Ποινή και εναλλακτικοί τρόποι έκτισής της. Μια κριτική επισκόπηση

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ

 Ποινή και εναλλακτικοί τρόποι έκτισής της. Μια κριτική επισκόπηση

Νικολαος Γ. Δημητρατος*

 

Η ποινή στην κλασική, διαχρονική θεωρία του ποινικού συστήματος εννοείται ως εκδήλωση ιδιαίτερης αποδοκιμασίας κατά του δράστη ορισμένου εγκλήματος, με την οποία σκοπείται υπό της εννόμου τάξεως όπως αυτή γίνει αισθητή στον τελευταίο ως «κακό», ως δεινό, ως ατιμωτική κύρωση[1]. Παρά το γεγονός ότι στις σύγχρονες φιλελεύθερες κοινωνίες η πρόβλεψη του συστήματος ποινών, κυρίων και παρεπομένων, τελεί υπό την δικαιοπολιτική εγγύηση βασικών αρχών του κράτος δικαίου, όπως είναι οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογίας, αλλά και η εξισορροπητική λειτουργία της ενοχής[2], τα τελευταία χρόνια η αποτελεσματικότητα και η σημασία των βασικών μορφών ποινής και πρωτευόντως δε της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μαζί με τους επιμέρους σκοπούς και κατευθύνσεις της κλασικής περί ποινής θεωρίας τίθενται πλέον εν αμφιβόλω. Έτσι, αντί της κλασσικής κατά της ελευθερίας ποινής, κυριαρχούν πλέον σύγχρονες τάσεις, διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, για καθιέρωση εναλλακτικών ποινών, με γνώμονα συχνά μια διαφορετική δικαιολογητική βάση. Ήδη, κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια εμφανής ποσοτική υποχώρηση «της ποινής κατά της ελευθερίας τόσο στο επίπεδο των επιβαλλομένων ποινών όσο και στο επίπεδο των εκτιομένων ποινών»[3], με παράλληλη αύξηση των επιβαλλομένων χρηματικών ποινών, είτε απ’ ευθείας είτε κατά μετατροπή, καθώς και των χορηγουμένων υφ’ όρον αναστολών εκτέλεσης των επιβαλλομένων ποινών, βοηθούσης εδώ και της νομοθετικής τάσης για αύξηση των ορίων των αναστελλομένων ποινών.

Την τάση αυτή έχει ενισχύσει ιδίως η διάψευση των ιδεαλιστικών προσδοκιών περί αποτελεσματικού σωφρονισμού, μέσω της ποινής κατά της ελευθερίας, καθώς και όλα τα συναφή μειονεκτήματα που παρουσιάζει η εκτέλεση της ποινής αυτής: κοινωνική περιθωριοποίηση του κρατουμένου, διάλυση της οικογενειακής και επαγγελματικής του ζωής, έκθεσή του σε αντικοινωνικές έξεις μέσα στη φυλακή (συγχρωτισμός με το έγκλημα, δεσμωτηριοφιλία, υιοθέτηση αρνητικών αντικοινωνικών προτύπων, ψυχοσωματικά προβλήματα, διάθεση εκδικητικότητας απέναντι στην κοινωνία κ.ά.)[4]. Αποτέλεσμα αυτού είναι η παρατηρούμενη σήμερα διαρκής συρρίκνωση της σημασίας της κλασσικής ποινής κατά της ελευθερίας και η ανάδειξη νέων, εναλλακτικών και προσώρας εμφανιζομένων ως πλέον αποτελεσματικών μορφών εναλλακτικής ποινής.

Ως κυριώτερες δε εναλλακτικές ποινές εμφανίζονται σήμερα η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική, αλλά και ο συναφής θεσμός των ημερησίων προστίμων, η παροχή κοινωφελούς εργασίας, επίσης η ήδη καθιερωμένη αναστολή εκτέλεσης της ποινής, υπό διάφορες εκδοχές, η υφ΄ όρον απόλυση, καθώς, τέλος, και η ποινή της ελεγχόμενης διαβίωσης (ηλεκτρονική επιτήρηση). Η ανωτέρω μάλιστα τάση, περί εφαρμογής εναλλακτικών ποινών, εμφανίζεται διεθνώς σε μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι στην αντίστοιχη ελληνική εμπειρία.

1) Κατά τις ισχύουσες σήμερα διατάξεις των άρθρων 99 επ. ΠΚ και ιδίως μετά τις τροποποιήσεις υπό των οικείων διατάξεων του ν. 3904/2010 και ν. 3994/2011 οι ποινές φυλακίσεως έως και 5 πλέον ετών αναστέλλονται, εφ’ όσον ο καταδικασθείς δεν έχει προηγούμενες καταδίκες, υπερβαίνουσες σωρευτικώς το όριο του ενός έτους, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία, για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, με τις ακόλουθες μάλιστα ειδικότερες διακρίσεις:

α) Οι ποινές φυλάκισης που δεν υπερβαίνουν τα τρία έτη αναστέλλονται κατά κανόνα και χωρίς όρους για ένα έως τρία έτη (άρθρο 99 ΠΚ) και β) Οι ποινές φυλάκισης άνω των τριών και έως πέντε ετών, επίσης αναστέλλονται κατά κανόνα, για τρία έως πέντε έτη, αλλά υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής (άρθρο 100 ΠΚ).[5] Ας σημειωθεί δε ότι ειδική αναστολή εκτελέσεως της ποινής στις περιπτώσεις τοξικομανών δραστών προβλέπεται πλέον υπό τους ειδικότερους όρους του άρθρου 33 παρ. 1α του ν. 4139/2013 περί ναρκωτικών, υποχρεωτικώς και για διάστημα όχι κατώτερο των τριών και όχι ανώτερο των έξι ετών.[6]

Το γενικότερο πνεύμα των περί αναστολής της ποινής διατάξεων εντάσσεται στον ειδικοπροληπτικό σκοπό της αποφυγής εγκλεισμού του δράστη, με όλες τις παράπλευρες αρνητικές συνέπειες αυτού, ειδικότερα δε, κατά την εκτίμηση ότι τυχόν βραχυχρόνιος εγκλεισμός του δράστη μάλλον θα έβλαπτε εδώ παρά θα ωφελούσε την κοινωνική του επανένταξη και ίσως μάλιστα θα οδηγούσε σε εκ νέου εγκληματική συμπεριφορά αυτού.[7] Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι η θεωρητική διαπραγμάτευση του θεσμού της αναστολής τα τελευταία έτη συντελείται όχι τόσο με γνώμονα την ειδική πρόληψη, αλλά κυρίως υπό το κράτος της έντονης συμφόρησης του πληθυσμού των φυλακών στα σωφρονιστικά καταστήματα της ημεδαπής. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι εντός της δεκαετίας 1995-2005 ο αριθμός των κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές σχεδόν διπλασιάστηκε: ενώ το 1995 το ποσοστό των κρατουμένων ήταν 56 ανά 100.000 κατοίκους, το έτος 2005 αυτό ανήρχετο σε 95 κρατούμενους ανά 100.000 κατοίκους[8]. Επίσης, ενώ κατά το έτος 2003 ο συνολικός αριθμός κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές ανήρχετο σε 8.418, ήδη κατά το έτος 2012 το σύνολο των κρατουμένων αριθμούσε 12.479 άτομα.[9] Είναι αμφίβολο ωστόσο, από καθαρώς δικαιοπολιτικής απόψεως, εάν και κατά πόσο οποιαδήποτε πλημμεληματική ποινή, καταγνωσθείσα ακόμη και για κακούργημα, για το οποίο αυτή μειώθηκε κατά τους όρους του άρθρου 83 ΠΚ, είναι πρόσφορη εκ προοιμίου προς αναστολή έως του ορίου των πέντε ετών, για λόγους απλώς και μόνον αποσυμφόρησης των φυλακών[10].

Είναι, τέλος, σημαντικό όπως σημειωθεί ότι οι περισσότερες παρεμβάσεις του νομοθέτη διαχρονικώς, ήτοι από της εισαγωγής του Ποινικού Κώδικα την 1.1.1951 έως σήμερα, ειδικώς δε τα τελευταία χρόνια, αφορά στο Γενικό Μέρος αυτού, ως επί το πλείστον στις ανωτέρω διατάξεις περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής (άρθρα 99-100 ΠΚ), σε αυτές περί μετατροπής της ποινής (άρθρο 82 ΠΚ) και της υφ’ όρον απόλυσης (άρθρο 105 ΠΚ), ούτως ώστε οι αρχικές διατάξεις να έχουν καταστεί πλέον αγνώριστες[11].

2) Εάν στον δράστη εγκλήματος, που δεν έχει τις προς τούτο προϋποθέσεις, δεν παρασχεθεί το ευεργέτημα της αναστολής, κατ’ άρθρα 99 επ. ΠΚ, τότε προβλέπεται η, κατ’ άρθρο 82 ΠΚ, μετατροπή της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής του σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο, μέχρι και του ορίου των πέντε ετών φυλάκισης[12], άρα σε κάθε ανεξαιρέτως ποινή για πλημμέλημα, υπό τους ειδικότερους όρους της οικείας διατάξεως αυτής, πλην αντιθέτου αιτιολογημένης αποφάσεως του δικαστηρίου, υπό τους επιμέρους όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 82 ΠΚ[13].

Η μετατροπή της κατά της ελευθερίας ποινής συνιστά, κατά την κρατούσα άποψη της θεωρίας και της νομολογίας, τρόπο ευνοϊκής έκτισης της ποινής και όχι αυτοτελή ποινική κύρωση[14]. Ωστόσο, το γεγονός ότι η δυνατότητα μετατροπής προεβλέπετο αρχικώς για ποινές μόλις έως έξι μηνών (αρχικό κείμενο του άρθρου 82 ΠΚ), ενώ στη συνέχεια το ανώτατο όριο μετατροπής έβαινε διαρκώς αυξανόμενο, με αποκορύφωμα πλέον σήμερα την πρόβλεψη του ορίου των πέντε ετών, σηματοδοτεί, θεωρώ, μια δραματική αλλαγή στον δικαιολογητικό λόγο ύπαρξης και λειτουργίας του θεσμού αυτού. Ενώ, δηλαδή, ο αρχικός ορθός στόχος ήταν η ειδική πρόληψη, κατά την αρχή της εξατομίκευσης της ποινικής μεταχείρισης[15], ήτοι η επιδίωξη μη εκτίσεως βραχυχρονίων στερητικών της ελευθερίας ποινών, προς αποφυγή των όλως δυσμενών συνεπειών του εγκλεισμού για τον κατάδικο πολίτη, σήμερα η ρύθμιση αποτελεί το αποτέλεσμα μια αμφίβολης δικαιοπολιτικής ορθότητας επιλογής του νομοθέτη για, πάση θυσία, μείωση του αριθμού των κρατουμένων και αποσυμφόρηση των υπερπλήρων σωφρονιστικών καταστημάτων της χώρας[16]. Βεβαίως, επιφυλάξεις γεννά σήμερα και η, εν όψει της προβληματικής αυτής, διατύπωση της άποψης για πλήρη εξοβελισμό του θεσμού της μετατροπής από το ποινικό μας σύστημα. Η ταλάντευση του νομοθέτη από τη μία υπερβολή στην άλλη αφαιρεί τη θετική επίδραση της αρχικής ειδικοπροληπτικής στόχευσης του θεσμού, ο οποίος συνιστά μεν ελληνική ιδιαιτερότητα[17], με αρκετές όμως διαχρονικώς συνεφελκόμενες θετικές συνέπειες στην καθημερινή δικαστηριακή πρακτική.

3) Αντιθέτως, ως ιδιαιτέρως θετική εμφανίζεται σήμερα η αυξανόμενη χρήση του θεσμού της κοινωφελούς εργασίας ως μορφής εναλλακτικής έκτισης της ποινής. Στην Ελλάδα, ο θεσμός αυτός, που εισήχθη το πρώτον με τον νόμο 1941/1991, προβλέπεται ήδη στη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 5 ΠΚ. Κατ΄ αυτήν, εάν ο καταδικασθείς δηλώσει ότι δεν θα μπορέσει να καταβάλει εμπροθέσμως το ποσό της μετατροπής, το δικαστήριο μετατρέπει περαιτέρω τη χρηματική ποινή ή το πρόστιμο, εν όλω ή εν μέρει, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εφόσον συμφωνεί ή το ζητήσει εκείνος που καταδικάσθηκε, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη[18]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 6 ΠΚ, ως ισχύει, η κοινωφελής εργασία παρέχεται χωρίς αμοιβή, σε υπηρεσίες του κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα ή σε μη κερδοσκοπικά κοινωφελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου καθώς και άλλα, οριζόμενα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και τυχόν συναρμοδίων Υπουργών, υπό τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω διάταξη. Πρέπει πάντως να εξαρθεί ως ιδιαιτέρως θετική και η αναφορά στην αυτή διάταξη περί προβλέψεως παροχής υπηρεσιών από τον καταδικασθέντα προς τον παθόντα, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του τελευταίου.

Γενικώς, η κοινωφελής εργασία, ως μορφή εναλλακτικής ποινής «εντός της κοινότητας» (community sentence)[19], φαίνεται ότι λειτουργεί εποικοδομητικά προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης «της διαρραγείσης σχέσης μεταξύ του δράστη και της κοινότητας».[20] Μάλιστα, ο θεσμός, παρά κάποιες δυσλειτουργίες στην αρχική εφαρμογή του, λόγω ελλείψεως ικανών υποδομών, παρουσιάζει το αρραγές πλεονέκτημα ότι συνδέει θετικώς και μόνον τον δράστη της αξιόποινης πράξης με την τρωθείσα κοινωνική ολότητα ή τον παθόντα, ενισχύοντας την ενεργή επανένταξη αυτού, αναδεικνύει περαιτέρω τις θετικές, παιδαγωγικές πλευρές του σωφρονιστικού συστήματος, στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου, και ενισχύει το αίσθημα κοινωνικής ευθύνης του καταδικασθέντος, ο οποίος τελεί υπό την επίβλεψη επιμελητού κοινωνικής αρωγής, εκτός εάν το δικαστήριο διατάξει άλλως.

4) Ομοίως, απόλυτα επιτυχής κρίνεται διαχρονικώς και ο επί μακρόν δοκιμασμένος θεσμός της υφ’ όρον απόλυσης του κρατουμένου, κατά τα άρθρα 105-110 Α ΠΚ, ο οποίος, ας σημειωθεί, δεν συνιστά απαλλαγή του υπολοίπου της ποινής, αλλά στάδιο εκτελέσεως αυτής, προπαρασκευαστικό της επερχόμενης απόλυτης ελευθερίας αυτού[21], εντασσόμενο κατ΄ εξοχήν στους σκοπούς της ειδικής πρόληψης του καταδικασθέντος.[22] Ο θεσμός της υφ’ όρον απόλυσης του καταδίκου προϋπάρχει επίσης ιστορικώς του ΠΚ, εισήχθη δε το πρώτον το έτος 1917 διά του ν. 811/1917, υποστάς έκτοτε αλλεπάλληλες και ποικίλες τροποποιήσεις.[23] Οι σχετικές διατάξεις του ΠΚ συμπληρώνονται εξάλλου από τις αντίστοιχες των άρθρων 129 ΠΚ περί απόλυσης υφ’ όρον των ανηλίκων, 91 ΠΚ περί λήξης της αόριστης κάθειρξης και 39 ΠΚ περί υφ΄ όρον απόλυσης των επικινδύνων εγκληματιών με ελαττωμένο καταλογισμό.

Έτσι όπως η διάταξη ισχύει πλέον, η μοναδική ουσιαστική προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής είναι η έκτιση τμήματος της ποινής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, κατ’ άρθρο 105 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι τα δύο πέμπτα της ποινής προκειμένου για φυλάκιση, τα τρία πέμπτα προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη και τουλάχιστον είκοσι έτη προκειμένου για ισόβια κάθειρξη και υπό τους ειδικότερους προσδιορισμούς των παρ. 2 επ. του αυτού άρθρου 105 ΠΚ[24].

Η χορήγηση της υφ’ όρον απόλυσης, είναι κατ’ αρχήν πλέον υποχρεωτική, εκτός εάν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιοποίνων πράξεων, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 106 ΠΚ.[25] Ωστόσο, το κίνητρο του απολυθέντος παραμένει εναργές, συνιστάμενο στην αποφυγή τέλεσης νέων εγκλημάτων, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάκληση ή η άρση της απόλυσης, συμφώνως προς τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 107 και 108 ΠΚ.

Ο θεσμός της υφ’ όρον απόλυσης ασφαλώς και διαπνέεται από αμιγώς φιλελεύθερο χαρακτήρα,[26] είναι δε ενισχυτικός της διαδικασίας κοινωνικοποιήσεως και επανεντάξεως του καταδικασθέντος στην ελεύθερη κοινωνική ζωή.[27] Επιφυλάξεις δημιουργεί πάντως η σχεδόν «αυτόματη» πλέον χορήγηση της αναστολής[28] με αμιγώς τυπικά κριτήρια, τάση, η οποία αφενός μεν αναδεικνύει την έμμεση παραδοχή του νομοθέτη περί αποτυχίας σωφρονισμού στη φυλακή, αφετέρου δε αφαιρεί κάθε ουσιαστικό in concreto κριτήριο αξιολόγησης της προσωπικότητος του απολυομένου, καθιστά δε τον θεσμό τυπικό παρακολούθημα της επιβολής της ποινής[29], το ύψος της οποίος καθίσταται έτσι κατά κανόνα και ανεξαρτήτως σχεδόν προϋποθέσεων πάντοτε πλασματικό.

Αντιθέτως, απολύτως θετική και επιδοκιμαστέα είναι προφανώς η διάταξη του άρθρου 110Α ΠΚ, η οποία, διαπνεόμενη από αμιγώς δικαιοκρατική και ανθρωπιστική διάθεση,[30] προβλέπει την υφ’ όρον απόλυση καταδίκων, οι οποίοι έχουν προσβληθεί από σοβαρότατες ασθένειες και δη ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 ΠΚ.

5) Ειδική μνεία, τέλος, επιβάλλεται να γίνει και στην πρόσφατη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 110Β και 110Γ του ΠΚ, καθώς και του άρθρου 129Α για τους ανηλίκους, οι οποίες εισήχθησαν με το άρθρο 1 του ν. 4205/2013.

Ειδικότερα, με την προσθήκη της διάταξης του άρθρου 110Β ΠΚ, εισάγεται το πρώτον ο θεσμός της απόλυσης καταδίκων, υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική παρακολούθηση, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 283Α ΚΠΔ[31], υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του αυτού άρθρου 110Β παρ. 1 ΠΚ και προκειμένου για κρατουμένους, που εκτίουν ποινή πρόσκαιρης ή ισόβιας κάθειρξης, με προηγούμενο ελάχιστο πραγματικό χρόνο παραμονής στις φυλακές, κατά τα ειδικότερα εκεί οριζόμενα. Ας σημειωθεί πάντως ότι, εν αντιθέσει με την απόλυση υφ’ όρον, κατά το άρθρο 105 ΠΚ, η απόλυση κατά την εδώ διάταξη προϋποθέτει απαραιτήτως προηγούμενη αίτηση του καταδίκου και δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.

Με την εισαγωγή του νέου θεσμού σκοπείται και εδώ η πληθυσμιακή αποσυμφόρηση των φυλακών της χώρας από κρατούμενους καταδίκους, χωρίς ωστόσο κινδύνους για τη δημόσια ασφάλεια[32]. Τούτο επιτυγχάνεται με τον, μέσω τεχνικής παρακολούθησης, έλεγχο του καταδικασθέντος, προκειμένου να επιβλέπεται η τήρηση των υποχρεώσεων διαμονής του και του καθημερινού προγράμματός του.

Η καινοτόμος πλευρά της νεοπαγούς αυτής ρύθμισης έγκειται, κυρίως, στη διαρκή υπόμνηση προς τον κατάδικο ότι αυτός οφείλει να συμπεριφέρεται συννόμως και να τηρεί τις επιβληθείσες υποχρεώσεις του[33], ενεργοποιούμενης σε αντίθετη περίπτωση της άρσης της απόλυσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 110 Β παρ. 5 ΠΚ. Άξιο μνείας τυγχάνει, επίσης, το γεγονός της εξαιρέσεως εφαρμογής της ρύθμισης, σε περιπτώσεις καταδίκων για πολύ σοβαρά κακουργήματα, όπως αυτά ρητώς αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 110 Β παρ. 1, τελευταίο εδάφιο ΠΚ.

Είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι το μέτρο αυτό, ενεργοποιούμενο με την αξιοποίηση των υφισταμένων υπερσύγχρονων σήμερα τεχνικών μέσων, έχει επίσης ως στόχο την ειδική πρόληψη του κρατουμένου, με την επιβολή μιας λιγότερο στιγματιστικής έκτισης ποινής σε καθεστώς σχετικής ελευθερίας[34]. Άλλωστε, ο θεσμός αυτός έχει εισαχθεί και έχει δοκιμασθεί ήδη προ πολλού επιτυχώς σε πολλές αλλοδαπές έννομες τάξεις.

 Σε κάθε περίπτωση, όπως και στο άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4205/2013 ρητώς αναφέρεται, η έναρξη και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του νέου μέτρου καθορίζονται ειδικότερα με την έκδοση ειδικού προεδρικού διατάγματος[35], ούτως ώστε και η πραγματική αποτελεσματικότητα του θεσμού αυτού πρόκειται να αποδειχθεί κατά την πρακτική του εφαρμογή στο μέλλον.

Τα ανωτέρω αποτελούν μια αδρομερή χαρτογράφηση του ισχύοντος πλαισίου των ποινικών κυρώσεων, κυρίως δε της σχέσεως μεταξύ της στερητικής της ελευθερίας ποινής και των εναλλακτικών τρόπων έκτισής της, στην ελληνική έννομη τάξη.

* Επίκουρος Καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

  1. Βλ. ενδεικτικά Ν. Κουράκη, Εισαγωγή στη θεωρία της ποινής, 2000, σ. 12, Δ. Καρανίκα, Σωφρονιστική, τ. Α΄, 1948, σ. 268, Ν. Χωραφά, 8η έκδ., 1966, σ. 83 επ., Α. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2000, σ. 17, Γ.Α. Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, 2η έκδ., 1981, σ. 68 επ., Χ. Μυλωνόπουλου, Γενικό Μέρος Ι, 2007, σ. 28, Α. Χαραλαμπάκη, Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος, 5η έκδ., 2003, σ. 373, Α. Κωστάρα, Έννοιες και Θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, 2001, σ. 194, Λ. Κοτσαλή, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος Ι, 2005, σ. 13 επ., G. Jakobs, Strafrecht, AT, 2. Aufl., 1991, σ. 9, R. Maurach/H. Zipf, Strafrecht, AT 1, 7. Αufl., σ. 64 επ. κ.ο.κ.
  2. Βλ. αντί πολλών Ν. Κουράκη, Εισαγωγή στη θεωρία της ποινής, ό.α., σ. 15 επ., 33 επ., με εκτενείς παραπομπές.
  3. Βλ. και Ν. Κουράκη, ό.α., σ. 70 επ. Παρ΄ όλα αυτά, οι ελληνικές φυλακές εξακολουθούν να έχουν τον μεγαλύτερο αριθμό κρατουμένων με ποινές ισόβιας κάθειρξης αλλά και βαριές ποινές κάθειρξης στην Ευρώπη: βλ. πρόσφατη έρευνα και σε εφημ. «Καθημερινή» από 11-2-2015.
  4. Βλ. και Ν. Κουράκη, ό.α., σ. 53 επ., 68 επ., του ιδίου, Εγκληματολογικοί ορίζοντες, τ. Α΄, 1991, σ. 11 επ.
  5. Η αναστολή υπό επιτήρηση που ερυθμίζετο αρχικώς κατ’ άρθρο 100Α ΠΚ, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ. β του ν. 3904/2010 και προβλέπεται ήδη στη νέα διάταξη του άρθρου 100 ΠΚ. Για τα ανωτέρω βλ. αναλυτικά Γ. Νούσκαλη, Η λειτουργία της αναλογικότητας στις εναλλακτικές-μη φυλακτικές ποινές, 2015, σ. 225 επ., επίσης Μ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, 3η έκδ., 2014, σ. 279 επ., αμφότεροι με εκτενείς παραπομπές.
  6. Βλ. ήδη τη σχετική ρύθμιση και κατά το άρθρο 31 παρ. 6 του ΚΝΝ, περαιτέρω Μ. Μαργαρίτη, ό.α., σ. 283, Ν. Παρασκευόπουλου/Κ. Κοσμάτου, Ναρκωτικά, 3η έκδ., 2013, σ. 269 επ.
  7. Βλ. εκτενώς Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 228 επ., επίσης Δ. Σπυράκου, σε ΣυστΕρμΠΚ, 2005, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις στα άρθρα 99-104 ΠΚ, αρ. 1 επ., Β. Παππά, Η υφ΄ όρον αναστολή εκτελέσεως της ποινής ως μέτρο αντεγκληματικής πολιτικής, Πρακτικά Α΄ ΠανελλΣυνΕΕΠΔ, 1987, σ. 73 επ., όλοι με περαιτέρω παραπομπές.
  8. Βλ. σχετικά Τ. Τζαννετάκη, Παθολογία του ισχύοντος συστήματος ποινών του Ποινικού Κώδικα, ΠοινΧρον. ΝΣΤ΄2006, σ. 590 επ.
  9. Βλ. αναλυτικά στοιχεία σε Γενικό Στατιστικό Πίνακα περί κρατουμένων-ποινών του Υπουργείου Δικαιοσύνης των αντιστοίχων ετών 2003-2006.
  10. Πρβλ. ομοίως αξιόπιστη κριτική και προτάσεις υπό Τ. Τζαννετάκη, Ποιν Χρον. ΝΣΤ΄ 2006, ό.α.
  11. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο θεσμός της αναστολής εκτελέσεως ποινής (probation) εισήχθη παρ΄ ημίν το πρώτον με τον νόμο ΓΩΙΗ΄/1911, για καταδίκες όμως που δεν υπερέβαιναν τους τρεις μήνες, δυνητικώς από το δικαστήριο, και εφόσον δεν υπήρχε προηγούμενη καταδίκη, για διάστημα τριών έως πέντε ετών, λόγω δε της επιτυχούς εφαρμογής του διετηρήθη και στον ισχύοντα ΠΚ. Βλ. και Ν. Κουράκη, Ποινική καταστολή, 1997, σ. 206, Κ. Γαρδίκα, Η υφ΄ όρον αναστολή της εκτελέσεως της ποινής, ΠοινΧρον. 1953, σ. 65 επ.
  12. Ακόμη και για την ποινή κάθειρξης των πέντε ετών ίσχυσε για περιορισμένο χρονικό διάστημα η δυνατότητα μετατροπής, κατά τις επιμέρους προϋποθέσεις του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3772/2009.
  13. Πρβλ. αναλυτικώς Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 195 επ., επίσης Μ. Μαργαρίτη, ό.α., σ. 234 επ. Βλ. πάντως τη ρητή εξαίρεση της μετατροπής, κατά την παρ. 10 του άρθρου 82 ΠΚ, στις περιπτώσεις καταδίκης για κακούργημα εμπορίας ναρκωτικών.
  14. Βλ. Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 195, επίσης ήδη Λ. Μαργαρίτη/Ν. Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 7η έκδ., 2005, σ. 510 επ., Χ. Παπαχαραλάμπους, σε ΣυστΕρμΠΚ, 2005, υπό άρθρο 82 αρ. 1 επ., ΑΠ 419/2013 κ.ο.κ.
  15. Βλ. και Χ. Παπαχαραλάμπους, σε ΣυστΕρμΠΚ, ό.α., υπό άρθρο 82 αρ. 11, με εκτενείς παραπομπές.
  16. Τούτο αποδεικνύουν και οι συναφείς Εισηγ. Εκθέσεις των σχετικών νομοθετημάτων, βλ. συναφώς Μ. Μαργαρίτη, ό.α., σ. 234, Χ. Παπαχαραλάμπους, ό.α., υπό άρθρο 82 αρ. 13, Τ. Τζαννετάκη, Η μετατροπή και οι μετατροπές της, 1998, σ. 87 επ., όλοι με περαιτέρω παραπομπές, κ.ο.κ.
  17. Αντίθετα, σε πολλές άλλες χώρες (λ.χ. Σουηδία, Φινλανδία, Αυστρία, Γερμανία κλπ.) ισχύει ο θεσμός «του συστήματος των ημερησίων προστίμων», ο οποίος ωστόσο έχει εμφανή ομοιότητα με αυτόν της μετατροπής της ποινής, που ισχύει παρ΄ ημίν. Βλ. ομοίως Χ. Παπαχαραλάμπους, ό.α., υπό άρθρο 82 αρ. 4, Τ. Τζαννετάκη, Η μετατροπή και οι μετατροπές της, ό.α., σ. 23 επ., Δ. Σπινέλλη, Η μετατροπή: εξαγορά ή χρηματική ποινή;, Μνήμη Χωραφά-Γάφου-Γαρδίκα, Α΄, 1986, σ. 205 επ., κ.ο.κ.
  18. Βλ. συναφώς και Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 210 επ., με εκτενείς παραπομπές.
  19. Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 210.
  20. Ορθώς ο Γ. Νούσκαλης, ό.α., με περαιτέρω εκτενείς αναφορές.
  21. Βλ. ΕισΕκθ. ΠΚ, ΙΙΙ, Γενικό Μέρος, ΣΤ΄, επίσης εκτενώς Κ. Σταμάτη, σε ΣυστΕρμΠΚ, υπό άρθρο 105, αρ. 1 επ., με αναλυτικές παρατηρήσεις και παραπομπές, Μ. Μαργαρίτη, ό.α., σ. 293 επ., ΟλΑΠ 106/1991, ΠοινΧρ. ΜΑ΄852, ΑΠ 2130/2008, ΑΠ 977/2006 κ.ο.κ.
  22. Βλ. Κ. Σταμάτη, σε ΣυστΕρμΠΚ, ό.α., Μ. Μαργαρίτη, ό.α., Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι/Ν. Μπιτζιλέκη/Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, 2008, σ. 475, ΟλΑΠ 106/1991, Αγγ. Κωνσταντινίδη, Ο θεσμός της υφ΄ όρον απολύσεως, ΠοινΧρ. 2002, 769 επ., Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 243, Χ. Παπαχαραλάμπους, Το άρθρο 106 ΠΚ ανάμεσα στην καλή διαγωγή του κρατουμένου και στην «κακή» διαγωγή του νομοθέτη, ΠοινΧρ. 1999, 501 επ., όλοι με περαιτέρω παραπομπές.
  23. Βλ. συναφώς και αναλυτικώς Κ. Σταμάτη, σε ΣυστΕρμΠΚ, ό.α.
  24. Πάντως, της ρυθμίσεως εξαιρούνται οι καταδικασθέντες για το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 105 του νόμου 1492/1950 «Κύρωση του Ποινικού Κώδικα», κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 105 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο ΠΚ.
  25. Βλ. σχετικώς και Μ. Μαργαρίτη, ό.α., σ. 300 επ., ΟλΑΠ 4/1997, ΟλΑΠ 4/1998 κ.ο.κ.
  26. Λ. Μαργαρίτη/Ν. Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, ό.α., σ. 610, Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 244.
  27. Βλ. και Κ. Σταμάτη, σε ΣυστΕρμΠΚ, ό.α., με παραπομπές.
  28. Βλ. Η. Αναγνωστόπουλου, Υφ΄ όρον απόλυση. Το τέλος ενός θεσμού; ΠοινΧρ. 1997, σ. 1566 επ., Κ. Γαρδίκα, Η υφ’ όρον απόλυσις του καταδίκου, ΠοινΧρ. 1952, σ. 473 επ., Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 244.
  29. Έτσι και ο Γ. Νούσκαλης, ό.α., σ. 245.
  30. Πρβλ. και Μ. Μαργαρίτη, ό.α., σ. 307 επ., Δ. Σπυράκου, σε ΣυστΕρμΠΚ, ό.α., υπό άρθρο 110 Α ΠΚ αρ. 1.
  31. Το άρθρο προστέθηκε με την παρ. ΣΤ΄ του άρθρου 2 του ν. 4205/2013.
  32. Τούτο αναφέρεται ρητώς και στην Αιτιολ. Έκθεση του οικείου σχεδίου νόμου, στο άρθρο 1 αυτού, όπου και δεν γίνεται πλέον καμία μνεία για ειδικοπροληπτικούς σκοπούς.
  33. Βλ. συναφώς και Μ. Μαργαρίτη, ό.α., σ. 312.
  34. Πρβλ. και Γ. Νούσκαλη, ό.α., σ. 275 επ., με περαιτέρω παραπομπές, επίσης Μ. Μαργαρίτη, ό.α.
  35. Ήδη εξεδόθη σχετικώς το υπ΄ αριθ. 62/2014 Π.Δ. (ΦΕΚ Α 105/29.04.2014).