Η πρόληψη του εγκλήματος ως μέσον αντεγκληματικής πολιτικής

ΙΑΚΩΒΟΣ ΦΑΡΣΕΔΑΚΗΣ

Η πρόληψη του εγκλήματος

ως μέσον αντεγκληματικής πολιτικής

 

ΙΑΚΩΒΟΣ ΦΑΡΣΕΔΑΚΗΣ**

 

Με τον όρο «πρόληψη του εγκλήματος» εννοούμε το σύνολο των στρατηγικών, των προγραμμάτων και των μέτρων που μπορούμε να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε προκειμένου να παρεμποδίσουμε την διάπραξη εγκλημάτων. Πάντοτε, μέσα στα πλαίσια μιας φωτισμένης αντεγκληματικής πολιτικής[1].

Υπάρχουν διάφορα είδη πρόληψης: η ποινική πρόληψη, δηλαδή εκείνη την οποία επιχειρούμε να εφαρμόσουμε χρησιμοποιώντας ως μέσον τον ποινικό νόμο. Διακρίνεται σε γενική και σε ειδική. Οι στόχοι της μεν γενικής επιτυγχάνονται όταν οι πολίτες απέχουν από την διάπραξη εγκλημάτων εξαιτίας του ότι φοβούνται την ποινή που προβλέπεται στον νόμο, αλλά και λόγω της παιδαγωγικής λειτουργίας που αυτός ο νόμος ασκεί στους πολίτες, χρησιμεύοντας ως πυξίδα που τους δείχνει τον ορθό δρόμο, της συμμόρφωσης προς τον εγκεκριμένο κοινωνικό κανόνα. Της δε ειδικής – η οποία απευθύνεται σε όσους έχουν ήδη παραβεί τον νόμο- οι στόχοι επιτυγχάνονται ή θεωρείται ότι επιτυγχάνονται με την επιβολή και εκτέλεση μιας ποινής, προκειμένου οι δράστες να βελτιωθούν ή να εξουδετερωθούν και να μην υποτροπιάσουν[2].

Από την άλλη μεριά υπάρχει η εγκληματολογική πρόληψη που διακρίνεται σε περιστασιακή και σε κοινωνική πρόληψη. Ως «περιστασιακή» θεωρείται εκείνη που επιτυγχάνεται με την λήψη μιας σειράς τεχνικών μέτρων, τα οποία επιχειρούν να αποτρέψουν –με την δημιουργία κάθε λογής εμποδίων– εκείνους οι οποίοι ετοιμάζονται να διαπράξουν εγκληματικές πράξεις από του να επιτύχουν του σκοπού τους[3]. Η πιο σημαντική, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι η «κοινωνική» πρόληψη, αυτή της οποίας τα μέτρα στοχεύουν στην καταπολέμηση των εγκληματογόνων παραγόντων που οδηγούν στο πέρασμα στο έγκλημα και το διευκολύνουν.

Το ενδιαφέρον που επιδεικνύεται για την πρόληψη οφείλεται – πέραν όλων των άλλων[4] –και στο γεγονός πως έχουμε σημαντικά εμπειρικά δεδομένα- που προκύπτουν από μια έρευνα διεξαχθείσα προ πολλών ετών μέσα στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης – αναφερόμενα στην αποτελεσματικότητα των διαφόρων ειδών μέτρων που λαμβάνονται από τα Κράτη για να αντιμετωπίσουν την ολοένα αυξανόμενη σε ανησυχητικό βαθμό εγκληματικότητα που παρατηρούμε στις κοινωνίες μας[5].

Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας αποτυπώνονται στο ακόλουθο γράφημα:

Ο κάθετος άξων είναι αυτός της αποτελεσματικότητας και ο οριζόντιος εκείνος του αναγκαίου χρόνου που απαιτείται για να επιδράσουν τα διάφορα μέτρα που λαμβάνει το Κράτος.

Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε τα μέτρα που λαμβάνονται στο πρώτο (Ι) επίπεδο παρέμβασης έχουν πολύ μεγάλη αποτελεσματικότητα, η οποία παρατηρείται σε σύντομο σχετικά χρόνο, ακολουθούν τα πολιτειακά μέτρα που λαμβάνονται στο δεύτερο (ΙΙ) επίπεδο παρέμβασης, ενώ μακράν τα λιγότερο αποτελεσματικά μέτρα είναι εκείνα που λαμβάνονται στο τρίτο (ΙΙΙ) επίπεδο παρέμβασης.

Επιβάλλεται μια εξήγηση του πίνακα: Τα μέτρα που λαμβάνονται στα δύο πρώτα επίπεδα είναι μέτρα κοινωνικής πρόληψης. Αυτά που εντάσσονται στο πρώτο επίπεδο απευθύνονται σε όλους τους πολίτες μιας συγκεκριμένης χώρας και στοχεύουν στην ικανοποίηση όλων των βασικών αναγκών τους, δηλ. κατοικίας, διατροφής, εκπαίδευσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ασφάλειας, εργασίας κλπ.

 

 

Στο δεύτερο επίπεδο πολιτειακής παρέμβασης εγγράφονται όλα τα θετικά μέτρα που απευθύνονται σε ομάδες ανθρώπων ή και σε μεμονωμένα άτομα που μειονεκτούν από φυσική ή κοινωνική άποψη -και για αυτό ιδιαίτερα ευάλωτα στην επίδραση των εγκληματογόνων παραγόντων– και που στοχεύουν στην κάλυψη των μειονεξιών τους και στην παροχή εξειδικευμένης συνδρομής, αναλόγως προς τις ανάγκες που πηγάζουν από την κατάστασή τους.

Τα μέτρα που λαμβάνονται στα δύο πρώτα επίπεδα εγγράφονται στην Πρόληψη, εξ ου και η σημασία της.

Το τρίτο (ΙΙΙ) επίπεδο περιλαμβάνει μέτρα εφαρμογής του ποινικού νόμου, ποινών και μέτρων ασφαλείας, εγγεγραμμένων, βεβαίως, στην Καταστολή. Απευθύνονται σε εκείνους που έχουν ήδη διαπράξει εγκλήματα. Εξ ου και η πολύ μικρή συμβολή των μέτρων αυτών στην πρόληψη της υποτροπής. Καμιά φορά μάλιστα έχουν αρνητική αποτελεσματικότητα, διευκολύνοντάς την ή και προκαλώντας την, ιδιαίτερα στην περίπτωση της επιβολής και έκτισης ποινής εγκλεισμού.

Αυτονοήτως, κάθε αντεγκληματική πολιτική άξια του ονόματός της επιβάλλεται να λαμβάνει σοβαρά υπόψη της τα μαθήματα που μας προσφέρει το γράφημα.

Εξάλλου, πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νουν, όταν αναφερόμαστε στην πρόληψη του εγκλήματος, τα ακόλουθα βασικά σημεία:

  1. Πως, παρά τις όποιες προσπάθειές μας, υπάρχουν περιπτώσεις που η πρόληψη του εγκλήματος δεν είναι εφικτή.
  2. Πως για να οργανώσουμε την πρόληψη της εγκληματικότητας υπάρχουν αναγκαίες προϋποθέσεις τις οποίες επιβάλλεται να λαμβάνουμε υπόψη, δηλ. ότι οφείλουμε να γνωρίζουμε το corpus των πορισμάτων των εγκληματολογικών ερευνών που αφορούν τους παράγοντες και τις διαδικασίες γένεσης της εγκληματικότητας, αφού, βέβαια, πριν από όλα, γνωρίσουμε τα μεθοδολογικά προβλήματα, τα εμπόδια και τα όρια της εγκληματολογικής έρευνας – σκοτεινό αριθμό, εμπόδια και όρια που τίθενται από την φύση του αντικειμένου της Εγκληματολογίας, την φύση των ερευνητών, την Δεοντολογία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου[6].
  3. Πως, ταυτοχρόνως με την ύπαρξη εγκληματογόνων παραγόντων που ωθούν το άτομο προς το έγκλημα, υπάρχουν και παράγοντες που είναι ικανοί να το συγκρατήσουν από το πέρασμα στην πράξη. Το παιχνίδι αυτών των δύο κατηγοριών παραγόντων καθορίζει την τελική έκβαση. Μια σωστή αντεγκληματική πολιτική οφείλει να εξασθενεί τους πρώτους και να ενισχύει τους δεύτερους[7].
  4. Πως αυτοί οι παράγοντες δεν είναι σταθεροί, υφίστανται συνεχείς μεταμορφώσεις, υπό την επίδραση των άλλων παραγόντων. Πρόκειται για μια αμοιβαία δυναμική αλληλεπίδραση και αυτό το γεγονός οφείλουμε, επίσης, να το λαμβάνουμε υπόψη[8].
  5. Πως οι διάφοροι παράγοντες είναι διαφορετικοί, ανάλογα με τα στάδια ανάπτυξης και εξέλιξης του ατόμου (από την γέννησή του, μέχρι την λήψη της απόφασης για παραβίαση του νόμου, την τέλεση του εγκλήματος και την υποτροπή).
  6. Πως δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε την σημασία της προσωπικότητας, ούτε των προεγκληματικών καταστάσεων[9].
  7. Πως κάτω από την κοινή ονομασία «έγκλημα» στεγάζεται μια εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία διαφορετικών πράξεων, άρα και δραστών. Οι έρευνες δείχνουν την ύπαρξη αστερισμών παραγόντων , ανάλογα με τον τύπο του εγκληματία (κλέφτης, απατεών, ανθρωποκτόνος, κλπ.).
  8. Πως δεν θα πρέπει ποτέ να λησμονούμε το μάθημα του Manouvrier αναφορικά με τις τέσσερις προϋποθέσεις περάσματος στην πράξη: ηθική προϋπόθεση (να μη συγκρατείται κανείς από την ηθική απαξία της πράξης), ποινική προϋπόθεση (να μη συγκρατείται από τον φόβο της ποινής που προβλέπεται ), υλική προϋπόθεση( να μη συγκρατείται από τις δυσχέρειες που υπάρχουν για την διάπραξη του εγχειρήματος και συναισθηματική προϋπόθεση (να μη συγκρατείται από το άλγος και το κακό που προξενεί στο θύμα)[10].
  9. Πως η πορεία προς το έγκλημα βασίζεται σε πιθανότητες και όχι σε βεβαιότητες[11].

Οι διάφορες έρευνες αποδεικνύουν ως εξαιρετικά επιτυχείς ορισμένες στρατηγικές πρόληψης, ιδιαίτερα αυτές που στοχεύουν:

– Στην επαύξηση της συνέπειας των μηνυμάτων που απευθύνονται στους νέους και στον ευκρινή προσδιορισμό των αναμονών που έχει από αυτούς η κοινωνία,

– Στην προσφορά στους νέους θετικών κοινωνικών προτύπων,

– Στην εξασφάλιση σε αυτούς μιας θέσης στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας,

– Στην δημιουργία ευκαιριών εμπλοκής των νέων σε ρόλους κοινωνικά αποδεκτούς και σε δραστηριότητες που αυτοί θεωρούν ως χρήσιμες και ικανοποιητικές.

– Στην παροχή σε αυτούς κατάλληλης εκπαίδευσης,

– Στην παροχή στους νέους δυνατοτήτων επηρεασμού από αυτούς του περιβάλλοντός τους[12].

Όλα αυτά προϋποθέτουν την συμμετοχή του κοινού, όπως προβλέπουν τα Ηνωμένα Έθνη, το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμμετοχή τόσο στον σχεδιασμό, όσο και στην  εφαρμογή της αντεγκληματικής πολιτικής[13].

Ως προς τον σχεδιασμό της αντεγκληματικής πολιτικής, η επίδραση των ομάδων πίεσης, όπως π.χ. αυτή που ασκείται από τις ΜΚΟ για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, από τις φεμινιστικές ΜΚΟ και από τις ΜΚΟ για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος , αποδείχθηκε σημαντική. Επίσης, η σε Δημοψηφίσματα , σε διάφορες Επιτροπές, Συνέδρια, Επιστημονικές Συναντήσεις, Σεμινάρια, στην έκδοση Λευκών Βίβλων κλπ. Ενόψει του φαινομένου του ποινικού πληθωρισμού, είναι φανερό πως τα κριτήρια που απαιτούνται από τον Jean Pinatel για να αναχθεί μια πράξη σε έγκλημα είναι κατ’ εξοχήν επίκαιρα (πλήρωση των προϋποθέσεων: ιστορικής και κοινωνιολογικής)[14].

Όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού στην εφαρμογή της αντεγκληματικής πολιτικής, μπορεί να υλοποιηθεί με την αναφορά για διάπραξη εγκλήματος, την άσκηση έγκληση, την μαρτυρία ή με την λήψη μέτρων κοινωνικής ή περιστασιακής/τεχνικής πρόληψης, με την λήψη εναλλακτικών μέτρων, όπως λ.χ. την διαμεσολάβηση, τα μέτρα συνδρομής των θυμάτων. Καθώς επίσης, κατά την διάρκεια της δίκης και της εκτέλεσης των ποινών.

Βέβαια, για να είναι χρήσιμη η συμμετοχή του κοινού, θα πρέπει οι πολίτες να είναι σωστά πληροφορημένοι. Αλλά οι πηγές πληροφόρησης της “κοινής γνώμης” για την εγκληματικότητα, εκτός από εκείνες που προέρχονται από μια εξωτερική πηγή, από τον ακαδημαϊκό χώρο ή την κυβέρνηση, είναι συγκεχυμένες. Προέρχονται, κυρίως, από τα ΜΜΕ, τα οποία προσφέρουν μια πληροφόρηση μερική και λανθασμένη[15]. Αυτό οδηγεί σε συμπεριφορές του κοινού που δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα, μια και χαρακτηρίζονται από μια ολοένα και περισσότερο τιμωρητική στάση, ως επακόλουθο ενός υπερβολικού φόβου που καμιά φορά εγγίζει τα όρια του πανικού που δεν αντιστοιχεί προς τις πραγματικές πιθανότητες θυματοποίησης[16].

Τέλος, δυο λόγια για τις σύγχρονες τάσεις της Πρόληψης. Είναι κυρίως οι ακόλουθες:

α. Παρεμβάσεις σε τοπικό επίπεδο,

β. Η δημιουργία Συμβουλίων Πρόληψης (εθνικών, περιφερειακών, τοπικών),

γ. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο στο επίπεδο των ΜΚΟ (πρβλ. το Ευρωπαϊκό Φόρουμ για την αστεακή ασφάλεια, EFUS/FESU), όσο και σε κυβερνητικό επίπεδο (πρβλ. το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Πρόληψη του Εγκλήματος, EUCPN).

 

ΘΕΩΡΟΥΜΕΝΟΙ

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΟΧΟΣ

ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

1. Φυσική ανωμαλία / ασθένεια π.χ. εγκεφαλική δυσλειτουργία (Schulte, 1971 και Towbin, 1971) συνδέονται με ορισμένες μορφές παραβατικότητας

Αλλά επίδραση και κοινωνικο – οικονομικών παραγόντων ή παραγόντων διατροφής

Βιολογική-Φυσιολογική

– Προαγωγή

Υγείας

– Διατροφή

– Νευρολογική

– Γενετική

Εξουδετέρωση, μείωση, έλεγχος των υποκειμένων βασικών φυσιολογικών, βιολογικών ή βιοψυχιατρικών όρων
2. Ψυχολογική διαταραχή /ανωμαλία

α) Βάση η ψυχοπαθολογική προσωπικότητα: Πρώιμη απόκτηση χαρακτηριστικών παρεκκλίνουσας-παραβατικής συμπεριφοράς

(ψυχοδυναμική: Freud, 1962, αναπτυξιακή: Erikson, 1963) και λοιπές ψυχοπαθολογικές θεωρίες

γ) Τονισμός διαδικασίας ψυχολογικής προσαρμογής ως απάντηση στους περιβαλλοντικούς καταναγκασμούς (ηθικοαλληλεπιδρασιακές: Rogers, 1951 και υπαρξιακές θεωρίες Laing, 1959)

γ) Η ψυχοπαθολογία είναι αποτέλεσμα ακατάλληλης κοινωνικής εκμάθησης (Akers, 1973 και Bandura, 1969)

Πνευματική/Ψυχική Υγεία

– Επιδημιολογική /

Εγκαιρη επέμβαση

– ψυχοθεραπευτική

– Συμπεριφορική

Αλλαγή των εσωτερικών ψυχικών καταστάσεων ή των όρων που τις δημιουργούν
3. Ασθενής σύνδεση προς άλλους ανθρώπους

a) Στηρίζονται στην ακατάλληλη κοινωνικοποίηση που αποκλείει την ανάπτυξη αυτοελέγχου –

Ασθενείς δεσμοί με την κοινωνία

Μη παραδοχή καθιερωμένων αξιών και ανοσία στους κοινωνικούς καταναγκασμούς.

(Θεωρίες Κοινωνικού ελέγχου:

Horton,1966, Reckless,1956 και 1961, Hirschi,1969)

β) Θεωρίες πολιτιστικής παρέκκλισης

Επίδραση παραβατικών συντρόφων και αξιών τους. Η παραβατικότητα γεννιέται από υποκουλτούρες και συμμόρφωση προς αξίες υποπολιτισμικές. (Cohen, 1955, Matza-Sykes,1961, Miller, 1958: γέννημα δομών, σύγκρουση αξιών κατώτερης και μέσης τάξης, Shaw, 1929, Shaw-Mckay, 1942).

γ) Θεωρία διαφορικού συγχρωτισμού: Η Παραβατικότητα γεννιέται από την πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση και συγχρωτισμό με τους άλλους, Sutherland – Cressey, 1970)

Ανάπτυξη κοινωνικού δικτύου/

Κοινωνικών δεσμών

– Σύνδεση (δημιουργία συνδέσμου)

Επίδραση

Αύξηση αλληλεπίδρασης / Εμπλοκής μεταξύ νέων και άλλων μη παραβατικών.

Αύξηση της επίδρασης άλλων, μη παραβατικών, πάνω στους «δυνάμει» (πιθανούς) νέους παραβάτες

4.Εγκληματική επίδραση

Σχετίζονται με τις υπό 3β και 3γ θεωρίες

Περιορισμός εγκληματικής επίδρασης

– Αποδέσμευση από εγκληματική επίδραση

– Νέα κατεύθυνση μακριά από εγκληματικούς κανόνες (τύπους, υποδείγματα)

Περιορισμός της επίδρασης των εγκληματικών κανόνων (τύπων, υποδειγμάτων) και προσώπων που άμεσα ή έμμεσα ενθαρρύνουν τους νέους στη διάπραξη εγκλημάτων
5. Αδυναμία επίδρασης των νέων στο περιβάλλον τους

Οι άνθρωποι θέλουν να προσαρμόζονται στην καθιερωμένη τάξη. Μερικοί-από μειονότητες ή κατώτερες τάξεις- βρίσκουν σε αυτό πολλά προσκόμματα

α) Ευκαιρίες και πιέσεις, (Cohen, 1955: ψηλό status

Merton,1937: οικονομική επιτυχία

Cloward-Ohlin: το είδος αντίδρασης στη στέρηση (απόσυρση-σύγκρουση-παραβατικότητα) εξαρτάται από την έκταση προσέγγισης των παρανόμων ευκαιριών.

β) Αδυναμία και ανάγκη δύναμης

(Marwell, 1966: απάντηση των νέων με παραβατικότητα)

γ) σύγκρουση (Quinney, 1969: νόμος = μέσον   ισχυροτέρων για τον έλεγχο των ασθενεστέρων Παραβατικότητα, μέσον αύξησης δύναμης των κατωτέρων)

δ) κοινωνικό συμβόλαιο

(Barker, 1968, Rawls, 1971: τονισμός της ανάγκης συμμετοχής όλων στη χάραξη της πολιτικής)

Ενίσχυση της δύναμης

– Άτυπη επίδραση

– Τυπική δύναμη (ισχύς, εξουσία)

Αύξηση της δυνατότητας ή της ισχύος των νέων να επιδράσουν, άμεσα ή έμμεσα, στα περιβάλλοντά τους
6. Έλλειψη χρησίμων και επαξίων ρόλων

Σχετίζονται με τις υπό 3α και 3γ θεωρίες.

Ανάπτυξη/Ενίσχυση, Αξιοποίηση ρόλων

– Υπηρεσιακοί ρόλοι

– Αναπτυξιακοί ρόλοι

– Σπουδαστικοί ρόλοι

Δημιουργία ευκαιριών στους νέους για να εμπλακούν σε νόμιμους ρόλους ή δραστηριότητες που οι νέοι θεωρούν ως χρησίμους,επιτυχείς, καταλλήλους
7. Αχρησιμοποίητος (κενός) ελεύθερος χρόνος

Σχετίζονται-ασθενώς-με τις θεωρίες ελέγχου

Δραστηριότητες/Ψυχαγωγία Εμπλοκή νέων σε μη εγκληματικές δραστηριότητες
8. Ακατάλληλα/ανεπαρκή επαγγέλματα

Πηγές της Παραβατικότητας αποτελούν οι κοινωνικές και αλληλοεπιδρασιακές μειονεξίες .

(Short & Strdtbeck, 1965)

Στηρίζονται και στις υπό 2γ, και 3α και 3β θεωρίες

Εκπαίδευση/ανάπτυξη δεξιοτήτων

– Γνωστική

– Συναισθηματική

– Ηθική (Ψυχική)

– Πληροφοριακή/

Ενημερωτική

Ανάπτυξη των προ-σωπικών δεξιοτήτων των ατόμων που τα ετοιμάζουν για να εξεύρουν πρότυπα συμπεριφοράς μακριά από εγκληματικές δραστηριότητες
9. Συγκρουόμενες αναμονές / απαιτήσεις του περιβάλλοντος

α) Matza: τεχνικές ουδετεροποίησης που τους απελευθερώνουν από ηθικούς κατανα-γκασμούς (Η ιδεολογία του συστήματος παιδικής προστασίας δημιουργεί στους νέους την εντύπωση αδικιών)

β) Festinger: γνωστική δυσαρμονία (το άτομο που βρίσκεται σε κατά-σταση συγκρουομένων προσδοκιών προσπαθεί να επανασυλλάβει το νόημα της κατάστασης για να λύσει τη δυσαρμονία. Αν στους δύο πόλους βρίσκονται η συμμόρφωση και η  παρέκκλιση και η δυσαρμονία δεν καθίσταται δυνατό να αρθεί το άτομο μπορεί να θεωρήσει πως οποιαδήποτε απόπειρα συμμόρφωσης είναι μάταιη.

γ) Clwoard-Ohlin

δ) Durkheim,1955, Merton, 1957

Ανομία (όταν η κοινωνία δεν ρυθμίζει με συνέπεια τις αναμονές και τις προσδοκίες)

Σαφείς, συνεπείς και σταθερές κοινωνικές ανακαι η μονές Αύξηση της συνέ-πειας των αναμονών, μηνυμάτων των ιδρυ-μάτων, θεσμών,οργανώσεων, ομάδων που επιδρούν στους νέους
10. Οικονομική ανάγκη

α) Βλ.θεωρίες υπό 5 α

β) Dahrendorf, 1967: Σύγκρουση (ο ισχυρός αποφεύγει τις ανεπιθύμητες συνέπειες της άνισης κατανομής του πλούτου-επανάσταση ή ανέλεγκτη παραβατικότητα – με τη χορήγηση στοιχειώδους εισοδήματος στους χαμηλόμισθους)

Οικονομικοί πόροι Παροχή βασικών οικονομικών εισοδημάτων, ώστε να αποφευχθεί η ανάγκη καταφυγής στην εγκληματικότητα
     
11. Χαμηλός βαθμός διακινδύνευσης

Τα άτομα είναι λογικά όντα και ενεργούν κατά τρόπο που να αυξάνει τα κέρδη τους.

α) ωφελιμισμός (Bentham, 1961)

 αποτροπή (Andenaes, 1971, Zimring & Hawkins, 1973, Gibbs, 1975)

β) κοινωνιολογική ανταλλαγή (Blau, 1964)

γ) δυσχέρανση στόχου (Jeffery, 1977, (θεωρητική προσέγγιση)

 

Αποτροπή

– Δυσχέρανση επίτευξης στόχου

– Μετατόπιση στόχου

– προληπτική παρέμβαση

Αήξηση κόστους, μείωση οφέλους από τις εγκληματικές πράξεις
12. Απορριπτικές / Αποκλειστικές κοινωνικές απαντήσεις

α) Θεωρίες στιγματισμού

(Lemert, 1967, Becker, 1963: οι κοινωνικές ομάδες δημιουργούν την παραβατικότητα

1. με την θέσπιση κανόνων η παράβαση των οποίων την δημιουργεί και

2. με την εφαρμογή αυτών των κανόνων σε ορισμένους ανθρώπους που στιγματίζονται ως περιθωριακοί)

β) Βλ. και θεωρίες υπό 5 δ και Schur, 1973.

Κοινωνική ανοχή/

Εγκατάλειψη κοινωνικού ελέγχου

Αφαίρεση ορισμένων συμπεριφορών από τον έλεγχο του συστή-ματος απονομής δι-καιοσύνης για νέους.

Μείωση του βαθμού με τον οποίο οι συμπεριφορές των νέων προσλαμβάνονται, χαρακτηρίζονται, στιγματίζονται και αντιμετωπίζονται

 

 

** Ομότιμος Καθηγητής Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, Πρόεδρος Νομικού Τμήματος Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.

* Κατά την τελευταία τεσσαρακονταετία παρατηρείται μια σημαντική άνθηση της Επιστήμης της Εγκληματολογίας στη χώρα μας. Ο Νέστωρ Κουράκης, αγαπητός και εκλεκτός συνάδελφος, με τις έρευνές του, τη διδασκαλία του, τις συγγραφές του, την εκδοτική του δραστηριότητα και με την όλη εν γένει δράση του σε αυτό το πεδίο, έχει συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία αυτού του γεγονότος. Ιδιαίτερη είναι η συμβολή του στον χώρο της Αντεγκληματικής Πολιτικής, εξ ου και η επιλογή του σημειώματος που ακολουθεί.

  1. Είναι προφανές ότι η πρόληψη απευθύνεται κατ’εξοχήν στους νέους. Αν χαθεί το παιχνίδι σε αυτό το επίπεδο, όποιες δράσεις και αν αναπτύξουμε στη συνέχεια , ματαιοπονούμε. Είναι πλέον αργά.
  2. Την ανάγκη σύνθεσης στην ποινή της γενικής και ειδικής πρόληψης είχε αναπτύξει ήδη ο Πλάτων (Νόμοι, 934Α-Β και Γοργίας, 480, 525Β). Βλ. Ν. Χωραφά, Γενικαί Αρχαί του Ποινικού Δικαίου, 9η έκδ., Αθήναι 1978, σ. 40 και Ιάκ. Ι. Φαρσεδάκη, Η Εγκληματική σκέψη. Απ’ την αρχαιότητα ώς τις μέρες μας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1990, σ.19 και 31.
  3. Ιδιαίτερη σημασία έχει αποδώσει σε αυτήν το Home Office που έχει προχωρήσει σε σειρά σχετικών εξειδικευμένων ερευνών και προτάσεων. Υπάρχουν και αρκετές θεωρητικές προσεγγίσεις αυτής της κατεύθυνσης, όπως λχ. εκείνη του Newman (για το defensible space) Βλ. Ι. Φαρσεδάκη, Παραβατικότητα και κοινωνικός έλεγχος των ανηλίκων, σ.90. Στην πραγματικότητα, από την στιγμή που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν παντού τα προτεινόμενα μέτρα, το συνηθέστερο αποτέλεσμά τους είναι η μετατόπιση της εγκληματικότητας σε άλλες περιοχές, εις βάρος ασθενέστερων οικονομικά και κοινωνικά πολιτών οι οποίοι αδυνατούν λάβουν τέτοια μέτρα προφύλαξης. Πέραν του γεγονότος ότι η υποχρέωση του κράτους για παροχή ασφάλειας στους πολίτες τους μεταφέρεται ουσιαστικά στους ώμους των ίδιων των πολιτών. Πρβλ. Ιάκ. Ι. Φαρσεδάκη, Ανακριτική, Δικαιώματα του Ανθρώπου και Εγκληματογένεση, 2η έκδ., Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2014, σ. 53, υποσημ. 210.
  4. Βλ. πιο πάνω υπό 1.
  5. Βλ. Ιάκ. Φαρσεδάκη, Παραβατικότητα και κοινωνικός έλεγχος των ανηλίκων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2005, σ. 125.
  6. Πρβλ. Ιάκ. Φαρσεδάκη, Στοιχεία Εγκληματολογίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2005, σ. 161-162.
  7. Βλ. Ιάκ. Φαρσεδάκη, Το Αλφάβητο της Εγκληματολογίας, in Τιμητικός Τόμος Κ. Σπινέλλη, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2009, σσ. 401-413, υπό στοιχείο Ζ.
  8. Βλ. Ιάκ. Φαρσεδάκη, ό.π., υπό στοιχείο Η.
  9. Olof Kinberg, Les problèmes fondamentaux de la criminologie, Paris, Éditions Cujas, 1962, σ. 138-139 και 154-171.
  10. Βλ. Ιάκ. Φαρσεδάκη, Η εγκληματολογική σκέψη, σ. 201 και 297-322, L Manouvrier, Questions préalables dans l’étude des criminels et des honnêtes gens, in Archives d’Anthropologie Criminelle, 1892, σ. 557 επ.
  11. Πρβλ. το δέντρο του A. Cohen. Βλ. Ι. Φαρσεδάκη, Η εγκληματολογική σκέψη. Από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, Νομική Βιβλιοθήκη, 1990, σ. 411.
  12. Βλ. στον πίνακα που παρατίθεται στο τέλος μια σύνθεση των στρατηγικών πρόληψης των Hawkins κ.α., όπως αναφέρονται στο Ιάκ. Φαρσεδάκη, Παραβατικότητα και κοινωνικός έλεγχος των ανηλίκων, σ. 129-137. Τα έργα των αναφερομένων στους πίνακες συγγραφέων περιλαμβάνονται στον βιβλιογραφικό πίνακα, σ. 169 επ.
  13. Βλ. ενδεικτικά, την υπ’ αριθμ. 7 του έτους 1983 Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης και Α. Τσήτσουρα, Η συμμετοχή του κοινού στην αντεγκληματική πολιτική, Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 1, 1988, σ. 32-44.
  14. Βλ. Ιάκ. Φαρσεδάκη, Στοιχεία Εγκληματολογίας, σ. 31.
  15. Πρβλ. Ε. Λαμπροπούλου, Τα ΜΜΕ και η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας, passim.
  16. Βλ. , αντί άλλων, τις σχετικές με τον φόβο του εγκλήματος εξαιρετικές μελέτες και έρευνες της Χριστίνας Ζαραφωνίτου.