Παγκοσμιοποίηση και Αντεγκληματική Πολιτική

ΑΘΑΝΑΣΙΑ Π. ΣΥΚΙΩΤΟΥ

Παγκοσμιοποίηση και

Αντεγκληματική Πολιτική

ΑΘΑΝΑΣΙΑ Π. ΣΥΚΙΩΤΟΥ*

 

Εισαγωγή

Η προβληματική για τον χαρακτήρα της Αντεγκληματικής πολιτικής στην εποχή της παγκοσμιοποίησης συνδέεται με την απάντηση στα ακόλουθα ερωτήματα:

Α. Ποιες είναι οι τάσεις στην Αντεγκληματική πολιτική στην εποχή της παγκοσμιοποίησης;

Β. Τι επιρροές δέχεται η εθνική Αντεγκληματική πολιτική σήμερα και ποιες οι συνέπειές τους;

Γ. Πώς έχει διαμορφωθεί η έννοια της δημόσιας ασφάλειας και οι απαντήσεις κατά του εγκλήματος στην εποχή της παγκοσμιοποίησης;

Δ. Πώς συνδέεται η ασφάλεια των προσώπων με την ασφάλεια των αγορών;

Ε. Ποια η σχέση της τεχνολογίας με την Αντεγκληματική πολιτική;

Στ. Υπάρχει δυνατότητα ανάταξης της Αντεγκληματικής πολιτικής ή η ολίσθηση είναι μη αναστρέψιμη;

Η αλήθεια είναι ότι όσο προχωρά ραγδαία η παγκοσμιοποίηση, τόσο ολισθαίνει το φιλελεύθερο και δημοκρατικό μοντέλο της Αντεγκληματικής πολιτικής[1]. Και ολισθαίνει γιατί ολισθαίνει το Δίκαιο. Και το Δίκαιο ολισθαίνει γιατί δεν βασίζεται πια στις αρχές της Δημοκρατίας: νομιμότητα, ισότητα (απέναντι στον νόμο) και ελευθερία.

Αναφερόμενοι στην παγκοσμιοποίηση του δικαίου, τα γεγονότα φαίνεται να υπογραμμίζουν την ανυπαρξία μιας παγκόσμιας έννομης τάξης με την έννοια ενός οικουμενικού δικαίου, ενός πραγματικού jus commune. Ωστόσο, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την πληθώρα κανόνων υπερεθνικών (περιφερειακών και διεθνών), ούτε την υπεραφθονία φορέων, αλλά και αρχών (αστυνομικών και δικαστικών), με διευρυμένη δικαιοδοσία. Αυτή η νέα πραγματικότητα τείνει να ωθεί το δίκαιο προς μια εξέλιξη συστημάτων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και τα οποία είναι αρκετά σύνθετα, αλλά και άκρως ασταθή[2].

Ένας πρώτος λόγος που μέχρι τώρα το Δίκαιο δεν έχει αντιδράσει ικανοποιητικά στην παγμοσμιοποίηση είναι ότι παρά το ότι η παγκοσμιοποίηση είναι πια αποδεκτή ως το νέο πρότυπο της κοινωνίας, έχει παραμείνει μια έννοια εξαιρετικά αόριστη. Δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός ορισμός της παγκοσμιοποίησης (στα γαλλικά είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποιούνται δύο όροι: globalisation /mondialisation και όταν μιλάμε για δίκαιο μπαίνει και ένας τρίτος όρος: universalisation = οικουμενοποίηση).

Παγκοσμιοποίηση ή ομογενοποίηση (όπως αναφέρεται στην αγγλική απόδοση με τον όρο: globalization) και οικουμενοποίηση είναι δυο διαφορετικές έννοιες κι ας φαίνεται ότι οι όροι χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμοι.

Κατ’ αρχάς στα αντικείμενα, προϊόντα και στις τεχνικές δεν φαίνεται να υπάρχει διαφορά. Αντίθετα, διαφορά φαίνεται να υπάρχει μόνο στις αξίες.

Η παγκοσμιοποίηση παραπέμπει στη διάθεση ενός πράγματος στον χώρο (σε έκταση), ενώ η οικουμενοποίηση συνεπάγεται τη συμμετοχή στην κατανόηση (: «κοινωνία») και την αποδοχή των σημασιών από τα μέλη της κοινωνίας. Έτσι, είναι πιο σωστό να μιλάμε για παγκοσμιοποίηση σε ό,τι αφορά στην οικονομία, αλλά για οικουμενοποίηση σε ό,τι αφορά στο δίκαιο και στα δικαιώματα του ανθρώπου, αν και πια δεν φαίνεται να υπάρχει πραγματική συμμετοχή στην κατανόηση και αποδοχή των σημασιών, αλλά ο νόμος του πιο ισχυρού[3].

Ένας δεύτερος λόγος που το δίκαιο δεν έχει αντιδράσει είναι ότι η παγκοσμιοποίηση εμφανίζεται ως μια απλή ιδέα διεθνοποίησης του δικαίου, ενώ στην ουσία θέτει πολύ περισσότερα και πιο πολύπλοκα ζητήματα από τη διεθνοποίηση. Η ευρεία έννοια της παγκοσμιοποίησης διακρίνει τρεις πτυχές: οικονομία, πολιτισμό και πολιτική, αλλά το Δίκαιο, είναι απόν, πέρα από το γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση εμφανίζεται ως μια απλή ιδέα διεθνοποίησης που επηρεάζει κατά κάποιο τρόπο το δίκαιο[4].

Ένας τρίτος λόγος, τελικά, είναι ότι η παγκοσμιοποίηση θέτει διεπιστημονικά ερωτήματα και δυστυχώς η διεπιστημονική προσέγγιση ακόμη λείπει[5]. Πολλές από τις εννοιολογικές και θεωρητικές συζητήσεις για την παγκοσμιοποίηση αγνοούν ή υποβαθμίζουν την αναγκαιότητα του δικαίου (πέρα από τη σύνδεση με το διεθνές δίκαιο).

Είτε πρόκειται για αγορές είτε για δικαιώματα του ανθρώπου, ο ρόλος του Δικαίου είναι αβέβαιος γιατί η παγκοσμιοποίηση φαίνεται να προσβάλλει πλέον τα συστήματα του Δικαίου στην ταυτοποίησή τους με το κράτος. Δηλαδή, δεν καταργεί το εθνικό δίκαιο προς χάρη του διεθνούς, αλλά ευνοεί μια σύμμειξη των δύο που αυτό μπορεί να είναι ταυτόχρονα λύση, αλλά και πρόβλημα. Λύση θα ήταν αν από αυτή τη σύμμειξη μπορούσε να δημιουργηθεί ένα οικουμενικό δίκαιο προς όφελος της ανθρωπότητας και πρόβλημα αν το δίκαιο που θα δημιουργηθεί παραμείνει αφενός αρκετά ισχνό για να εξισορροπεί τις σχέσεις δυνάμεων μεταξύ των κρατών και αφετέρου αρκετά αποσπασματικό για να αποτελέσει ένα πραγματικό σύστημα δικαίου[6].

Α. Οι τάσεις στην Αντεγκληματική πολιτική στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Το βέβαιο είναι ότι η Αντεγκληματική πολιτική[7] σήμερα δέχεται όλο και περισσότερο υπερεθνικές ή υπερκρατικές πιέσεις. Με την έννοια «υπερεθνικές» εννοούνται: οι πιέσεις από διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς μέσω των συμβατικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει μια χώρα (όπως οι συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΗΕ), ή του ιδιαίτερου πλαισίου, μέσα στο οποίο αυτή κινείται (όπως οι διάφοροι κανόνες της Ε.Ε.)[8], ενώ με την έννοια «υπερκρατικές» εννοούνται οι πιέσεις που ασκούνται στην εθνική έννομη τάξη από φορείς άλλου κράτους (δημόσιους ή ιδιωτικούς), αλλά και ακόμη οι πιέσεις από αλλοδαπούς οικονομικούς φορείς, όπως οι πολυεθνικές εταιρείες.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης[9] παρατηρούμε την ανάπτυξη δύο κυρίως τάσεων στην Αντεγκληματική πολιτική, που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν αντίθετες:

Από τη μια πλευρά, παρατηρούμε την γιγάντωση μιας καταστολής που αναπτύσσεται στο όνομα της προστασίας του «κοινού αγαθού» της δημόσιας ασφάλειας, η οποία –με ορόσημο την 11η Σεπτεμβρίου 2001– έχει νομιμοποιηθεί όχι μόνο από τη ραγδαία εξάπλωση της οργανωμένης διασυνοριακής εγκληματικότητας με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών, αλλά και από την ταυτόχρονη παγκόσμια δράση των εγκληματικών δικτύων[10]. Αυτό έχει ως συνέπεια όχι μόνο την προσπάθεια ομοιόμορφης αντιμετώπισης του εγκλήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και τη διεύρυνση του επίσημου συστήματος κοινωνικού ελέγχου και ταυτόχρονα και του ανεπίσημου, με εξουσίες που άρχισαν να ανατίθενται (απ’ ευθείας ή κατ’ εξουσιοδότηση) ολοένα και περισσότερο σε αρχές ιδιωτικής φύσης, είτε εθνικές, είτε αλλοδαπές, που όμως συχνά μερικές από αυτές δρουν ανεξέλεγκτες, εφαρμόζοντας τη δική τους πολιτική, ακόμη και στο έδαφος άλλου κράτους[11] (π.χ. ιδιωτικοί στρατοί ή σώματα μισθοφόρων).

Από την άλλη πλευρά, παρατηρούμε, αντίθετα, την παράκαμψη όχι μόνο της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά και ολόκληρου του δικαστικού συστήματος, αφού σε αρκετές περιπτώσεις επιχειρείται όχι μόνο μια εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς για σοβαρότατα αδικήματα, που συχνά εγγράφεται και συντονίζεται από το ποινικό σύστημα (π.χ. διαδικασία συνδιαλλαγής σε περιουσιακά αδικήματα κακουργηματικού χαρακτήρα, όπως την προβλεπόμενη από το άρθ.308Β ΚΠοινΔ διαδικασία), αλλά και μία πλήρης «αποδικαστικοποίηση» των υποθέσεων, αφού σοβαρότατα αδικήματα όπως διαφθορά ή επικίνδυνη μόλυνση του περιβάλλοντος, οδηγούνται προς επίλυση (και όχι προς τιμώρηση των δραστών) σε όργανα διαιτησίας ή ακόμη και σε αυτορρύθμιση της υπόθεσης από τον ίδιο τον εγκληματία, αρκεί αυτός να είναι μεγάλος οικονομικός φορέας, κατά προτίμηση με πολυεθνική δράση.

Η Αντεγκληματική Πολιτική φαίνεται να έχει εκφύγει προ πολλού όχι μόνο των εθνικών συνόρων (και τούτο βέβαια είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση του παγκοσμιοποιημένου εγκλήματος), αλλά και των δυνατοτήτων παρέμβασης και ελέγχου αντίστοιχα από τον εθνικό νομοθέτη.

Μέχρι σήμερα λέγαμε ότι το ποινικό δίκαιο εκφράζει την εθνική κυριαρχία του κάθε κράτους και μάλιστα ότι ανήκει στον πυρήνα της εθνικής ταυτότητας των κρατών. Σταδιακά όλο και περισσότερο γίνεται σαφής όχι μόνον η εισβολή του υπερεθνικού δικαίου στις εθνικές έννομες τάξεις, αλλά και η αλλοίωση του ίδιου του Δικαίου σε σημείο που είναι σαφές πλέον το έλλειμμα της εθνικής κυριαρχίας.

Β. Τι επιρροές δέχεται η εθνική Αντεγκληματική πολιτική σήμερα και ποιες οι συνέπειές τους;

Β.1. Υπερεθνικές και υπερκρατικές επιρροές

Παρατηρούμε πληθώρα υπερεθνικών και υπερκρατικών επιρροών τόσο στη νομοθετική, όσο και στην δικαστική και εκτελεστική εξουσία των κρατών μέσω: α) της Νομοθετικής αρμοδιότητας των υπερεθνικών οργάνων, β) της επιρροής του εθνικού δικαίου μέσω της νομολογίας υπερεθνικών δικαστηρίων και της ερμηνευτικής εξουσίας επί των διεθνών και ευρωπαϊκών κανόνων, γ) των μηχανισμών ελέγχου που προκύπτουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις των Κρατών μελών, δ) πιέσεων από Διεθνείς Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς και ε) πιέσεων από υπερκρατικούς φορείς μέσω της δράσης είτε κρατικών υπηρεσιών σε εθνικό έδαφος άλλων χωρών, είτε ιδιωτικών φορέων, είτε ακόμη οικονομικών φορέων κυρίως πολυεθνικών εταιρειών.

Β.1.1. Επιρροή μέσω της Νομοθετικής αρμοδιότητας των υπερεθνικών οργάνων[12]

Οι επιρροές που δέχεται η εθνική έννομη τάξη από τη νομοθετική αρμοδιότητα των υπερεθνικών οργάνων είναι πολλές και ποικίλες. Μπορούν δε να συνοψιστούν σε αυτές που προέρχονται από τα Διεθνή και περιφερειακά όργανα, μέσω της μοιρασμένης αρμοδιότητας (με οριζόντιο τρόπο όπως μέσω των Συμβάσεων π.χ. του ΟΗΕ, του ΟΟΣΑ, ή του Συμβουλίου της Ευρώπης, που από την κύρωσή τους καθίστανται εσωτερικό δίκαιο), αλλά και –κυρίως– της κάθετης αρμοδιότητας (όπως με την άμεση εφαρμογή Κανονισμών και Οδηγιών της Ε.Ε.). Επιπλέον, μπορούμε να παρατηρήσουμε και επιρροές που προέρχονται και από άλλα υπερεθνικά όργανα, όπως από την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ή την Ομάδα Διεθνούς Χρηματοοικονομικής Δράσης κατά του Ξεπλύματος (FATF), που πιέζουν με τη σειρά τους για την υιοθέτηση συγκεκριμένων κανόνων από τον εθνικό νομοθέτη. To επικίνδυνο είναι ότι αυξάνεται η νομοθετική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας των υπερεθνικών οργάνων χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο στη Γαλλία –και μόνο μέχρι το 2000– είχαν καταμετρηθεί περισσότερα από 68.000 κοινοτικά κείμενα άμεσης εφαρμογής. Παρ’ όλο που το κοινοτικό δίκαιο στην αρχή ρύθμιζε τεχνικά ζητήματα, σήμερα έχει φθάσει να επηρεάζει ολόκληρους κλάδους του δικαίου και το ίδιο το ποινικό δίκαιο.

Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνουμε ότι αναφύονται συνεχώς διάφορες «Εθνικές Αρχές», που στην ουσία είναι υπερεθνικές, αφού προκύπτουν κατ’ επιταγή υπερεθνικών οργάνων, όπως η Εθνική Αρχή για το Ξέπλυμα. Ο Ν.3424/2005[13] που εισήγαγε τον επαγγελματικό χαφιεδισμό με την κατασταλτική νομοθεσία για το ξέπλυμα, προσαρμόζοντας την εθνική νομοθεσία στη σχετική ευρωπαϊκή Οδηγία του 2001, πήρε τα εύσημα από τη FATF, αφού αυτή επηρέασε την Ευρωπαϊκή  νομοθεσία με τις συστάσεις της για την τρομοκρατία[14].

Με τις παραπάνω επιρροές μπορεί να παρατηρήσει κανείς και μόνο σε επίπεδο Ε.Ε. (κυρίως με την κάθετη αρμοδιότητα) εκτός άλλων τα εξής προβλήματα[15]:

α) Δημοκρατικό έλλειμμα, αφού οι αποφάσεις είναι κυρίως προϊόν εκτελεστικής εξουσίας των υπερεθνικών οργάνων.

β) Δίδεται προτεραιότητα στην ασφάλεια και όχι στην προστατευτική των εννόμων αγαθών λειτουργία του ποινικού δικαίου.

γ) Η θεματολογία καθρεφτίζει τις ανάγκες ενός συμβολικού ποινικού δικαίου υποκύπτοντας στις προτεραιότητες της διεθνούς σκηνής. Αρκεί, παραδειγματικά, να θυμίσουμε τις φορτικές πιέσεις των ΗΠΑ προς την Ε.Ε., όπως στην περίπτωση του Passenger Name Records (PNR), για τη δημιουργία μιας Mονάδας για την επεξεργασία στοιχείων επιβατών και διαβίβαση 19 βιομετρικών στοιχείων που κατέληξαν στην υιοθέτηση της Απόφασης-πλαίσιο του 2010[16], αλλά και τις πιέσεις πολυεθνικών εταιρειών προς την Ε.Ε. για την εισαγωγή γενετικά τροποποιημένων τροφίμων και οργανισμών.

δ) Όλο και περισσότερο επιβάλλεται τυποποίηση εγκλημάτων αφηρημένης διακινδύνευσης[17]. Η καταστολή γίνεται όλο και περισσότερο έργο των αστυνομικών και μυστικών υπηρεσιών. Στην Ε.Ε. η πολιτική της εναρμόνισης με την ιδέα του Τάμπερε –όσο και αν διατηρεί θεωρητική αναφορά στην προστασία των δικαιωμάτων– αποτελεί προφανή υποχώρηση από το φιλελεύθερο και δημοκρατικό μοντέλο Αντεγκληματικής πολιτικής.

Διαπιστώνουμε λοιπόν:

α) Συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας των κρατών προς όφελος μιας ευρωπαϊκής συγκυριαρχίας.

β) Η Ε.Ε. διαθέτει όργανα άσκησης άμεσης ποινικής εξουσίας (Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, Eurojust).

γ) Προσέγγιση των νομοθεσιών με αμοιβαία αυτόματη αναγνώριση ποινικών δικαστικών αποφάσεων και διατάξεων και ενιαίες διαδικαστικές ευρωπαϊκές πράξεις (ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης). Ωστόσο, η προσέγγιση επιχειρείται στο πεδίο της καταστολής και όχι της πρόληψης (υπάρχει σαφής περιορισμός). Δυσχεραίνεται ο κριτικός έλεγχος και η επεξεργασία των επιπτώσεων στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Γι’ αυτό επισημαίνεται η ανάγκη περιοδικού ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά Κοινοβούλια.

Β.1.2. Επιρροή του εθνικού δικαίου μέσω της νομολογίας υπερεθνικών δικαστηρίων

Το εθνικό δίκαιο επηρεάζεται ακόμη από τη νομολογία των υπερεθνικών δικαστηρίων και της ερμηνευτικής τους εξουσίας επί των διεθνών και ευρωπαϊκών κανόνων, όπως το ΕΔΔΑ, που οδηγούν τα κράτη να υιοθετήσουν συγκεκριμένες διατάξεις. Έτσι, η υπόθεση του ΕΔΔΑ, Μακαρατζής κατά Ελλάδος[18], έγινε αφορμή για να αλλάξει ο νόμος περί οπλοφορίας και χρήσης όπλων από αστυνομικούς με την υιοθέτηση του Ν.3169/2003. Επίσης, στην υπόθεση Rantsev κατά Κύπρου και Ρωσίας[19], το ΕΔΔΑ συνέστησε στα κράτη μέλη τη λήψη συγκεκριμένων θετικών μέτρων τόσο για την αποφυγή της θυματοποίησης ατόμων στην εμπορία ανθρώπων, όσο και για την προστασία τους, αλλά και για την αποτελεσματική τιμωρία των δραστών. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ στις υποθέσεις AlNashiri κατά Πολωνίας και Husayn Abu Zubaydah κατά Πολωνίας[20], είχε την ευκαιρία να πάρει θέση σχετικά με τις μυστικές φυλακές[21] στο έδαφος χωρών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και να υπογραμμίσει το δικαίωμα επίκλησης της αρχής της μη επέμβασης από ιδιώτη προσεγγίζοντας μέσα από τη διάγνωση των παραβιάσεων των δικαιωμάτων των αιτούντων το διεθνές ποινικό με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η εξωεδαφική αρμοδιότητα διευρύνεται όχι μόνο με βάση τις διεθνείς συμβάσεις, αλλά και ως συνέπεια της ευθείας εφαρμογής υπερεθνικών κειμένων προς όφελος ενός υπερεθνικού δικαίου απ’ ευθείας εφαρμόσιμου, του οποίου όμως η ασάφεια έχει ως συνέπεια την ενίσχυση του περιθωρίου δικαστικής ερμηνείας με συνέπεια την ακόμη μεγαλύτερη διεύρυνση της δικαστικής αρμοδιότητας[22].

Οι ευρωπαίοι δικαστές θα μπορούσαν αν ήθελαν να εξετάσουν π.χ. τη συμβατότητα των μέτρων σε εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με κίνδυνο όμως να ασκήσουν έμμεσα έλεγχο στην «παγκόσμια διακυβέρνηση» (: Global Governance). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι την επόμενη της πτώσης του τείχους του Βερολίνου μέσα στους κόλπους του ΟΗΕ δημιουργήθηκε η Επιτροπή για την Παγκόσμια διακυβέρνηση. Το 2001 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή διακυβέρνηση (: European Governance), όπου έκανε λόγο λιγότερο για διάκριση εξουσιών (νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική) και περισσότερο για αλλαγή λειτουργιών, δηλ. για διάχυτη αρμοδιότητα. Εξ ου και η ανάγκη για μεγαλύτερο δικαστικό έλεγχο, αναγκαίο όσο αναπτύσσονται παιχνίδια εξουσίας[23].

Διαπιστώνουμε ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 δεν έχουμε ισότιμες διεθνείς σχέσεις, αλλά προσπάθεια υιοθέτησης ενός δικαίου (και ποινικού) για την παγκόσμια διακυβέρνηση. Από τη μια βλέπουμε τη διεθνοποίηση του εθνικού δικαστή που καλείται να εφαρμόσει απ’ ευθείας υπερεθνικό δίκαιο, και από την άλλη τη δικαστικοποίηση (juridictionnalisation)[24] του διεθνούς δικαίου με τη δημιουργία υπερεθνικών δικαστηρίων ισάξιων μεταξύ τους και αυτόνομων που δρουν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές (όπως σε περιφερειακό επίπεδο το ΔΕΚ, το Δικαστήριο της Ουαγκαντούγκου για την οικονομική ένωση της Δυτικής Αφρικής, το Δικαστήριο του Κίτο για την Ένωση των χωρών των Άνδεων στη Λατινική Αμερική) και τα οποία έρχονται να δώσουν επίφαση νομιμότητας στη διεθνοποίηση της Αντεγκληματικής πολιτικής και των νομοθετικών επιλογών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τελικά αν κοιτάξουμε την Αντεγκληματική Πολιτική σε παγκόσμιο επίπεδο βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι ισορροπιών μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Διαπιστώνουμε ότι ο ρόλος του υπερεθνικού δικαστή έγκειται στο να καλείται να ερμηνεύσει διατάξεις προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια υπερεθνική έννομη τάξη που όσο πάει και αποκτά μεγαλύτερη διάσταση ως προς τις έννοιες «δημοκρατία» και «θεμελιώδη δικαιώματα».

Β.1.3. Επιρροή του εθνικού δικαίου μέσω των μηχανισμών ελέγχου που προκύπτουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις των Κρατών μελών

Οι μηχανισμοί ελέγχου που προκύπτουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις των Κρατών μελών ασκούν κι αυτοί πιέσεις μέσω των συστάσεων προς τα κράτη για προσαρμογή της νομοθεσίας, ούτως ώστε το κράτος να συμμορφώνεται με τις επιταγές της εκάστοτε σύμβασης, όπως η Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (CPT), η Επιτροπή στο πλαίσιο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων (GRETA), η Επιτροπή κατά της διαφθοράς (GRECO), κ.λπ.

Β.1.4. Επιρροή του εθνικού δικαίου από Διεθνείς Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς (ΜΚΟ)

Οι συγκεκριμένες πιέσεις μπορεί να είναι τόσο άμεσες, όσο και έμμεσες. Άμεσες πιέσεις είναι αυτές που προέρχονται από διεθνείς ΜΚΟ, όπως π.χ. η Διεθνής Διαφάνεια ή Διεθνής Αμνηστία, που πιέζουν τα ίδια τα κράτη να υιοθετήσουν ή να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους, ενώ έμμεσες είναι οι πιέσεις που ασκούνται από τις ΜΚΟ προς διεθνείς οργανισμούς ή οργανισμούς διακυβερνητικής συνεργασίας για ν’ αλλάξουν διατάξεις σε διεθνή κείμενα, οι οποίες διατάξεις φυσικά θα επηρεάσουν στη συνέχεια τη νομοθεσία των χωρών που θα τις υιοθετήσουν. Ως άμεση μπορεί να χαρακτηριστεί π.χ. η δράση της Διεθνούς Αμνηστίας για την κατάργηση της θανατικής ποινής από ορισμένες χώρες που συνεχίζουν να την υιοθετούν, ή η Διεθνής Ένωση για την Αναμόρφωση του Ποινικού Δικαίου (: Penal Reform International) που πιέζει για την κατάργηση ή υιοθέτηση συγκεκριμένων εθνικών ποινικών διατάξεων, ενώ ως έμμεση η δράση του European Foundation Centre που ασκεί κριτική στις συστάσεις της FATF για την πρόληψη χρηματοδότησης της τρομοκρατίας[25] ή η παρουσία Διεθνών Οργανώσεων για τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών κατά την υιοθέτηση της Σύμβασης για τη δράση κατά της εμπορίας ανθρώπων από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Β.1.5. Επιρροή του εθνικού δικαίου από υπερκρατικούς φορείς

Πιέσεις στο εθνικό δίκαιο από υπερκρατικούς φορείς μπορούμε να παρατηρήσουμε μέσω της δράσης: α) κρατικών υπηρεσιών σε εθνικό έδαφος άλλων χωρών π.χ. CIA στο πλαίσιο των μυστικών φυλακών που παρακάμπτουν το δίκαιο και τις αρχές της χώρας[26], β) ιδιωτικών φορέων π.χ. ιδιωτικοί στρατοί, μισθοφόροι που δεν υπακούουν στο δίκαιο της χώρας στο έδαφος της οποίας βρίσκονται, αλλά εφαρμόζουν δικούς τους κανόνες και γ) οικονομικών φορέων, κυρίως πολυεθνικών εταιρειών (που ενδέχεται να διαθέτουν και ιδιωτικούς στρατούς) και οι οποίες πιέζουν τις κυβερνήσεις ιδίως υπό ανάπτυξη χωρών για την υιοθέτηση κανόνων που εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα[27].

Β.2. Οι συνέπειες των υπερεθνικών και υπερκρατικών επιρροών στην Αντεγκληματική πολιτική των κρατών

Οι υπερεθνικές πιέσεις και επιρροές στην Αντεγκληματική πολιτική είναι αρκετές, αλλά μπορούν να ταξινομηθούν γενικά σε θετικές και αρνητικές.

Β.2.1. Ως θετικές συνέπειες μπορούν να χαρακτηριστούν οι προστατευτικές των δικαιωμάτων και εγγυήσεων. Τέτοιες είναι αυτές που οδηγούν τον εκάστοτε εθνικό νομοθέτη σε υιοθέτηση προστατευτικών για τα δικαιώματα διατάξεων, συμμορφούμενος στις διεθνείς επιταγές ακολουθώντας τις συστάσεις υπερεθνικών οργάνων ή δικαστηρίων (π.χ. συστάσεις CPT, νομολογία ΕΔΔΑ), ή σε ποινικοποίηση συγκεκριμένων συμπεριφορών, καθώς και αυτές που οδηγούν σε ομοιόμορφη νομοθεσία για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση εγκλημάτων, όπως η Σύμβαση για το διακρατικό οργανωμένο έγκλημα, ή η Σύμβαση κατά της διαφθοράς, αλλά επίσης και πιέσεις για την προστασία ευάλωτων ατόμων, όπως η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα άτομα με αναπηρία ή η Οδηγία για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Τέτοιες συνέπειες συμβάλλουν στη δημιουργία ενός jus commune πιο δίκαιου, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι θα πρέπει να υιοθετούνται και να εφαρμόζονται απ’όλα τα κράτη.

Β.2.2. Αντίθετα, ως αρνητικές μπορούν να χαρακτηριστούν οι συνέπειες που, αφενός προς όφελος των συμφερόντων της αγοράς και αφετέρου προς όφελος της ασφάλειας, περιορίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ατόμων, όπως αυτές που αναθέτουν ευρείες κατασταλτικές αρμοδιότητες στις διωκτικές αρχές (π.χ. η υποχρεωτική λήψη γενετικού υλικού για ανάλυση DNA από τις διωκτικές αρχές, άρθ.200Α ΚΠοινΔ), αλλά και κρυπτοκατασταλτικές αρμοδιότητες προληπτικού χαρακτήρα[28] (όπως οι ειδικές ανακριτικές πράξεις που προβλέπονται στο άρθ.253A ΚΠοινΔ). Τέτοιου τύπου αρμοδιότητες δεν ανατίθενται μόνο σε δημόσια όργανα, αλλά και σε ιδιωτικές αρχές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ν.3691/2008 που ενσωματώνει την τρίτη Οδηγία για το ξέπλυμα (2005/60/ΕΚ), βάσει των επιταγών της οποίας δημιουργήθηκε η Επιτροπή καταπολέμησης του ξεπλύματος που έχει αρμοδιότητα μεταξύ άλλων να συλλέγει και αξιολογεί πληροφορίες για ύποπτες συναλλαγές και από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να ορίζεται ποιο θα είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνται για να συλλέγουν πληροφορίες αυτοί οι ιδιωτικοί φορείς, γεγονός που αφήνει πολλά παράθυρα για μη νόμιμες ενέργειες. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι ενώ τα δικαστήρια θα μπορούσαν να κρίνουν αντισυνταγματικές τις διατάξεις που ιδρύουν ιδιωτικές αρχές ή που εξουσιοδοτούν ιδιωτικές αρχές για συλλογή πληροφοριών και προληπτικούς ελέγχους, δεν το κάνουν, συμβάλλοντας έτσι στο παιχνίδι της «παγκόσμιας διακυβέρνησης».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αρνητικών συνεπειών προς όφελος των συμφερόντων της αγοράς είναι ο τομέας της εργασίας, που ενώ μέχρι πριν από λίγα υπήρχε ένα πλαίσιο προστατευτικό των δικαιωμάτων του εργαζομένου (και με ποινικές διατάξεις όπως οι περισσότεροι κλάδοι του δικαίου), αυτό σταδιακά βλέπουμε να συρρικνώνεται. Από την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθ.23)[29] μέχρι τον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθ.15)[30] το περιεχόμενο του δικαιώματος στην εργασία έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές. Αν διαβάσει κανείς συγκριτικά τις δύο αυτές διατάξεις, θα διαπιστώσει ότι η εργασία έγινε πλέον «απασχόληση» και το αντίστοιχο εδάφιο περί ικανοποιητικής αμοιβής που προέβλεπε η ΟΔΔΑ έχει απαλειφθεί…. Κατά τον ίδιο τρόπο έχει συρρικνωθεί και η απαγόρευση των διακρίσεων (άρθ.21 του Χάρτη) που ενώ κατ’ αρχάς φαίνεται να έχει εμπλουτιστεί ως προς τις διακριτικές συμπεριφορές, στην πραγματικότητα έχει υποστεί περιορισμό αν το συγκρίνουμε με το άρθ.2 της ΟΔΔΑ[31].

Με δυο λόγια, οι υπερεθνικές και υπερκρατικές επιρροές έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία δύο τάσεων που προκαλούν περισσότερη ή λιγότερη κρατική παρέμβαση/απάντηση[32] στο έγκλημα:

1) περισσότερη παρέμβαση μέσω του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης (τυποποίηση/δίωξη/ εκδίκαση/επιβολή ποινής) που εν γένει συμβάλλει σε περισσότερη καταστολή και

2) λιγότερη παρέμβαση που οδηγεί όχι μόνο σε λιγότερη καταστολή –και άρα χρήση του ποινικού συστήματος, αλλά και οποιουδήποτε άλλου– οδηγώντας σε αποδικαστικοποίηση με την υιοθέτηση των ακόλουθων διαδικασιών:

– Δικαστική συνδιαλλαγή/διαμεσολάβηση (π.χ. στο δίκαιο ανηλίκων, στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας, αλλά και στα περιουσιακά εγκλήματα – άρθ. 308 Β ΚΠοινΔ). Στην περίπτωση της ποινικής συνδιαλλαγής στα περιουσιακά εγκλήματα μιλάμε για κακουργήματα και αυτό φαίνεται μάλλον σοβαρό ζήτημα. Το ερώτημα που τίθεται είναι: με ποιο κριτήριο παραδεχόμαστε τη δυνατότητα συνδιαλλαγής στα κακουργήματα; Υποτίθεται ότι τα κακουργήματα είναι τόσο σοβαρά που έχουν προεκτάσεις σε όλη την κοινωνία, γι’ αυτό είναι και αυτεπαγγέλτως διωκόμενα. Εάν ανοίγουμε τη δυνατότητα συνδιαλλαγής θύματος-δράστη σε τόσο σοβαρά αδικήματα, τότε να υποθέσουμε ότι το επόμενο βήμα είναι να τη δεχθούμε και στην ανθρωποκτονία; Γιατί ποια η διαφορά σε επίπεδο βαρύτητας μεταξύ κακουργηματικής απάτης και ανθρωποκτονίας από πρόθεση; Ή μήπως έχουμε αρχίσει να ελαχιστοποιούμε τις κοινωνικές προεκτάσεις της βαρύτητας στα αδικήματα που έχουν οικονομικό χαρακτήρα;

– Συμφιλίωση (πριν τη δίκη π.χ. με αστυνομική ή εισαγγελική διευθέτηση) συνήθως για ήσσονος σημασίας αδικήματα (διαδικασία που σίγουρα συμβάλλει στην κοινωνική ειρήνη, αρκεί να μη θίγονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και του θύματος)

– Διαιτησία και

– Αυτορρύθμιση.

Οι δύο τελευταίες μορφές μπορεί να είναι συνήθεις για τις αστικές και εμπορικές διαφορές, ωστόσο καθίστανται άκρως ανησυχητικές όταν εισέρχονται στα όρια του ποινικού δικαίου. Και τούτο, γιατί τα τελευταία χρόνια σοβαρότατα αδικήματα όπως διαφθορά, επικίνδυνη μόλυνση του περιβάλλοντος, ακόμη και εμπορία ανθρώπων με τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, αποσιωπούνται όταν οι υποθέσεις οδηγούνται προς «επίλυση» (και όχι προς τιμώρηση των δραστών) σε όργανα διαιτησίας ή και επιλύονται με αυτορρύθμιση από τους ίδιους τους δράστες, αρκεί οι δράστες να είναι νομικά πρόσωπα με μεγάλο οικονομικό σχήμα (όπως οι πολυεθνικές)[33]. Αυτό έχει ως συνέπεια ο έλεγχος να ξεφεύγει από το κράτος ακόμη κι αν το αδίκημα είναι ποινικής φύσεως.

Γ. Πώς έχει διαμορφωθεί η έννοια της δημόσιας ασφάλειας και οι απαντήσεις κατά του εγκλήματος στην εποχή της παγκοσμιοποίησης;

Τρία ζητήματα πρέπει να εξετάσουμε υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης : 1) το κοινό αγαθό της δημόσιας ασφάλειας, 2) το έγκλημα ως μορφή διακινδύνευσης και 3) τη λογική της μηδενικής ανοχής.

Τα παραπάνω συνεπάγονται: αφενός μεγαλύτερη καταστολή που επεκτείνεται ακόμη και σε προληπτικό επίπεδο[34] και αφετέρου διάχυση των ορίων ενός πανταχού παρόντος κινδύνου.

  1. Το κοινό αγαθό της δημόσιας ασφάλειας

Η δημόσια ασφάλεια[35] φαίνεται να αναδεικνύεται σήμερα σε μείζον διακύβευμα της Αντεγκληματικής πολιτικής, αλλά και της παγκόσμιας διακυβέρνησης, άρρηκτα συνδεδεμένο τόσο με το δικαίωμα των πολιτών στην ασφάλεια, όσο και με την ασφάλεια των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτό που πρέπει να μας απασχολεί είναι το πόσο απλόχερα οι πολίτες, απέναντι στον φόβο[36], παραχωρούν δικαιώματα και ελευθερίες, νομιμοποιώντας τις παρεμβατικές πρακτικές των κατασταλτικών αρχών. Αξίζει να θυμηθούμε την φρενίτιδα που ξέσπασε στη Γαλλία και σε όλο τον κόσμο μετά τη βομβιστική επίθεση κατά του γαλλικού περιοδικού Charlie Hebdo και τις εκδηλώσεις όχι μόνο συμπαράστασης του τύπου «Je suis Charlie»[37], αλλά και έκδηλης αγάπης απέναντι στην Αστυνομία που συνέλαβε τους τρομοκράτες. Δεν θέλω να πω μ’ αυτό ότι πρέπει να υπάρχει εχθρότητα προς τις αστυνομικές αρχές, αλλά ότι πρέπει να κατανοούμε ότι αυτή η πολιτική νομιμοποιεί παρεμβάσεις που κατ’ άλλο τρόπο ίσως και να προκαλούσαν αντιδράσεις.

Από την άλλη πλευρά είναι σαφές ότι μεταλλάσσεται και το έγκλημα με τις διασυνοριακές και οργανωμένες μορφές του να εξελίσσονται διαρκώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην τρομοκρατία[38], συνεχώς δημιουργούνται νέα τρομοκρατικά παρακλάδια παγκοσμίως (Al-Qaeda, Islamic State, Al-Shebabis), όλο και πιο πολύπλοκα που δύσκολα αντιμετωπίζονται. Παράλληλα, αρχίζει να δημιουργείται κι ένα άλλο είδος τρομοκρατίας: η τρομοκρατία της εγγύτητας[39]. Αυτή η μορφή της τρομοκρατίας δεν έχει συγκεκριμένους στόχους π.χ. πολιτικά πρόσωπα ή τράπεζες. Μπορεί να επιτεθεί τυφλά κατά απλών πολιτών, που περπατούν σ’ ένα πεζοδρόμιο κτυπώντας τους μ’ ένα αυτοκίνητο. Έτσι, διαχέεται περισσότερο ο φόβος[40], γιατί ενώ κάθε πολίτης μπορεί να είναι ένας στόχος, την ίδια στιγμή, μπορεί να είναι ενδεχομένως και τρομοκράτης. Ο καθένας από μας γίνεται ταυτόχρονα και θύμα και τρομοκράτης και αυτό σημαίνει ότι ο φόβος δεν έχει όρια. Ο απλός πολίτης φοβάται ότι θα είναι θύμα, αλλά επίσης φοβάται ότι μπορεί να θεωρηθεί και τρομοκράτης. Γιατί, αφού τα όρια δεν είναι σαφή δεν μπορούμε να είμαστε πια σίγουροι για κανέναν.

  1. Το έγκλημα ως μορφή διακινδύνευσης

Παράλληλα με τις οικονομικοκοινωνικές εξελίξεις η έννοια του κινδύνου και της διακινδύνευσης παγκοσμιοποιείται. Παρατηρούμε μια σταδιακή ομογενοποίηση στη φύση των κυρώσεων. Έτσι, το ποινικό δίκαιο που για πολλά χρόνια θωρακιζόταν πίσω από το δόγμα του για να δικαιολογήσει τον σκοπό της ποινικής κύρωσης, που υποτίθεται δεν είχε τίποτα κοινό με την αστική κύρωση[41], βλέπουμε πια να προσεγγίζει «επικίνδυνα» αστικές έννοιες, αφού η έννοια της πρόληψης και της προφύλαξης έχουν αποκτήσει συνώνυμο περιεχόμενο[42] απέναντι στην έννοια της επικινδυνότητας.

Στο όνομα της αρχής της προφύλαξης που μεταφέρθηκε στο ποινικό δίκαιο από το δίκαιο του περιβάλλοντος και της ασφάλισης κινδύνων, διαπιστώνουμε την εγκατάλειψη της αρχής της υπαιτιότητας του δράστη και της ελεύθερης βούλησής του. Με δυο λόγια αντικειμενοποιείται[43] η υπαιτιότητα στο ποινικό δίκαιο. Έτσι, όμως περνάμε στην αστικοποίηση του ποινικού δικαίου.

Η προσέγγιση του αστικού με το ποινικό καταλήγει στο ότι και οι δυο κλάδοι σήμερα αναφέρονται στον «μηδενικό» κίνδυνο και κάνουν τα πάντα για να φτάσουν εκεί. Το έγκλημα παύει να θεωρείται ως σύνθετο κοινωνικό πρόβλημα συνδεόμενο με ποικίλους εγκληματογενείς παράγοντες και αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ως μια σύγχρονη μορφή γενικότερης διακινδύνευσης[44] που παράγεται από τις κοινωνίες που καλούνται να μοιραστούν και να διαχειριστούν ένα ρίσκο.

Μ’ αυτή όμως την έννοια, το έγκλημα αρχίζει να «αποηθικοποιείται», γιατί προσλαμβάνεται ως «ατύχημα» που μπορεί να υπολογιστεί, να προβλεφθεί και εν τέλει να αποφευχθεί. Θεωρείται τεχνικό και όχι ηθικό πρόβλημα. Από τη στιγμή όμως που θεωρείται ως ατύχημα, παγιώνει την αντίληψη των πολιτών ότι είναι μοιραίο: διαχειρίσιμο, αλλά αναπόφευκτο.

Έτσι, η νέα τάση στην Αντεγκληματική πολιτική εστιάζει περισσότερο στην «τεχνολογική εξουδετέρωση» του εγκληματικού κινδύνου. Είναι αυτή που χαρακτηρίζεται ως «διαχειριστική» (managerial), υπογραμμίζοντας την ασφαλιστική (insurance) και αναλογιστική (actuarial)[45] λογική της τόσο στον έλεγχο του εγκλήματος, όσο και στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης, εισάγοντας μάλιστα νέα ορολογία για να την περιγράψουν όπως: «actuarial justice», «insurance management perspective», ή «risk management perspective». Όροι που παραπέμπουν στην ασφάλιση ατυχημάτων, όπως ο υπολογισμός των πιθανοτήτων, η μείωση ευκαιριών, η παρεμπόδιση ζημιογόνων αποτελεσμάτων, χρησιμοποιούνται και για τη «διαχείριση» του εγκληματικού φαινομένου.

Όπως είναι εμφανές, στόχος της τάσης αυτής δεν είναι η βελτίωση ή επανένταξη εγκληματιών, αλλά η εξουδετέρωση της επικινδυνότητας των πράξεών τους με μεθόδους, που στόχο έχουν το έγκλημα όχι μόνο να καταστεί δυσκολότερο, αλλά και με μεγαλύτερο κόστος για τους εγκληματίες. Όλα κινούνται γύρω από μια ωφελιμιστική λογική (cost/ benefit analysis).

Εν όψει αυτού του σκηνικού, βλέπουμε ότι η λειτουργία της ποινής αποκτά ένα χαρακτήρα ολοένα και πιο ωφελιμιστικό στο πλαίσιο της άμυνας της κοινωνίας απέναντι σε μια εγκληματικότητα, της οποίας οι σκληρές μορφές αντέχουν σε κάθε μέτρο. Οι ποινές οδηγούνται περισσότερο από την ιδέα της ασφάλειας της κοινωνίας παρά από αυτή της επανένταξης του εγκληματία, γιατί απλά θεωρούμε ότι είναι καλύτερα να εξουδετερωθεί. Μέσα σ’ αυτή τη λογική της εξουδετέρωσης του εγκληματία εντάσσεται και η δημιουργία φυλακών Γ τύπου.

Η νέα τάση[46] (ή «νέα τάξη») στοχεύει στην έγκαιρη πρόληψη μέσω της «διαχείρισης» ολόκληρων ομάδων που ενσαρκώνουν τα προφίλ των εγκληματικών κινδύνων και που πιθανολογείται ότι θα αναπτύξουν συγκεκριμένους τύπους εγκληματικότητας. Το profiling έχει αναχθεί πλέον όχι τόσο σε μέθοδο ταυτοποίησης δραστών συγκεκριμένων εγκλημάτων (όπως αρχικώς ήταν η αποστολή του), όσο σε μέτρο σύγκρισης των «τίμιων ανθρώπων» από τους εγκληματίες[47]. Έτσι, οι διαδικασίες της πρόληψης δεν εστιάζουν σε αιτίες που σχετίζονται με το έγκλημα, αλλά στα χαρακτηριστικά των ομάδων που εκλαμβάνονται ως πηγές κινδύνων ενισχύοντας τον έλεγχό τους με παρακολούθηση ατόμων σε συνεχή βάση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόγραμμα CAPPS (Computer Assisted Passenger Pre-Screening System)[48] και το Terrorist Watch List[49] που θεωρούνται από τις ΗΠΑ η καλύτερη γραμμή άμυνάς τους (: “our best line of defense”) και που περιλαμβάνουν στις λίστες τους αμέτρητους υπόπτους.

  1. Η λογική της μηδενικής ανοχής

Η θεωρία της «κοινωνικής απειθαρχίας/αταξίας» αξιοποιήθηκε πολιτικά στις ΗΠΑ για την προώθηση ενός μοντέλου «Αντεγκληματικής πολιτικής μηδενικής ανοχής»[50]. Η θεωρία αυτή –που πήρε 10 χρόνια για να εδραιωθεί– στηρίζεται αφενός στην υπόθεση ότι η ανασφάλεια των πολιτών αποτελεί ευνοϊκή συνθήκη ανάπτυξης της εγκληματικότητας και αφετέρου στη θέση ότι η αντιμετώπιση μικρών παρεκκλινουσών συμπεριφορών μπορεί να οδηγήσει στη μείωση σοβαρότερων μορφών εγκληματικότητας και στην εμπέδωση της δημόσιας ασφάλειας. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η αταξία συνεπεία της δραστηριότητας των εγκληματιών, αφενός οδηγεί στην αύξηση της εγκληματικότητας και αφετέρου σε περισσότερη αταξία. Έτσι, η επίδειξη μηδενικής ανοχής από πλευράς των αρχών θεωρείται ότι όχι μόνο ανακόπτει τη σχέση μεταξύ αταξίας και εγκλήματος, αλλά ότι αναβαθμίζει και τη ζωή των πολιτών.

Η επιδίωξη της ασφάλειας πια γίνεται αυτοσκοπός με συνέπεια η συναίνεση να καθίσταται σιωπηλό χαρακτηριστικό ελέγχου. Το τεκμήριο εμπιστοσύνης στον κοινωνικό έλεγχο ανατρέπεται: όλοι ελέγχονται και όλοι αντιμετωπίζονται ως εν δυνάμει παραβάτες. Το βάρος πέφτει στην έγκαιρη πρόληψη, με την έγκαιρη πρόγνωση της επικινδυνότητας. Έτσι, όμως, δεν ελέγχεται η απόκλιση από τον κανόνα, αλλά πιστοποιείται η συμμόρφωση στους κανόνες ελέγχου. Η υποψία πέφτει πάνω στον καθένα και έτσι διαμοιράζεται και η ευθύνη για την ατομική ασφάλεια του καθενός. Συνέπεια τούτου είναι η εκούσια παθητική συμμετοχή στις διαδικασίες ελέγχου, αλλά και η αλλαγή στο βάρος της απόδειξης γιατί το άτομο καθίσταται υποχρεωμένο να αποδείξει ότι δεν είναι εγκληματίας.

Η εποχή του Δικαίου που ήταν θεμελιωμένη σε συγκεκριμένες και σαφείς εγγυήσεις και αρχές καθίσταται όλο και πιο θολή.

Δ. Σύνδεση της ασφάλειας των προσώπων με την ασφάλεια των αγορών

Το ερώτημα που τίθεται είναι: πώς συνδέεται η ασφάλεια των προσώπων με την ασφάλεια των αγορών και ειδικότερα αν το Δίκαιο που διαμορφώνεται με τις επιταγές της παγκοσμιοποίησης παραμένει ανθρωποκεντρικό ή εξυπηρετεί περισσότερο τους σκοπούς της παγκόσμιας αγοράς και των οικονομικών φορέων[51];

Η δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) το 1994, σηματοδότησε μια πραγματική ρήξη μεταξύ παγκόσμιας αγοράς και κοινωνικών δικαιωμάτων[52]. Και αυτό γιατί, ενώ επιταχύνθηκε η ένταξη της παγκόσμιας αγοράς, δεν έγιναν το ίδιο γρήγορες προσπάθειες για την ένταξη του προστατευτικού μηχανισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ότι η οικονομία αποτελεί πρώτη προτεραιότητα υποστηρίζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα που έχουν πάρει τη συνήθεια ν’ αξιολογούν τα εθνικά δίκαια με οικονομικά κριτήρια σε βάρος των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι πρώτες εκθέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας που υιοθετήθηκαν το 2004 με τίτλο “Doing Business”[53], θεωρούν το εργατικό δίκαιο ως εμπόδιο στις επενδύσεις χαρακτηρίζοντας «δυσκολίες» και «κόστος» τους κανόνες προστασίας των εργαζομένων (: εκ των οποίων πολλοί κανόνες προβλέπουν και ποινικές κυρώσεις για τους εργοδότες) και φτάνουν μέχρι να επιβάλλουν βαθμούς ποινής (points de pénalité) στα κράτη που δίνουν πολλά δικαιώματα στους εργαζομένους.

Η παγκοσμιοποίηση ξεχωρίζει το δίκαιο της αγοράς από το κοινωνικό δίκαιο και ευνοεί την κουλτούρα της αγοράς, εξουδετερώνοντας εκ προοιμίου τις εθνικές πρωτοβουλίες και αντιστάσεις. Με δύο λόγια, η οικονομική παγκοσμιοποίηση ανοίγει τον δρόμο για ένα πραγματικό «ιμπεριαλισμό της αγοράς» και ο πόλεμος κατά του εγκλήματος σε συνδυασμό με τη χρήση των νέων τεχνολογιών[54] αναγγέλλει την άφιξη αυτού που αποκαλεί η Delmas-Marty μιας «κοινωνίας διαρκούς επίβλεψης» (: société du regard permanent)[55].

Ε. Ποια η σχέση της τεχνολογίας με την Αντεγκληματική πολιτική;

Η τεχνολογία όπως και το έγκλημα τρέχουν πιο γρήγορα από το Δίκαιο που αντιδρά πάντα δεύτερο. Πέρα από τη γενικά γνωστή συμβολή των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας στην εξάπλωση του εγκλήματος[56] για την αντιμετώπιση του οποίου υπάρχουν αποσπασματικές ρυθμίσεις μόνο σε περιφερειακό επίπεδο (νομοθεσία Ε.Ε. και Σύμβαση της Βουδαπέστης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το κυβερνοοέγκλημα), για τις υπόλοιπες τεχνολογίες ελάχιστα είναι γνωστά και ακόμη πιο ελάχιστα έχουν αποτελέσει αντικείμενο ρύθμισης από πλευράς διεθνούς δικαίου.

Το πρόβλημα είναι ότι όπως εξελίσσεται γρήγορα η τεχνολογία, έχει φτάσει να προσβάλλει πια ταυτόχρονα τις προσλαμβάνουσες για το ίδιο το ανθρώπινο είδος[57] και τα όρια δράσης επί του ανθρώπου (βιοτεχνολογία), αλλά και τις προσλαμβάνουσες για την κοινωνία μέσω των νέων δυνατοτήτων που αυτή προσφέρει[58]. Η βιοηθική[59], η βιοτεχνολογία και η νανοτεχνολογία χρειάζονται άμεσα κοινή νομική ρύθμιση σε παγκόσμιο επίπεδο, γιατί έχουν ανοίξει τα όρια μεταξύ του ανθρώπου και του πράγματος σε σημείο που έχουν ήδη θέσει σε αμφισβήτηση τη διάκριση αυτή.

Το φάντασμα της ευγονικής είναι ήδη εδώ και όχι μόνο μέσω της πρόγνωσης (προγεννητικής) ασθενειών ή ανωμαλιών, αλλά και της επιλογής των χαρακτηριστικών του εμβρύου (προεμφύτευση με έμβρυο που έχει παραχθεί in vitro), και ακόμη μέσω της υποχρεωτικής στείρωσης εγκληματιών.

Στις ΗΠΑ[60] τους βιαστές και παιδόφιλους τους εξουδετερώνουν με χημικό τρόπο καθιστώντας τους ανίκανους (είτε με ένεση, που μειώνει το επίπεδο της τεστοστερόνης στο αίμα σε προεφηβικά επίπεδα, είτε με εγχείριση). Οι δράστες καθίστανται αβλαβείς για βιασμό ενώ υποτίθεται ότι δεν γίνονται ανίκανοι προς τεκνοποιία[61]. Η Καλιφόρνια, η Georgia, η Louisiana, η Montana και το Wisconsin εφαρμόζουν αυτό το μέτρο υποχρεωτικά σε δράστες που καταδικάζονται για σεξουαλικά εγκλήματα κατά ανηλίκων.

Ο Χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε. απαγορεύει την θετική ευγονική (άρθ.3 παρ.2). Συγκεκριμένα ο Χάρτης περιλαμβάνει την απαγόρευση των ευγονικών πρακτικών, ιδίως όσων αποσκοπούν στην επιλογή των προσώπων, την απαγόρευση της μετατροπής του ανθρωπίνου σώματος και αυτών των ιδίων των μερών του σε πηγή κέρδους και την απαγόρευση της αναπαραγωγικής κλωνοποίησης των ανθρωπίνων όντων. Τι γίνεται όμως με την αντιγραφή δεδομένων εγκεφάλου[62], αλλά και άλλες επεμβάσεις που υποτίθεται ότι γίνονται για θεραπευτικούς σκοπούς; Σε ορισμένες χώρες έχουν ήδη ρυθμιστεί αυτά τα θέματα που, τους περισσότερους από εμάς, μας πιάνουν αδιάβαστους και απροετοίμαστους νομικά.

Ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα αποτελεί το ότι η μελλοντική αγορά του ανθρώπινου γονιδιώματος ενέχει τον κίνδυνο να σβήσει τα όρια μεταξύ θεραπευτικών παρεμβάσεων και αυτών με σκοπό τη βελτίωση του ανθρώπινου είδους που συμβολίζεται με το πρόσημο: (h+) με στόχο την υπερανθρωποποίηση[63] (super-human), που όμως δεν κατατείνει στην ηθική ανύψωση του ανθρώπου, αλλά μόνο στο να καταστήσει τον άνθρωπο αδιαπέραστο από πόνο, ασθένεια και γηρατειά, ακριβώς όπως αντίστοιχα τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα[64] καθίστανται απρόσβλητα και παρατείνεται η διάρκειά τους. Ήδη το 2009 μια μελέτη στις ΗΠΑ[65] συστήνει την «πατεντοποίηση» του ανθρωπίνου είδους! Ίσως, βέβαια, κάτι τέτοιο να καθίσταται αναγκαίο πλέον ενόψει της κατασκευής αυτόνομων ρομπότ που κινδυνεύουν να περνάνε για ανθρώπινα όντα (truly ethical)[66]. Τέτοια ρομπότ έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για θεραπευτικούς, αλλά και για στρατιωτικούς σκοπούς. Η δεύτερη χρήση τους δημιουργεί σοβαρές σκέψεις, ιδίως όταν έχουμε απώλειες ανθρώπινων ζωών (το 2007 ένα ρομπότ σκότωσε δικούς του στρατιώτες στο Ιράκ). Στην περίπτωση αυτή, πολλά ερωτήματα εγείρονται σχετικά με την απόδοση ευθυνών. Οσονούπω αναγγέλλεται και η γενικευμένη χρήση τέτοιων ρομπότ στην αστυνόμευση και δίωξη του εγκλήματος (δηλ. χρήση τόσο για πόλεμο, όσο και για ειρήνη).

Απ’ όλα τα παραπάνω δεν έχουμε να παρατηρήσουμε παρά ένα νομικό χάος[67]. Η παγκοσμιοποίηση καταστρέφει τη συνοχή του εθνικού δικαίου, ενώ η αποσπασματοποίηση της προστασίας των δικαιωμάτων εμποδίζει την παγκόσμια συνοχή: τεχνολογικές αμφισημίες, αντιθέσεις αγορών, ασυμφωνίες στην προστασία των εννόμων αγαθών δεν συμβάλλουν σ’ αυτή τη συνοχή. Είναι λοιπόν απαραίτητο όσο και επείγον να βρεθεί ένα νέο εργαλείο συνοχής.

ΣΤ. Υπάρχει δυνατότητα ανάταξης της Αντεγκληματικής πολιτικής ή η ολίσθηση είναι μη αναστρέψιμη;

Απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, οι προσπάθειες για την οικουμενοποίηση του δικαίου έχουν ήδη αρχίσει. Εγκλήματα με χαρακτήρα οικουμενικό αναγνωρίστηκαν ήδη από τη δίκη της Νυρεμβέργης (τα εγκλήματα «κατά της ανθρωπότητας») με θύμα όλη την ανθρωπότητα. Διαπιστώνουμε ότι η ανθρωπότητα γίνεται κάτοχος μιας οικουμενικής κληρονομιάς που περιλαμβάνει τα μνημεία, τη φύση, τη Σελήνη και τα λοιπά ουράνια σώματα, αλλά και την πολυμορφία των πολιτιστικών εκφράσεων (Σύμβαση UNESCO, 2005), φθάνοντας μέχρι να συμπεριλάβει και το ανθρώπινο γονιδίωμα (άρθ.1 Διακήρυξης της UNESCO, 11 Νοεμβρίου 1997)[68].

Στην οικουμενοποίηση του δικαίου συμβάλλουν και οι υπερεθνικοί δικαστές (ΔΠΔ, ΕΔΔΑ, ΔΕΚ, κ.λπ.) που προσπαθούν να εξισορροπήσουν τις αντιφάσεις οικονομίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όμως κάτι τέτοιο μπορούν να το πράξουν μόνο κατά περίπτωση.

Η δημιουργία του Διεθνούς ποινικού δικαστηρίου (ΔΠΔ) ήταν από τις καλύτερες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, γιατί συνδυάζει την παγκοσμιοποίηση με τον ανθρωπισμό. Στο προοίμιο της ιδρυτικής Συνθήκης της Ρώμης του 1998 αναφέρεται: «Τα πιο σοβαρά εγκλήματα που αγγίζουν το σύνολο της διεθνούς κοινότητας δεν θα μείνουν ατιμώρητα». Το άρθ. 5 ορίζει ως τέτοια τα εγκλήματα της γενοκτονίας, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου. Μάλιστα στα εγκλήματα πολέμου περιλαμβάνεται για πρώτη φορά και η σοβαρή καταστροφή του περιβάλλοντος (άρθ. 8 παρ. 2 εδ. b.iv), αν και περιορίζεται η ευθύνη στις «προδήλως υπερβολικές βλάβες σε σχέση με το αναμενόμενο συγκεκριμένο και άμεσο στρατιωτικό πλεονέκτημα (αποτέλεσμα)». Αναγνωρίζεται μάλιστα ότι υπάρχουν αξίες οικουμενικές των οποίων η προσβολή αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα και καλεί την παρέμβαση μιας ποινικής δικαιοσύνης βασισμένης σε ένα οικουμενικό μοντέλο[69].

Ο σκοπός είναι πράγματι φιλόδοξος γιατί δεν πρόκειται μόνο για καταστολή δηλ. για την τιμωρία των εγκλημάτων, αλλά και για την πρόληψη. Για πρώτη φορά τα κράτη θέλησαν να δημιουργήσουν ένα σύστημα δικαιοσύνης που θα μπορούσε να σταματήσει ή να προλάβει τη βία, αντί ενός συστήματος ad hoc, όπως στο παρελθόν, που παρέμβαινε a posteriori. Δυστυχώς όμως, το ΔΠΔ δεν έχει αρμοδιότητα επί των εγκλημάτων των πολυεθνικών εταιρειών[70]. Το καταστατικό του ΔΠΔ δεν του δίνει δικαιοδοσία για τα «εγκλήματα της αγοράς»[71] που συνεχίζουν να διαφεύγουν ακόμη κι αν πρόκειται για σοβαρότατα εγκλήματα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η καθυστέρηση της οικουμενοποίησης του δικαίου, είναι εμφανής, αφού ευνοεί την ατιμωρησία των ισχυρών οικονομικών φορέων. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να επιτευχθεί αυτή η οικουμενοποίηση όταν βασίζεται μόνο σε αρχές του δυτικού δικαίου. Η ιδρυτική Συνθήκη του ΔΠΔ αναφέρει (επικουρικά) ως σκοπό του την εφαρμογή των γενικών αρχών του Δικαίου με βάση τα εθνικά δίκαια από διαφορετικά νομικά συστήματα του κόσμου. Ωστόσο, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αναφέρει τις γενικές αρχές τις αναγνωρισμένες από τα «πολιτισμένα κράτη». Ποιος, όμως, θα το κρίνει αυτό; Οι δικαστές περιορίζονται μόνο στη σύγκριση του αγγλοσαξωνικού με το γερμανορωμαϊκό δίκαιο, δηλ. το δίκαιο των θεωρούμενων «πολιτισμένων» κρατών.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Απώτερος στόχος της Αντεγκληματικής πολιτικής είναι όχι μόνο να εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα του νομικού κανόνα, αλλά να κάνει επίσης την παρέμβαση του νόμου σε διάφορους τομείς της ζωής πιο δίκαιη. Ωστόσο, η Αντεγκληματική πολιτική σήμερα, περισσότερο από ποτέ, φαίνεται να βασίζεται λιγότερο στο Δίκαιο και περισσότερο στην πολιτική και ως τέτοια φυσικά επηρεάζεται από πολιτικές αποφάσεις. Αν υποθέσει κανείς ότι σήμερα οι αποφάσεις λαμβάνονται από υπερδυνάμεις, οι οποίες δεν είναι μόνο κράτη, αλλά και οικονομικοί κολοσσοί (αρκεί να διαπιστώσει κανείς ότι ο προϋπολογισμός μερικών πολυεθνικών ξεπερνά κατά πολύ τον αντίστοιχο ορισμένων κρατών), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι απαιτούνται πολλές αντιστάσεις από τον νομικό κόσμο για την αποφυγή της πλήρους ολίσθησης του φιλελεύθερου μοντέλου της Αντεγκληματικής πολιτικής και γενικά του Δικαίου σε ένα μη δίκαιο.

Επίσης απαιτείται αφενός η συνειδητοποίηση της ανάγκης για ισότιμη συμπόρευση και μη διαχωρισμό των οικονομικών από τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, αφού όλα μαζί ανήκουν στα δικαιώματα του ανθρώπου και αφετέρου σεβασμός στα δικαιώματα όλων των λαών για να υπάρξει ένα, όχι παγκοσμιοποιημένο, αλλά οικουμενικό δίκαιο.

* Επίκουρη Καθηγήτρια Εγκληματολογίας Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

  1. Για το φιλελεύθερο μοντέλο Αντεγκληματικής πολιτικής, βλ. Mireille DelmasMarty, Πρότυπα και Tάσεις Αντεγκληματικής Πολιτικής (Μτφρ. Χρ. Ζαραφωνίτου), Νομική Βιβλιοθήκη, 2005.
  2. Στην ουσία πρόκειται γι’ αυτό που αποκαλεί η Delmas-Marty «μετάλλαξη στην ίδια την αντίληψη της έννομης τάξης». Βλ. Mireille Delmas-Marty, Etudes juridiques comparatives et internationalisation du droit, Leçons inaugurales du Collège de France, Paris : Fayard, Séries du Collège de France, 2003, σ..14.
  3. Mireille Delmas-Marty, όπ. παρ., σ..10.
  4. W. Twining, “The Implications of ‘Globalisation’ for Law as a Discipline”, in: A. Halpin, V. Roeben (eds.), Theorising the Global Legal Order, Oxford: Hart Publishing, 2009, σ. 39-59.
  5. Ralf Michaels, “Global Legal Pluralism”, Annual Review of Law & Social Science, Vol.5, 2009.
  6. Mireille Delmas-Marty, Résister, Responsabiliser, Anticiper, Paris : Seuil, 2013, σ..7-11.

7. Νέστωρ Κουράκης (επιμ.), Αντεγκληματική πολιτική Ι (1994), ΙΙ (2000), ΙΙΙ (2003), Εκδ. Αντ. Σάκκουλα. Νέστωρ Κουράκης, Στέργιος Αλεξιάδης, Γιάννης Πανούσης, Κείμενα Αντεγκληματικής Πολιτικής, Εκδ. Σάκκουλα Α.Ε., 1993.

  1. Nestor Courakis, Roger Hood, The Changing Face of Crime and Criminal Policy in Europe: Proceedings of a Seminar held in Collaboration with University of Athens Faculty of Law with the support of The Oxford Programme for Hellenic Studies, Oxford: University of Oxford, Centre for Criminological Research, 1999.
  2. Χαρ. Δημόπουλος, Η παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος, Εγκληματολογικά 23, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003, σ.. 45.
  3. Θεόδωρος Παπαθεοδώρου, Δημόσια Ασφάλεια και Αντεγκληματική Πολιτική, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2005, σ.. 122. Σοφία Βιδάλη, Αντεγκληματική Πολιτική, Νομική Βιβλιοθήκη, β’ έκδ., 2014. Γεώργιος Νικολόπουλος, Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως φορέας Αντεγκληματικής Πολιτικής, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008.
  4. Η μεγάλη ανατροπή που συντελέστηκε μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 συνίσταται τόσο στην κατάλυση των χωρικών ορίων της δημόσιας (εσωτερικής) ασφάλειας, όσο και στην ένταξη της διεθνούς κοινότητας σε μία ακαθόριστη, ως προς το εύρος της και τη δυναμική της, αμυντική λογική. Βλ. Ath. Sykiotou, “Terrorism and Human Rights” σε: Cuadernos Constitucionales (Department of Constitutional Law and Political Science of the University of Valencia), Τόμος 62, 2011, σ. 203-232.
  5. Mireille Delmas-Marty, Les forces imaginantes du droit (III), La refondation des pouvoirs, Paris : Seuil, 2007, σ.. 69 επ.
  6. ΦΕΚ Α’ 305/13.12.2005. Τροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α’) και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες διατάξεις. Ο Ν.3424/2005 αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου από τον Ν. 3691/2008 που ενσωμάτωσε την τρίτη Οδηγία για το ξέπλυμα (2005/60/ΕΚ).
  7. FATF, 40 Recommendations, Οκτώβριος 2003, http://www.fatf-gafi.org. Οι συστάσεις της FATF αναθεωρήθηκαν στις 16.2.2012. Βλ. FATF, International Standards on Combating Money Laundering and the Financing of Terrorism & Proliferation. The FATF Recommendations, February 2012, http://www.fatf-gafi.org/ topics/fatfrecommendations/documents/fatf-recommendations.html.
  8. Στεφ. Παύλου, «Το ποινικό δίκαιο και οι αποφάσεις-πλαίσια της Ε.Ε., μια ακόμη επικίνδυνη πύλη εισόδου του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου στο ελληνικό», ΠοινΧρ 2004 (11), σ..961 επ.
  9. Για το ζήτημα αυτό, βλ. Αθ. Συκιώτου, «Η προληπτική χρήση του Διαδικτύου στο όνομα της ασφάλειας και οι παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των προσωπικών δεδομένων», σε: Σύμμεικτα προς τιμή του Καθηγ. Πέτρου Παραρά με τίτλο: Το Δημόσιο Δίκαιο σε Εξέλιξη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2012, σσ.987-1005.
  10. Στεφ. Παύλου, όπ. παρ.
  11. ΕΔΔΑ, απόφαση της 20.12.2004 (αρ. αιτ. 50385/99). Ήδη με την παραπομπή της Ελλάδας είχε δοθεί η αφορμή για την αλλαγή του νόμου.
  12. ΕΔΔΑ, απόφαση της 7.1.2010 (αρ. αιτ. 25965/04). Η παραπάνω απόφαση αποτελεί την πρώτη, στην ουσία, καταδίκη Κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης σε υπόθεση εμπορίας ανθρώπων για έλλειψη μέτρων προστασίας του θύματος, πρόληψης και αποτελεσματικής καταστολής του συγκεκριμένου εγκλήματος. Είναι επίσης η πρώτη φορά που τονίζεται από το Ευρωπαϊκό δικαστήριο η υποχρέωση σε συνεργασία των κρατών, καθώς και η υποχρέωση λήψης άμεσων μέτρων για την εκπαίδευση των αρχών με σκοπό την ορθή και έγκαιρη αναγνώριση των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων. Βλ. Αθ. Συκιώτου, Σχόλιο στην υπόθεση ΕΔΔΑ, Rantsev κατά Κύπρου και Ρωσίας, 7.1.2010, Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου, (3) 2010, σ..656-678.
  13. ΕΔΔΑ, απόφαση AlNashiri κατά Πολωνίας της 24.7.2014 και Husayn Abu Zubaydah κατά Πολωνίας της 24.7.2014. Οι προσφεύγοντες που είχαν συλληφθεί παράνομα ως ύποπτοι τρομοκρατίας, μεταφέρθηκαν σε μυστικές φυλακές στην Πολωνία, όπου ανακρίθηκαν και βασανίστηκαν από αξιωματούχους της CIA, παραμένοντας υπό κράτηση περισσότερο από πέντε χρόνια χωρίς δίκη. Με την απόφαση αυτή το ΕΔΔΑ τόνισε ότι η χρήση δόλιων τεχνασμάτων δεν εναρμονίζεται με το άρθ. 6 της ΕΣΔΑ που εγγυάται τη δίκαιη δίκη, ενώ υπάρχει παραβίαση και του άρθ. 5 παρ.1 εδ. γ΄ και δ΄ της ΕΣΔΑ που απαγορεύει κάθε σύλληψη, η οποία δεν γίνεται σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία.
  14. Ο Ειδικός Επίτροπος του ΟΗΕ τοποθετήθηκε για τον ρόλο των μυστικών φυλακών στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας λέγοντας ότι οι χώρες που απαγορεύουν τα βασανιστήρια γίνονται στην ουσία συνεργοί σε διεθνή εγκλήματα αφού ανέχονται στο έδαφός τους και χορηγούν ασυλίες σε χώρες που επιδίδονται σε αυτά μέσα σε μυστικές φυλακές. Στην Ευρώπη μυστικές φυλακές εντοπίστηκαν σε Γερμανία, Πολωνία, Ρουμανία, ΠΓΔΜ, Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία. Βλ. Joint Study on Global Practices in Relation to Secret Detention, UN, Human Rights Council, A/HRC/13/42, 19.2.2010, http://www2.ohchr.org/english/bodies/hrcouncil/ docs/13session/A-HRC-13-42.pdf. Ήδη από το 2006 η Επιτροπή Βενετίας για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης με γνωμοδότησή της είχε υπογραμμίσει τις νόμιμες υποχρεώσεις των κρατών σε σχέση με τη μεταφορά των κρατουμένων. Βλ. Venice Commission, Opinion on the International Legal Obligations of Council of Europe Member States in Respect of Secret Detention Facilities and Inter-state Transport of Prisoners, Opinion no. 363 / 2005, 17-18.3.2006, CDL-AD(2006)009.
  15. Στη Μ. Βρετανία από το 2000 που υιοθετήθηκε το Human Rights Act, η ΕΣΔΑ έγινε άμεσης εφαρμογής ακόμη και σε τομείς πολιτικούς π.χ. το 2004 η Βουλή των Λόρδων ακύρωσε την Terrorist Act (Νοεμβ.2001) ερμηνεύοντας το άρθ.6 της ΕΣΔΑ για τη δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας. Βέβαια, ύστερα από λίγο δύο νέοι νόμοι περιόρισαν τις συνέπειες της νομολογίας.
  16. Mireille Delmas-Marty, Les forces imaginantes du droit (III), La refondation des pouvoirs, όπ. παρ., σ..126 επ.
  17. Όπ. παρ., σ..67.
  18. Το European Foundation Centre κάλεσε όλες τις ΜΚΟ να εντοπίσουν ασάφειες στις τελευταίες συστάσεις της FATF για την πρόληψη χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Βλ. Σχετικά, European Foundation Centre, http://www.efc.be/news_ events/Pages/NGOs-invited-to-raise-voice-about-Financial-Action-Task-Force-(FATF)-paper-to-prevent-terrorist-financing-through-non-profi.aspx
  19. Βλ. παραπάνω τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ για τις μυστικές φυλακές.
  20. Ath. Sykiotou, Les équilibres fragiles de politique criminelle, υπό έκδοση.
  21. Αθ. Συκιώτου, «Η προληπτική χρήση του Διαδικτύου στο όνομα της ασφάλειας και οι παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των προσωπικών δεδομένων», σε: Σύμμεικτα προς τιμή του Καθηγ. Πέτρου Παραρά με τίτλο Το Δημόσιο Δίκαιο σε Εξέλιξη, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2012, σ..987-1005.
  22. Το Άρθρο 23 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) προβλέπει:

«1. Καθένας έχει το δικαίωμα να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το επάγγελμά του, να έχει δίκαιες και ικανοποιητικές συνθήκες εργασίας και να προστατεύεται από την ανεργία.

  1. Όλοι, χωρίς καμία διάκριση, έχουν το δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίση εργασία.
  2. Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα δίκαιης και ικανοποιητικής αμοιβής, που να εξασφαλίζει σε αυτόν και την οικογένειά του συνθήκες ζωής άξιες στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αμοιβή της εργασίας, αν υπάρχει, πρέπει να συμπληρώνεται με άλλα μέσα κοινωνικής προστασίας.
  3. Καθένας έχει το δικαίωμα να ιδρύει μαζί με άλλους συνδικάτα και να συμμετέχει σε συνδικάτα για την προάσπιση των συμφερόντων του.»
  4. Το Άρθρο 15 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ (2010): «Ελευθερία του επαγγέλματος και δικαίωμα προς εργασία:
  5. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να εργάζεται και να ασκεί το επάγγελμα, το οποίο επιλέγει ή αποδέχεται ελεύθερα.
  6. Κάθε πολίτης της Ένωσης είναι ελεύθερος να αναζητά απασχόληση, να εργάζεται, να εγκαθίσταται ή να παρέχει υπηρεσίες σε κάθε κράτος μέλος.
  7. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που έχουν άδεια να εργάζονται στο έδαφος των κρατών μελών δικαιούνται συνθηκών εργασίας αντίστοιχων με εκείνες που απολαύουν οι πολίτες της Ένωσης.».
  8. Άρθρο 21 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε.: «Απαγόρευση διακρίσεων.
  9. Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.».

Άρθρο 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: «Κάθε άνθρωπος δικαιούται να επικαλείται όλα τα δικαιώματα και όλες τις ελευθερίες που προκηρύσσει η παρούσα Διακήρυξη, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, ειδικότερα ως προς τη φυλή, το χρώμα, το φύλο, τη γλώσσα, τις θρησκείες, τις πολιτικές ή οποιεσδήποτε άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή, την περιουσία, τη γέννηση ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση. Δεν θα μπορεί ακόμα να γίνεται καμία διάκριση εξαιτίας του πολιτικού, νομικού ή διεθνούς καθεστώτος της χώρας από την οποία προέρχεται κανείς, είτε πρόκειται για χώρα ή εδαφική περιοχή ανεξάρτητη, υπό κηδεμονία ή υπεξουσία, ή που βρίσκεται υπό οποιονδήποτε άλλον περιορισμό κυριαρχίας.».

  1. Όπως αποτυπώνονται στα μοντέλα που δημιούργησε η Mireille DelmasMarty, Πρότυπα και τάσεις Αντεγκληματικής πολιτικής, όπ. παρ.
  2. Αρκεί να δει κανείς τη φύση των υποθέσεων που έχουν απασχολήσει το διεθνές κέντρο διαιτησίας ICSID (: International Centre for Settlement of Investment Disputes) για την επίλυση των διαφορών από επενδύσεις μεταξύ αφενός κρατών και αφετέρου υπηκόων άλλων κρατών. Η αναμέτρηση δυνάμεων είναι εντελώς ασύμμετρη, όταν ιδιώτες καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με κράτη, τα περισσότερα από τα οποία είναι υπερδυνάμεις που κάνουν επενδύσεις σε χώρες υπό ανάπτυξη. Το ICSID δημιουργήθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα. Πολλές χώρες, όπως η Βολιβία, η Βενεζουέλα και η Νικαράγουα, πιστεύουν ότι το ICSID δεν είναι αμερόληπτος διαιτητής και ότι δεν θα πρέπει να είναι σε θέση να κρίνει για όσο διάστημα εξαρτάται από την Παγκόσμια Τράπεζα. Βλ. Mark Weisbrot, “ICSID in line of sight: Τhe Bolivia, the Venezuela and the Nicaragua slam the door”, Center for Economic and Policy Research, 2007.
  3. Αθ. Συκιώτου, «Η προληπτική χρήση του Διαδικτύου», όπ. παρ.

35. Η ρητορική του “δημόσιου κινδύνου”, διαμορφώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1920, την οποία προασπίστηκε ο J. Edgar Hoover, αρχηγός του νεοϊδρυθέντος το 1929 Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών (FBI). James Dawson, “Public Danger”, Cardozo Law Review, April 2015.

  1. Νέστωρ Κουράκης, Για να νιώθουμε ασφαλείς μέσα σε μία κοινωνία ενεργών πολιτών, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006. Του ιδίου, «Το δικαίωμα του πολίτη στην ασφάλειά του», Συνήγορος, Ιαν.-Φεβρ. 2000, σ..23-25 και ηλεκτρονικά στο: Νοιώθω ασφαλής, 2006: http://niotho-asfalis.gr/na/meletes10.pdf. Του ιδίου, «Ασφάλεια και ελευθερία. Τα μεταξύ τους στατικά και δυναμικά όρια, σε: Τιμητικός τόμος Κων. Δ. Κεραμέως, Τ. ΙΙ, 2011, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, σ..657. Χριστίνα Ζαραφωνίτου, Ο φόβος του εγκλήματος / Fear of crime, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας, Σειρά: Μελέτες Ευρωπαϊκής Νομικής Επιστήμης, αρ. 3, 2002.
  2. Μετά την τρομοκρατική επίθεση στο περιοδικό που είχε δημοσιεύσει γελοιογραφία του Μωάμεθ, 4 εκατομμύρια Γάλλοι διαδήλωσαν ως ένδειξη υποστήριξης με τη φράση “Je suis Charlie”. Βλ. Emmanuel Todd, Qui est Charlie? Sociologie d’une crise religieuse, Paris: Seuil, 2015. Ο συγγραφέας καθορίζει το προφίλ και τα κίνητρα των διαδηλωτών μέσα από την κοινωνική και γεωγραφική προέλευσή τους. Ο συγγραφέας σκιαγραφώντας το προφίλ του μέσου διαδηλωτή ως αυτού που ανήκει στην αστική τάξη των μεγάλων πόλεων και διαπνέεται από ένα κρυφοκαθολικισμό αν και ανήκει κυρίως στην αριστερά, θεωρεί τη διαδήλωση «συλλογική υστερία», που με πρόσχημα την ελευθερία της έκφρασης και την εναντίωση στον θρησκευτικό φανατισμό, έκρυβε ένα άλλο πιο έμμεσο κίνητρο: την ισλαμοφοβία. Η διαδήλωση κατά τον συγγραφέα ευνόησε περισσότερο τις θέσεις της άκρας Δεξιάς. Οι θέσεις του συγγραφέα δέχθηκαν κριτική. Βλ. Εφημερίδα Le Monde, 7.5.2015 και Libération 3.5.2015.
  3. Αντί άλλων: Χαρ. Δημόπουλος, Παγκοσμιοποίηση και τρομοκρατία, Εκδ. νομική Βιβλιοθήκη, 2006.
  4. Τον Δεκέμβριο 2014 τρία περιστατικά στη Γαλλία ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν αυτή τη νέα έννοια: α) Jouè-les-Tours (3 αστυνομικοί τραυματίες), Ντιζόν (11 τραυματίες), Ναντ (13 τραυματίες).
  5. Arthur A. Jones, Robin Wiseman, “Policing and Terrorism: The French (DIS) connection and the Lessons for America”, International Human Rights Law and Policy, March 2006, http://www.lacp.org/Articles%20-%20Expert%20-%20Our %20Opinion/060321-TheFrench(DIS)connection-AJ.htm
  6. Κι ακόμη μια διεύρυνση των ορίων της κάθε κύρωσης· διεύρυνση που ξεκίνησε ήδη στη δεκαετία του 1980 με τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την έννοια «της κατηγορίας ποινικής φύσεως» (: matière pénale), που έφτασε να συμπεριλάβει στην έννοια αυτή κάθε κύρωση με κατασταλτικό χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι αυτή μπορεί ν’ ανήκε σε έναν τομέα εκτός του ποινικού. Βλ. Ath. Sykiotou, Le mouvement de dépénalisation en France et en Grèce: L’alternative administrative, Sakkoulas – Bryulant, 1997, σ..361 επ.
  7. 42. Mireille Delmas-Marty, Libertés et sûreté dans un monde dangereux, Paris : Seuil, σ. 25 επ.
  8. Ath. Sykiotou, “Récidive: Soigner ou punir? Les dilemmes de la sûreté”, σε: Essais de Philosophie Pénale et de Criminologie, numéro spécial : Incriminer et protéger, Institut de Criminologie de Paris, Editions Dalloz, 2014, Vol.11, σ.. 53-82.
  9. David Garland, “The Rise of Risk”, στο: R. Ericson (ed.), Risk and Morality, Toronto: University of Toronto Press, 2003, σ. 48-86.
  10. Η αναλογιστική μέθοδος αποτίμησης του κινδύνου (actuarialism) εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τη θεωρία του Ernest Burgess στη δεκαετία του 1930 ως εργαλείο στην πρόγνωση της εγκληματικότητας. Τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε στις ΗΠΑ ως μέθοδος για τη μέτρηση της επικινδυνότητας βίαιων εγκλημάτων με κλίμακα διακινδύνευσης βάσει ορισμένων χαρακτηριστικών του ατόμου (actuarial risk assessment tool) π.χ. στη χρήση ναρκωτικών. Βλ. Bernard Harcourt, Against Prediction: Profiling, Policing, and Punishing in an Actuarial Age, Chicago: University of Chicago Press, 2007.
  11. Η νέα αυτή τάση πήρε μορφή στη Ν Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του ’90 φτάνοντας σταδιακά: από τον συντηρητικό Banfield στα μέσα της δεκαετίας του ’70 στον νεο-συντηρητικό Wilson, σε συνεργασία με τον Herristein (: “Crime and Human Nature”) και στη διάσημη θεωρία των James Wilson και Georges Kelling (: 1982, “Broken Windows. The Police & Neighbourhood Safety”) στη δεκαετία του ’80 που συνδέθηκε με την πολιτική της μηδενικής ανοχής. Βλ. Τόνια Τζαννετάκη, Ο νεοσυντηρητισμός και η πολιτική της μηδενικής ανοχής. Μια κριτική θεώρηση των θέσεων του James Q. Wilson, Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006.
  12. Κατά τη σύλληψη του Lombroso, που ήθελε τους εγκληματίες βιολογικά ανώμαλες προσωπικότητες, μόνες αυτές ικανές να διαπράξουν έγκλημα, σε αντίθεση με τους «τίμιους ανθρώπους».
  13. To πρόγραμμα αυτό δημιουργήθηκε το 1998 και σταμάτησε το 2004 για να αντικατασταθεί από το Secure Flight List το 2009-2010 και στη συνέχεια από το No Fly List που το 2013 περιείχε ήδη 47.000 ονόματα «επικίνδυνων» επιβατών. To πρόγραμμα προβαίνει σε αξιολόγηση όλων των επιβατών, πριν από την επιβίβασή τους σε αεροπλάνο, δημιουργώντας ένα προφίλ με βάση τα στοιχεία που διαθέτει και καταλήγοντας στο ενδεχόμενο αυτοί να είναι ή όχι τρομοκράτες. Το ποιος θα καθόριζε βέβαια τα στοιχεία που έπρεπε να περιέχει το πρόγραμμα για να καταλήξει στο καθορισμένο προφίλ τρομοκράτη είναι ένα εύλογο ερώτημα… Υποτίθεται ότι οι ΗΠΑ ανέλαβαν την υποχρέωση να απομονώνουν με ειδικό αυτοματοποιημένο φίλτρο τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα με τη γενική ωστόσο επιφύλαξη να μη δεσμεύονται να τα χρησιμοποιούν ή να τα διαδίδουν στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας ή λόγω των απαιτήσεων που προβλέπονται από τον νόμο των ΗΠΑ! Βλ. Αθ. Συκιώτου, Το Διαδίκτυο ως σύγχρονο όχημα θυματοποίησης, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2009, σ..172 επ.
  14. Το 2009 η λίστα αυτή περιείχε ήδη ένα εκατομμύριο ονόματα ύποπτων για τρομοκρατικές ενέργειες. Τέτοιες λίστες υπάρχουν και εκτός ΗΠΑ, όπως στον Καναδά.
  15. Οι Wilson και Kelling επιχειρούν να εξάρουν τη σημασία της ευταξίας υπογραμμίζοντας ότι η λύση βρίσκεται στην αύξηση των πεζών περιπολιών και αναφέρονται στο πρόγραμμα «Safe & Clean Neighbourhoods Program», που εφαρμόστηκε το 1970 στο N. Jersey με στόχο τη μείωση της εγκληματικότητας. Οι Wilson και Kelling θεωρούν ότι η ανασφάλεια των πολιτών σε μια συνοικία αποτελεί την κύρια αιτία για την εγκατάλειψη της συνοικίας και τον αφανισμό της. Τη σκέψη του Wilson επηρέασε ο Banfield (1974) με τη θεωρία που συνδέει το έγκλημα με την αταξία (disorder), εντοπίζοντας το κομβικό σημείο της σύνδεσης στην έννοια του «ατόμου χαμηλής τάξης» (: lower-class individual). Για τον Banfield οι εγκαταλελειμμένες από τους ευκατάστατους κατοίκους συνοικίες παρακμάζουν και σ’ αυτές έρχονται άτομα με χαμηλά εισοδήματα. Έτσι, τα κτήρια μένουν αφρόντιστα, με σπασμένα τζάμια (: broken windows), κλπ. Η εγκατάλειψη και αδιαφορία αποτελούν αιτιώδη συνθήκη για την αύξηση της εγκληματικότητας των σύγχρονων πόλεων, αναζητώντας αιτίες με οικονομικοκοινωνικά κριτήρια. Το χαμηλής τάξης άτομο είναι προσανατολισμένο στο παρόν ζώντας ανεύθυνα, αντίθετα με το ανώτερης τάξης που είναι προς το μέλλον. Το άτομο χαμηλής τάξης το παρουσιάζει ανειδίκευτο, ότι αλλάζει συχνά δουλειές, ή είναι άνεργος, επιθετικός και βίαιος, ανεύθυνος οικογενειάρχης ή ανύπαντρος και αδιάφορος για τα σεξουαλικά ήθη και ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου ή ελάχιστα να επιδιορθώσει την κατοικία του. Του αποδίδει πλήρη ευθύνη για τη ζωή του και την οικονομική του κατάσταση. Το άτομο χαμηλής τάξης αντιστοιχεί στον «ενοχλητικό», «κοινωνικά απείθαρχο» των Wilson και Kelling, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον όρο “order”, αλλά εννοούν “class”.
  16. Mireille Delmas-Marty, Pour un droit commun, Paris: Seuil, 1994, σ..233. Της ιδίας, Τρεις προκλήσεις για ένα παγκόσμιο δίκαιο, Νομ. Βιβλιοθήκη, Σειρά Ποιν. Δικαιοσύνης (2)2000.
  17. Mireille DelmasMarty, Résister, Responsabiliser, Anticiper, όπ. παρ., σ..38.
  18. http://doingbusiness.org/
  19. Chr. Akrivopoulou, N. Garipidis, Human Rights and Risks in the Digital Era: Globalization and the Effects of Information Technologies, Information Science Reference, 2012.
  20. Mireille Delmas-Marty, Modèles et mouvements de politique criminelle, Εd. Economica, 1983, σ..151 επ.
  21. Βλ. Αθ. Συκιώτου, Το Διαδίκτυο ως σύγχρονο όχημα θυματοποίησης, όπ. παρ., σ..15 επ.
  22. Μ. Κρανιδιώτη (Επιμ.), Νέες τεχνολογίες και ανθρώπινα δικαιώματα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2008.
  23. Mireille Delmas-Marty, Résister, Responsabiliser, Anticiper, σ. 82.
  24. Διονύσιος Σπινέλλης, «Η βιοηθική από τη σκοπιά του δικαίου», στον τιμητικό τόμο Καλλιόπης Σπινέλλη, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2010, σ..1183 επ.
  25. California, Florida, Georgia, Louisiana, Montana, Oregon, Texas, and Wisconsin. Στην Καλιφόρνια ψηφίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1996, ο νόμος για τους σεξουαλικά βίαιους δράστες (Sexually Violent Predators (SVP) Act)/ στη Φλόριδα ο νόμος της 1ης Οκτωβρίου 1997 έθεσε την επιλογή στον δράστη. Βλ. Larry Helm Spalding, “Florida’s 1997 Chemical Castration Law: A Return to the Dark Ages”, Florida State University Law Review, 1998: http://www.law.fsuedu/ journals/ lawreview/frames/252/spalfram.html. Στη Γερμανία η εξουδετέρωση τίθεται ως επιλογή στον δράστη. Υποστηρίζεται ότι δεν πρόκειται να ψηφιστεί υποχρεωτικός ευνουχισμός.
  26. http://www.csun.edu/~psy453/crimes_y.htm
  27. Γαλλικός νόμος n° 2011-814 της 7.7.2011 σχετικά με τη βιοηθική. Ρητά αναφέρεται ότι ο χρήση δεδομένων του ανθρώπινου εγκεφάλου γίνεται μόνο για ιατρικούς σκοπούς και στο πλαίσιο δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και μόνο με τη γραπτή συναίνεση του ατόμου.
  28. Mireille Delmas-Marty, Résister, Responsabiliser, Anticiper, όπ. παρ., σ..96. Tης ιδίας, “Hominisation et humanisation”, Collège de France, Conférence au  Colloque: “Darwin a deux cents ans”, La lettre du Collège de France, no 27, Décembre 2009, http://lettre-cdf.revues.org/99.
  29. Σήμερα κυκλοφορούν ελεύθερα στην Ε.Ε. 49 γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα για ανθρώπους και ζώα. Ο κατάλογος των επιτρεπόμενων γενετικά τροποποιημένων φυτών και το ακριβές πεδίο εφαρμογής της άδειας λειτουργίας τους είναι διαθέσιμα στο μητρώο της Ε.Ε. «Γενετικά Τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές»: http://ec.europa.eu/food/dyna/gm_register/index_en.cfm
  30. 65. F. Allhoff, P. Lin, J. Moor, J. Werckert, Ethics and Human Enhancement. 25 Questions and Answers, US National Science Foundation, 31.8.2010.
  31. Peter M. Asaro, “What Should We Want From a Robot Ethic?”, International Review of Information Ethics, Vol. 6, 12/2006, http://www.i-r-i-e.net/inhalt/ 006/006_Asaro.pdf./ Patrick Lin, George Bekey, Keith Abney, Autonomous Military Robotics: Risk, Ethics, and Design, California Polytechnic State University, San Luis Obispo, 2008, http://digitalcommons.calpoly.edu/cgi/ viewcontent.cgi?article= 1001&context=phil_fac.

Ronald C. Arkin, Moral Emotions for Robots, Mobile Robot Laboratory, Georgia Institute of Technology, 2013, http://www.cc.gatech.edu/ai/robot-lab/online-publications/moral-final2.pdf

  1. Mireille Delmas-Marty, Résister, Responsabiliser, Anticiper, όπ. παρ., σ. 97.
  2. http://portal.unesco.org/en/ev.php-URL_ID=13177&URL_DO=DO_TOPIC& URL_SECTION=201.html
  3. Mireille Delmas-Marty, Les forces imaginantes du droit (II), Le pluralisme ordonné, Paris : Seuil, 2006, σ..177 επ.
  4. Mireille Delmas-Marty, Résister, Responsabiliser, Anticiper, όπ. παρ., σ..76.
  5. Νέστωρ Κουράκης, Τα οικονομικά εγκλήματα, Τόμοι Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2007.