Η λειτουργία και το έργο των Υπηρεσιών Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής. Πορίσματα έρευνας

ΜΑΡΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Η λειτουργία και το έργο των Υπηρεσιών Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής. Πορίσματα έρευνας

Μαρια Αναγνωστακη*

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Οι Υπηρεσίες Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής (εφεξής ΥΕΚΑ) είναι σχετικά νέες υπηρεσίες που έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν με σκοπό να υποστηρίξουν την εφαρμογή των μέτρων που εκτίονται στην κοινότητα, ιδίως της κοινωφελούς εργασίας και της αναστολής υπό επιτήρηση. Οι ΥΕΚΑ συστήθηκαν ως δημόσιες υπηρεσίες υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης στα πρότυπα Ευρωπαϊκών χωρών με μεγαλύτερη ιστορία στον τομέα της επιτήρησης των παραβατών στην κοινότητα[1]. Μέχρι σήμερα το έργο των ΥΕΚΑ στη χώρα μας δεν έχει μελετηθεί επαρκώς, ενώ δεν υπάρχουν επίσημα στατιστικά στοιχεία για το έργο και τη λειτουργία των υπηρεσιών αυτών[2]. Τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία -που σταματούν το έτος 2009- αναφέρονται στο συνολικό αριθμό μέτρων κοινωφελούς εργασίας που επιβλήθηκαν πανελλαδικά ανά έτος και όχι στις υποθέσεις που διαχειρίζονται οι ΥΕΚΑ (βλ. παρακάτω στο κείμενο υπό ΙΙ.Α.Ι). Η παρούσα έρευνα επιχειρεί να συνεισφέρει στη μελέτη της λειτουργίας των υπηρεσιών αυτών μέσα από την εμπειρική αποτύπωση του έργου και της λειτουργίας τους[3]. Τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία που συλλέχθηκαν αφορούν στο έργο των ΥΕΚΑ κατά την πενταετία 2009 έως 2013, καθώς και την κατάσταση λειτουργίας της υπηρεσίας κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014). Τον Αύγουστο του 2014, επήλθαν μια σειρά οργανωτικές μεταβολές στις ΥΕΚΑ με το νέο οργανισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Π.Δ. 101/2014, ΦΕΚ Α’ 168/ 28.08. 2014, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4305/2014, ΦΕΚ Α’ 237/31.10.2014). Ειδικότερα, οι ΥΕΚΑ συγχωνεύθηκαν με τις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων συνιστώντας μια ενιαία υπηρεσία, την Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής[4]. Η εν λόγω λεγόμενη ‘αναδιοργάνωση’ των υπηρεσιών πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης με την ομάδα δράσης (Task Force) προκειμένου να υπάρξει μείωση των δομών και των θέσεων ευθύνης στο πλαίσιο των μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων και τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα. Ωστόσο, οι σοβαρές αυτές αλλαγές προτάθηκαν χωρίς να έχει προηγηθεί επαρκής μελέτη της μετάβασης στο νέο καθεστώς, με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρά προβλήματα και έντονες αντιδράσεις από τους επαγγελματίες και των δύο υπηρεσιών. Ακολούθως, η παρούσα έρευνα συνιστά την τελευταία καταγραφή της λειτουργίας των ΥΕΚΑ με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο[5]. Για λόγους ολοκληρωμένης παρουσίασης της υπηρεσίας με τη μορφή που είχε κατά το χρόνο διεξαγωγής της έρευνας αλλά και επειδή έως σήμερα δεν έχει επέλθει πλήρως η μετάβαση των υπηρεσιών στο νέο θεσμικό πλαίσιο, η παρούσα αποτύπωση αναφέρεται στο σύνολό της στο προϋπάρχον καθεστώς το οποίο εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να ισχύει έως σήμερα.

  1. ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ (ΥΕΚΑ)

Οι ΥΕΚΑ ιδρύθηκαν με το ν. 1941/1991 και συστάθηκαν ως δημόσιες υπηρεσίες υπαγόμενες στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με το ΠΔ 195/2006. Από τον Ιανουάριο του 2007 λειτουργούν ΥΕΚΑ σε 14 πόλεις (έδρες Πρωτοδικείων) – το ΠΔ 195/2006 προβλέπει την ίδρυση συνολικά 26 – με τοπική αρμοδιότητα που καλύπτει περισσότερα από 1 πρωτοδικεία (εκτός από τις ΥΕΚΑ Αθήνας, Λάρισας και Πειραιά που καλύπτουν τα αντίστοιχα πρωτοδικεία). Ωστόσο, μετά τις αλλαγές που επήλθαν με το Π.Δ. 101/2014 η αρμοδιότητα των ΥΕΚΑ περιορίστηκε στα όρια του νομού στον οποίο εδρεύουν, ενώ την κάλυψη των όμορων νομών στους οποίους δεν έχουν διορισθεί επιμελητές κοινωνικής αρωγής προβλέπεται να αναλάβουν οι υπηρετούντες επιμελητές ανηλίκων (παρότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπηρετεί κανένας επιμελητής ή υπηρετεί ένας μόνο επαγγελματίες του ενός από τους δύο κλάδους). Κατά το χρόνο της καταγραφής (Δεκέμβριος 2014) στις 14 ΥΕΚΑ εργάζονταν περίπου 40 επιμελητές, με ειδικότητες κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων και 1 νομικού-εγκληματολόγου. Ως προς τη διοικητική διάρθρωση της υπηρεσίας, το Π.Δ. 195/2006 προβλέπει τον ορισμό προϊσταμένων σύμφωνα με τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα. Μέχρι σήμερα έχουν επιλεγεί προϊστάμενοι στις ΥΕΚΑ Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά[6], ενώ στις υπόλοιπες υπηρεσίες όπου δεν έχει γίνει επιλογή, τα καθήκοντα προϊσταμένου ασκούνται από τον εισαγγελέα πρωτοδικών σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρ. 17 παρ. 1 του ν. 1941/91. Ομοίως, φαίνεται πως δεν έχουν ενεργοποιηθεί τα καθήκοντα των περιφερειακών επιθεωρητών ΥΕΚΑ (άρ. 12 ΠΔ 195/2006)[7], ενώ και η θέση του Κεντρικού Επιθεωρητή ΥΕΚΑ που προβλέπεται στα άρ. 4 & 11 ΠΔ 195/2006 δεν έχει πληρωθεί έως σήμερα.

Σύμφωνα με το ν. 1941/1991 και το ΠΔ 195/2006 οι ΥΕΚΑ «επικουρούν και εποπτεύουν» άτομα τα οποία: α) καταδικάζονται με αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό επιτήρηση (άρ. 100 ΠΚ)[8], β) καταδικάζονται σε ποινή που έχει μετατραπεί σε κοινωφελή εργασία (άρ. 82 ΠΚ), γ) απολύονται υπό όρους (άρ. 105 επ. ΠΚ, και 15 παρ. 1 και 4 ν. 1941/1991), δ) τους έχουν επιβληθεί προσωρινοί όροι κατά την προδικασία (άρ. 10 παρ. 1α ΠΔ 195/2006) και ε) τους χορηγείται τακτική άδεια από το κατάστημα κράτησης, με ειδικούς περιοριστικούς όρους για την παρακολούθηση των κινήσεών τους από τις ΥΕΚΑ, στην περίπτωση που είναι αλλοδαποί, άστεγοι ή στερούμενοι οικογένειας (άρ. 54 παρ. 4 Σωφρονιστικού Κώδικα όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4205/ 2013, ΦΕΚ Α’ 242/2013[9]). Περαιτέρω, στους επιμελητές αρωγής μπορεί να ανατίθεται από τον εισαγγελέα «η κοινωνική έρευνα ως προς τον τρόπο ζωής ή άλλα προσωπικά στοιχεία προσωρινά κρατούμενων ή ατόμων, στα οποία έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι σύμφωνα με το άρ. 282 ΚΠΔ. Η σχετική έκθεση επισυνάπτεται στη δικογραφία και συνεκτιμάται από το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής ή την κρίση για τη μετατροπή της σε εναλλακτική ποινή ή την αναστολή της υπό όρους» (άρ. 15 παρ. 5 ν. 1941/1991 & άρ. 10 παρ 1α ΠΔ 195/2006). Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο υλοποιούν στην πράξη την «επικουρία» και τη «συνδρομή» προς τους καταδικασθέντες. Η έλλειψη επαρκούς καταγραφής των καθηκόντων των επιμελητών κοινωνικής αρωγής στον τομέα της κοινωνικής υποστήριξης των παραβατών είχε επισημανθεί εξαρχής από το τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας της Βουλής: «…δεν υπάρχει καμία ειδική πρόβλεψη σε όλο το νομοσχέδιο για τα μέτρα επικουρίας και επιμέλειας του καταδικασθέντος που θα πρέπει να ληφθούν και με τη βοήθεια του επιμελητή κοινωνικής αρωγής (πχ βοήθεια στην ανεύρεση εργασίας ή ιατρική φροντίδα ή προσπάθεια επαγγελματικής εκπαίδευσης κλπ)»[10]. Ως προς τη φυσιογνωμία της υπηρεσίας, ήδη από την ίδρυσή της διατυπώθηκε η παρατήρηση ότι «θα πρέπει θεσμικά, αλλά και ουσιαστικά, να αποκτήσει μια φυσιογνωμία υπηρεσίας επικούρου της απονομής της δικαιοσύνης και όχι παραρτήματος της αστυνομίας»[11], [12].

Πέρα από το ζήτημα της στόχευσης και της φυσιογνωμίας της υπηρεσίας, περαιτέρω ζητήματα γεννώνται ως προς την έκτιση των μέτρων καθώς δεν φαίνεται να έχει καθοριστεί επαρκώς μέχρι σήμερα το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο[13]. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι δεν προβλέπεται η συμμετοχή των επιμελητών κοινωνικής αρωγής στη λήψη αποφάσεων κομβικής σημασίας, όπως πχ κατά την επιλογή καταδικασθέντων στους οποίους θα επιβληθεί το μέτρο της κοινωφελούς εργασίας ή της αναστολής υπό επιτήρηση, καθώς και σχετικά με την πορεία της εκτέλεσης σε περίπτωση πλημμελούς έκτισης των μέτρων[14]. Εξάλλου κατά την έκτιση μέτρων όπως η κοινωφελής εργασίας απαιτείται η συμμετοχή και άλλων φορέων οι οποίοι αναλαμβάνουν ρόλο κατά την άσκηση της σωφρονιστικής πολιτικής, που είναι οι τοπικοί φορείς στους οποίους εκτίονται τα μέτρα. Ωστόσο, ο ρόλος των επιμελητών κοινωνικής αρωγής παρότι είναι σημαντικός κατά τη διαμεσολάβηση με τους φορείς αυτούς δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο νόμο. Έτσι, φαίνεται ότι οι επιμελητές δεν έχουν περιβληθεί μέχρι σήμερα με καθήκοντα και αρμοδιότητες που θα τους επέτρεπαν τη συγκρότηση μιας αυτόνομης υπηρεσίας με επιστημονικό λόγο και ρόλο στη διαμόρφωσης της πολιτικής έκτισης των νέων αυτών σωφρονιστικών θεσμών.

Στην κατεύθυνση της διασφάλισης επαρκών κανόνων για την έκτιση των μέτρων καθώς και άλλων απαιτούμενων προδιαγραφών για την εύρυθμη λειτουργία των ΥΕΚΑ, αξιόλογη θα μπορούσε να είναι η συνεισφορά Ευρωπαϊκών κειμένων αρχών, όπως οι συστάσεις (Recommendations) που εκδίδονται από το Συμβούλιο της Ευρώπης[15]. Αναφορικά με τα μέτρα που εκτίονται στην κοινότητα ιδιαίτερα σημαντική είναι η σύσταση R (92) 16 «Ευρωπαϊκοί Κανόνες για τις ποινές και τα μέτρα που εκτίονται στην κοινότητα» (European Rules on Community Sanctions and Measures) και η πρόσφατη σύσταση R (2010) 1 «Ευρωπαϊκοί Κανόνες Δοκιμασίας» (European Probation Rules) [16]. Περαιτέρω, τα τελευταία χρόνια καθίσταται όλο και πιο πιεστική η ανάγκη διαμόρφωσης ‘συμβατών’ πρακτικών μεταξύ των χωρών λόγω των εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας. Οι χώρες μέλη καλούνται πλέον να λάβουν ενεργητικά μέτρα για την υιοθέτηση αποφάσεων-πλαίσιο που προβλέπουν, μεταξύ άλλων, την έκτιση εναλλακτικών μέτρων και ποινών που επιβάλλονται σε μια χώρα σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ε.Ε.[17]. Χρειάζεται, ωστόσο, μεγάλη προσοχή στον τρόπο που κάθε χώρα προσαρμόζει νέα κοινοτικά μέτρα στο εθνικό της δίκαιο, ώστε να διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση ο σεβασμός των δικαιωμάτων των καταδικασθέντων προσώπων και να δημιουργείται ένα κανονιστικό πλαίσιο το οποίο θέτει επαρκώς και με σαφήνεια αυστηρά όρια και κανόνες έκτισης[18]. Στην κατεύθυνση αυτή κάθε χώρα έχει να συνεισφέρει με τις ιδιαιτερότητες του ποινικού της συστήματος και του νομικού της πολιτισμού. Απ’ την άλλη πλευρά, η άκριτη ‘τυπική’ υιοθέτηση μέτρων χωρίς την αναγκαία προσαρμογή μπορεί να αποβεί ασυμβίβαστη με τη φιλοσοφία και τη λειτουργία των εθνικών συστημάτων και να δημιουργήσει ενδεχομένως σοβαρές πιέσεις και στρεβλώσεις στο επίπεδο της εφαρμογής.

  1. ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ

Στη χώρα μας τα εναλλακτικά της φυλάκισης μέτρα καταλάμβαναν ήδη πριν το ν. 1941/1991 πολύ σημαντική θέση και εφαρμόζονταν σε μεγάλη έκταση τόσο κατά το στάδιο της επιμέτρησης όσο και κατά το στάδιο της έκτισης της ποινής[19]. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνεται στο παράρτημα της σύστασης R (92) 16 του Συμβουλίου της Ευρώπης «Ευρωπαϊκοί Κανόνες για τις ποινές και τα μέτρα που εκτίονται στην κοινότητα»[20].

«ο όρος ‘ποινές και μέτρα που εκτίονται στην κοινότητα’ αναφέρεται σε ποινές και μέτρα που επιτρέπουν στον παραβάτη να παραμείνει στην κοινότητα και περιλαμβάνουν κάποιους περιορισμούς στην ελευθερία του μέσα από την επιβολή όρων ή/και υποχρεώσεων, και οι οποίοι/ες εφαρμόζονται από αρμόδια όργανα που έχουν δια νόμου αναλάβει το έργο αυτό. Ο όρος αναφέρεται σε κάθε ποινή που επιβάλλει ένα δικαστήριο ή ένας δικαστής, καθώς και σε κάθε μέτρο που λαμβάνεται πριν ή αντί μιας απόφασης περί επιβολής ποινής καθώς και σε τρόπους έκτισης ποινών στερητικών της ελευθερίας εκτός των καταστημάτων κράτησης. Παρόλο που οι χρηματικές ποινές δεν περιλαμβάνονται στον παραπάνω ορισμό, κάθε δραστηριότητα επιτήρησης ή ελέγχου η οποία στοχεύει στην εξασφάλιση της καταβολής τους εμπίπτει στα όρια των παραπάνω κανόνων».

Είναι σαφές ότι στον ορισμό αυτό περιλαμβάνονται μέτρα με μεγάλη ιστορία που τυγχάνουν ευρείας αποδοχής από τους λειτουργούς του συστήματος, όπως η αναστολή εκτέλεσης της ποινής (άρ. 99 επ. ΠΚ), η μετατροπή της ποινής σε χρηματική (άρ. 82 ΠΚ), η απόλυση υπό όρους (άρ. 105 επ. ΠΚ). Επιπλέον, μπορούμε να συμπεριλάβουμε στα εναλλακτικά μέτρα που εκτίονται στην κοινότητα τα παρακάτω μέτρα, που έχουν μικρότερη ή μεγαλύτερη ιστορία στο ποινικό και σωφρονιστικό μας σύστημα[21]: Κατά το στάδιο της προδικασίας α) περιοριστικοί όροι (άρ. 282 ΚΠΔ) μεταξύ των οποίων και η κατ’ οίκον έκτιση με ηλεκτρονική επιτήρηση (ν. 4205/2013), β) ποινική διαμεσολάβηση στα πλημμελήματα σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας (άρ. 11 επ. ν. 3500/2006), γ) ποινική συνδιαλλαγή στις περιπτώσεις εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας (άρ. 6 και 17 ν. 3904/2010), δ) αναβολή άσκησης ποινικής δίωξης και δυνατότητα αποχής από αυτήν για εξαρτημένους χρήστες που παρακολουθούν θεραπευτικό πρόγραμμα (άρ. 32 παρ. 1α ν. 4139/2013), ε) εισαγωγή σε θεραπευτικό κατάστημα αντί της προσωρινής κράτησης για εξαρτημένους χρήστες ναρκωτικών (άρ. 31 ν. 4139/2013). Κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής α) αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό επιτήρηση (άρ. 100 επ. ΠΚ), β) αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό τον όρο της συνέχισης παρακολούθησης θεραπευτικού προγράμματος για εξαρτημένους χρήστες (άρ. 32 παρ. 1γ ν. 4139/2013), γ) μετατροπή της ποινής σε κοινωφελή εργασία (άρ. 82 παρ. 5-7 ΠΚ). Κατά τα στάδιο της έκτισης της ποινής α) κατ’ οίκον έκτιση της ποινής, β) κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση (άρ. 110Β και 110Γ ΠΚ), γ) άδειες κρατουμένων (άρ. 54-58 ΣωφρΚ), στ) πρόωρη απόλυση για τη συνέχιση θεραπευτικού προγράμματος εκτός φυλακής (άρ. 35 παρ. 1 ν. 4139/2013).

Μια από τις ιδιαιτερότητες, ωστόσο, του ελληνικού ποινικού συστήματος είναι ότι τα κυριότερα εναλλακτικά μέτρα εφαρμόζονταν εξαρχής – και κάποια από αυτά συνεχίζονται να εφαρμόζονται – χωρίς την επίβλεψη, συνδρομή ή επικουρία από ειδική υπηρεσία. Η έννοια της επιτήρησης με συνδρομή και εποπτεία (probation), την οποία ο Δασκαλάκης είχε ονομάσει «προστατευτική επίβλεψη»[22], δεν θεωρήθηκε αναγκαία, εφικτή ή χρήσιμη ώστε να καθιερωθεί νομοθετικά (όπως συνέβη στην περίπτωση των ανηλίκων). Στις περιπτώσεις που κάποια επιτήρηση θεωρείται αναγκαία (πχ κατά την απόλυση υπό όρους, κατά τη διάρκεια τακτικών αδειών και για το διάστημα που έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι) το έργο αυτό αναλαμβάνει σε κάποιο βαθμό η αστυνομία μέσω του συχνά επιβαλλόμενου όρου της εμφάνισης των κρατουμένων/ κατηγορουμένων στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας τους[23]. Η αντίληψη αυτή αντανακλάται επίσης στη θεσμοθέτηση νέων, ιδιαίτερα απαιτητικών εναλλακτικών μέτρων όπως η ηλεκτρονική επιτήρηση, τα οποία προβλέπεται να λειτουργήσουν χωρίς κάποια μέριμνα για ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες για τους ηλεκτρονικά επιτηρούμενους και τις οικογένειες ή τους συνοικούντες με αυτούς[24]. Από την άλλη πλευρά, άλλες πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις όπως ο ν. 3904/2010 επέφεραν σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς έκτισης των κύριων εναλλακτικών μέτρων της κοινωφελούς εργασίας και της αναστολής υπό επιτήρηση, χωρίς παράλληλα να δίνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ως προς το ζήτημα της επιτήρησης και του ρόλου των επιμελητών κοινωνικής αρωγής. Ειδικότερα, ενώ ο ν. 3904/2010 ενίσχυσε σημαντικά το ρόλο των επιμελητών κοινωνικής αρωγής κατά την έκτιση του μέτρου της αναστολής υπό επιτήρηση (καθώς περιγράφηκαν αναλυτικά τα καθήκοντα των επιμελητών και οι κανόνες έκτισης του μέτρου στο άρ. 100 του Ποινικού Κώδικα), δεν συνέβη το ίδιο για το μέτρο της κοινωφελούς εργασίας, όπου παρότι υπήρχαν σοβαρά προβλήματα κατά την έκτιση των μέτρων δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη για τη διευθέτησή τους και την ενίσχυση του ρόλου των επιμελητών[25]. Περαιτέρω, είναι γεγονός πως ακόμα και σήμερα το μέτρο της κοινωφελούς εργασίας εφαρμόζεται χωρίς τη συνδρομή της υπηρεσίας επιμελητών σε πολλές περιοχές όπου δεν λειτουργούν ΥΕΚΑ[26].

Οι παραπάνω διαπιστώσεις αποτελούν ένδειξη ότι υπάρχει δυσκολία στο να υιοθετηθούν συνεκτικές πολιτικές ως προς το θέμα της επιτήρησης[27]. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται τα ζητήματα αυτά να αποσαφηνιστούν ώστε να μπορέσει να ολοκληρωθεί η προσπάθεια να ενταχθούν πλήρως τα εναλλακτικά της φυλάκισης μέτρα, όπως για παράδειγμα η κοινωφελής εργασία, στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και να αναλάβουν οι ΥΕΚΑ έναν αποφασιστικό και ουσιαστικό ρόλο κατά την έκτιση των μέτρων.

ΙΙ. Η ΕΡΕΥΝΑ

 

  1. Μεθοδολογία της έρευνας

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της συμπλήρωσης ερωτηματολογίου από απόσταση από την κάθε ΥΕΚΑ. Το ερωτηματολόγιο στάλθηκε από την ερευνήτρια στις 14 ΥΕΚΑ με ταχυδρομείο και ηλεκτρονικά στις 20 Οκτωβρίου 2014 μαζί με συνοδευτική επιστολή και την εγκριτική απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την παράκληση να συμπληρωθεί και επιστραφεί έως τις 27 Νοεμβρίου 2014. Από τις 14 ΥΕΚΑ έλαβαν μέρος στην έρευνα 12: οι 2 που δεν συμμετείχαν αποτελούνταν από έναν επιμελητή ο οποίος στη μία περίπτωση έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία ενώ στην άλλη ήταν σε άδεια μητρότητας. Από τις 12 ΥΕΚΑ σε λειτουργία απέστειλαν συμπληρωμένα ερωτηματολόγια οι 11 (ποσοστό ανταπόκρισης 92%). Στην ΥΕΚΑ που δεν απέστειλε ερωτηματολόγιο έγινε προσωπική επικοινωνία με την ερευνήτρια και συμπληρώθηκαν μερικά από τα τμήματα του ερωτηματολογίου. Τα στοιχεία που συλλέχθηκαν αφορούν το έργο των ΥΕΚΑ κατά τη διάρκεια των ετών 2009-2013, καθώς και την κατάσταση λειτουργίας της υπηρεσίας κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014). Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάζονται ανωνυμοποιημένα καθώς σκοπός είναι να δοθεί μια συνολική εικόνα της λειτουργίας και του έργου των ΥΕΚΑ και όχι να αξιολογηθεί η λειτουργία τους.

  1. Η δομή του ερωτηματολογίου

Το ερωτηματολόγιο περιείχε σειρά κλειστών και ανοιχτών ερωτήσεων και δομήθηκε στα παρακάτω επτά (7) μέρη: α) Στοιχεία επικοινωνίας και αρμοδιότητας ΥΕΚΑ, β) Γενική επισκόπηση των υποθέσεων με τις οποίες απασχολείται η υπηρεσία κατά την τελευταία πενταετία (2009-2013), γ) Στοιχεία ειδικά για την έκτιση της κοινωφελούς εργασίας[28], δ) Ζητήματα οργάνωσης της υπηρεσίας, ε) Ζητήματα συνεργασίας με φορείς, στ) Ποιοτικά στοιχεία από την εφαρμογή της κοινωφελούς εργασίας, και ζ) Επιστημονικά/ μεθοδολογικά ζητήματα.

  1. Αποτελέσματα της έρευνας

Ακολουθεί σύντομη παρουσίαση των αποτελεσμάτων σε πέντε (5) μέρη: α) η εφαρμογή του μέτρου της κοινωφελούς εργασίας (εφεξής ΚΕ), β) αριθμός υποθέσεων εκτός ΚΕ, γ) ζητήματα οργάνωσης της υπηρεσίας, δ) συνεργασία με τον εισαγγελέα επόπτη & μεθοδολογία δουλειάς, ε) δυσκολίες όπως τις καταγράφουν οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες.

Α. Η εφαρμογή του μέτρου της Κοινωφελούς Εργασίας

Α.Ι. Αριθμός μέτρων Κοινωφελούς Εργασίας ανά έτος

Στο παρακάτω Γράφημα Α.1. παρουσιάζεται το σύνολο των μέτρων ΚΕ που εισήχθησαν σε 11 από τις 12 ΥΕΚΑ τα έτη 2009 έως 2013 (σε 1 ΥΕΚΑ όπου έγινε προφορικά η συμπλήρωση τα στοιχεία είναι ανεπαρκή). Συνολικά τα μέτρα ΚΕ για όλη την πενταετία 2009-2013 για 11 από τις 12 ΥΕΚΑ είναι δύο χιλιάδες τριακόσια σαράντα έξι (2.346).

Γράφημα Α.1.: Αριθμός υποθέσεων Κοινωφελούς Εργασίας ανά έτος (11 ΥΕΚΑ)

Φαίνεται πως υπάρχει μια σταδιακή αύξηση των υποθέσεων, με 4πλασιασμό των υποθέσεων από το 2009 στο 2013. Μικρή κάμψη που εμφανίζεται το 2012 δεν είναι σαφές αν είναι προσωρινή ή όχι.

Στο παρακάτω Γράφημα Α.2. παρουσιάζεται ο αριθμός μέτρων ΚΕ ανά ΥΕΚΑ μόνο για το έτος 2013, συμπεριλαμβανομένης και της 12ης ΥΕΚΑ που δεν καταγράφεται στο παραπάνω γράφημα. Κάθε ΥΕΚΑ εμφανίζεται με ένα κεφαλαίο γράμμα (από Α έως Κ). Το σύνολο των μέτρων ΚΕ που εισήχθησαν στις ΥΕΚΑ το έτος 2013 είναι χίλιες εκατόν εβδομήντα πέντε (1.175).

Γράφημα Α.2.: Αριθμός υποθέσεων Κοινωφελούς Εργασίας

ανά ΥΕΚΑ το 2013 (12 ΥΕΚΑ)

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αριθμός μέτρων ΚΕ που επιβάλλονται πανελλαδικά μπορεί να είναι μεγαλύτερος, καθώς μέτρα ΚΕ επιβάλλονται και σε δικαστικές περιφέρειες όπου δεν λειτουργεί ΥΕΚΑ. Στις περιπτώσεις αυτές το μέτρο της ΚΕ εφαρμόζεται με την εποπτεία του εισαγγελέα πρωτοδικών[29]. Σύμφωνα, άλλωστε, με τα διαθέσιμα στοιχεία το μέτρο της ΚΕ επιβάλλεται από τα δικαστήρια ήδη από το έτος 1998, ενώ οι ΥΕΚΑ τέθηκαν σε λειτουργία τον Ιανουάριο του 2007.

Το παρακάτω Γράφημα Α.3. δείχνει την εξέλιξη στην εφαρμογή των μέτρων ΚΕ πανελλαδικά από το 1998 μέχρι το 2013. Τα στοιχεία από το 1998 έως το 2009 προέρχονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης[30]. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά δεν είναι συμβατά με τα στοιχεία από το 2010 έως το 2013 που συλλέχθηκαν με το παρόν ερωτηματολόγιο καθώς τα στοιχεία από το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναφέρονται σε δικαστικές αποφάσεις (και καλύπτουν όλες τις δικαστικές περιφέρειες της χώρας) ενώ τα στοιχεία από το 2010 έως το 2013 καλύπτουν τις αποφάσεις που εισήχθησαν στις ΥΕΚΑ.

Γράφημα Α.3.: Αριθμός μέτρων Κοινωφελούς Εργασίας πανελλαδικά 1998 – 2013*

*Περιλαμβάνονται μόνο τα έτη 2011 και 2013 όπου υπάρχουν στοιχεία και για τις 12 ΥΕΚΑ.

Φαίνεται πως υπάρχει μια σταθερή άνοδος στα μέτρα ΚΕ που επιβάλλονται από την έναρξη λειτουργίας των ΥΕΚΑ (2007) έως σήμερα. Η αυξητική τάση φαίνεται πως είναι μεγαλύτερη από το 2010 και μετά (οπότε ψηφίστηκε ο νόμος 3904/2010), χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν αυτή η αύξηση οφείλεται στο νέο νομοθετικό πλαίσιο ή στην σταδιακή εδραίωση της λειτουργίας των ΥΕΚΑ.

Στο επόμενο Γράφημα Α.4 παρουσιάζεται η εξέλιξη ανά ΥΕΚΑ την εξεταζόμενη πενταετία 2009-2013. Τα στοιχεία αναφέρονται σε 11 από τις 12 ΥΕΚΑ (καθώς σε 1 ΥΕΚΑ όπου έγινε προφορικά η συμπλήρωση τα στοιχεία είναι ανεπαρκή).

Γράφημα Α.4.: Αριθμός μέτρων Κοινωφελούς Εργασίας πανελλαδικά ανά ΥΕΚΑ 2009 – 2013 (11 από τις 12 ΥΕΚΑ)

 

Οι ΥΕΚΑ Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Ροδόπης, Κοζάνης και Πάτρας φαίνεται ότι έχουν μια σταθερή ανοδική τάση μέσα στην πενταετία. Οι υπόλοιπες ΥΕΚΑ παρουσιάζουν μικρή αύξηση και παραμένουν σε επίπεδα κάτω των 50 μέτρων ΚΕ ανά έτος. Ωστόσο ο αριθμός αυτός χρειάζεται να εξεταστεί σε συνάρτηση με τον αριθμό των επιμελητών που υπηρετούν σε κάθε ΥΕΚΑ, καθώς από τις ΥΕΚΑ Ναυπλίου, Ιωαννίνων, Λαμίας, Λάρισας, Ρόδου και Σύρου σε άλλες υπηρετούν ένας (1), σε άλλες δύο (2) και σε άλλες τρεις (3) επιμελητές.

Ένας πρόσθετος κοινά αποδεκτός δείκτης για τη λειτουργία των υπηρεσιών δοκιμασίας (probation services) είναι αυτός του μέσου όρου υποθέσεων ανά έτος[31]. Στη χώρα μας έχει υπολογιστεί ο μέσος όρος υποθέσεων ανά επιμελητή για τα έτη 2011 και 2013 σε 28 υποθέσεις[32]. Σύμφωνα με τα στοιχεία της παρούσας έρευνας ο Μέσος Όρος υποθέσεων ΚΕ ανά έτος ανά επιμελητή, με βάση υπολογισμού τα 3 τελευταία έτη για 11 από τις 12 ΥΕΚΑ είναι ο εξής: 1.777 υποθέσεις ΚΕ στα 3 χρόνια από 29 επιμελητές: 592 υποθέσεις ανά έτος: Μέσος όρος 20 υποθέσεις ανά επιμελητή. Χρειάζεται, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι τα μέτρα ΚΕ είναι μία από περισσότερες αρμοδιότητες των επιμελητών κοινωνικής αρωγής, ιδίως στις μεγάλες πόλεις (βλ. παρακ. μέρος Β).

Α.ΙΙ. Ποιοτικά στοιχεία από την εφαρμογή του μέτρου της Κοινωφελούς Εργασίας

Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα από 10 από τις 12 ΥΕΚΑ (σε 1 ΥΕΚΑ όπου έγινε προφορικά η συμπλήρωση τα στοιχεία είναι ανεπαρκή και 1 ΥΕΚΑ δεν συμπλήρωσε την παρούσα ενότητα). Ζητήθηκε από τις ΥΕΚΑ να εξετάσουν τις 3 τελευταίες περιπτώσεις έκτισης ΚΕ που εισήχθησαν στην υπηρεσία και να συμπληρώσουν στοιχεία αναφορικά με τα ατομικά χαρακτηριστικά των καταδικασθέντων, στοιχεία για το αδίκημα και την ποινή που επιβλήθηκε, καθώς και στοιχεία για την πορεία έκτισης της κάθε συγκεκριμένης ΚΕ. Έτσι συνολικά τα στοιχεία αναφέρονται σε 30 περιπτώσεις.

Πίνακας Α.1: Ατομικά χαρακτηριστικά προσώπων

που εκτίουν ΚΕ

 

α/α Κατηγορία Κατανομές Ποσοστά (σε

σύνολο 30)

1 Φύλο Άνδρες: 24 80%
Γυναίκες: 6 20%
2 Ηλικία 30 – 34: 7  
35 – 44: 6  
45 – 59: 13 57%
60 και άνω: 4
3 Επίπεδο

εκπαίδευσης

Δημοτικό: 7  
Γυμνάσιο (ΥΕ): 7  
Λύκειο (ΔΕ): 10 47%
Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση: 2
Μεταλυκειακή (ΙΕΚ): 1
ΑΕΙ/ ΤΕΙ (ΤΕ): 1
Δ.Α./ άγνωστο: 2  
4 Επάγγελμα Άνεργοι: 13 43%
Οικιακά: 1  
Ναυτικός: 1  
Περιστασιακά εργαζόμενος: 1  
Ομάδα 1 (έμποροι/ επιχειρηματίες): 2  
Ομάδα 2 (επιστημονικά επαγγέλματα): 2  
Ομάδα 5 (παροχή υπηρεσιών/ πωλητές): 4  
Ομάδα 6 (γεωργοί/ αλιείς): 4  
Ομάδα 7 (τεχνίτες): 2  
5 Οικογενειακή κατάσταση Άγαμοι: 10  
Έγγαμοι (με/ χωρίς παιδιά): 10 67%
Διαζευγμένοι (με/ χωρίς παιδιά): 10
6 Εθνικότητα Ελληνική: 27 90%
Άλλο (Αλβανία, Ιράν, Μπαγκλαντές): 3  

 

Όπως φαίνεται στον παραπάνω Πίνακα Α.1. οι ερευνώμενοι στην πλειοψηφία τους είναι άνδρες (80%), έλληνες (90%), μέσης ηλικίας (45 ετών και άνω – 57%), με λυκειακή και μεταλυκειακή εκπαίδευση (47%), οικογένεια (έγγαμοι ή διαζευγμένοι κατά 67%) και άνεργοι σε ποσοστό 43%. Παρότι διατυπώνεται η κριτική ότι η ΚΕ είναι ένα μέτρο για τον «μέσο κανονικό» καταδικασθέντα (“normal decent offender”[33]) και υπάρχουν στοιχεία από προγενέστερη έρευνα στη χώρα μας που φαίνεται πως επιβεβαιώνουν αυτή την υπόθεση[34], απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στο να διερευνηθεί για ποιους λόγους ευνοείται η διακριτική μεταχείριση προς όφελος συγκεκριμένων κατηγοριών καταδικασθέντων αποκλείοντας ταυτόχρονα άλλες ομάδες με ειδικά χαρακτηριστικά που ενδεχομένως θεωρούνται πιο «δύσκολες» στη διαχείριση κατά την παροχή της εργασίας (πχ αλλοδαποί, νεαροί δράστες) έτσι ώστε να επιχειρηθεί να περιοριστεί αυτή η τάση.

Πίνακας Α.2: Αδικήματα που τελέστηκαν από πρόσωπα που εκτίουν ΚΕ

 

α/α Αδικήματα Κατανομή

(σε σύνολο 30)

Ποσοστό
1 Χρέη στο Δημόσιο 9 50%
2 Εισφορές ΟΑΕΕ 1
3 Ν. περί επιταγής 5
4 Κλοπή – μικροκλοπή 4 13%
5 Τροχαίες παραβάσεις (κυκλοφορία

φορτηγού χωρίς άδεια, κυκλοφορία

οχήματος χωρίς ασφάλεια, οδήγηση

υπό την επήρεια μέθης)

4  
5 Ν. περί ναρκωτικών 2 7%
6 Ψευδορκία/ ψευδής κατάθεση 2  
7 Ανυποταξία 1 3%
8 Συκοφαντική δυσφήμιση 1  
9 Υπεξαίρεση 1  

Όπως φαίνεται στον Πίνακα Α.2. στην πλειοψηφία πρόκειται για οικονομικά αδικήματα όπως και παλιότερη έρευνα είχε δείξει[35]. Επιπλέον μάλλον υποχωρεί η επιβολή του μέτρου για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου, ενισχύοντας την υπόθεση για επιλεκτική χρήση του μέτρου. Στην ενότητα αυτή υπήρχαν και ερωτήσεις για προηγούμενες καταδίκες και συνολική ποινή των ατόμων που εκτίουν ΚΕ. Τα στοιχεία αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα καταγραφή καθώς φαίνεται ότι δεν τηρούνται συστηματικά και δεν έχουν συμπληρωθεί με επάρκεια από τις υπηρεσίες. Το ζήτημα του ποινικού μητρώου και κατά πόσο βρίσκεται στη διάθεση της ΥΕΚΑ μαζί με όλα τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του καταδικασθέντος αποτελεί ένα ανοικτό ζήτημα.

Στον παρακάτω Πίνακα Α.3. αναφέρονται όλες οι περιπτώσεις με τον αριθμό των ωρών ΚΕ στις οποίες μετατράπηκε η στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβλήθηκε.

Πίνακας Α.3. Διάρκεια στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε/

ώρες Κοινωφελούς Εργασίας στις οποίες μετατράπηκε

 

α/α Διάρκεια στερητικής

της ελευθερίας

ποινής που

 επιβλήθηκε

Αριθμός

περιπτώσεων/ποσοστό

Διάρκεια

ωρών που

επιβλήθηκε

      Ποινή

στερητική

Ώρες ΚΕ
1 10 μέρες – 1 χρόνο 14 (47%) 20 μέρες 100
2 μήνες 150
3 μήνες 120
5 μήνες 100
6 μήνες 120

200

7 μήνες 200
8 μήνες 100
10 μήνες 240
11 μήνες 240
12 μήνες 240

240

200

150

2 12 μήνες + 1 ημέρα – 2 χρόνια 10 (33%) 13 μήνες 300
16 μήνες 450
18 μήνες 400

350

20 μήνες 200
24 μήνες 400

800

550

721

970

3 24 μήνες + 1 ημέρα – 3 χρόνια 1 (3%) 29 μήνες 600
4 36 μήνες + 1 ημέρα – 4 χρόνια 2 (7%) 39 μήνες

42 μήνες

900

850

5 48 μήνες + 1 ημέρα – 5 χρόνια 1 (3%) 52 1000
6 Ελλιπή στοιχεία 2

Φαίνεται ότι οι βραχυχρόνιες ποινές έως 2 χρόνια αποτελούν την πλειοψηφία των περιπτώσεων στις οποίες επιβλήθηκε ΚΕ, γεγονός που έχει καταγραφεί και σε προηγούμενη έρευνα[36]. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 80% επί του συνόλου των 30 περιπτώσεων που εξετάζονται εδώ.

Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως ποινών έως 2 χρόνια, φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλη διακύμανση στο εύρος των ωρών ΚΕ που επιβάλλονται, μερικές φορές μάλιστα οριακά ή εντελώς έξω από τα προβλεπόμενα στο νόμο όρια. Έτσι ποινές διάρκειας 12 μηνών φαίνεται πως μετατρέπονται σε ΚΕ από 150 έως 240 ώρες. Ομοίως ποινή 20 μηνών έχει μετατραπεί κάτω του ορίου σε 200 ώρες ΚΕ. Τέλος ποινές 24 μηνών έχουν μετατραπεί τόσο πάνω του ορίου των 2 ετών (480 ώρες) αλλά και πάνω από το όριο των 3 ετών (720 ώρες). Αυτή η εφαρμογή βρίσκεται εκτός του νόμου, ενώ δεν είναι σαφές αν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από την αντίστοιχη ΥΕΚΑ ή εάν έχουν καταβληθεί προσπάθειες για να ισορροπηθεί ο τρόπος εφαρμογής του μέτρου τόσο από την ΥΕΚΑ όσο και από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Σοβαρή άνιση μεταχείριση άλλωστε δημιουργείται όταν ποινές στερητικές της ελευθερίας ίσης διάρκειας (24 μηνών) μετατρέπονται σε ώρες ΚΕ που κυμαίνονται από 400 έως και 970 ώρες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το ελάχιστο όριο ωρών ΚΕ που προβλέπει ο νόμος ότι μπορεί να επιβληθεί είναι 100 ώρες για ποινές στερητικές της ελευθερίας από 10 ημέρες, γεγονός που φαίνεται πως είναι δυσανάλογο και λειτουργεί εις βάρος του καταδικασθέντος. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για τον τρόπο που ο ν. 3904/2010 τυγχάνει εφαρμογής από τα δικαστήρια κατά τη μετατροπή μηνών στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ώρες ΚΕ.

Ο παρακάτω Πίνακας Α.4. παρουσιάζει τον τόπο και το είδος της εργασίας που παρείχαν οι καταδικασθέντες στις 30 περιπτώσεις που εξετάζονται ενδεικτικά εδώ.

Πίνακας Α.4.: Τόπος έκτισης της εργασίας/ είδος εργασίας

α/α Φορέας όπου

εκτίεται η εργασία

Είδος εργασίας
1 Δήμος Ναυπλίου Καθαριότητα
2 ‘’ ‘’
3 ‘’ ‘’
4 Δήμος Ιωαννίνων ‘’
5 ‘’ ‘’
6 Δήμος Πρέβεζας ‘’
7 Δήμος Λαμίας Συντήρηση αυτοκινήτων
8 ‘’ Καθαριότητα
9 Δήμος Στυλίδος ‘’
10 Δήμος Φαρσάλων ‘’
11 Δήμος Ελασσόνας ‘’
12 Δήμος Τυρνάβου ‘’
13 Δήμος Εορδαίας ‘’
14 Δήμος Κοζάνης Φύλαξη αποθήκης
15 ΚΑΠΗ Δήμου Κοζάνης Βοηθητικές εργασίες
16 Δήμος Αιγίου Καθαριότητα
17 Δήμος Πάτρας ‘’
18 ‘’ ‘’
19 Δήμος Πειραιά ‘’
20 Δήμος Περάματος ‘’
21 Δήμος Νίκαιας ‘’
22 Δήμος Διδυμοτείχου Οδηγός/ καθαριότητα
23 Δήμος Αλεξανδρούπολης Καθαριότητα
24 Δήμος Ξάνθης ‘’
25 Δήμος Παύλου Μελά Οικονομική υπηρεσία
26 Δήμος Θεσσαλονίκης Πράσινο
27 Δήμος Θέρμης Καθαριότητα
28 Δήμος Σύρου ‘’
29 Περιφέρεια Μήλου Διοικητικές υπηρεσίες
30 Δήμος Σάμου Καθαριότητα

Φαίνεται πως στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων – 23 από τις 30 περιπτώσεις (ποσοστό 77%) – η εργασία που παρέχουν οι καταδικασθέντες είναι στον τομέα της καθαριότητας. Χρειάζεται να διερευνηθεί περαιτέρω η πρακτική αυτή, ωστόσο μια υπόθεση θα μπορούσε να είναι πως η τοποθέτηση αυτή είναι η πιο εύκολη και ίσως πιο «βολική» για τον τοπικό φορέα, καθώς δεν χρειάζεται ιδιαίτερη υποδομή ή υποστήριξη για την επίβλεψη της έκτισης και παράλληλα ενδεχομένως να καλύπτει σημαντικές ανάγκες στον τομέα της καθαριότητας.

Ωστόσο, οποιαδήποτε συστηματική αντιμετώπιση του ζητήματος της έκτισης της ΚΕ χρειάζεται να αντιμετωπίσει σοβαρά το ζήτημα του είδους της εργασίας στο οποίο μπορούν να απασχοληθούν οι καταδικασθέντες και να λάβει υπόψη την επάρκεια των τοπικών φορέων σε επίπεδο υποδομών, πόρων και ανθρώπινου δυναμικού[37]. Απαιτείται μεγαλύτερη επένδυση στο να προσφερθεί δυνατότητα χρήσιμης εργασίας που θα παρέχει κάποιου είδους δεξιότητες σε καταδικασθέντες που ανήκουν σε πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Ως προς τους αλλοδαπούς, χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προκειμένου να αναζητηθούν οι λόγοι που τους αποκλείουν από την παροχή ΚΕ, καθότι το είδος αυτό της εργασίας μπορεί να παρασχεθεί από όλες τις εθνικότητες.

Α.ΙΙΙ. Τρόπος επίβλεψης της εργασίας

Ζητήθηκε από τις ΥΕΚΑ να αναφέρουν με συντομία πώς επιβλέπουν τους παραπάνω καταδικασθέντες και με ποιο τρόπο συνεργάζονται με τους τοπικούς φορείς όπου παρέχεται η εργασία. Από τις απαντήσεις που δόθηκαν φαίνεται ότι σε μεγαλύτερη συχνότητα (9 στις 10 ΥΕΚΑ) η επίβλεψη της εργασίας πραγματοποιείται με επιτόπιες επισκέψεις/ ελέγχους που από κάποιες ΥΕΚΑ αναφέρονται ως αιφνίδιοι (3 στις 10). Με μεγάλη συχνότητα (8 στις 10 ΥΕΚΑ) φαίνεται πως χρησιμοποιείται επίσης η τηλεφωνική επικοινωνία με εκπρόσωπο του τοπικού φορέα όπου εκτίεται η εργασία. Η επικοινωνία αυτή αναφέρθηκε ως καθημερινή από μία (1) ΥΕΚΑ, ενώ από τις απαντήσεις φαίνεται πως η συχνότητα της επικοινωνίας μπορεί να ποικίλλει είτε και να είναι άμεση σε περίπτωση που υπάρχει πρόβλημα κατά την έκτιση. Τέσσερις (4) από τις δέκα (10) ΥΕΚΑ ανέφεραν την αποστολή του παρουσιολογίου από τον τοπικό φορέα ως τρόπο επίβλεψης της παροχής της εργασίας. Το παρουσιολόγιο αναφέρεται ως μηναίο, εκτός από μία (1) ΥΕΚΑ που αναφέρει την αποστολή παρουσιολογίου σε εβδομαδιαία βάση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη ΥΕΚΑ δεν ανέφερε την τηλεφωνική επικοινωνία ως τρόπο επίβλεψης παροχής της εργασίας οπότε ίσως μπορεί να υποτεθεί ότι αυτή έχει αντικατασταθεί από την αποστολή των παρουσιολογίων.

Τρεις (3) από τις δέκα (10) ΥΕΚΑ ανέφεραν την 1η αρχική συνάντηση με τον καταδικασθέντα ως τρόπο επίβλεψης της εργασίας. Κατά τη συνάντηση αυτή αναφέρθηκε ότι γίνεται ενημέρωση για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταδικασθέντος κατά την παροχή της εργασίας, λήψη κοινωνικού ιστορικού και διερεύνηση των αναγκών/ ζητημάτων που μπορεί να δυσχεράνουν την έκτιση του μέτρου. Περαιτέρω, δύο (2) ΥΕΚΑ ανέφεραν μεγαλύτερη συχνότητα ατομικών συναντήσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συγκεκριμένες ΥΕΚΑ φαίνεται πως εξυπηρετούν μικρό αριθμό καταδικασθέντων. Τέσσερις (4) ΥΕΚΑ ανέφεραν ως τρόπους επίβλεψης της εργασίας και τους εξής: Α) Επικοινωνία και συναντήσεις με άλλους φορείς για συνεργασία. Β)Συζήτηση με τον ίδιο τον καταδικασθέντα για τυχόν προβλήματα στη συνεργασία του με τον τοπικό φορέα. Γ) Έλεγχο μηνιαίων βεβαιώσεων παροχής ΚΕ. Δ) Συναντήσεις με τον επιβλέποντα και τον αρμόδιο εκπρόσωπο του τοπικού φορέα.

Συμπερασματικά μπορεί να αναφερθεί ότι φαίνεται πως έχει διαμορφωθεί μια πρακτική επίβλεψης της εργασίας με επιτόπιους ελέγχους και τηλεφωνική επικοινωνία η οποία μπορεί να υποστηρίζεται από ατομικές συναντήσεις συμβουλευτικής εφόσον υπάρχει κάποια ανάγκη ή πρόβλημα. Ωστόσο απαιτείται διερεύνηση για το κατά πόσο είναι εφικτό να καλυφθούν με επισκέψεις μεγάλες γεωγραφικές περιφέρειες και σε ποιο βαθμό υπάρχει ομοιόμορφη έκτιση των μέτρων ανάμεσα σε διαφορετικές δικαστικές περιφέρειες.

A.IV. Πορεία έκτισης των μέτρων Κοινωφελούς Εργασίας

Στην ενότητα αυτή ζητήθηκαν ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία για τα μέτρα ΚΕ για τα οποία κινήθηκε η διαδικασία πλημμελούς έκτισης του άρ. 82 παρ. 7 ΠΚ. Ειδικότερα ζητήθηκε ο συνολικός αριθμός μέτρων ΚΕ ανά έτος για τα οποία κινήθηκε η διαδικασία πλημμελούς έκτισης. Συνολικά εμφανίζονται διακόσιες είκοσι επτά (227) περιπτώσεις (σε σύνολο 2.346) στις οποίες κινήθηκε η διαδικασία πλημμελούς έκτισης, ποσοστό 10%. Στο παρακάτω Γράφημα Α.7. εμφανίζεται η διακύμανση των περιπτώσεων αυτών στη διάρκεια των 5 ετών (2009 – 2013).

 


Γράφημα Α.7.: Ποσοστό μέτρων Κοινωφελούς Εργασίας

για τα οποία κινήθηκε η διαδικασία πλημμελούς έκτισης

 

Παρατηρείται μια σταδιακή μείωση των περιπτώσεων στις οποίες κινείται η διαδικασία πλημμελούς έκτισης, από 12,5% το 2009 και 15% το 2010 σε 6% το 2013. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για το αν η μείωση αυτή οφείλεται σε διαφορετικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού στον οποίο επιβάλλεται το μέτρο (οικονομικά εγκλήματα – πιο συνεργάσιμοι καταδικασθέντες), σε πιο προσεκτική υλοποίηση του μέτρου από όλους τους φορείς (με έμφαση στη συνέχιση και συμμόρφωση και όχι στην ανάκληση), σε υπερβολική ανεκτικότητα κατά την εφαρμογή από τους τοπικούς φορείς και τις ΥΕΚΑ ή σε κάτι άλλο. Ανά ΥΕΚΑ το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 5% (το χαμηλότερο) έως 15% (το υψηλότερο) κατά μέσο όρο συνολικά για την πενταετία 2009 – 2013. Ακολούθως φαίνεται πως υπάρχουν διαφορετικές πρακτικές ανά ΥΕΚΑ καθώς η διακύμανση που εμφανίζεται είναι αρκετά σημαντική.

Ως προς τα ποιοτικά στοιχεία, ζητήθηκε από τις ΥΕΚΑ να εξετάσουν τις τρεις (3) τελευταίες περιπτώσεις που αντιμετώπισε η υπηρεσία για τις οποίες κινήθηκε η διαδικασία πλημμελούς έκτισης του άρ. 82 πάρ. 7 ΠΚ και να αναφέρουν ξεχωριστά: α) το λόγο για τον οποίο κινήθηκε η διαδικασία στην κάθε περίπτωση και β) τα μέτρα/ αποφάσεις που έλαβε ο εισαγγελέας στις αντίστοιχες περιπτώσεις.

Στον παρακάτω Πίνακα Α.5. παρουσιάζονται ταξινομημένα οι λόγοι και τα μέτρα του εισαγγελέα σε σύνολο 30 περιπτώσεων (παρουσιάζονται αποτελέσματα από 10 από τις 12 ΥΕΚΑ: σε 1 ΥΕΚΑ όπου έγινε προφορικά η συμπλήρωση τα στοιχεία είναι ανεπαρκή, ενώ 1 ΥΕΚΑ δεν συμπλήρωσε την ενότητα αυτή του ερωτηματολογίου).

Πίνακας Α.5: Ποιοτικά στοιχεία:

Λόγοι για τους οποίους κινήθηκε η διαδικασία

 

α/α  

Λόγοι για τους οποίους

κινήθηκε η διαδικασία

 

Αριθμός
1 Μη εμφάνιση για υπογραφή συμφωνητικού /

μη προσέλευση στην εργασία

11
2 Μη εμφάνιση λόγω φυλάκισης για προηγούμενη

καταδικαστική απόφαση

5
3 Αδικαιολόγητη διακοπή ΚΕ για μεγάλο χρονικό

Διάστημα

3
4 Πλημμελής έκτιση/ η ΚΕ δεν παρασχέθηκε 7
5 Νέο αδίκημα κατά τη διάρκεια παροχής της ΚΕ 1
6 Λόγοι υγείας δεν επέτρεπαν τη συνέχιση 1
7 Θάνατος υπόχρεου 1
8 Δ.Α. 1
  Σύνολο 30

Φαίνεται ότι σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων υπάρχει πλήρης μη συμμόρφωση του καταδικασθέντος για άγνωστούς λόγους (μη εμφάνιση για υπογραφή συμφωνητικού/ μη προσέλευση στην εργασία), λόγω ποινικής κατάστασης (μη εμφάνιση λόγω φυλάκισης για προηγούμενη καταδικαστική απόφαση), για σοβαρούς λόγους υγείας/ θάνατο. Σύνολο περιπτώσεων 18: 60%. Περαιτέρω, σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων αναφέρεται ότι η παροχή ΚΕ ήταν «πλημμελής» είτε επειδή η ΚΕ «δεν παρασχέθηκε», είτε «λόγω αδικαιολόγητης διακοπής για μεγάλο χρονικό διάστημα». Οι περιπτώσεις αυτής της κατηγορίας χρειάζεται να μελετηθούν περισσότερο καθότι καταγράφουν τις στάσεις και αντιλήψεις τόσο των επιμελητών όσο και των επιβλεπόντων των τοπικών φορέων σχετικά με το πώς πρέπει να εκτίεται η ΚΕ και ποιοι λόγοι δικαιολογούν την διαδικασία πλημμελούς έκτισης. Σύνολο περιπτώσεων 11: 37%.

Στον παρακάτω Πίνακα Α.7. αποτυπώνονται τα μέτρα που έλαβε ο εισαγγελέας σε κάθε μία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις.

 

Πίνακας Α.7.: Ποιοτικά στοιχεία: Μέτρα/ αποφάσεις που έλαβε ο εισαγγελέας

 

α/α  

Μέτρα/ αποφάσεις που έλαβε ο εισαγγελέας

 

Αριθμός
1 Συστάσεις μετά από ακρόαση 6
2 Ανάκληση της ΚΕ και εκτέλεση της αρχικής

απόφασης / συνέχιση έκτισης στη φυλακή

18
3 Μετατροπή της ποινής σε χρήμα 1
4 Κλήση για να δώσει εξηγήσεις/ δεν εμφανίστηκε 1
5 Οριστική παύση 1
6 Αναμένεται 1
7 Δ.Α. 2
  Σύνολο 30

Παρατηρούμε ότι ένα μέτρο που χρησιμοποιείται αρκετά συχνά είναι η επίσημη κλήση σε απολογία από τον εισαγγελέα και η επιβολή συστάσεων, όπως προβλέπεται από το άρ. 82 παρ. 7. Με αυτό το μέτρο ολοκληρώθηκε ένα ποσοστό 20% των περιπτώσεων (6 περιπτώσεις). Το μέτρο της ανάκλησης με εκτέλεση της αρχικής ποινής φυλάκισης φαίνεται πως εφαρμόζεται από τους εισαγγελείς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, κατά ποσοστό 60% (18 περιπτώσεις). Τα λοιπά ενδιάμεσα μέτρα που προέβλεψε ο νομοθέτης με την τροποποίηση του άρ. 82 παρ. 7 (ν. 3904/2010) φαίνεται πως δεν έχουν τύχει ευρείας εφαρμογής μέχρι σήμερα. Σε μία περίπτωση αναφέρεται ότι υπήρξε μετατροπή της ποινής σε χρήμα, ενώ σε 3 περιπτώσεις (ποσοστό 20%) δεν είναι σαφές πώς ολοκληρώθηκε η έκτιση της ποινής.

Α.V: Επιτυχημένες περιπτώσεις

Ζητήθηκε από τους ερωτώμενους να καταγράψουν μία περίπτωση (τα χαρακτηριστικά και την εξέλιξή της) που θεωρούν ως υπηρεσία ότι αντιμετωπίστηκε από αυτούς με επιτυχία. Η ερώτηση αυτή βασίζεται στη μεθοδολογία που ανέπτυξε η Alison Liebling για την έρευνα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους κρατούμενους στις φυλακές[38] και επέκτεινε η Gwen Robinson για τη μελέτη του έργου των επιμελητών κοινωνικής αρωγής κατά την επιτήρηση των παραβατών στην κοινότητα[39]. Εδώ έχουν επιλεγεί να αναφερθούν ενδεικτικά 4 από τις 10 περιπτώσεις που καταγράφηκαν (1 ΥΕΚΑ δεν συμπλήρωσε αυτή την ερώτηση και 1 ΥΕΚΑ που συμπλήρωσε προφορικά το ερωτηματολόγιο δεν έδωσε επαρκή στοιχεία).

1η περίπτωση: «Επειδή θεωρώ ότι στη δουλειά μας είναι πολύ σημαντική η υποστήριξη πέρα από τον έλεγχο των ατόμων που εξυπηρετούμε, πιστεύω ότι μια περίπτωση ενός ατόμου που παρείχε κοινωφελή εργασία, ήταν αλλοδαπός και είχε 4 παιδιά ήταν από τις πιο σημαντικές γιατί υπήρξε μια ολιστική προσέγγιση της περίπτωσης. Έγιναν προσπάθειες ώστε τα παιδιά να εμβολιαστούν, να ενταχθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα, να δοθεί υποστήριξη σε πρώτες ανάγκες (φαγητό, ρούχα από την κοινωνική μέριμνα και τον Ερυθρό Σταυρό), να δοθεί επίδομα από την Πρόνοια και να βγάλουν βιβλιάριο απορίας. Η προσέγγιση έγινε ατομικά και οικογενειακά με την εμπλοκή της κοινότητας.»

2η περίπτωση: «Περίπτωση καταδικασθέντα για οικονομικά εγκλήματα. Εκτίει ΚΕ 720 ωρών με προθεσμία 2 ετών. Συμπληρώνοντας τα 2/3 των ωρών αιτείται διακοπή για ψυχολογικούς λόγους. Η υπηρεσία διενεργεί κοινωνική έρευνα και εργάζεται τόσο ατομικά όσο και με την οικογένειά του και τους υπεύθυνους του φορέα. Με τη συνδρομή της Υπηρεσίας εκδίδεται βιβλιάριο ασθενείας από την Δ/νση Κοινωνικής Πρόνοιας, βρίσκεται στέγη και γίνονται ενέργειες για χορήγηση επιδόματος αναπηρίας. Ο ανωτέρω νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική και του χορηγείται φαρμακευτική αγωγή. Σε συνεργασία με την αρμόδια εισαγγελέα εκδίδεται διάταξη ευνοϊκότερη όπου μειώνονται οι απαιτούμενες ώρες και δίδεται μικρή παράταση της εκτέλεσης της ποινής.»

3η περίπτωση: «Πρώην χρήστης, που είχε ολοκληρώσει κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ, εκτέλεσε διαδοχικά στο Δήμο δύο αποφάσεις ΚΕ και κατόπιν προσλήφθηκε στο Δήμο ως συμβασιούχος.»

4η περίπτωση: «Παραβατικός νεαρός 23 ετών εκτελούσε κοινωφελή εργασία πλημμελώς λόγω φτώχειας και πολλών κοινωνικών προβλημάτων. Έγινε παραπομπή στις κατάλληλες υπηρεσίες για συσσίτιο, ένδυση, ψυχολογική υποστήριξη. Τέλος ο νεαρός αυτός είχε «καεί» σε πυρκαγιά που ξέσπασε σπίτι του και σε συνεργασία με ιδιωτικό νοσοκομείο Αθήνας έγιναν πλαστικές εγχειρήσεις με εκπληκτικά αποτελέσματα. Ο ίδιος σήμερα φοιτά στην γ΄ λυκείου, έχει σταματήσει την παραβατική δράση, εργάζεται μερική απασχόληση και έχει βάλει στόχο να φοιτήσει σε κρατική σχολή μαγείρων.»

Β. Υποθέσεις που απασχολούν τις ΥΕΚΑ εκτός της Κοινωφελούς Εργασίας

Σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφηκαν στην παρούσα έρευνα, οι υποθέσεις εκτός ΚΕ που φτάνουν στις ΥΕΚΑ είναι πολύ λίγες. Ειδικότερα, ο αριθμός των περιπτώσεων που αναφέρθηκαν για κάθε μία από τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο νόμο για τις 11 από τις 12 ΥΕΚΑ για την περίοδο της πενταετίας 2009-2013 εμφανίζονται ως εξής:

Α) Περιπτώσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και επιτήρηση (άρ. 100 ΠΚ): 110

Β) Περιπτώσεις επίβλεψης ατόμων που απολύονται υπό όρους (άρ. 105 επ. ΠΚ): 152

Γ) Περιπτώσεις επίβλεψης ατόμων στα οποία έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι (άρ. 282επ ΚΠΔ): 27

Δ) Περιπτώσεις ανάθεσης διενέργειας κοινωνικής έρευνας: 5

Ε) Περιπτώσεις επίβλεψης κρατουμένων που βρίσκονται σε τακτική άδεια: 0.

Περαιτέρω, μόνο τρεις (3) από τις έντεκα ΥΕΚΑ καταγράφουν συνολικά για τα 5 έτη πάνω από δέκα περιπτώσεις για όλες αυτές τις κατηγορίες αθροιστικά. Με άλλα λόγια οκτώ (8) ΥΕΚΑ έχουν αντιμετωπίσει ελάχιστο αριθμό υποθέσεων εκτός της κοινωφελούς εργασίας στη διάρκεια της λειτουργίας τους.

Στα παρακάτω γραφήματα παρουσιάζεται η εξέλιξη των δύο μέτρων που έχουν τη σχετικά μεγαλύτερη έκταση εφαρμογής: στο Γράφημα Β.1. της αναστολής υπό όρους & επιτήρηση (άρ. 100 ΠΚ) και στο Γράφημα Β.2. της επίβλεψης ατόμων που απολύονται υπό όρους (άρ. 105 επ. ΠΚ). Τα στοιχεία περιορίζονται στις τρεις (3) ΥΕΚΑ που αναφέρεται παραπάνω ότι εμφανίζουν πάνω από 10 περιπτώσεις αθροιστικά στη διάρκεια της πενταετίας, καθώς και στην 12η ΥΕΚΑ που έχει δώσει στοιχεία για κάποιες από τις ενότητες του ερωτηματολογίου (προφορική καταγραφή). Τα γραφήματα περιλαμβάνουν μόνο τα έτη 2011 και 2013, για τα οποία υπάρχουν στοιχεία και από τις τέσσερις ΥΕΚΑ.

Γράφημα Β.1. Αριθμός υποθέσεων αναστολής υπό όρους

και επιτήρηση (άρ. 100 ΠΚ) σε 4 ΥΕΚΑ*

*Περιλαμβάνονται μόνο τα έτη 2011 και 2013 όπου υπάρχουν στοιχεία και για τις 12 ΥΕΚΑ.

Με εξαίρεση μία (1) ΥΕΚΑ (τη Λ) φαίνεται ότι ο αριθμός των υποθέσεων αναστολής υπό όρους και επιτήρηση μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε στο μέτρο ο ν. 3904/2010 παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυξητική τάση που εμφανίζεται στην επιβολή του μέτρου. Αναμένεται ότι ο τρόπος υλοποίησής του σ’ αυτή την πρώτη περίοδο εφαρμογής θα είναι καθοριστικός για την εδραίωση της εμπιστοσύνης των δικαστών και την ευρύτερη εφαρμογή του στο μέλλον.

 

 

 

 

 

 

Γράφημα Β.2.: Αριθμός υποθέσεων απόλυσης υπό όρους

(άρ. 105 επ. ΠΚ) σε 4 ΥΕΚΑ*

*Περιλαμβάνονται μόνο τα έτη 2011 και 2013 όπου υπάρχουν στοιχεία και για τις 12 ΥΕΚΑ.

Παρότι και σε αυτή την περίπτωση η έκταση εφαρμογής του μέτρου είναι πολύ μικρή, φαίνεται επιπλέον ότι υπάρχει πτώση στην επιβολή του μέσα στην εξεταζόμενη περίοδο της διετίας 2011 – 2013. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για το αν η τάση αυτή είναι τυχαία ή όχι καθώς και για τους λόγους που έχουν οδηγήσει σε αυτή την πτωτική εφαρμογή.

Γ. Ζητήματα οργάνωσης της υπηρεσίας

Γ.Ι. Στοιχεία προσωπικού

Στο σύνολο των 12 ΥΕΚΑ απασχολούνταν πραγματικά κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου (Δεκέμβριος 2014) 39 επιμελητές και 4 βρίσκονταν σε άδεια. Από τους 39 επιμελητές 4 είναι άνδρες και 35 είναι γυναίκες (ποσοστό 91%). Ως προς τις ειδικότητες, 30 είναι κοινωνικοί λειτουργοί (ποσοστό 70%), 6 ψυχολόγοι, 2 κοινωνιολόγοι και 1 νομικός.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στα πρώτα επτά (7) χρόνια λειτουργίας των ΥΕΚΑ έχουμε σημαντικές μετακινήσεις και αποχωρήσεις προσωπικού. Συνολικά το προσωπικό μειώθηκε κατά 14 άτομα (από 57 σε 43 επιμελητές) δηλαδή οι ΥΕΚΑ έχασαν τη δυναμικότητά τους κατά 25%. Ειδικότερα: α) 3 άτομα παραιτήθηκαν από την υπηρεσία, β) 1 άτομο απολύθηκε, γ) 9 άτομα μετακινήθηκαν με αποσπάσεις/ μετατάξεις προς τις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων, δ) 1 άτομο μετακινήθηκε προς το Ίδρυμα Αγωγής Αρρένων Βόλου. Επιπλέον, 9 άτομα μετακινήθηκαν εντός της Υπηρεσίας (σε ΥΕΚΑ άλλων πόλεων). Την ίδια στιγμή δεν έχουν γίνει καθόλου προσλήψεις έως σήμερα ούτε μετακινήσεις στελεχών προς την υπηρεσία.

Φαίνεται ότι ο ήδη μικρός αριθμός επιμελητών κοινωνικής αρωγής συνεχίζει να μειώνεται. Οι συνεχείς μετακινήσεις εντός της υπηρεσίας (σε άλλες πόλεις) μπορεί να οφείλονται σε λόγους εγγύτητας της υπηρεσίας με τον τόπο κατοικίας του επιμελητή. Ωστόσο οι μετατάξεις και αποσπάσεις σε άλλες υπηρεσίες και κατά το μεγαλύτερο ποσοστό σε Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων, χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης καθώς μπορεί να οφείλονται σε πιθανή καλύτερη λειτουργία των ΥΕΑ λόγω της μακροχρόνιας ιστορίας τους, σε ενδεχόμενες αυξημένες δυσκολίες κατά τη λειτουργία των ΥΕΚΑ είτε και σε άλλους λόγους. Δεν διατυπώθηκαν ερωτήσεις αναφορικά με την ικανοποίηση από την υπηρεσία αλλά η συχνότητα των μετακινήσεων αποτελεί κάποια ένδειξη ότι ο δείκτης αυτός είναι χαμηλά.

Γ.ΙΙ. Υποδομή

Ζητήθηκαν στοιχεία αναφορικά με τον χώρο λειτουργίας της υπηρεσίας και την επάρκεια της υλικοτεχνικής υποδομής. Από τις 12 ΥΕΚΑ, οι 8 στεγάζονται εντός των δικαστηρίων. Από αυτές μόνο 3 χαρακτηρίζουν τις εγκαταστάσεις επαρκείς, ενώ οι υπόλοιπες 5 τις θεωρούν ανεπαρκείς. Οι 4 ΥΕΚΑ που στεγάζονται σε χώρο εκτός των δικαστηρίων χαρακτηρίζουν τις εγκαταστάσεις και τις υποδομές επαρκείς και κατάλληλες. Συνολικά 7 από τις 12 ΥΕΚΑ χαρακτηρίζουν το χώρο όπου βρίσκονται τα γραφεία της υπηρεσίας επαρκή ως προς τα τετραγωνικά και τον αριθμό των δωματίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι 3 από τις 5 ΥΕΚΑ που χαρακτηρίζουν τους χώρους ανεπαρκείς είναι οι ΥΕΚΑ των 3 μεγάλων πόλεων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς) που διαχειρίζονται το μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων.

Φαίνεται ότι χρειάζεται να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στο χώρο εγκατάστασης των ΥΕΚΑ ιδίως στις μεγάλες πόλεις όπου υπάρχει στενότητα χώρων στα δικαστικά μέγαρα και επομένως δεν μπορούν εύκολα να διατεθούν οι κατάλληλες εγκαταστάσεις. Κάθε προσπάθεια για αύξηση των υποθέσεων που διαχειρίζονται οι ΥΕΚΑ χρειάζεται να λάβει υπόψη την ανάγκη για βελτίωση των στεγαστικών και υλικοτεχνικών υποδομών ιδίως στις 3 μεγάλες πόλεις.

Δ. Συνεργασία με τον εισαγγελέα – επόπτη/ μεθοδολογία δουλειάς

Δ.Ι. Τρόπος συνεργασίας με προϊστάμενο εισαγγελέα κατά την παροχή ΚΕ

Το ζήτημα του ρόλου του εισαγγελέα κατά την εποπτεία των ΥΕΚΑ καθώς και της διοικητικής σχέσης που συνδέει τις υπηρεσίες με τον προϊστάμενο εισαγγελέα (σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη άρ. 17 πάρ. 5 ν. 1941/1991) αποτελεί ένα σύνθετο θέμα που βρίσκεται έξω από τα όρια της παρούσας καταγραφής. Σκοπός των ερωτήσεων που τέθηκαν στο ερωτηματολόγιο είναι να δοθεί μια πρώτη εικόνα του τρόπου που ασκείται η εποπτεία στην πράξη και να αποτυπωθούν τυχόν διαφορετικές πρακτικές. Ζητήθηκε από τις ΥΕΚΑ να αναφέρουν με συντομία τον τρόπο συνεργασίας τους με τον προϊστάμενο εισαγγελέα για τον καθορισμό των όρων παροχής κοινωφελούς εργασίας και την επίβλεψη της τήρησής τους (τα στοιχεία αναφέρονται σε 11 από τις 12 ΥΕΚΑ).

Οι περισσότερες ΥΕΚΑ (7 στις 11, ποσοστό 64%) αναφέρουν ότι η επικοινωνία με τον εισαγγελέα είναι γραπτή. Μία ΥΕΚΑ αναφέρει μηνιαίες είτε 3μηνιαίες εκθέσεις, ενώ αναφέρονται επίσης «μηνιαία ενημέρωση», «γραπτή ενημέρωση» και έγγραφη ενημέρωση «κατά τακτά διαστήματα». Πέντε από τις έντεκα ΥΕΚΑ (ποσοστό 45%) αναφέρουν ότι υπάρχει γραπτή ενημέρωση σε περίπτωση που υπάρχει κάποιο πρόβλημα κατά την εκτέλεση της εργασίας. Πέντε από τις έντεκα ΥΕΚΑ επίσης αναφέρουν κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τον εισαγγελέα για ενημέρωσή του/της σε περίπτωση πλημμελούς παροχής της εργασίας είτε για απόφαση για περαιτέρω ενέργειες. Σε τρεις από τις πέντε περιπτώσεις φαίνεται πως υπάρχει κάποια συζήτηση και από κοινού λήψη απόφασης για το θέμα της πορείας εκτέλεσης της ΚΕ αλλά δεν προκύπτει σαφώς εάν υπάρχει συνδρομή του επιμελητή κοινωνικής αρωγής στο θέμα αυτό. Δύο ΥΕΚΑ αναφέρουν ότι η ΥΕΚΑ επιλαμβάνεται των υποθέσεων μετά την απόφαση του εισαγγελέα χωρίς να έχει τη δυνατότητα να συνδράμει στη διαμόρφωση της απόφασης αυτής. Ωστόσο, μία ΥΕΚΑ αναφέρει ότι πριν την έκδοση απόφασης από τον εισαγγελέα υπάρχει «διερεύνηση [από την ΥΕΚΑ] για το πού θα μπορούσε να αξιοποιηθεί το άτομο στο Δήμο ανάλογα με τις ικανότητές του».

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι φαίνεται πως δεν υπάρχει τακτική συνεργασία με τον εισαγγελέα επόπτη, αλλά εξ αποστάσεως ενημέρωση και επικοινωνία στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται πρόβλημα κατά την έκτιση. Περαιτέρω δεν είναι σαφές μέχρι ποιου σημείου κάθε ΥΕΚΑ διαχειρίζεται τις δυσκολίες κατά την έκτιση και πότε επιζητά από τον/την εισαγγελέα την άσκηση του ρόλου του/της. Θα ήταν χρήσιμο να διαμορφωθεί ένα πρωτόκολλο συνεργασίας μεταξύ ΥΕΚΑ και προϊσταμένου εισαγγελέα ώστε να υπάρχει ελάχιστη κοινή μεταχείριση των εκτιόντων ΚΕ. Τέλος, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για το ρόλο των επιμελητών κατά την απόφαση περί την πορεία εκτέλεσης της ΚΕ σε περίπτωση που ανακύπτουν προβλήματα και για το πώς ασκείται η διακριτική ευχέρεια από κάθε εμπλεκόμενο μέρος.

Δ.ΙΙ. Μεθοδολογία δουλειάς των ΥΕΚΑ

Η μεθοδολογία δουλειάς των επιμελητών κοινωνικής αρωγής δεν έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στη χώρα μας, ούτε έχει εξεταστεί η υιοθέτηση ή προσαρμογή κάποιων από τα μοντέλα που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες[40]. Ακολούθως, η προσέγγιση της παρούσας ενότητας του ερωτηματολογίου ήταν διερευνητική. Με μία ανοικτή ερώτηση ζητήθηκε από τις ΥΕΚΑ να αναφέρουν με συντομία τη μεθοδολογική τους προσέγγιση κατά την επίβλεψη[41], με στόχο να αναζητηθεί αν τυχόν έχει διαμορφωθεί κάποια πρακτικά στα πρώτα αυτά χρόνια λειτουργίας των υπηρεσιών. Τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται αφορούν σε 11 από τις 12 ΥΕΚΑ (σε 1 ΥΕΚΑ όπου έγινε προφορικά η συμπλήρωση τα στοιχεία είναι ανεπαρκή).

Πράγματι, από τις απαντήσεις που δόθηκαν φαίνεται ότι οι επιμελητές έχουν αναπτύξει ένα μεθοδολογικό μοντέλο παρέμβασης κατά την άσκηση του έργου τους που διαφέρει από υπηρεσία σε υπηρεσία και κινείται ανάμεσα στο φάσμα των παρακάτω δύο (2) προσεγγίσεων:

α) Η παρέμβαση του επιμελητή επικεντρώνεται στη μεθοδολογία της κοινωνικής εργασίας, δηλαδή γίνεται προσπάθεια συμβουλευτικής στήριξης του ατόμου και της οικογένειάς του σε συνεργασία με τις υπηρεσίες της κοινότητας.

β) Το έργο του επιμελητή εστιάζει στην απρόσκοπτη έκτιση της ποινής, δηλαδή την ολοκλήρωση της παροχής της εργασίας με την τήρηση των όρων του συμφωνητικού.

Επτά από τις έντεκα ΥΕΚΑ (ποσοστό 64%) φαίνεται να υιοθετούν περισσότερο το μοντέλο της κοινωνικής εργασίας και τέσσερις να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο ζήτημα της έκτισης της ποινής και του ρόλου της ΥΕΚΑ στον τομέα αυτό. Δύο ΥΕΚΑ δηλώνουν ότι υπηρετούν παράλληλα και τις δύο προσεγγίσεις, αυτή της κοινωνικής εργασίας και αυτή της έμφασης στο ζήτημα της επίβλεψης έκτισης της ΚΕ στα πλαίσια του συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, φαίνεται ότι η 1η συνέντευξη αποτελεί ένα ιδιαίτερα χρήσιμο μεθοδολογικό εργαλείο για έναν σημαντικό αριθμό τεσσάρων ΥΕΚΑ (ποσοστό 36%). Κατά τη συνέντευξη αυτή, τρεις από τις υπηρεσίες αναφέρουν ότι λαμβάνουν το «κοινωνικό ιστορικό» ενώ η τέταρτη αναφέρει τη συμπλήρωση «ατομικού δελτίου». Τέλος, μία ΥΕΚΑ αναφέρει ρητά την υπηρεσιακή αναζήτηση του ποινικού μητρώου.

Φαίνεται πώς μέσα στα 7 χρόνια λειτουργία τους οι ΥΕΚΑ έχουν διαμορφώσει ένα μεθοδολογικό μοντέλο παρέμβασης κατά την εποπτεία της ΚΕ το οποίο ποικίλλει από υπηρεσία σε υπηρεσία. Οι διαφορές που υπάρχουν ενδεχομένως να αντανακλούν την επιστημονική προέλευση των στελεχών κάθε υπηρεσίας. Άλλοι παράγοντες πιθανόν να έχουν επίσης επενεργήσει καθόσον δεν φαίνεται να έχει υπάρξει μέχρι σήμερα συστηματική εκπαίδευση, καθοδήγηση και εποπτεία του προσωπικού.

Ε. Σημαντικότερες δυσκολίες

Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα από 11 από τις 12 ΥΕΚΑ (σε 1 ΥΕΚΑ όπου έγινε προφορικά η συμπλήρωση τα στοιχεία είναι ανεπαρκή). Ζητήθηκε από τις ΥΕΚΑ να αναφέρουν ποιες θεωρούν τις σημαντικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στο έργο τους. Παρακάτω παρουσιάζονται οι αναφορές σε θεματικές κατηγορίες με σειρά συχνότητας που αναφέρθηκαν.

  1. Μεγάλη γεωγραφική εμβέλεια – αρμοδιότητα/μη κάλυψη δαπανών μετακίνησης και οδοιπορικών.
  2. Μεγάλος φόρτος εργασίας – έλλειψη επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού, μεγάλος όγκος εργασίας.
  3. Έλλειψη εκπαίδευσης – επιμόρφωσης του προσωπικού, έλλειψη εποπτείας.
  4. Ζητήματα οργάνωσης της υπηρεσίας/επιστημονικά θέματα (Δεν γνωρίζουμε την προσωπικότητα των εκτιόντων/προβλήματα κατά την έκτιση, η εργασία να παρέχεται ομαδικά/ να έχει κάποιο σκοπό – νόημα, έλλειψη μηχανοργάνωσης/μηχανογράφησης υπηρεσίας, «αντιδικία» με τοπικούς φορείς για την «κάλυψη» εκτιόντων ΚΕ, ανάγκη για συντονισμό/ συνεργασία των εμπλεκομένων φορέων).
  5. Θεσμικά ζητήματα: Υποβάθμιση του ρόλου των ΥΕΚΑ, απουσία κοινού πλαισίου δράσης ΥΕΚΑ, έλλειψη κεντρικής αρχής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για συντονισμό/καθοδήγηση, ελλιπής πληροφόρηση των καταδικασθέντων/ φορέων για την ΚΕ.
  6. Λειτουργικά ζητήματα: Κάλυψη λειτουργικών δαπανών (γραφικής ύλης/υλικών καθαριότητας), έλλειψη χώρου για ατομικές συναντήσεις.
  7. Δυσκολίες στη συνεργασία με δικαστές και εισαγγελείς.
  8. Έλλειψη κατάλληλων φορέων στην κοινότητα για παραπομπή / συνεργασία.

Οι δυσκολίες για την κάλυψη της επίβλεψης της κοινωφελούς εργασίας σε όλη τη γεωγραφική έκταση που προβλέπουν οι αρμοδιότητες των ΥΕΚΑ σε συνδυασμό με τη μη καταβολή των εξόδων μετακίνησης φαίνεται πως αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα που η πλειοψηφία των υπηρεσιών αναφέρει (οκτώ στις έντεκα, ποσοστό 73%). Ακολουθούν τα θέματα φόρτου εργασίας και έλλειψης προσωπικού (τέσσερις στις έντεκα, ποσοστό 36%), που αναφέρονται ιδίως από τις μονοπρόσωπες ΥΕΚΑ, όπου ένας επιμελητής καλείται να «σηκώσει» δυσανάλογα το βάρος της υπηρεσίας χωρίς να είναι σε θέση να λάβει τη αναγκαία στήριξη που προσφέρει μια επιστημονική ομάδα. Ζητήματα εκπαίδευσης και εποπτείας καθώς και επιστημονικά ζητήματα αναφέρονται από μικρό σχετικά αριθμό τεσσάρων ΥΕΚΑ (τέσσερις στις έντεκα, ποσοστό 36%). Ζητήματα θεσμικά, συνεργασίας με δικαστές και εισαγγελείς, καθώς και λειτουργικά, όπως η έλλειψη κατάλληλων χώρων, επισημαίνονται από τρεις από τις έντεκα ΥΕΚΑ (27%).

Τελικά, φαίνεται πως τα πρακτικά ζητήματα είναι τόσο έντονα που επισκιάζουν τις δυσκολίες σε επίπεδο επιστημονικού έργου, καθώς επιστημονικά, θεσμικά αλλά και ζητήματα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης του προσωπικού αναφέρονται με χαμηλή συχνότητα.

ΙΙΙ. ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Από την καταγραφή της παρούσας έρευνας φαίνεται ότι οι ΥΕΚΑ αντιμετωπίζουν μια σειρά από προβλήματα που θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Ο θεσμικός τους ρόλος στο σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης παραμένει περιορισμένος μετά από οκτώ χρόνια λειτουργίας. Ειδικότερα, αν και υπάρχει μια σταθερή αύξηση στον αριθμό των υποθέσεων που διαχειρίζονται, αυτός εξακολουθεί να παραμένει μικρός, αποτελώντας μια περιθωριακή συμβολή στο συνολικό σύστημα ποινών. Περαιτέρω η αύξηση αυτή φαίνεται πως εμφανίζεται όχι στο σύνολο των ΥΕΚΑ αλλά σε συγκεκριμένες δικαστικές περιφέρειες.
  • Επιπρόσθετα, φαίνεται πως οι ΥΕΚΑ επιτελούν μέρος μόνο και όχι το σύνολο των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί από τους ιδρυτικούς τους νόμους. Ειδικότερα, πολύ μικρός αριθμός ΥΕΚΑ απασχολείται με υποθέσεις πέραν της κοινωφελούς εργασίας, δηλαδή με την επίβλεψη ατόμων που έχουν καταδικαστεί σε αναστολή υπό επιτήρηση (άρ. 100 ΠΚ), ατόμων στα οποία έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι, κρατούμενων που απολύονται υπό όρο (άρ. 105επ. ΠΚ), ειδικές κατηγορίες κρατουμένων που λαμβάνουν τακτική άδεια καθώς και με τη σύνταξη κοινωνικών εκθέσεων.
  • Περαιτέρω, ακόμα και κατά την επίβλεψη των ατόμων που εκτίουν κοινωφελή εργασία φαίνεται πως εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά προβλήματα που δυσχεραίνουν τους επιμελητές κοινωνικής αρωγής κατά την άσκηση του έργου τους. Ειδικότερα, φαίνεται πως είναι αναγκαία η ολοκλήρωση των προβλέψεων του κανονιστικού πλαισίου, με την επικαιροποίηση της υπουργικής απόφασης 108842/ 1997[42] ώστε να καθοριστούν επακριβώς οι αρμοδιότητες των επιμελητών κοινωνικής αρωγής σε σχέση με τους τοπικούς φορείς στους οποίους παρέχεται η εργασία. Επίσης, καθίσταται απαραίτητη η θεσμική ολοκλήρωση του οργανωτικού πλαισίου, με τον ορισμό προϊσταμένων των υπηρεσιών, την αποσαφήνιση της σχέσης της υπηρεσίας με την εισαγγελική αρχή καθώς και την κάλυψη των θέσεων περιφερειακών και κεντρικού επιθεωρητή ώστε να μπορέσει η υπηρεσία να αποκτήσει την αναγκαία οργανωτική συγκρότηση για να εξελιχθεί και να αναπτύξει πλήρως τις αρμοδιότητές της.
  • Οι παραπάνω αδυναμίες του κανονιστικού και οργανωτικού πλαισίου φαίνεται πως έχουν συμβάλλει στην επιβολή του μέτρου σε καταδικασθέντες που έχουν διακριτά χαρακτηριστικά: έλληνες άνδρες, μέσης ηλικίας, με οικογένεια, απόφοιτοι λυκείου ή μεταλυκειακής εκπαίδευσης, καθώς και την τοποθέτησή τους σε θέσεις εργασίας κυρίως του κλάδου της καθαριότητας. Οι πρακτικές αυτές είναι αναγκαίο να επανεξετασθούν καθώς σε κάθε περίπτωση αποτελεί ζητούμενο εάν συνάδουν με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και το σεβασμό των δικαιωμάτων των καταδικασθέντων προσώπων όπως αυτά αποτυπώνονται στο ποινικό και σωφρονιστικό μας σύστημα και το νομικό μας πολιτισμό.
  • Τέλος, φαίνεται πως οι παραπάνω δυσκολίες, σε συνδυασμό με τον πολύ μικρό αριθμό των διορισμένων επιμελητών[43], τις ελλείψεις σε υποδομές, την απουσία εποπτείας και εκπαίδευσης του προσωπικού, καθώς και την απροθυμία της εποπτεύουσας αρχής να ασκήσει τον εποπτικό και συντονιστικό της ρόλο, έχουν συμβάλλει στην περαιτέρω αποδυνάμωση της υπηρεσίας με την οικειοθελή μετακίνηση του προσωπικού προς άλλες δομές.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω ζητήματα δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποτέλεσμα της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης – που αποτελεί και το συνδετικό νήμα που διατρέχει όλες τις συμβολές σ’ αυτόν τον τιμητικό τόμο[44] – αλλά μπορούμε να πούμε ότι προϋπήρχαν. Η κρίση, μάλιστα, θα μπορούσε να θεωρηθεί η συμβολική στιγμή κατά την οποία οι ΥΕΚΑ ήρθαν στο προσκήνιο – έστω και για εξετασθεί η περαιτέρω συρρίκνωσή τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το αποτέλεσμα της όποιας παρέμβασης δεν θα μπορούσε να αποκλίνει από το σκεπτικό με το οποίο έγινε η προσέγγιση του προβλήματος. Με άλλα λόγια επειδή το ερώτημα φαίνεται πως ήταν «πώς θα περικόψουμε δαπάνες μειώνοντας τις δομές» και όχι «πώς θα βελτιώσουμε τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι ΥΕΚΑ ενισχύοντας τη θέση και τον ρόλο τους έτσι ώστε να αυξήσουμε την έκταση εφαρμογής των εναλλακτικών μέτρων», γι’ αυτό η λύση που δόθηκε ήταν μια λύση «στα χαρτιά» που δεν έλαβε υπόψη της ούτε τις πραγματικές ανάγκες, ούτε τις πραγματικές δυνατότητες.

Ωστόσο, σήμερα, στη δίνη ακόμα της πολυσχιδούς κρίσης, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι ΥΕΚΑ διαθέτουν ένα υψηλής ειδίκευσης και ικανοτήτων ανθρώπινο δυναμικό που παρά τις αντιξοότητες έχει καταφέρει να διαμορφώσει μια μεθοδολογία δουλειάς και να συγκροτήσει τον επαγγελματικό του λόγο. Παράλληλα, βρισκόμαστε σ’ ένα εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον όπου υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα εναλλακτικά της φυλάκισης μέτρα και την ανάπτυξή τους. Ενδεικτικό αυτής της εξέλιξης στη χώρα μας είναι η πολύ πρόσφατη εισαγωγή του θεσμού της ηλεκτρονικής επιτήρησης (έναρξη λειτουργίας το Μάιο του 2015) καθώς και η συνεχής διεύρυνση των μέτρων που απευθύνονται σε εξαρτημένους χρήστες ουσιών, στην εφαρμογή των οποίων ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχουν συμμετοχή οι ΥΕΚΑ. Από την άλλη πλευρά δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι το ελληνικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης με την αυστηρή νομική του κουλτούρα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την ένταξη νέων επαγγελματιών και την (επανα)κατανομή ρόλων και εξουσιών μεταξύ των διαφορετικών μερών του συστήματος. Πολύ δε περισσότερο όταν οι νέοι αυτοί επαγγελματίες έχουν τη διαφορετική κουλτούρα και προσέγγιση της κοινωνικής εργασίας, χωρίς παράλληλα να διαθέτουν τις ειδικές γνώσεις για να κατανοήσουν πλήρως την ποινική διαδικασία και να μπορέσουν να ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας ώστε να αποκτήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους λειτουργούς του συστήματος, δικαστές και εισαγγελείς.

Οι δυσκολίες αυτές χρειάζεται να κατανοηθούν και να ληφθούν υπόψη κατά τη διατύπωση προτεραιοτήτων και τη χάραξη αντεγκληματικής πολιτικής. Η ύπαρξη της κρίσης δεν μπορεί να αποτελέσει πανάκεια για την πλήρη απορρύθμιση των υπηρεσιών και την εγκατάλειψη της προσπάθειας για την ανάπτυξη ενός πλέγματος μέτρων που εκτίονται εν ελευθερία, με στάθμιση των στόχων, αξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων και πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των καταδικασθέντων προσώπων.

* Εγκληματολόγος, ΥΔΝ Τομέας Ποινικών Επιστημών, Νομική Σχολή Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

  1. Για μια συγκριτική επισκόπηση του θεσμικού, οργανωτικού και λειτουργικού πλαισίου των υπηρεσιών δοκιμασίας (probation services) σε 32 χώρες της Ευρώπης, βλ. van Kalmthout A. & Durnescu, I. (eds) (2008) Probation in Europe, Nijmegen: Wolf Legal Publishers (για την τελευταία ενημερωμένη έκδοση του 2015 βλ. http://cep-probation.org/knowledgebase/probation-in-europe-update/ [τελευταία πρόσβαση 12/10/2015]). Για την ιστορική εξέλιξη του θεσμού της δοκιμασίας βλ. Μαυρής, Μ., (2007) Υπηρεσία Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής. Ένας θεσμός «υπό δοκιμασία», ΠοινΛογ 5, 1461–1479.
  2. Για το έργο και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΥΕΚΑ βλ. την πρόσφατη μελέτη των Mavris, Μ., Koulouris, N., Anagnostaki, M. (2015) Greece. In: van Kalmthout A. & Durnescu, I. (eds), Probation in Europe, http://cep-probation. org/ knowledgebase/probation-in-europe-update/ [τελευταία πρόσβαση 12.10.2015]. Για τις ΥΕΚΑ στο ξεκίνημά τους βλ. Μαυρής, Μ., ό.π. Σύντομη αναφορά στο έργο των ΥΕΚΑ σε Αναγνωστάκη, Μ. (2010) Η παροχή κοινωφελούς εργασίας: Κριτική αποτίμηση και πορίσματα έρευνας πεδίου, σε Τιμητικό Τόμο Καθηγήτριας Καλλιόπης Δ Σπινέλλη. Εγκληματολογικές Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλας, 502 και 515-522. Για τον καθορισμό και εξειδίκευση του έργου των επιμελητών κοινωνικής αρωγής με αναφορά στο εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο κανόνων, βλ. Σπινέλλη, Κ.Δ. (2010) Διευκρινίσεις του ρόλου των επιμελητών κοινωνικής αρωγής – με βάση τον ΠΚ, τον ΚΠΔ, το ΠΔ 195/2006 και Συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, σε Τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή Στέργιο Αλεξιάδη. Εγκληματολογικές αναζητήσεις, Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 979-997.
  3. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο εκπόνησης της διδακτορικής διατριβής της γράφουσας προκειμένου να επιλεγούν στη συνέχεια οι τρεις (3) ΥΕΚΑ στις οποίες θα πραγματοποιηθεί περαιτέρω έρευνα πεδίου. Θερμές ευχαριστίες οφείλονται σε όλους του Επιμελητές Κοινωνικής Αρωγής για τη συμμετοχή τους στην έρευνα και την αμέριστη βοήθειά τους. Καθοριστική για την πραγματοποίηση της έρευνας υπήρξε η συμβολή του Γενικού Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης κυρίου Μαρίνου Σκανδάμη, που διευκόλυνε την πρόσβαση στις ερευνώμενες υπηρεσίες, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.
  4. Οι διακριτές λειτουργίες των επιμελητών ανηλίκων και των επιμελητών κοινωνικής αρωγής διατηρήθηκαν μόνο στις πόλεις της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης. Στις πόλεις της Πάτρας και του Ηρακλείου διατηρήθηκαν αυτοτελή γραφεία με κοινό προϊστάμενο, ενώ σε 58 πόλεις της χώρας όπου λειτουργούσαν είτε υπηρεσίες επιμελητών ανηλίκων είτε υπηρεσίες επιμελητών κοινωνικής αρωγής κατά το χρόνο της αναδιοργάνωσης, θεωρήθηκε ότι τα καθήκοντα και των δύο υπηρεσιών θα ασκούνται από τους υπαλλήλους οποιουδήποτε από τους δύο κλάδους υπηρετεί στη συγκεκριμένη πόλη (άρ. 26 Π.Δ. 101/2014 και άρ. 37 Ν. 4305/ 2014).
  5. Η εκτενής παρουσίαση των οργανωτικών αλλαγών που επήλθαν στις ΥΕΚΑ λόγω της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών με το Π.Δ.101/2014 (όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4305/2014) βρίσκεται έξω από τα όρια της παρούσας μελέτης.
  6. Βλ. Mavris, M. κ.ά. (2015), ό.π., 17.
  7. Ο Μαυρής, Μ. (2007), ό.π., 1476 εξηγεί ότι η απουσία περιφερειακών επιθεωρητών οφείλεται στη μη κατοχή από τους Διευθυντές των ΥΕΚΑ Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης των υπό του νόμου απαραίτητων διοικητικών βαθμίδων λόγω του ότι είναι νεοδιόριστοι στο δημόσιο τομέα.
  8. Το παλαιότερο άρθρο 100Α ΠΚ που τροποποιήθηκε σε 100 ΠΚ με το ν. 3904/2010.
  9. Σύμφωνα με το άρ. 54 παρ. 4 ΣωφρΚ: «Μόνη η ιδιότητα του αλλοδαπού, του άστεγου ή του στερούμενου οικογένειας δεν αποκλείει τη χορήγηση άδειας». Για τις δυσκολίες κατά την εφαρμογή του θεσμού βλ. Συνήγορος του Πολίτη, Ειδική Έκθεση, Ε. Φυτράκης (2009) σε Λ. Μαργαρίτη και Ν. Παρασκευόπουλου (εκδ) Σωφρονιστικός Κώδικας και συναφή κείμενα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 537-558.
  10. Εισηγητική έκθεση του ν. 1941/1991, ΠοινΧρον 1991, 457.
  11. Παύλου, Σ., (1992) Οι νέες τροποποιήσεις του ποινικού κώδικα. (Μια πρώτη καταγραφή και αποτίμηση των ρυθμίσεων του ν. 1941/91), ΠοινΧρον 1992, 383.
  12. Το ζήτημα της φυσιογνωμίας των υπηρεσιών επιμελητών αποτελεί ένα ιδιαίτερα επίκαιρο ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπηρεσίες με ιστορία πάνω από έναν αιώνα και παράδοση στην κοινωνική υποστήριξη των παραβατών σήμερα ιδιωτικοποιούνται (στην Αγγλία και Ουαλία), ενώ σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία υπάρχει μεγάλη πίεση για την ολοένα και περισσότερο διαχειριστική αντιμετώπιση των περιπτώσεων με χαμηλή προτεραιότητα στην εξατομικευμένη μεταχείριση και υποστήριξη των παραβατών, βλ. ενδεικτικά Robinson, G. (2015) Three Narratives and a Funeral. Community punishment in England and Wales, in Robinson, G. and McNeill F. (eds) Community Punishment: European Perspectives, London & New York: Routledge, 30-50, Beyens, K. (2015) The New Generation of Community Penalties in Belgium. More is less…, in Robinson, G. and McNeill F. (eds) Community Punishment: European Perspectives, London & New York: Routledge, 13-29, Boone, M. (2015) Community Punishments in the Netherlands, in Robinson, G. and McNeill F. (eds) Community Punishment: European Perspectives, London & New York: Routledge, 95-113. Για μια συνοπτική παρουσίαση της προβληματικής της διαχειριστικής λογικής βλ. Γασπαρινάτου, M. (2005) Αντεγκληματική πολιτική στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Διπλωματική εργασία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τμήμα Νομικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών, http://old.law. uoa.gr/crime-research/diplomatikigasparinatou.pdf [τελευταία πρόσβαση 12.10. 2015]. Αναλυτικότερα, βλ. Κουλούρης, Ν. (2009) Επιτήρηση και Ποινική Δικαιοσύνη. Οι εναλλακτικές κυρώσεις και η διασπορά της φυλακής, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
  13. Για το κανονιστικό πλαίσιο έκτισης των μέτρων βλ. Mavris, Μ. κ.ά. (2015), ό.π. Ειδικότερα για την κοινωφελή εργασία βλ. Αναγνωστάκη, (2010), ό.π., 515-522. Για την κοινωφελή εργασία και την αναστολή υπό επιτήρηση βλ. Κουλούρης, Ν. (2014) Άρθρο 82 και άρθρο 99–110Γ, σε Χαραλαμπάκη, Α (εκδ) Ποινικός Κώδικας. Τόμος Ι (άρθρα 1–234). Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η εκδ., Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 663-694 και 783-888. Για την αναστολή υπό επιτήρηση βλ. επίσης Σπυράκος, Δ. (2005) Άρθρ. 100–100Α, σε Σπινέλλη Δ. (εκδ) Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, Άρθρα 1–133, Αθήνα: Π.Ν. Σάκκουλας – Δίκαιο & Οικονομία, 1229-1239.
  14. Για παράδειγμα, η Υπουργική απόφαση 108842/1997 (ΦΕΚ Β’ 1104/1997) που καθορίζει το κανονιστικό πλαίσιο έκτισης της κοινωφελούς εργασίας έχει εκδοθεί πριν τη σύσταση των ΥΕΚΑ και επομένως δεν περιλαμβάνει σχετικές ρυθμίσεις. Επιπλέον, ο νόμος 3904/2010, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 82 ΠΚ, δεν μερίμνησε για την ενίσχυση του ρόλου των επιμελητών κοινωνικής αρωγής κατά την έκτιση της κοινωφελούς εργασίας.
  15. Βλ. ειδικότερα την ανάλυση της Καθηγήτριας Καλλιόπης Σπινέλλη για τη συμβολή που μπορούν να έχουν οι συστάσεις αυτές στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας και τη σταδιακή αυτοτέλεια των ΥΕΚΑ, Σπινέλλη, 2010, ό.π. Σημαντικές συστάσεις, εκτός από τις δύο που αναφέρονται στο κείμενο είναι οι εξής: R (2006) 2 «Ευρωπαϊκοί Σωφρονιστικοί Κανόνες», R (82) 16 «Σύσταση για τις άδειες των κρατουμένων», R (97) 12 «Σύσταση για το προσωπικό που ασχολείται με την εφαρμογή των μέτρων και ποινών», R (99) 22 «Σύσταση για την υπερφόρτωση των φυλακών και την αύξηση του πληθυσμού», R (2000) 22 «Σύσταση για τη βελτίωση της εφαρμογής των Ευρωπαϊκών Κανόνων για τα μέτρα και τις ποινές που εκτίονται στην κοινότητα», R (2003) 22 «Σύσταση για την απόλυση υπό όρους», R (2006) 8 «Σύσταση για τη βοήθεια στα θύματα εγκληματικών πράξεων», R (2006) 13 «Σύσταση για τη χρήση της προσωρινής κράτησης, τις συνθήκες επιβολής της και την πρόβλεψη εγγυήσεων κατά της καταχρηστικής εφαρμογής».
  16. Οι «Ευρωπαϊκοί Κανόνες για τις ποινές και τα μέτρα που εκτίονται στην κοινότητα» έχουν αποδοθεί στα ελληνικά από τους Αλεξιάδη, Σ. και Πανούση, Γ. (2002) Σωφρονιστικοί Κανόνες, 4η εκδ., Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα, 529-543. Για τους «Ευρωπαϊκούς Κανόνες Δοκιμασίας» βλ. ενδεικτικά Canton, R. (2010) European Probation Rules: What they are, why they matter Eurovista 1(2): 62-71.
  17. Morgenstern, C. and Larrauri, E. (2013) European Norms, Policy and Practice, in McNeill, F. and Beyens, K. (eds) Offender Supervision in Europe, Palgrave MacMillan, 125-154. Βλ. ειδικά τις αποφάσεις – πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, 2008/947/ΔΕΥ αποφάσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής ή απόλυσης υπό όρους και εναλλακτικών κυρώσεων και 2009/829/ΔΕΥ αποφάσεων περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση. Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δυνάμει του Πρωτοκόλλου 36 της Συνθήκης της Λισαβόνας, δηλαδή από την 1η Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα έχουν το δικαίωμα να κινούν διαδικασίες στο Δικαστήριο της Ε.Ε. κατά των κρατών μελών που δεν έχουν εφαρμόσει καθόλου ή δεν εφαρμόζουν ορθά το δίκαιο της Ε.Ε.
  18. Snacken, S. and van Zyl Smit, D. (2013) Distinctive Features of European Penology and Penal Policy-Making, in Daems T, van Zyl Smit D, Snacken S (eds) European Penology? Oxford and Portland, Oregon: Hart Publishing, 3-26.
  19. Για τα μέτρα που προβλέπονται στην ελληνική έννομη τάξη και μπορούν συστηματικά να καταταγούν στην κατηγορία των «εναλλακτικών μέτρων», βλ. Αλεξιάδης, Σ. (1995) Οι Ευρωπαϊκοί Κανόνες για τις Κυρώσεις και τα μέτρα που εκτελούνται στην Κοινότητα, σε Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος, Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 165, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τα μέτρα της αναστολής εκτέλεσης, της μετατροπής της ποινής σε χρήμα, της απόλυσης υπό όρο και της προσωρινής κράτησης στα εναλλακτικά μέτρα. Για πιο εκτενή ανάλυση με αναφορά στις νεότερες νομοθετικές προβλέψεις, βλ. Αναγνωστάκη, Μ. (2013) Εναλλακτικά μέτρα και ποινές στην Ελληνική έννομη τάξη υπό συγκριτικό πρίσμα, σε Ν. Κουράκη (επιμ) Τιμητικός Τόμος εις μνήμην καθηγητή Χρίστου Δέδε, Αθήνα – Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα, 4-5.
  20. Βλ. παραπάνω υποσημείωση 14.
  21. Για την προτεινόμενη εδώ κατάταξη ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο προβλέπονται τα μέτρα βλ. Αναγνωστάκη, Μ. (2013), ό.π. 4-5. Βλ. επίσης Mavris, Μ. κ.ά. (2015), ό.π., 19-31.
  22. Δασκαλάκης, Η. (1985) Μεταχείριση εγκληματία. Αθήνα–Κομοτηνή: Σάκκουλας, 88.
  23. Το ζήτημα του κατά πόσο κρίνεται απαραίτητη και χρήσιμη η επιτήρηση των παραβατών στους οποίους επιβάλλονται μέτρα που εκτίονται εν ελευθερία στη χώρα μας, είναι ένα σύνθετο ζήτημα το οποίο δεν έχει ερευνηθεί εμπειρικά ούτε έχει αποτελέσει αντικείμενο επαρκούς θεωρητικής επεξεργασίας. Η ευρωπαϊκή σχετική βιβλιογραφία θεωρεί περίπου δεδομένη την εμπλοκή των επαγγελματιών (probation officers) στην επίβλεψη της εκτέλεσης της ποινής και στην υποστήριξη των παραβατών ώστε να προληφθεί η υποτροπή και να ενισχυθεί η αποχή από το έγκλημα (desistance from crime), βλ. ενδεικτικά Maruna, S. (2001) Making Good. Washington, DC: American Psychological Association, McNeill, F. (2006) A desistance paradigm for offender management, Criminology and Criminal Justice, 6(1), 39-62. Για μια αποτίμηση της κατάστασης στη χώρα μας, με ειδική αναφορά στο ζήτημα της συναίνεσης του καταδικασθέντος, βλ. Anagnostaki, M. (2014) Consent and cooperation in the Greek context: Rhetoric and praxis, European Journal of Probation, 6(3), 225-241.
  24. Βλ. ενδεικτικά Beyens, K. and Roosen, M. (2013) Electronic monitoring in Belgium: a penological analysis of current and future orientations, European Journal of Probation, 5(3), 56-70. Η έρευνα του οικογενειακού περιβάλλοντος και η σύνταξη σχετική κοινωνικής έρευνας προβλέπεται στη χώρα μας μόνο για τους κρατούμενους που υποβάλλουν αίτηση να απολυθούν πρόωρα με ηλεκτρονική επιτήρηση χωρίς να προβλέπεται κάτι τέτοιο για τις υπόλοιπες κατηγορίες.
  25. Για τις αλλαγές που επέφερε ο ν. 3904/2010 στα μέτρα της κοινωφελούς εργασίας και της αναστολής υπό επιτήρηση, βλ. συνοπτικά Mavris, M., κ.ά., 5, 8, Αναγνωστάκη, Μ. (2013), ό.π., 12 και αναλυτικά τις παραπομπές της υποσημείωσης 13.
  26. Βλ. Αναγνωστάκη, Μ. (2010), ό.π., που παρουσιάζεται η έρευνα για την εφαρμογή του μέτρου της κοινωφελούς εργασίας στο Νομό Ηλείας όπου δεν έχει λειτουργήσει μέχρι σήμερα υπηρεσία επιμελητών κοινωνικής αρωγής.
  27. Η δυσκολία αυτή αντανακλάται και στην έλλειψη κατάλληλης ορολογίας. Στις μεταφράσεις των ευρωπαϊκών κειμένων δεν αποδίδεται στα Ελληνικά ο όρος «probation». Έτσι για παράδειγμα οι European Prison Rules και οι European Probation Rules μεταφράζονται επίσημα με τον ίδιο όρο ως «Ευρωπαϊκοί Σωφρονιστικοί Κανόνες». Βλ. ενδεικτικά Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις συνθήκες κράτησης στην ΕΕ (2011/2897(RSP), διαθέσιμο στο http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+ TA+P7-TA-2011-0585+0+DOC+XML+V0//EL [τελευταία πρόσβαση 12/10/2015].
  28. Αναζητήθηκαν αναλυτικότερα στοιχεία – τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά – για το μέτρο της κοινωφελούς εργασίας, όχι μόνο επειδή βρίσκεται στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος της γράφουσας, αλλά και επειδή η επιτήρηση καταδικασθέντων που παρέχουν κοινωφελή εργασία αποτελεί σήμερα το κύριο έργο των επιμελητών κοινωνικής αρωγής.
  29. Βλ. σχετική έρευνα πεδίου για την εφαρμογή του μέτρου της ΚΕ στο Νομό Ηλείας, σε Αναγνωστάκη Μ (2010), ό.π.
  30. Βλ. Παπαθανασόπουλος, Ε. (2006) Παρατηρήσεις – Σύντομη παρουσίαση των βασικών σημείων του Π.Δ. 195/06 για την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών επιμελητών κοινωνικής αρωγής, ΠοινΛογ 3/2006, 1080-1083 για τα στοιχεία των ετών 1998 έως 2005 και προσωπική επαφή της γράφουσας με το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τα στοιχεία των ετών 2006 έως 2009. Για τα στοιχεία κατά έτος βλ. Anagnostaki, Μ. (2011) Community Service in Greece: Sentencing practices, the role of the prosecution service and local authorities, European Journal of Criminology 8(2), 159.
  31. Βλ. τις αναφορές από διαφορετικές χώρες για το δείκτη αυτό, σε Van Kalmthout, AM. and Durnescu, I. (eds) (2008), ό.π.
  32. Σε Mavris, M., κ.α. (2015), 17.
  33. Σε van Kalmthout, A.M. (2000) Community sanctions and measures in Europe: A promising challenge or a disappointing utopia? In Criminal Justice in Europe. Strasburg: Council of Europe Publishing, 131.
  34. Σε Anagnostaki, M. (2011) ο.π., 163.
  35. Βλ. Αναγνωστάκη, Μ. (2010) ο.π., 525-532.
  36. Βλ. Αναγνωστάκη Μ (2010) ο.π., 525-529.
  37. Αναλυτικά για το ζήτημα του είδους της εργασία που θα παρασχεθεί, βλ. Αναγνωστάκη, Μ. (2010), ό.π., 499-502 και 515-518.
  38. Liebling, A., Price, D. and Elliott, C. (1999) Appreciative Inquiry and relationships in prison. Punishment and Society, 1(1) 71-98.
  39. Robinson, G., Priede, C., Farall, S., Shapland, J., McNeill, F. (2013) Doing ‘strengths – based’ research: Appreciative Inquiry in a probation setting. Criminology and Criminal Justice 13(1): 3-20.
  40. Βλ. για παράδειγμα τις 32 χώρες που αναφέρονται στο συλλογικό τόμο van Kalmthout, A.M. and Durnescu, I. (eds) (2008) ό.π.
  41. Βλ. επίσης Mavris, M., κ.α. (2015) ο.π., 33.
  42. Βλ. παραπάνω, υποσημειώσεις 13 και 14.
  43. Για τον αριθμό των επιμελητών που απασχολούνται στις υπηρεσίες επιμελητών άλλων χωρών, βλ. van Kalmthout, A.M. and Durnescu, I. (2008) (eds), ό.π. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην Κροατία, μια χώρα με πληθυσμό 5 εκατομ., όπου η υπηρεσία επιμελητών λειτουργεί από το 2011, απασχολούνται συνολικά 91 επιμελητές σε 12 υπηρεσίες (γραφεία), ενώ το έργο τους συντονίζεται και παρακολουθείται από πολυπληθή ομάδα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με επικεφαλής την προϊσταμένη όλης της υπηρεσίας (προφορική επικοινωνία της γράφουσας με την προϊσταμένη της υπηρεσίας επιμελητών Κροατίας, Mrs Jana Spero, στις 8/10/2015 κατά τη διάρκεια διακρατικής συνάντησης στο Ζάγκρεμπ).
  44. Θα ήθελα εδώ από καρδιάς να εκφράσω την εκτίμησή μου στον τιμώμενο Καθηγητή μου κύριο Νέστορα Κουράκη, ο οποίος έχει υπάρξει σταθερός υπέρμαχος της αποκλιμάκωσης της ποινικής καταστολής καθώς και της εκτεταμένης εφαρμογής μέτρων που εκτίονται εν ελευθερία, αλλά με τρόπο συγκροτημένο και μεθοδολογικά άρτιο. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος που διαπνέει όλο το έργο του και εμπνέει εμάς τους νεότερους ερευνητές, που είναι η ποινική μεταχείριση με επίκεντρο τον άνθρωπο.