματα. Η έκδοση και η εκτέλεση μιας ΕΕΕ μπορεί να αφορά ή να περιλαμβάνει τέτοια μέτρα, και επειδή η διαδικασία θα διεξάγεται σε άλλο κράτος, ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος θα έχει πρόσθετες δυσκολίες για να υπερασπισθεί τα δικαιώματά του. Ενόψει αυτών των δεδομένων, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να σταθμίζονται: αφενός ορισμένες ενδείξεις του ατομικού συμφέροντος που θίγεται από τα μέτρα, όπως είναι, η ένταση και η διάρκεια της προσβολής των δικαιωμάτων του υπόπτου ή κατηγορουμένου από την εκτέλεση της ΕΕΕ· αφετέρου, οι περιστάσεις του δημοσίου συμφέροντος για τη δίωξη της ερευνώμενης αξιόποινης πράξης, που θεμελιώνουν την κρίση, αν το μέτρο είναι αναλογικό προς τους σκοπούς της διαδικασίας[45], όπως είναι: η βαρύτητα του εγκλήματος, η αναγκαιότητα της απόδειξης για την ανάκριση και την καταδίκη για το έγκλημα, η ύπαρξη λιγότερο επεμβατικών μέτρων που θα εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό και οι συνέπειες της εφαρμογής του μέτρου για το πρόσωπο που αφορά[46]. Ας σημειωθεί εξάλλου, ότι, εκτός από αυτή την έποψη της αναλογικότητας που αφορά τη δικαιολόγηση της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μπορεί να εξεταστεί και μια άλλη: Τα έξοδα που πρέπει να γίνουν για τη εκτέλεση του αιτουμένου μέτρου. Καθεμία από αυτές τις επόψεις έχει διαφορετικές συνέπειες: Η δυσαναλογία της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να συνεπάγεται το απαράδεκτο της απόδειξης που αποκτάται μέσω αυτής. Αντίθετα, η δυσανάλογη οικονομική δαπάνη μπορεί να επηρεάζει την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης, αλλά δεν ασκεί επιρροή τέτοια που να προκαλεί αποκλεισμό του σχετικού αποδεικτικού υλικού[47].

(γ) Εφαρμογή άλλου μέτρου και μέτρα πάντοτε διαθέσιμα

  1. Η ΕΕΕ καλύπτει κάθε ερευνητικό μέτρο, εκτός από τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας και τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο μιας τέτοιας ομάδας που προβλέπονται σε ορισμένες συμβατικές διατάξεις (ά. 3). Αυτές οι μορφές έρευνας εξαιρέθηκαν επειδή λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο από το συνηθισμένο[48]. Διαδικασίες πάντως στις οποίες μπορεί να εκδοθούν ΕΕΕ είναι κυρίως η ποινική διαδικασία, καθώς και ορισμένες άλλες διαδικασίες που έχουν ομοιότητες με αυτή (ά. 4).
  2. Η αρχή εκτέλεσης μπορεί να χρησιμοποιεί κατά το δυνατόν και ερευνητικό μέτρο άλλο από το προβλεπόμενο στην ΕΕΕ όταν: (α) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν υφίσταται στη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, ή (β) το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. (ά. 10 παρ 1)[49]. (γ) Το ερευνητικό μέτρο υπάρχει και θα μπορούσε να εφαρμοστεί, αλλά το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ένα λιγότερο επαχθές μέτρο (ά. 10 παρ. 3). Στις δύο πρώτες περιπτώσεις, αν το ΕΕΕ δεν μπορεί να εκτελεστεί με εφαρμογή ενός εναλλακτικού μέτρου, η αρχή εκτέλεσης πρέπει να ενημερώσει την αρχή εντολής για την αδυναμία εκτέλεσης της ΕΕΕ. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο σχετικά με μέτρα που δεν περιλαμβάνονται στο ά. 10 παρ. 2, επειδή αυτά τα μέτρα, – λ.χ. η απόκτηση και διαβίβαση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της αρχής εκτέλεσης – θεωρείται ότι μπορούν να εφαρμοσθούν σε όλα τα κράτη μέλη. Ως προς τα λοιπά μέτρα, και ουσιαστικά εκείνα που συνεπάγονται περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων, αν το κράτος εκτέλεσης δεν έχει άλλο μέτρο ισοδύναμο με εκείνο που ζητείται, θα πρέπει να αρνηθεί την εκτέλεση της ΕΕΕ. Τεχνικά όμως, δεν θα πρόκειται για “άρνηση” της εκτέλεσης αλλά για δήλωση της “αδυναμίας παροχής της συνδρομής που ζητείται” για νομικούς λόγους (ά. 10 παρ. 5). Με τη δυνατότητα αυτή το κράτος εκτέλεσης αποφεύγει την υποχρέωση να εκτελέσει μέτρα που θα προσέβαλαν τις αρχές της νομιμότητας και αναλογικότητας λόγω της εφαρμογής διαφορετικών αρχών στις ανακρίσεις που γίνονται κατ’ εντολή ενός άλλου κράτους από εκείνες που εφαρμόζονται στις ανακριτικές πράξεις του ίδιου του κράτους.
  3. Όμως, με την επιφύλαξη (βλ. και παρακάτω) των λόγων μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης του άρθρου 11, η παράγραφος 1 δεν ισχύει για τα ακόλουθα εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα, τα οποία πρέπει να είναι πάντοτε διαθέσιμα στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου του κράτους εκτέλεσης (ά. 10 παρ. 2)[50]: (α) απόκτηση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της αρχής εκτέλεσης και, εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία θα μπορούσαν να έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή για τους σκοπούς της ΕΕΕ· (β) απόκτηση πληροφοριών που περιέχονται σε βάσεις δεδομένων τις οποίες τηρούν αστυνομικές ή δικαστικές αρχές και στις οποίες έχει άμεση πρόσβαση η αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας· (γ) εξέταση μάρτυρα, θύματος, υπόπτου ή τρίτου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης· (δ) οποιοδήποτε μη παρεμβατικό ερευνητικό μέτρο κατά τα οριζόμενα στο δίκαιο του κράτους εκτέλεσης· (ε) αναγνώριση προσώπων που έχουν συνδρομή σε έναν συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου ή διεύθυνση IP (internet protocol) (ά. 10 παρ. 2).

(δ) Λόγοι μη αναγνώρισης-εκτέλεσης μιας ΕΕΕ

  1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 4, (υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και νομικών αρχών), η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας ΕΕΕ μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης όταν (ά. 11 παρ. 1):

(α) υπάρχει ασυλία ή προνόμιο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης που εμποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ ή υπάρχουν κανόνες περί ορισμού και περιορισμού της ποινικής ευθύνης σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης που εμποδίζουν την εκτέλεση της ΕΕΕ· (β) στην συγκεκριμένη περίπτωση η εκτέλεση της ΕΕΕ θα έβλαπτε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας (προφανώς: του κράτους εκτέλεσης), θα έθετε σε κίνδυνο την πηγή των πληροφοριών ή θα απαιτούσε τη χρήση διαβαθμισμένων πληροφοριών σχετικών με συγκεκριμένες δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών· (γ) η ΕΕΕ έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχεία β) και γ) και το ερευνητικό μέτρο δεν θα επιτρεπόταν από το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση· (δ) η εκτέλεση της ΕΕΕ αντίκειται στην αρχή ne bis in idem· (ε) η ΕΕΕ αφορά ποινικό αδίκημα για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι διαπράχθηκε εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, και η συμπεριφορά για την οποία εκδόθηκε η ΕΕΕ δεν συνιστά αδίκημα στο κράτος εκτέλεσης· (στ) υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύμβατη με τις υποχρεώσεις του κράτους μέλους εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· (ζ) η συμπεριφορά για την οποία έχει εκδοθεί η ΕΕΕ δεν συνιστά αδίκημα κατά τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, εκτός αν αφορά αδίκημα περιλαμβανόμενο στις κατηγορίες αδικημάτων του παραρτήματος Δ, όπως αναφέρεται από την αρχή έκδοσης στην ΕΕΕ, αν τιμωρείται στο κράτος έκδοσης με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο στέρησης της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών. Προφανώς, η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στο ΕΕΕ έχει περιορισθεί σε σύγκριση με αυτή που προβλεπόταν στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως (Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/JI) (ΕΕΣ). Η διαφορά αυτή μεταξύ της ρύθμισης των δύο αυτών μέτρων οφείλεται, αφενός μεν στο ότι ίσως η ανάγκη ασφάλειας στην παρούσα περίοδο δεν είναι τόσο μεγάλη, όσο κατά το χρόνο που καθιερώθηκε το ΕΕΣ, και αφετέρου στο ότι από τότε έχει ασκηθεί σφοδρή κριτική κατά της καταχρηστικής χρήσης του, και ήδη τα κράτη μέλη της ΕΕ προφανώς δεν είναι διατεθειμένα αποδεχθούν και άλλο νομικό κείμενο της ΕΕ που να καθιερώνει την “τυφλή” αποδοχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, ιδίως όταν οι πράξεις που προβλέπει μπορεί να συνεπάγονται τον περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων στο έδαφός τους. Επίσης η εκτέλεση μιας ΕΕΕ μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης όταν: (η) η χρήση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ περιορίζεται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης σε περιορισμένη κατηγορία αδικημάτων (ά. 11 περ. (η) ). (θ) Σε αυτούς τους λόγους πρέπει να συμπεριληφθεί και η αδυναμία εκτέλεσης του ΕΕΕ, λ.χ. όταν ο κατηγορούμενος δεν δέχεται να εμφανιστεί σε εικονοτηλεδιάσκεψη (ά. 24 παρ. 2 περ. (α)). Τέλος, η αρχή εκτέλεσης επιστρέφει την ΕΕΕ στο κράτος έκδοσης και όταν μια ΕΕΕ που παραλαμβάνεται από αυτό δεν έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί από δικαστική αρχή κατά το άρθρο 2 στοιχείο (γ) (ά. 9 παρ. 3).

  1. Όταν η ΕΕΕ αφορά αδικήματα στο φορολογικό, τελωνειακό ή τραπεζικό τομέα, η αναγνώριση ή η εκτέλεση δεν μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης με τη δικαιολογία ότι η νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης δεν επιβάλλει το ίδιο είδος φόρου ή δασμού ή δεν περιλαμβάνει το ίδιο είδος ρύθμισης με το δίκαιο του κράτους έκδοσης όσον αφορά φορολογικά, τελωνειακά ή τραπεζικά ζητήματα (ά. 11 παρ. 3).
  2. Η έκδοση της απόφασης σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση και η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου πραγματοποιούνται με την ταχύτητα και την προτεραιότητα που θα δινόταν για παρόμοια εγχώρια υπόθεση και, εν πάση περιπτώσει, εντός των προθεσμιών που ορίζει το άρθρο 12.
  3. Ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ η αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης (ά. 13 παρ. 1).
  4. Όμως, η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να ανασταλεί όσο εκκρεμεί η απόφαση σχετικά με ένδικο μέσο, εκτός εάν η αρχή έκδοσης έχει αποδείξει επαρκώς στην ΕΕΕ ότι η άμεση διαβίβαση είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή διεξαγωγή της έρευνας ή τη διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, και τότε ακόμη, η διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων αναστέλλεται σε περίπτωση που θα προκαλούσε σοβαρή και μη αναστρέψιμη ζημία στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο (ά. 13 παρ. 2).

(ε) Ένδικα μέσα και βοηθήματα – εγγυήσεις

  1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, ότι για τα ερευνητικά μέτρα που προβλέπονται στην ΕΕΕ είναι διαθέσιμα ένδικα μέσα ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση (ά. 14 παρ. 1).
  2. Οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της ΕΕΕ μπορούν να προσβληθούν μόνο με ένδικο μέσο ενώπιον του κράτους έκδοσης, με την επιφύλαξη όμως της εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος εκτέλεσης (ά 14 παρ. 2). Η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να αρνείται την εκτέλεση, αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστέψει, ότι η εκτέλεση θα προσβάλει αυτά τα δικαιώματα (ά 11 παρ. 1).
  3. Οι υπάλληλοι του κράτους έκδοσης, που είναι παρόντες στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης στο πλαίσιο της εφαρμογής της Oδηγίας, θεωρούνται υπάλληλοι του κράτους εκτέλεσης όσον αφορά αδικήματα που διαπράττονται εις βάρος τους ή από τους ίδιους (ά. 17).
  4. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης λαμβάνουν δεόντως υπόψη, κατά την εκτέλεση μιας ΕΕΕ, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της έρευνας. Η αρχή εκτέλεσης, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, εγγυάται την εμπιστευτικότητα των πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της ΕΕΕ, εκτός από την έκταση στην οποία η μη τήρησή της εμπιστευτικότητας είναι αναγκαία για την εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου. Εάν η αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην απαίτηση περί εμπιστευτικότητας, ενημερώνει πάραυτα την αρχή έκδοσης (ά. 19 παρ. 1 και 2).
  5. Κατά την εφαρμογή της Οδηγίας τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι προστατεύονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ότι η επεξεργασία τους πραγματοποιείται μόνο βάσει της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, καθώς και τις αρχές της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 και του συμπληρωματικού της πρωτοκόλλου.
  6. Η πρόσβαση στα δεδομένα αυτά περιορίζεται, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου. Μόνο εξουσιοδοτημένα άτομα μπορούν να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα αυτά (ά. 20 παρ 1 και 2).

(στ) Ειδικές ρυθμίσεις

  1. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης, μερικές ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν την έκδοση ΕΕΕ για ορισμένα διερευνητικά μέτρα, όπως είναι: (α) η προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου με το οποίο επιδιώκεται η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για την οποία απαιτείται η παρουσία του στο έδαφος του κράτους έκδοσης (ά. 22 παρ. 1)· και (β) η προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος έκδοσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου, με το οποίο επιδιώκεται η συλλογή αποδείξεων για την οποία απαιτείται η παρουσία του στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης (ά. 23).
  2. Οι υπόλοιπες διατάξεις της Οδηγίας αφορούν ειδικά μέτρα, όπως την εξέταση του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα με τηλεφωνική διάσκεψη, τη λήψη στοιχείων συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών και τραπεζικών πράξεων, την παρακολούθηση τραπεζικών ή άλλων χρηματοοικονομικών συναλλαγών κλπ.

(ζ) Τελικές και μεταβατικές διατάξεις

  1. Χωρίς να θίγεται η εφαρμογή τους μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων κρατών και η προσωρινή τους εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 35, η Οδηγία 2014/41/ΕΕ θα αντικαταστήσει, από τις 22 Μαΐου 2017, τις αντίστοιχες διατάξεις ενός αριθμού συμβάσεων που εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών που δεσμεύονται από την Οδηγία. Αυτές είναι: (α) η ευρωπαϊκή σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 20ής Απριλίου 1959 περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων και τα δύο πρόσθετα πρωτόκολλα της καθώς και διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί δυνάμει του άρθρου 26 της εν λόγω σύμβασης· (β) η σύμβαση για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν· (γ) η σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρ. Ένωσης και το πρωτόκολλό της (ά. 34). Όμως, οι αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής που θα παραλαμβάνονται πριν από τις 22 Μαϊου 2017 θα συνεχίσουν να διέπονται από τις προηγούμενες υφιστάμενες πράξεις περί αμοιβαίας συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις (ά. 35 παρ. 1).
  2. Στις τελικές διατάξεις προβλέπεται επίσης ότι: Η Απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ θα αντικατασταθεί από την Οδηγία 2014/41/ΕΕ για όλα τα κράτη μέλη που δεσμεύει η Οδηγία αυτή. Οι διατάξεις της Απόφασης-πλαισίου 2003/577/ΔΕΥ θα αντικατασταθούν από την Οδηγία 2014/41/ΕΕ για όλα τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από αυτήν, όσον αφορά τη δέσμευση αποδεικτικών στοιχείων. Τα κράτη μέλη θα λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ έως τις 22 Μαΐου 2017 (ά. 36 παρ. 1).

Επίμετρο

  1. Συμπερασματικά, παρατηρώντας τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, μπορεί να διαπιστώσει κανείς τα ακόλουθα: Παρά τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν, γενικά η Οδηγία αυτή αποτελεί μια πρόοδο στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην ΕΕ, που θα διευκολύνει την δικαστική συνεργασία στον αγώνα κατά της διασυνοριακής εγκληματικότητας. Καταρχήν, αυτή αντικαθιστά τα διάφορα προηγούμενα νομικά κείμενα που ρύθμιζαν θέματα δικαστικής συνδρομής με ένα μόνο κείμενο, και έτσι επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό μια ενιαία ρύθμιση – αν και όχι απολύτως, αφού υπάρχουν εξαιρέσεις και παραμένουν μερικές ειδικές ρυθμίσεις. Στο κανονιστικό πλαίσιο της Οδηγίας η θέση του κράτους εντολής ενισχύεται σημαντικά. Αντίστοιχα όμως, και το κράτος εκτέλεσης αποκτά σημαντικούς λόγους άρνησης της συνδρομής. Εν μέρει τουλάχιστον, διατηρεί την απαίτηση του διπλού αξιοποίνου. Όμως, ως προς το ζήτημα του καταρχήν επιτρεπτού ενός ερευνητικού ή ανακριτικού μέτρου και ενμέρει και ως προς τον τρόπο εκτέλεσής του, αποφασιστική σημασία έχουν οι εκτιμήσεις του κράτους εντολής. Η λύση αυτή των σχετικών ζητημάτων είναι εύλογη, επειδή το αποτέλεσμα των ανακριτικών ενεργειών θα χρησιμοποιηθεί σε ποινική διαδικασία του κράτους αυτού. Και βέβαια, τα κυριότερα ζητήματα που ενδιαφέρουν κατά τη μεταφορά των διατάξεων της Οδηγίας στο Ελληνικό Δίκαιο αφορούν την τήρηση ενός υψηλού βαθμού δικονομικών εγγυήσεων. Η διαδικασία της έκδοσης και εκτέλεσης του ΕΕΕ γίνεται προσπάθεια να επιταχυνθεί με δυο τουλάχιστον τρόπους: Πρώτον, προβλέπεται ότι η εκτέλεση του ΕΕΕ θα πρέπει να γίνεται “το ταχύτερο”, και αφετέρου προβλέπονται ειδικές προθεσμίες γι αυτό: 30 ημέρες για ν’ αποφασίσει το κράτος εκτέλεσης για την εκτέλεση της ΕΕΕ (ά. 12 παρ. 3) και 90 ημέρες για να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση του ανακριτικού μέτρου (ά. 12 παρ. 4). Βέβαια, για διάφορους λόγους, οι προθεσμίες συχνά παραβιάζονται. Ας ελπίσουμε, ότι η πρόβλεψη των προθεσμιών αυτών θα ασκήσει σε κάποιο βαθμό πίεση για την τήρησή τους και την επιτάχυνση γενικά της διαδικασίας.

Συντετμημένες μνείες και ηλεκτρονικές διευθύνσεις κειμένων στα οποία γίνεται συχνή αναφορά στο πιο πάνω άρθρο:

1.- (ΕΕΕ) Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις (Τhe European Investigation Order in criminal matters): http://www. statewatch. org/news/2010/apr/e

  1. – (EEΣΑ): Ευρωπαϊκή Εντολή Συλλογής Αποδείξεων (Evidence Order): http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.douri=OJ:L: 2008:350:0072: 0092:EN:PDF

  1. (ΕΑΔΠΑ): Ευρωπαϊκή Απόφαση Δέσμευσης Περιουσιακών Αντικειμένων (Freezing order): http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/ LexUriServ.douri=OJ:L:2003:196:0045:0055:EN:PDF

* Ομότιμος Καθηγητής Ποινικού Δικαίου, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών

[1]. Bernd Hecker, in: Kai Amboss (Hg), Europäisches Strafrecht post Lissabon, στο Europäisches Strafrecht post Lissabon, σ. 15.

[2]. Peter Rackow, Das Anerkennungsprinzip auf dem Prüfstein der Beweisrechtshilfe in: Kai Amboss, (Hg), Europäisches Strafrecht post Lissabon, σ. 117 ff., 119; Martin Böse, Die Europäische Ermittlungsanordnung – Beweistransfer nach neuen Regeln? in ZIS 4/2014, σ. 152 επ., σ. 154; ο ίδιος , Der Grundsatz der Gegenseitigen Anerkennung unter dem Vertrag von Lissabon, in Kai Amboss ό.π., σ. 57 ff.·

[3]. Rakow, ό.π., σ. 120; Silvia Allegrezza, Collecting Criminal Evidence Across the EU between flexibility and proportionality, in: S. Ruggeri (ed.) Transnational Evidence and Multicultural Inquiries in Europe (2014), σ. 54 επ.· Stellungnahme des Deutschen Richterbundes zur Europäischen Ermittlungsanordnung in Strafsachen – partielle allgemeine Ausrichtung vom 17.07.2011 des Ministerrats, Oktober 2011 (Deutscher Richterbund).

[4]. Rackow, ό.π., σ. 118 · Böse, Der Grundsatz der gegenseitigen Anerkennung unter dem Vertrag von Lissabon, in Kai Amboss ό.π. σ. 57 επ. Steve Peers and Emilio de Capitani, The European Investigation Order: A new approach to mutual recognition in criminal matters, (23 Μay 2014), eulawanalysis.blogspot.gr/2014/ 05/the-european-investigation-order-new.html

[5]. Τριανταφύλλου Διεθνής δικαστική συνδρομή στην ποινική απόδειξη. Οι γενικές αρχές, (2009), 99. Ούτε και μέχρι τη στιγμή που γράφεται το κείμενο αυτό έχει κυρωθεί.

[6]. Εsser, Roxin Festschrift, 2011, 1497, ff., 1508, Bernd Hecker, ό.π. 16 ff., Rackow, σ. 123.

[7]. Τριανταφύλλου (2009), 106. Ούτε και μέχρι τη στιγμή που γράφεται το κείμενο αυτό έχει κυρωθεί

[8]. Εsser, ό.π., 1508; Allegrezza, 53, Ηecker, 16.

[9]. Rackow, 119 ff. ; Allegrezza, 53.

[10]. Τριανταφύλλου (2009), 106.

[11]. Allegrezza, 53.

[12]. Allegrezza, 54.

[13].Allegrezza, 54.

[14]. Steve Peers, The proposed European Investigation Order: Assault on human rights and national sovereignty, in Stagewatch Analysis, (May 2010), σ.4, http://www.statewatch.org/analyses/no-96-european-investigation-order.pdfhttp://www.statewatch.org/analyses/no-96-european-investigation-order.pdf.

[15]. Steve Peers, 4.

[16]. Steve Peers and Emilio de Capitani, The European Investigation Order: A new approach to mutual recognition in criminal matters (23-5-2014). http://eulawanalysis.blogspot.gr/2014/05/the-european-investigation-order-new.html

[17]. Τριανταφύλλου, (2009), 94, Bernd Hecker, Europäisches Strafrecht post Lissabon, στο: Kai Amboss (Hg), Europäisches Strafrecht post Lissabon, (23-5-2014), 14.

[18]. Allegrezza, 52.

[19]. Allegrezza, Collecting Criminal Evidence Across the European Union: The European Investi gation Order between flexibility and proportionality in: S. Ruggeri (ed.) Transnational Evidence and Multicultural Inquiries in Europe (2014) p. 51-67, 5.

[20]. Ένα μικρό μέρος από τις προηγούμενες συμβάσεις θα παραμείνουν σε ισχύ επειδή ρυθμίζουν θέματα εκτός του κύκλου των ανακρίσεων, λ.χ. την αποζημίωση για εσφαλμένη καταδίκη. H Οδηγία αυτή δεν θα εφαρμόζεται επίσης στις διασυνοριακές επιτηρήσεις από αστυνομικούς σύμφωνα με τη Σύμβαση Schengen ή στις δημιουργίες κοινών ερευνητικών ομάδων και στη συλλογή αποδείξεων από αυτές τις ομάδες, επειδή αυτά τα θέματα απαιτούν ειδικούς κανόνες που πρέπει να θεσπιστούν χωριστά.

[21].. European Parliamentary Research Service: (Feb. 23, 2014), The EIO: Key Sources; Green Paper on obtaining evidence in criminal matters from one Member State to another and securing its admissibility, COM(2009) 624 final, (11 Nov. 2009).

[22]. Steven Peers, The proposed European Investigation Order: Assault on human rights and national sovereignty ? in Stagewatch analysis, (May 2010), σ. 4.

[23]. Bernd Schünemann, The EIO: A Rush Into the Wrong Direction, in S. Ruggeri (ed.) Transnational Evidence and Multicultural Inquiries in Europe, (2014), σ. 29-35.

[24]. Κατά την αρχή αυτή, το κράτος εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί την συνδρομή, σε περίπτωση που το έγκλημα για το οποίο γίνονται έρευνες, έχει τελεστεί στο έδαφός του. βλ. Steve Peers, The proposed EIO. Assault of human rights and national sovereignty? Stagewatch analysis, Μay 2010, σ. 4. http://www.statewatch. org/news/2010/apr/eu-council-investigation-order-9145-10.pdf

[25]. Peers,ό.π. σ. 4.

[26]. Peers,ό.π.

[27]     Peers, σ. 3.

[28]     Βöse, σ. 153.

[29]     Böse, ό.π., 153, πρβλ. και Ηecker, 18, επίσης τον Deutscher Richterbund, 2/5, όπου ασκείται κριτική στην Οδ.ΕΕΕ, επειδή, ενόψει ελλιπούς εναρμόνισης των 28 εννόμων τάξεων της ΕΕ, θα έπρεπε τα προβλήματα των διαφορετικών ρυθμίσεων να επιλυθούν τουλάχιστον στην ίδια την Οδηγία. Επειδή αυτό δεν συνέβη, η παροχή της συνδρομής από το κράτος εκτέλεσης γίνεται μετά τον έλεγχο μόνο των τυπικών προϋποθέσεων. Έτσι όμως καταλήγει να αίρεται η δέσμευση του κράτους εκτέλεσης από τη νομιμότητα.

[30]. Rakow 119.

[31].    Marcello Daniele, La metamorfosi del diritto delle prove nella direttiva sull’ordine europeo di indagine penale, σ. 4, http://www.penalecontemporaneo.it/ upload/1416322914DANIELE%202014.pdf

[32]. Martin Böse, Die Europäische Ermittlungsanordnung – Beweistransfer nach neuen Regeln? in ZIS 4/2014 , 153.

[33]. Allegrezza, 56; Green Paper on the European Public Prosecutor, 2001. To κείμενο αυτό αφορά όμως αξιόποινες πράξεις κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Στη γενική εφαρμογή ενός τέτοιου κανόνα αντίθετη η Allegrezza, 59.

[34]. Lorena Bachmaier , Transnational Evidence, eucrim 2/2015, 47 ff.

[35]. Επικριτικός σε αυτή τη ρύθμιση που περιλαμβάνεται και στην ΕΕΣΑ ο Esser, ό.π. 1500.

[36]. Deutscher Richterbund, 4/5, Böse, Die Europäische Ermittlungsanordnung – Beweistransfer nach neuen Regeln? in ZIS 4/2014, 152 ff., 156. Πρβλ. σε μας λ.χ. τις αρμοδιότητες των ανακριτικών υπαλλήλων (ά. 33, 34 και 251 ΚΠΔ).

[37].  Εφεξής, οι διατάξεις της Οδηγίας 2014/41ΕΕ αναφέρονται μόνο με τον αριθμό του άρθρου και της παραγράφου ή/και εδαφίου. Μόνο για διατάξεις άλλων κειμένων θα αναφέρεται και το κείμενο προέλευσής τους.

[38]. Böse, 153.

[39]. Επικριτικός σε αυτή την τελευταία περίπτωση που περιλαμβάνεται και στην Οδηγία 2008/978/JI, ά. 2 γ, ιι, είναι ο Esser, ό.π.. 1500.

[40].  Bachmaier , Transnational Evidence, eucrim 2/2015, 47 ff.

[41]. Ορθότερη απόδοση του όρου θα ήταν “αναγκαία” (στο αγγλικό κείμενο είναι: necessary, στο γαλλικό: nécessaire, στο γερμανικό: notwendig) .

[42]. Böse, 153.

[43]. Ή, αναζήτηση αρμοδιότητας: “Befugnis-shopping”, Böse, 153.

[44]. Bachmaier , Transnational Evidence, eucrim 2/2015, 47 ff.

[45]. Bachmaier, ό.π. 52· Πρβλ. και Τριανταφύλλου Ν. Γ. : Η αρχή της αναλογικότητας στην ποινική δίκη, ΕλλΔνη 1990, σ. 301 επ. .

[46]. Bachmaier, ό.π. 52· Τριανταφύλλου ό.π.

[47]. Bachmaier , 52

[48]. Bachmaier, ό.π.

[49]. Böse, 155.

[50]. Böse, 155.