Τo δικαίωμα αποδείξεως στην ποινική δίκη

ΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Τo δικαίωμα αποδείξεως

στην ποινική δίκη

ΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ*

Ι. Η θεμελίωσή του

Το δικαίωμα αποδείξεως είναι το δικαίωμα του διαδίκου να προσαγάγει και να χρησιμοποιήσει κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να αποδείξει τους πραγματικούς ισχυρισμούς του[1].

Το δικαίωμα αποδείξεως πρέπει να διακριθεί από το δίκαιο αποδείξεως, που αναφέρεται μόνον στους κανόνες που ρυθμίζουν την αποδεικτική διαδικασία χωρίς αυξημένη τυπική δύναμη, ενώ το δικαίωμα αποδείξεως προέρχεται από κανόνα συνταγματικού επιπέδου[2].

Η έννοια του δικαιώματος αποδείξεως εμφανίσθηκε από παλαιότερα στη γαλλική κυρίως επιστήμη, που διαμόρφωσε και τον σχετικό όρο (droit à la preuve)[3]. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η γαλλική θεωρία συνδέει το δικαίωμα αποδείξεως κυρίως με την ανάγκη να ανακαλυφθεί η ουσιαστική αλήθεια[4]. Ωστόσο στη γαλλική επιστήμη δεν αναφέρθηκε ποτέ ότι κατοχυρώνεται συνταγματικά το δικαίωμα αποδείξεως, γιατί στο γαλλικό Σύνταγμα δεν υπάρχει ρητή διάταξη σχετική με την παροχή έννομης προστασίας[5].

Αντίθετα στη Γερμανία και στην Ιταλία αναγνωρίζεται συνταγματική προέλευση στο δικαίωμα αποδείξεως.

Έτσι στη Γερμανία θεωρήθηκε πρώτα ως θεμέλιο-βάση του δικαιώματος αποδείξεως η αξίωση της παροχής έννομης προστασίας[6] ως εξής: Η σύγχρονη πολιτεία επιτρέπει την αυτοδικία μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις. Επειδή όμως δεν αρκεί να αναγνωρίζει η έννομη τάξη δικαιώματα χωρίς να εξασφαλίζει και την πραγματική προστασία τους, είναι δυνατόν το κράτος να απαγορεύει την αυτοδικία μόνο αν παρέχει στους πολίτες του μία άλλη δυνατότητα προστασίας των δικαιωμάτων. Η ανάγκη αυτή οδηγεί ακριβώς στην οργάνωση της πολιτικής δίκης. Όμως αυτό δεν αρκεί. Η παροχή της έννομης προστασίας μόνο τότε είναι πλήρης, όταν η δυνατότητα της προσφυγής στο δικαστήριο συμπληρώνεται με την αναγνώριση του δικαιώματος να μπορεί το υποκείμενο των δικαιωμάτων να προσφεύγει στα κρατικά όργανα. Γι’ αυτό αναγνωρίζεται σχεδόν ομόφωνα η δημοσίου δικαίου αξίωση δικαστικής προστασίας (Justizgewährungsanspruch). Αυτή η αξίωση συνάγεται ευθέως από τον θεμελιώδη νόμο, δηλ. το Σύνταγμα, και προέρχεται κατά συνέπεια από κανόνα συνταγματικού επιπέδου.

Επομένως πρέπει να τονισθεί ότι στη Γερμανία ως θεμέλιο του δικαιώματος αποδείξεως θεωρήθηκε πρώτα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας[7] και η γερμανική θεωρία κάνει λόγο για δημοσίου δικαίου αξίωση δικαστικής προστασίας (Justizgewährungsanspruch)[8], που περικλείει και την αξίωση διαπιστώσεως των πραγματικών ισχυρισμών του διαδίκου[9]. Τούτο σημαίνει ότι ο διάδικος που ζητεί τη δικαστική προστασία έχει την αξίωση απόδειξης αυτών των πραγματικών ισχυρισμών. Αλλά και η διαπίστωση αυτή καθ’ εαυτή των πραγματικών γεγονότων οδηγεί στην ανάγκη απόδειξής τους. Έτσι η αξίωση της παροχής έννομης προστασίας εμπεριέχει υποχρεωτικά και το δικαίωμα αποδείξεως, το οποίο με αυτήν την έννοια έχει και αυτό συνταγματική κατοχύρωση. Κατά συνέπεια περιορισμοί του δικαιώματος αποδείξεως χρειάζονται ειδική αιτιολόγηση[10].

Όμως το δικαίωμα αποδείξεως θεωρείται ότι περιλαμβάνεται και στο δικαίωμα ακροάσεως[11], αφού ο διάδικος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει στη διαμόρφωση της αποδεικτικής διαδικασίας, διότι απλή προβολή των ισχυρισμών του διαδίκου χωρίς παράλληλη δυνατότητα αποδείξεώς τους δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αποτελεσματικά τη διαμόρφωση της αντίστοιχης δικανικής κρίσεως[12].

Κατά συνέπεια το δικαίωμα αποδείξεως περιλαμβάνεται ανάμεσα σε άλλα δικαιώματα του δικαιώματος ακροάσεως, όπως το δικαίωμα υποβολής αιτημάτων ενώπιον του δικαστηρίου και το δικαίωμα προβολής πραγματικών ισχυρισμών.

Επομένως το δικαίωμα αποδείξεως δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί εντελώς ή να περιορισθεί από το νόμο, αφού επίσης δεν επιτρέπεται καταρχήν να αποκλεισθεί ή περιορισθεί το δικαίωμα ακροάσεως[13]. Η προσβολή του δικαιώματος αποδείξεως συνεπάγεται και προσβολή του δικαιώματος ακρόασης. Δηλαδή η αναγνώριση και κατοχύρωση του βασικού δικαιώματος ακρόασης εμπεριέχει λογικά αναγνώριση και κατοχύρωση και μιας σειράς επί μέρους άλλων δικαιωμάτων, που το συμπληρώνουν, όπως λ.χ. το δικαίωμα κλήτευσης και παράστασης, το δικαίωμα διορισμού συνηγόρου, το δικαίωμα ανακοίνωσης της κατηγορίας και επαρκούς προθεσμίας για προετοιμασία, το δικαίωμα απόδειξης των ισχυρισμών κ.λπ. Επομένως η προσβολή αυτών των δικαιωμάτων ισοδυναμεί με προσβολή του βασικού δικαιώματος ακρόασης[14].

Από το δικαίωμα αποδείξεως πηγάζουν οι ακόλουθες αρχές:

α) Η μη περιοριστική απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων[15]. Τούτο σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αρνηθεί τη χρησιμοποίηση ορισμένου αποδεικτικού μέσου, επειδή αυτό δεν προβλέπεται από το νόμο, και μάλιστα αν το αποδεικτικό μέσο έχει προταθεί από τον κατηγορούμενο, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα[16]· και

β) ο μη αποκλεισμός των προβληματικών αποδεικτικών μέσων[17].

Εδώ βέβαια έχει υποστηριχθεί[18] ότι ένα προβληματικό αποδεικτικό μέσο δεν μπορεί να αποκλεισθεί γενικά από πριν, αλλά θα πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποφασίζει το δικαστήριο για την εξέτασή του· διαφορετικά προσβάλλεται το δικαίωμα αποδείξεως.

Συγκεκριμένα το πρόβλημα που ανακύπτει είναι, αν επιτρέπεται ο δικαστής να αξιολογεί και να εκτιμά ελεύθερα ένα αποδεικτικό μέσο που αποκτήθηκε παράνομα, ή ακόμα ένα αποδεικτικό μέσο που το ίδιο είναι νόμιμο, αλλά ωστόσο αποκτήθηκε από ένα άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο έχει αποκτηθεί παράνομα, δηλ. αποτελεί «καρπό του απαγορευμένου (δηλητηριώδους) δένδρου»[19].

Είναι γεγονός ότι η μη εξέταση και αξιοποίηση των ανωτέρω προβληματικών αποδεικτικών μέσων συνιστά αποκλεισμό ή περιορισμό του δικαιώματος αποδείξεως. Ωστόσο φαίνεται ότι αποκλεισμός ή περιορισμός του δικαιώματος αποδείξεως πολλές φορές επιβάλλεται, όταν το δικαίωμα αυτό συγκρούεται με άλλο ουσιαστικό δικαίωμα άλλου προσώπου ή με άλλα έννομα αγαθά που κατοχυρώνονται συνταγματικά, όπως π.χ. με το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή το δικαίωμα της προσωπικότητας (άρθρα 2 § 1 και 5 § 1 του Συντ.)[20]. Έτσι τέτοιοι περιορισμοί, που αποκλείουν ή περιορίζουν το δικαίωμα αποδείξεως δεν πρέπει να θεωρηθούν αντισυνταγματικοί[21], όπως π.χ. η απόσπαση της ομολογίας του κατηγορουμένου με βασανιστήρια κατά παράβαση του άρθρου 7 § 2 του Συντ. Δηλαδή μία τέτοια ομολογία, που είναι παράνομο αποδεικτικό μέσο, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην ποινική δίκη.

Εδώ, βέβαια τίθεται το ερώτημα, αν στην ποινική δίκη το δικαίωμα του κατηγορουμένου για υποβολή αιτήματος διεξαγωγής αποδείξεων έχει μία ξεχωριστή αξία απέναντι στην υποχρέωση που προκύπτει από το άρθρο 351 § 1 ΚΠΔ για αυτεπάγγελτη διερεύνηση της υπόθεσης[22]. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 351 § 1 εδ. β΄ ΚΠΔ εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει με επιμέλεια ώστε, με τη σειρά που θα προσδιορισθεί η εξέταση των μαρτύρων και των λοιπών αποδείξεων, να διασαφηνισθούν όσο το δυνατόν πληρέστερα τα σχετικά με την πράξη και όλα όσα αφορούν την κατηγορία ή την υπεράσπιση, να διαλυθεί κάθε σύγχυση και να προκύψει βέβαια πεποίθηση για τη δικαζόμενη κατηγορία, στηριγμένη σε βάσιμες αποδείξεις.

Έχει ορθά παρατηρηθεί ότι «η αρχή που διέπει καθολικά το δίκαιο της απόδειξης της ποινικής δικονομίας, και περαιτέρω το σύνολο της ποινικής δίκης, δεν είναι το δικαίωμα των διαδίκων να υποβάλλουν αιτήσεις διεξαγωγής αποδείξεων, αλλά η υποχρέωση του δικαστηρίου να διαφωτίσει αυτεπαγγέλτως όλα τα σημαντικά για την απόφαση γεγονότα. Αυτή η υποχρέωση είναι η υπερέχουσα αντίληψη με την οποία μπορεί κανείς να σχηματίσει σωστή εικόνα για το δικαίωμα υποβολής αιτήσεων διεξαγωγής αποδείξεων των διαδίκων[23].

Έτσι το δικαίωμα της υπεράσπισης να υποβάλει αιτήσεις διεξαγωγής αποδείξεως νοείται ως αξίωση του κατηγορουμένου να ανταποκριθεί το δικαστήριο στο ευρύ καθήκον του για διερεύνηση της αλήθειας. Κατά συνέπεια και «οι λόγοι, που οδηγούν στην απόρριψη τέτοιων αιτήσεων διεξαγωγής αποδείξεων αποτελούν απλώς συγκεκριμενοποίηση της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης αναζήτησης της αλήθειας»[24].

Με αυτή την έννοια το δικαίωμα των διαδίκων υποβολής αιτήσεων διεξαγωγή αποδείξεως δεν είναι περιττό. Άλλωστε μόνο με αυτόν τον τρόπο οι διάδικοι βοηθούν –και πολλές φορές υποχρεώνουν– το δικαστήριο να επεκτείνει την αποδεικτική διαδικασία και σε άλλα σημαντικά για την απόφαση πραγματικά περιστατικά. Έτσι πολλές φορές μπορούν ακόμη και να κλονίσουν μια δεδομένη πεποίθηση του δικαστηρίου[25]. Με άλλα λόγια με την αίτηση για διενέργεια αποδείξεων επιχειρεί ο διάδικος να πετύχει την εξέταση ενός ορισμένου αποδεικτικού μέσου για τη θεμελίωση ενός ορισμένου αποδεικτικού ισχυρισμού[26].

Επομένως με το δικαίωμα αποδείξεως, ανεξάρτητα από την αρχή της αυτεπάγγελτης συγκέντρωσης του αποδεικτικού υλικού, που απορρέει από την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, ο διάδικος, και ιδιαίτερα ο κατηγορούμενος, μπορούν να διαμορφώσουν αποφασιστικά την αποδεικτική διαδικασία.

Ακόμη, όπως, ορθά έχει παρατηρηθεί από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό δικαστήριο «η αρχή του δικαιώματος για ακρόαση στο δικαστήριο δεν εξυπηρετεί μόνο τη διευκρίνιση της πραγματικής βάσης της απόφασης, αλλά και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, ο οποίος σε μία τόσο δύσκολη περίσταση, όπως είναι συνήθως μία δίκη, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλλει πραγματικά και νομικά επιχειρήματα…»[27].

Εξάλλου ορθά έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι το δικαίωμα αποδείξεως συνυφαίνεται προς τις αρχές της προφορικότητας και της αμεσότητας, εφόσον αυτές αποτελούν τους στυλοβάτες για την ανεύρεση της αλήθειας[28]. Με την έννοια αυτή οι ανωτέρω αρχές καλύπτονται από τη συνταγματική εγγύηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Έτσι και ο περιορισμός της ισχύος των αρχών αυτών απαγορεύεται[29].

Τέλος, δικαιολογημένα, διατυπώθηκε από γερμανούς συνταγματολόγους η άποψη ότι εκεί όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα, υπάρχει πλέον έντονη η ανάγκη ισχύος του δικαιώματος ακροάσεως, ώστε το άτομο να μην καθίσταται απλά αντικείμενο της κρατικής διαδικασίας[30].

ΙΙ. Η έκτασή του

Περαιτέρω αναφορικά με το δικαίωμα αποδείξεως πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Μία από τις πλέον σημαντικές διατάξεις του ΚΠΔ από την οποία προκύπτει η θεμελίωση του δικαιώματος αποδείξεως[31] τόσο στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας όσο και στο δικαίωμα ακροάσεως είναι η διάταξη του άρθρου 333 § 2 ΚΠΔ. Με τη διάταξη αυτή αναγνωρίζεται στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, το δικαίωμα να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τεχνικούς συμβούλους, καθώς και να παίρνουν τον λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται. Έτσι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να υποβάλει και αιτήσεις διεξαγωγής αποδείξεων, δηλαδή να ζητήσει την εξέταση από το δικαστήριο ορισμένων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη προβαλλόμενου ισχυρισμού[32]. Το δε δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει τις αιτήσεις αυτές και να αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποδοχή ή την απόρριψή τους. Το κριτήριο για το αν θα γίνουν δεκτές ή μη οι ανωτέρω αιτήσεις των συνηγόρων είναι η χρησιμότητά τους για την ανακάλυψη της αλήθειας (άρθρο 334 § 2 σε συνδ. με άρθρ. 274 εδ. β΄ ΚΠΔ)[33].

Τα ίδια ισχύουν και για τη διάταξη του άρθρου 357 § 3 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος και οι άλλου διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, έχουν το δικαίωμα να κάνουν απευθείας στον μάρτυρα ή τον πραγματογνώμονα ή τον τεχνικό σύμβουλο του τις ερωτήσεις, που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας[34].

Ακόμη το άρθρο 353 § 1 ΚΠΔ ορίζει ότι αν το δικαστήριο κρίνει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης είναι δυνατό να προσέλθει μάρτυρας που δεν κλητεύθηκε ή του οποίου το όνομα δεν γνωστοποιήθηκε και τη μαρτυρία τη θεωρεί αναγκαία, μπορεί να διατάξει την άμεση εμφάνιση και εξέτασή του. Όπως είναι αυτονόητο όχι μόνο το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να εξετάσει αυτεπαγγέλτως κατά το ανωτέρω ένα μάρτυρα, αλλά και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν σχετικό αίτημα. Έτσι τέτοιο δικαίωμα είναι εκείνο του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη υποβάλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφων. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου υπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακρόασης (άρθρο 170 § 2 ΚΠΔ)[35].

Επίσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 357 § 4 ΚΠΔ οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την ανάγνωση περικοπών της κατάθεσης μάρτυρα. Η παραδοχή ή μη του αιτήματος απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του· διαφορετικά δημιουργείται έλλειψη ακρόασης. Για να επέλθει όμως η κατά το άρθρο 170 § 2 ΚΠΔ ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του και επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί[36].

Όμως το δικαίωμα του κατηγορουμένου για υποβολή αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων καθιερώνεται και στη διάταξη του άρθρου 327 § 2 εδ. α΄ ΚΠΔ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον αρμόδιο εισαγγελέα να κλητεύσει υποχρεωτικά έναν τουλάχιστον μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και δύο αν κατηγορείται για κακούργημα[37].

Εδώ έχει υποστηριχθεί ότι ο ανωτέρω περιορισμός της υποχρεωτικής κλητεύσεως μαρτύρων της εκλογής του κατηγορουμένου προσβάλλει το δικαίωμα ακροάσεως του κατηγορουμένου, αφού έτσι δεν έχει το δικαίωμα να εξετάσει όλους τους μάρτυρες που θεωρεί απαραίτητο για την υπεράσπισή του[38].

Επίσης ορθά έκρινε η ΑΠ 1251/2009, σύμφωνα με την οποία παραβιάσθηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάσει μάρτυρες υπεράσπισης με αποτέλεσμα να προκαλείται απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ), γιατί η διάταξη του άρθρου 326 § 3 ΚΠΔ δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες δεν κατηγορούνταν για πράξεις για τις οποίες ο νόμος επιτρέπει την απόδειξη της αλήθειας, δηλ. για δυσφήμηση (άρθρα 362 και 366 § 1 ΠΚ) ή δυσφήμηση ανωνύμου εταιρείας (364 § 2 ΠΚ), αλλά για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα[39].

Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 6 § 3 περ. δ΄ της ΕΣΔΑ κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει όπως εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως με τους ίδιους όρους[40]. Η εξέταση του μάρτυρα δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην υποβολή ερωτήσεων, αλλά περιλαμβάνει και τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να αμφισβητεί τη μαρτυρική κατάθεση. Το ΕΔΔΑ πρεσβεύει ότι το δικαίωμα αντιπαράθεσης ευδοκιμεί στο γόνιμο περιβάλλον της κατ’ αντιδικίαν διεξαγωγής της ποινικής δίκης, εκεί όπου ο κατηγορούμενος αναπτύσσει τις απόψεις του κατά τη δημόσια εξέταση της υπόθεσης στην οποία ο ίδιος δικαιούται να συμμετάσχει[41]. Το ΕΔΔΑ σε σειρά αποφάσεών του δέχεται ότι όλες οι αποδείξεις αναπαράγονται σε δημόσια συνεδρίαση και υπό συνθήκες αντιδικίας παρουσία του κατηγορουμένου, στον οποίο πρέπει να παρέχεται «επαρκής και κατάλληλη ευκαιρία» για να αμφισβητεί τις αποδείξεις και να υποβάλλει ερωτήσεις στο μάρτυρα κατηγορίας. Η αποτελεσματική άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος του κατηγορουμένου παρεμποδίζεται όχι μόνον όταν ο μάρτυρας δεν τίθεται στη διάθεση του κατηγορουμένου προς εξέταση, αλλά και όταν είναι μεν παρών, πλην όμως δεν αποκαλύπτει τα στοιχεία της ταυτότητάς του, επικαλούμενος σχετική πρόβλεψη του εσωτερικού δικαίου, π.χ. τη διάταξη του άρθρου 9 §§ 1 και 2 του Ν. 2928/2011 σχετικά με την εγκληματική οργάνωση (ανώνυμοι μάρτυρες). Τα ίδια μπορεί να ισχυρισθεί ο κατηγορούμενος και για τους εξ ακοής μάρτυρες και τους μάρτυρες λ.χ. του άρθρου 222 ΚΠΔ.

Περαιτέρω από το άρθρο 273 § 2 εδ. α’ ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προσαγάγει και να ζητήσει την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου[42], ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 274 εδ. β΄ ΚΠΔ, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, όποιος ενεργεί την εξέταση πρέπει να ερευνά με επιμέλεια κάθε περιστατικό που επικαλέσθηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια[43].

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί και η ΑΠ 251/2010 κατά την οποία από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 273 § 2, 274 εδ. β΄ ΚΠΔ και 6 § 3 περ. δ΄ της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι η εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως που προτείνονται από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο της προδικασίας εξαρτάται από την κρίση του ανακριτή, ο οποίος προβαίνει σ’ αυτή, αν θεωρεί ότι είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η άρνηση του ανακριτή να τους εξετάσει αντιμετωπίζεται με προσφυγή στο δικαστικό συμβούλιο, για να αρθεί η διαφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 307 περ. α΄ ΚΠΔ, και δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας[44].

Ωστόσο πιο ορθή φαίνεται η άποψη, σύμφωνα με την οποία, όσον αφορά ειδικότερα τους προτεινόμενους μάρτυρες υπερασπίσεως, ο ανακριτής είναι υποχρεωμένος (άρθρο 6 § 3 πεδ. δ΄ της ΕΣΔΑ) να εξετάζει τους προτεινόμενους μάρτυρες υπερασπίσεως, εφόσον έχει προηγουμένως εξετάσει μάρτυρες κατηγορίας και μέχρι ίσου αριθμού με αυτούς, ανεξάρτητα από το αν φρονεί πως η εξέτασή τους δεν είναι απαραίτητη για την ανακάλυψη της αλήθειας[45].

Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, αν προς ακριβή διάγνωση και κρίση για κάποιο γεγονός απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης.

Επίσης, αν δεν αναγνώσθηκε έγγραφο, που προσκομίσθηκε ειδικότερα από τον κατηγορούμενο για να αναγνωσθεί και να ληφθεί υπόψη για την υπεράσπισή του, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των άρθρων 273 § 2 εδ. α΄ και 274 εδ. β΄ ΚΠΔ[46], ενώ σύμφωνα με το άρθρο 364 § 1 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος μπορεί να υποβάλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου, που βρίσκεται στη δικογραφία. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως να αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη αποφάσεως. Για να επέλθει όμως από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 § 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί[47].

Πάντως σύμφωνα με το άρθρο 334 § 2 ΚΠΔ, όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, και σε περίπτωση προσφυγής (άρθρο 335 § 2 ΚΠΔ) το δικαστήριο, μπορεί να απορρίπτει όλες τις προτάσεις που δεν βοηθούν καθόλου στην εξακρίβωση της αλήθειας και προκαλούν άσκοπη παράταση των συζητήσεων. Τούτο σημαίνει ότι το κριτήριο για το αν θα γίνει δεκτή η αίτηση διεξαγωγής αποδείξεων είναι η χρησιμότητά της για την ανακάλυψη της αλήθειας[48]. Όμως η απόφαση που απορρίπτει αίτημα για διεξαγωγή αποδείξεων πρέπει να περιέχει, όπως προαναφέρθηκε, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 366 § 1 δ΄ ΚΠΔ συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος και οι συνήγοροι επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις σε συγκατηγορούμενους του μόνο με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση και εφόσον το ζητήσουν[49].

Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, στην ποινική δίκη επιτρέπεται η χρήση κάθε είδους αποδεικτικών μέσων (άρθρο 179 εδ. α’ ΚΠΔ), η δε απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στο άρθρο 178 ΚΠΔ είναι ενδεικτική[50]. Κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αρνηθεί τη χρησιμοποίηση ορισμένου αποδεικτικού μέσου, εφόσον δεν είναι απαγορευμένο (άρθρα 177 παρ. 2 και 179 εδ. β’ και γ’ ΚΠΔ) με την αιτιολογία ότι αυτό δεν προβλέπεται· τυχόν άρνησή του συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ, αν το αποδεικτικό αυτό μέσο έχει προταθεί από τον κατηγορούμενο.

ΙΙΙ. Περιορισμοί του δικαιώματος αποδείξεως

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δικαίωμα αποδείξεως έχει απόλυτη ισχύ στην ποινική δίκη, όπως αυτό συμβαίνει και με το δικαίωμα ακρόασης[51]. Εξαίρεση προβλέπεται στα εδ. β΄ και γ΄ του άρθρου 179 ΚΠΔ αναφορικά με το παραδεκτό της μαρτυρικής απόδειξης. Ορίζεται λοιπόν εκεί ότι αποκλείεται η απόδειξη με μάρτυρες, όταν βάση του εγκλήματος είναι κάποια ιδιωτική υποχρέωση. Σ’ αυτήν την περίπτωση η απόδειξη της ιδιωτικής υποχρέωσης κρίνεται κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρο 393-395). Αλλά και τότε, για την απόδειξη της ίδιας της αξιόποινης πράξης επιτρέπεται κάθε αποδεικτικό μέσο, δηλ. και μάρτυρες. Επομένως οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 393 ΚΠολΔ, οι οποίες αποκλείουν την απόδειξη με μάρτυρες, περιορίζουν την απόλυτη ισχύ του δικαιώματος αποδείξεως στην ποινική δίκη[52]. Πάντως η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 179 ΚΠΔ δεν επιφέρει ακυρότητα[53].

Περαιτέρω εξαίρεση από το δικαίωμα αποδείξεως αποτελεί η διάταξη του άρθρου 366 § 2 ΠΚ, κατά την οποία αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 το γεγονός που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης, η δε αμετάκλητη καταδίκη για την αξιόποινη πράξη έχει ως συνέπεια να θεωρηθεί η αλήθεια αυτής ως αποδεδειγμένη χωρίς καμμία άλλη έρευνα, η δε αθώωση, εφόσον στηρίζεται στο ότι δεν ετέλεσε ο κατηγορούμενος την πράξη ή στο ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση από αυτόν, εφόσον είναι αμετάκλητη, έχει ως συνέπεια να θεωρείται ως αποδεδειγμένη η αναλήθεια της διαδοθείσης αξιόποινης πράξης[54].

Ωστόσο τελευταία υποστηρίζεται η άποψη σύμφωνα με την οποία το τεκμήριο του ψεύδους στην περίπτωση της έκδοσης αθωωτικής απόφασης από το δικαστήριο που δίκασε την αξιόποινη πράξη που συνιστά το γεγονός, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του παθόντος, αποτελεί νόμιμο μαχητό τεκμήριο[55], δεδομένου ότι η θέσπιση από τον νομοθέτη ως αποδεικτικού μέσου στην ποινική δίκη αμάχητου τεκμηρίου, όπως εκείνο του άρθρου 366 § 2 ΠΚ προς απόδειξη γεγονότος το οποίο θεμελιώνει εξ αντικειμένου το ποινικό αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού α) αποστερεί τον κατηγορούμενο από τη δυνατότητα να ισχυρισθεί και να αποδείξει, και αντιστοίχως τον ποινικό δικαστή από τη δυνατότητα να δεχθεί, το αντίθετο από εκείνο που αποδεικνύεται αμαχήτως από το τεκμήριο· και β) καταργεί το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, τουλάχιστον ως προς τα αντικειμενικά στοιχεία της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης, ενώ το συμφέρον της μη έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων είναι έλασσον σε σύγκριση με το συμφέρον διαφυλάξεως της προσωπικότητας του ατόμου[56].

Ακόμη υπάρχουν και κάποιες άλλες ειδικές διατάξεις που αφορούν σε απαγορεύσεις επί μέρους αποδεικτικών μέσων και περιορίζουν την απόλυτη ισχύ του δικαιώματος αποδείξεως.

Έτσι στην περίπτωση του επαγγελματικού απορρήτου[57] ως αποδεικτικής απαγόρευσης ο ΚΠΔ στη διάταξη του άρθρου 212 έλυσε την σύγκρουση ανάμεσα στην αξία που έχει για τη δικαιοσύνη και την ασφάλεια του δικαίου η ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας και στην αξία που έχει η εμπιστοσύνη του κοινού σε ορισμένα επαγγέλματα ή κοινωνικά λειτουργήματα, θυσιάζοντας την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και προτιμώντας την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου[58].

Τούτο δικαιολογήθηκε, όμως, μόνο ως εξαίρεση στην ποινική δίκη, όπου, όπως προαναφέρθηκε, δεσπόζει η ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας. Γι’ αυτό το λόγο ο νομοθέτης αναφέρει στο άρθρο 212 ΚΠΔ περιοριστικά τις περιπτώσεις απαγόρευσης εξέτασης ως μαρτύρων ορισμένων κατηγοριών επαγγελμάτων-λειτουργημάτων.

Με άλλα λόγια ο ανακρίνων ή το δικαστήριο οφείλει να μην εξετάσει τα πρόσωπα αυτά, που ανήκουν στις κατηγορίες επαγγελμάτων του άρθρου 212 ΠΚ.

Η αποδεικτική απαγόρευση του άρθρου 212 είναι από εκείνες που ρυθμίζονται από τον ΚΠΔ[59]. Έτσι η κατά παράβαση αυτού του άρθρου αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης των ανωτέρω προσώπων συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας. Μάλιστα η ακυρότητα της δικονομικής πράξης της εξέτασης του απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου καθιστά άκυρη κατά το άρθρο 175 ΚΠΔ και την απόφαση. Επομένως αναφορικά με τα επαγγέλματα-λειτουργήματα του άρθρου 212 ΚΠΔ υπάρχει απαγόρευση εξέτασης (Beweiserhebungsverbot) του αποδεικτικού αυτού μέσου και απαγόρευση αξιοποίησης (Beweisverwendungsverbot).

Παρόμοια αποδεικτική απαγόρευση εξέτασης ορισμένων προσώπων ως μαρτύρων καθιερώνει με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας το άρθρο 211 ΚΠΔ. Έτσι δεν εξετάζονται στο ακροατήριο ως μάρτυρες όσα πρόσωπα άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Εδώ περιλαμβάνονται στην απαγόρευση και αυτοί που άσκησαν τα ανωτέρω καθήκοντα στην προκαταρκτική εξέταση[60] ή ενήργησαν διοικητική εξέταση[61]. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι μετά την ισχύ του Ν. 3180/2003 η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιούται προς την προκαταρκτική εξέταση, και συνεπώς δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος του κατηγορουμένου μαρτυρικές καταθέσεις τούτου, ληφθείσες κατά την ένορκη διοικητική εξέταση[62]. Αντίθετα εξετάζεται στο ακροατήριο ο υπάλληλος του ΣΔΟΕ και γενικά ο οικονομικός υπάλληλος που άσκησε καθήκοντα γραμματέα στην προανάκριση (άρθρα 30 § 23 Ν. 3926/2004 και 174 Ν. 2960/ 2011)[63]. Επίσης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες όσοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την εκδικαζόμενη πράξη[64], ενώ εξετάζεται ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος που αθωώθηκε[65]. Όπως γίνεται φανερό, εδώ καθιερώνεται μια αποδεικτική απαγόρευση, επειδή ο νομοθέτης έκρινε ότι δεν είναι ορθό μάρτυρες, για τους οποίους υπάρχει υποψία προκατάληψης υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, να εξετάζονται στο ακροατήριο[66]. Πάντως στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα δεν περιλαμβάνονται και δεν απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν ή υπέγραψαν την έκθεση συλλήψεως του κατηγορουμένου, εκείνων που παρέλαβαν ή υπέγραψαν την έκθεση της μηνύσεως και εκείνων που υπέβαλαν ή διαβίβασαν απλά τη σχηματισθείσα δικογραφία στον αρμόδιο εισαγγελέα[67].

Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία[68].

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι και η διάταξη του άρθρου 177 ΚΠΔ είναι σύμφωνη με εκείνη του άρθρου 19 § 3 του Συντ., κατά την οποία απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί παράνομα κατά παράβαση του άρθρου αυτού (απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης επικοινωνίας) και των άρθρων 9 (παραβίαση του ασύλου της κατοικίας, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου) και 9Α (προστασία προσωπικών δεδομένων)[69].

Επομένως από τα ανωτέρω προκύπτει ότι καθιερώνεται απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης παράνομων αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν αφήνει περιθώρια στο δικαστή για οποιουδήποτε είδους στάθμιση.

Κατά συνέπεια η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ περιορίζει σημαντικά, και δικαιολογημένα, βέβαια, την απόλυτη ισχύ του δικαιώματος αποδείξεως του κατηγορουμένου.

Ωστόσο η γενική απαγόρευση του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ δεν ισχύει, δηλ. ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την εξέταση ορισμένου αποδεικτικού μέσου, έστω και παράνομου, με την ανωτέρω έννοια στις εξής περιπτώσεις:

α) Όταν το αποδεικτικό μέσο είναι νόμιμο καθ’ εαυτό, αλλά προέρχεται από ένα άλλο παράνομο αποδεικτικό μέσο, εφόσον όμως το νόμιμο αποδεικτικό μέσο δεν εξαρτάται από το παράνομο αποδεικτικό μέσο ενόψει του άρθρου 175 εδ. α’ ΚΠΔ, που προβλέπει την ακυρότητα και των εξηρτημένων μεταγενέστερων πράξεων, π.χ. όταν οι συλλεγέντες δηλητηριώδεις καρποί ευρίσκονται σε τόσο μακρινή και χαλαρή σύνδεση με την επιλήψιμη ανακριτική διαδικασία, ώστε το αρνητικό στίγμα της τελευταίας να μην αφήνει πλέον ίχνη σε αυτούς[70].

β) Όταν το αποδεικτικό μέσο έχει ευθέως εγκληματικό περιεχόμενο, όπως π.χ. η επιστολή στην οποία έχουν καταγραφεί οι απειλές του εκβιαστή· και

γ) όταν το αποδεικτικό μέσο αποτελεί το μοναδικό μέσο που αποδεικνύει την αθωότητα ενός προσώπου που κατηγορείται αδίκως. Διότι η ενδεχόμενη καταδίκη ενός αθώου κατηγορουμένου θα προσέβαλλε βαρύτερα την έννομη τάξη από την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ, ενώ η συνταγματικότητα της εξαίρεσης και, επομένως, της κάμψης της απαγόρευσης δικαιολογείται πειστικά με βάση την διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντ., ενόψει του ότι προφανώς η μη απόδειξη της αθωότητας και η συνεπεία αυτής καταδίκη του κατηγορουμένου συνιστά και προσβολή της αξίας του ανθρώπου[71]. Έτσι η ΑΠ 1351/1997 είχε δεχθεί ότι σε περίπτωση επίκλησης και προσαγωγής από τον κατηγορούμενο μαγνητοταινίας που αποτυπώνει συνομιλία του με τον συγκατηγορούμενό του για την ίδια πράξη χωρίς τη συναίνεσή του και περιέχει στοιχεία που λειτουργούν υπέρ της αθώωσής του «θα ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και θα συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα»[72]. Μάλιστα η ΑΠ 717/1984 είχε δεχθεί εσφαλμένα ότι «η χρήση υπό του κατηγορουμένου της ούτω υπ’ άλλου κτηθείσης μαγνητοταινίας αποκλειστικώς και μόνο προς έλεγχον της αξιοπιστίας μάρτυρος, ούτινος η φωνή αποτυπούται εν αυτή … δεν προσκρούει εις τας διατάξεις των άρθρων 2 § 1, 5 § 1 και 19 του Συντ. και 57 ΑΚ, οι οποίες αναφέρονται εις τον σεβασμόν και προστασίαν του ανθρώπου, την ελευθέραν ανάπτυξιν της προσωπικότητας αυτού, την προστασίαν ταύτης κατά πάσης παράνομης προσβολής και το απόρρητον της καθ’ οιονδήποτε τρόπον ελευθέρας ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας αυτού»[73].

Επομένως το δικαίωμα αποδείξεως έχει απόλυτη ισχύ στην ποινική δίκη, όπως ακριβώς αξιώνει και η απόλυτη ισχύς του δικαιώματος ακροάσεως[74]. Ωστόσο ο μεν δικαστής δεν μπορεί να αναζητεί αποδεικτικά στοιχεία με οποιονδήποτε τρόπο, διότι, ως γνωστόν, «δεν αποτελεί αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου η αναζήτηση της αλήθειας με οποιοδήποτε τίμημα»[75], ο δε κατηγορούμενος, που κατηγορείται αδίκως μπορεί να ζητήσει την αξιοποίηση και ενός παράνομου αποδεικτικού μέσου, εφόσον αυτό αποδεικνύει την αθωότητά του.

  1. IV. Συμπεράσματα

Το δικαίωμα αποδείξεως θεμελιώνεται τόσο στην αξίωση παροχής έννομης προστασίας όσο και στο δικαίωμα ακροάσεως, ενώ συγχρόνως δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι η ανεύρεση της αλήθειας συνδέεται με αυτό[76]. Γι’ αυτό άλλωστε κατά τη διάταξη του άρθρου 334 § 2 ΚΠΔ, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση μπορεί να απορρίπτει όλες τις προτάσεις που δεν βοηθούν καθόλου στην εξακρίβωση της αλήθειας και προκαλούν άσκοπη παράταση της συζητήσεως. Από το δικαίωμα αποδείξεως πηγάζουν οι αρχές της μη περιοριστικής απαρίθμησης των αποδεικτικών μέσων και του μη αποκλεισμού των προβληματικών αποδεικτικών μέσων. Είναι δε γεγονός ότι με το δικαίωμα αποδείξεως, ανεξάρτητα από την αρχή της αυτεπάγγελτης συγκέντρωσης του αποδεικτικού υλικού, που απορρέει από την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, ο διάδικος, και ιδιαίτερα ο κατηγορούμενος, μπορεί να διαμορφώσει αποφασιστικά το αποτέλεσμα της αποδεικτικής διαδικασίας και να κλονίσει μια δεδομένη πεποίθηση του δικαστή. Ωστόσο φαίνεται ότι ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός του δικαιώματος αποδείξεως πολλές φορές επιβάλλεται, όταν το δικαίωμα αυτό συγκρούεται με άλλο ουσιαστικό δικαίωμα άλλου προσώπου ή με άλλα έννομα αγαθά που κατοχυρώνονται συνταγματικά[77]. Έτσι οι διατάξεις των άρθρων 177 § 2 ΚΠΔ και 19 § 3 του Συντ. περιορίζουν σημαντικά την απόλυτη ισχύ του δικαιώματος αποδείξεως του κατηγορουμένου. Τέλος ποτέ δεν επιτρέπεται να απαγορεύεται η αξιοποίηση παράνομα αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου, που αποδεικνύει την αθωότητα ενός προσώπου το οποίο κατηγορείται αδίκως[78].

* Καθηγητής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

  1. Βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Το δικαίωμα αποδείξεως, Προσφορά στον Γεώργιο Μιχαηλίδη-Νουάρο, 1987, σ. 222, 223. Βλ. επίσης Habscheid, Das Recht auf Beweis, ZZP 96 σ. 307, 308. Περαιτέρω ο Καρράς στη μονογραφία του, Η αρχή της δικαστικής ακροάσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ» 29, 1989 σ. 76, αναφέρει τα εξής: «Το υποκείμενο του δικαιώματος έχει περαιτέρω το δικαίωμα προς απόδειξιν των ισχυρισμών του να προσαγάγει κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο ή (και) να ζητήσει την εξέταση κάθε τέτοιου μέσου και την ενέργεια πράξεων συγκεντρώσεως αποδεικτικού υλικού». Βλ. επίσης Μοροζίνη, ΠοινΧρ ΝΖ΄ σ. 468.
  2. Γέσιου-Φαλτσή, ό.α. σ. 223, με περαιτέρω παραπομπές.
  3. Βλ. σχετικά Perrot, Le droit à la preuve. Effektiver Rechtsschutz und verfassungsmässige Ordnung, Die Generalberichte zum VII. Internationalen Kongress für Prozessrecht, Würzburg, 1983 σ. 95 επ.
  4. Βλ. Perrot, ό.α. σ. 96. Ειδικότερα για το ζήτημα, αν η ανεύρεση της αλήθειας αποτελεί περιεχόμενο της παροχής έννομης προστασίας (άρθρο 20 του Συντ.) βλ. Ορφανίδη, Το επιτρεπτό των αποδεικτικών συμβάσεων, 1988, σ. 307 επ.
  5. Βλ. Schwab/Gottwald, Verfassung und Zivilprozess, Effektiver Rechtsschutz und verfassungsmässige Ordnung, Die Generalberichte zum VII. Internationalen Kongress für Prozessrecht, Würzburg, 1983 σ. 37 επ.
  6. Βλ. Habscheid, ό.α. σ. 306, 307.
  7. Βλ. Walter, Freie Beweiswürdigung, 1979, σ. 297 επ. Βλ. επίσης Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.α. σ. 227, 228.
  8. Βλ. Habscheid, Der Anspruch auf Rechtspflege, ZZP 67, σ. 188, 195.
  9. Βλ. Walter, ό.α. σ. 301, 302, με περαιτέρω παραπομπές.
  10. Έτσι Walter, ό.α. σ. 302, που αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: «Die “Idee der Gerechtigkeit” als wesentlicher Bestandteil der Rechtsstaatlichkeit auf die sich das BVerfG beruft, gilt aber gewiß für alle Verfahrensarten, nicht nur für den Strafprozeß, so daß die Folgerung des BVerfG eine Einschränkung der Beweismöglichkeiten bedürfe einer “besonderen Legitimation”, für alle Verfahren gleichermaßen gilt».
  11. Βλ. Καρρά, ό.α. σ. 76, 77, με περαιτέρω παραπομπές· Γέσιου-Φαλτσή, ό.α. σ. 228, με περαιτέρω παραπομπές. Από τη νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου βλ. BVerfGE 59 σ. 129· BVerfGE 60 σ. 247, 249, 250, 252.
  12. Βλ. Καρρά, ό.α. σ. 77.
  13. Βλ. Καρρά, ό.π. σ. 77· Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.α. σ. 228. Βλ. επίσης Πουλαράκη, ΠοινΔικ 2008 σ. 1094 επ.
  14. Βλ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 4η έκδ., 2012, σ. 31, αριθμ. 49.
  15. Βλ. Walter, ό.α. σ. 303, που χαρακτηριστικά αναφέρει: «Δεν υπάρχει numerus clausus για αποδεικτικά μέσα». Βλ. επίσης Δέδε, Θεωρητικά προβλήματα της αποδεικτικής διαδικασίας, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθ. 22, 1985, σ. 27.
  16. Έτσι ορθά Καρράς, Επίτομη ερμ. του ΚΠΔ, 2η έκδ., 2005, σ. 475, με περαιτέρω παραπομπές.
  17. Βλ. Walter, ό.α. σ. 306. Βλ. επίσης Δέδε, ό.α. σ. 27.
  18. Βλ. Walter, ό.α. σ. 307.
  19. Βλ. Ανδρουλάκη, ό.α. σ. 213, αριθμ. 313.
  20. Βλ. Καρρά, Η αρχή της δικαστικής ακροάσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθμ. 29 σ. 78.
  21. Βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.α. σ. 253, 254, που αναφέρει ορθά ότι προκύπτει αναμφίβολα από το πνεύμα του δικαίου της αποδείξεως «η αρχή ότι η αποδεικτική διαδικασία δεν μπορεί να λάβει χώρα κατά παράβαση κανόνων θεμελιωδών, που προστατεύουν την αξία του ανθρώπου και την προσωπικότητα».
  22. Βλ. Frohn, Δίκαιο και Πολιτική, τεύχ. 7, 1983, σ. 51.
  23. Alsberg / Nüse / Meyer, Der Beweisantrag im Strafproseß, 5. Aufl., 1983, σ. 19 επ.
  24. Gössel, Πρακτικά του ΣΤ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου, 1988 σ. 109.
  25. Βλ. επίσης Gössel, Πρακτικά του ΣΤ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου, 1988 σ. 109· Frohn, Δίκαιο και Πολιτική τεύχ. 7, 1983, σ. 53. Από την ελληνική θεωρία βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2011, σ. 683, αριθμ. 689, με περαιτέρω παραπομπές, που ορθά επισημαίνει τα εξής: «… ανεξάρτητα από το σύστημα συγκέντρωσης του αποδεικτικού υλικού που ισχύει στη συγκεκριμένη διαδικασία, ο φορέας του δικαιώματος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τη διαμόρφωση του τόσο κρίσιμου αυτού σταδίου της διαδικασίας, όπως είναι η αποδεικτική διαδικασία, η οποία άλλωστε αποτελεί και τον πυρήνα κάθε διαδικασίας».
  26. Βλ. σχετικά BGHSt 6 σ. 128· BGH NStZ 1981 σ. 363.
  27. Βλ. BVerfGE σ. 5, 6.
  28. Βλ. σχετικά Walter, ό.α. σ. 329 επ. Έτσι και Δέδες, ό.α.
  29. Βλ. Δέδε, ό.α, σ. 28.
  30. Βλ. SchmidAßmann στο Maunz-Dürig, Komm. z. GG., άρθρ. 103 I, αριθμ. 29.
  31. Το σχετικό δικαίωμα υποβολής αιτήσεως διεξαγωγής αποδείξεων στη γερμανική ποινική δίκη ρυθμίζεται στις §§ 244 παρ. 3-6, 245 και 246 του γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας (StPO). Ωστόσο η γερμανική νομολογία διακρίνει μεταξύ της αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων (Beweisantrag), της αίτησης αποδεικτικής διερεύνησης (Beweisermittlungsantrag) και της απλής παρότρυνσης διενέργειας αποδείξεων (Beweisanregung) (βλ. Beulke, Strafprozessrecht, 12η έκδ. σ. 295, αριθμ. 435· Roxin / Schünemann, Strafverfahrensrecht, 27η έκδ. 2012, σ. 374 επ. αριθμ. 5 επ.). Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί ότι στο γερμανικό κώδικα ποινικής δικονομίας (StPO) σε αντίθεση με τη ρύθμιση που προβλέπεται στον ελληνικό ΚΠΔ, κατά την οποία η αίτηση υποβολής διεξαγωγής αποδείξεων πρέπει να συμβάλλει στην εξακρίβωση της αλήθειας (άρθρο 334 § 2 σε συνδ. με άρθρο 274 εδ. β΄ ΚΠΔ), η απόρριψη αιτήσεων διεξαγωγής αποδείξεων επιτρέπεται μόνο βάσει ορισμένων λόγων (βλ. σχετικά MeyerGoßner, 56η έκδ., 2013, § 244, αριθ. 44 επ.· Roxin / Schünemann, ό.π. σ. 376 επ., αριθμ. 12 επ. Βλ. επίσης Μοροζίνη, ΠοινΧρ ΝΖ΄ σ. 471 επ.· Schlüchter, Γερμανικό Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, επιμέλεια-μετάφραση Ό. Τσόλκα 2000, σ. 208 επ.· Beulke, Strafprozessrecht, 12η έκδ., 2012, σ. 298, αριθμ. 439 επ.
  32. Βλ. Καρρά, Επιτ. Ερμ. του ΚΠΔ, 2η έκδ. 2005, σ. 815, με περαιτέρω παραπομπές. Βλ. επίσης ΑΠ 1108/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ· Schlüchter, Γερμανικό ποινικό δικονομικό δίκαιο, 2000, σ. 207, με περαιτέρω παραπομπές· Gössel, ό.α. σ. 94 επ. Βλ. επίσης Beulke, Strafprozessrecht, 12η έκδ., 2012, σ. 296, αριθμ. 436· Volk, Grundkurs StPO, 7η έκδ., 2010 σ. 228 επ.· Roxin / Schünemann, 27η έκδ., 2012, σ. 374 επ., αριθμ. 5 επ.· Alsberg / Nüse, ό.α. σ. 29 επ.
  33. Έτσι ορθά Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ. 2011, σ. 682, αριθμ. 689. Βλ. επίσης Μοροζίνη, ΠοινΧρ ΝΖ΄ σ. 469, 470. Από τη νομολογία βλ. ΑΠ 1561/1999, ΝοΒ 48 (2000), σ. 339.
  34. Βλ. επίσης ΑΠ 1527/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ. Από τη θεωρία βλ. Α. Τριανταφύλλου, Ζητήματα Μαρτυρικής Απόδειξης στην Ποινική Δίκη, 2014, σ. 304.
  35. ΑΠ 495/2014, ΠοινΧρ ΞΕ΄ σ. 411. Βλ. επίσης Μοροζίνη, ΠοινΧρ ΞΕ΄ σ. 49.
  36. Βλ. ΑΠ 1825/2003, ΠοινΧρ ΝΔ΄ σ. 716.
  37. Βλ. αναλυτικότερα Καρρά, Η αρχή της δικαστικής ακροάσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθμ. 29, 1989, σ. 195, 196. Βλ. επίσης Δέδε, ό.α σ. 26. Ειδικότερα για την παράλειψη του δικαστηρίου να εξετάσει προτεινόμενους μάρτυρες υπεράσπισης βλ. Α. Τριανταφύλλου, ό.α., σ. 314 επ.
  38. Έτσι Καρράς, ό.α. σ. 195, 196.
  39. Βλ. ΑΠ 1251/2009 ΠΛογ 2009 σ. 639.
  40. Σύμφωνα με τον Καρρά, ό.α. σ. 195, από την ανωτέρω διάταξη απορρέει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση τόσων μαρτύρων υπερασπίσεως, όσων και οι προσκληθέντες ή εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας. Βλ. επίσης για την πλούσια νομολογία του ΕΔΔΑ Τζαννετή, ΠοινΧρ ΝΗ΄ σ. 394. Από τη νομολογία βλ. ΑΠ 339/2013, ΠοινΧρ ΞΓ΄ σ. 661, σύμφωνα με την οποία προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβίασης του δικαιώματος των κατηγορουμένων να εξετάσουν ή να ζητήσουν να εξετασθούν οι μάρτυρες υπεράσπισης υπό τους αυτούς όρους με τους μάρτυρες κατηγορίας. Βλ. επίσης ΑΠ 34/1954, ΠοινΧρ Δ΄ σ. 140, όπου και αγόρ. Αντεισ. ΑΠ Κ. Κόλλια.
  41. Barbera VS Ισπανίας (§ 78).
  42. Βλ. και Καρρά, ό.α. σ. 195.
  43. Βλ. επίσης ΑΠ 251/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ.
  44. Βλ. ΑΠ 251/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ. Βλ. επίσης ΑΠ 136/1998, ΠοινΧρ ΛΗ΄ σ. 599 επ.
  45. Βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ. 2011, σ. 297, αριθμ. 448, υποσ. 76. Πρβλ. Γκενεράλη, ΠοινΧρ ΜΗ΄ σ. 433 επ.
  46. Βλ. Καρρά, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1264/1986, ΠοινΧρ ΛΖ΄ σ. 82, του ίδιου, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2011, σ. 726, αριθμ. 728. Βλ. επίσης ΠοινΧρ ΝΕ΄ σ. 54· ΑΠ 279/2004· ΑΠ 732/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄ σ. 767· ΑΠ 624/2013, ΠοινΧρ ΝΔ΄ σ.133.
  47. Βλ. ΑΠ 992/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 898/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ.
  48. Έτσι ορθά Καρράς, ό.α. σ. 682, αριθμ. 689. Βλ. επίσης Μοροζίνη, ΠοινΧρ ΝΖ΄ σ. 469, 470.
  49. Βλ. ΑΠ 651/2013 ΠοινΔικ 2014 σ. 398.
  50. Βλ. ΑΠ 189/2005, ΠΛογ 2005, σ. 250.
  51. Βλ. Καρρά, Η αρχή της δικαστικής ακροάσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ» αριθμ. 29, 1989 σ. 197.
  52. Βλ. Καρρά, ό.π., σ. 197, 198.
  53. Βλ. ΑΠ 1051/1996, ΠοινΧρ ΜΖ΄ σ. 562.
  54. Βλ. ΑΠ 343/2010 ΠοινΔικ 2010 σ. 1220 και ΑΠ 441/2008, ΠοινΧρ ΝΗ΄ σ. 695, που δέχονται ότι η αμετάκλητη κρίση δεσμεύει το δικαστήριο που δικάζει τη δυσφήμιση όχι υπό την έννοια του δεδικασμένου, αλλά υπό την έννοια ότι από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο περί της αναλήθειας των γεγονότων, τα οποία συνιστούν περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμισης.
  55. Βλ. Ανδρουλάκη, ΠοινΧρ ΝΔ΄ σ. 769 επ., 773. Βλ. επίσης Μακρή, ΠοινΔικ 2010 σ. 336 επ.· Παπαδαμάκη, Υπερ. 1997 σ. 94.
  56. Βλ. ΕφΠατρ 921/2004, ΠοινΧρ ΝΕ΄ σ. 64. Βλ. επίσης ΑΠ 469/2008, ΠοινΔικ 2008, σ. 1267. Από τη νομολογία του ΕΔΔΑ απόφαση βλ. Salabiaku κατά Γαλλίας της 7.10.1988.
  57. Βλ. σχετικά Ά. Κωνσταντινίδη, «Καθήκον μαρτυρίας» και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Β’, 1991, σ. 13 επ. Ωστόσο σύμφωνα με το βούλευμα του ΣυμβΠλημΑθ 1966/2014, ΠοινΔικ 2014 σ. 925, με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 6 Ν. 3296/2004 και 17Α Ν. 2523/1997 θεσπίσθηκε κάμψη κάθε επαγγελματικού (και του δικηγορικού) απορρήτου, το οποίο πλέον δεν αντιτάσσεται από τον φορέα του έναντι των οργάνων του ΣΔΟΕ κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων τους, αλλά και ενώπιον του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος κατά την άσκηση του έργου του.
  58. Έτσι Lenckner, NJW 1965, σ. 321 επ.· Σπινέλλη, ΠοινΧρ ΛΣΤ΄ σ. 867. Από την ελληνική θεωρία βλ. Χρ. Μπάκα, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄ σ. 769 επ.· Ά. Κωνσταντινίδη, ΠΛογ 2006, σ. 347 επ.· Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΧρ ΝΣΤ΄ σ. 289 επ.
  59. Βλ. Ανδρουλάκη, ό.α. σ. 468, αριθμ. 772· Σπινέλλη, ΠοινΧρ ΛΣΤ΄ σ. 867.
  60. Βλ. ΟλΑΠ 1/2004, ΠοινΧρ ΝΕ΄ σ. 113.
  61. Βλ. ΑΠ 1524/2006, ΠΛογ 2006 σ. 1412.
  62. Βλ. ΑΠ 2324/2009, ΠραξΛογΠΔ 2010 σ. 6. Αντίθετη η ΟλομΑΠ 4/2008, ΠοινΧρ ΝΗ΄ σ. 691, με αντίθετες ορθές παρατηρήσεις Ζαχαριάδη. Προς την ίδια κατεύθυνση και η ΑΠ 550/2014, ΠοινΧρ ΞΕ΄ σ. 201, ιδίως ενόψει του ότι στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και οι διατάξεις που προβλέπουν εξαίρεση χρήσεως ενός αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 211 στοιχ. α΄ ΚΠΔ, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
  63. Βλ. ΑΠ 570/2012, ΠοινΧρ ΞΓ΄ σ. 102.
  64. Βλ. ΑΠ 663/2002, ΠοινΧρ ΝΓ΄ σ. 216.
  65. Βλ. ΑΠ 1333/2006, ΠΛογ 2006 σ. 1271.
  66. Βλ. Μπουρόπουλο, ΕρμΚΠΔ, τόμ. Α΄, 2η έκδ. 1957, σ. 282.
  67. Βλ. ΑΠ 1261/2009, ΠΛογ 2009 σ. 643.
  68. ΑΠ 1351/1997, ΝοΒ 46 (1998), σ. 568, 569· ΑΠ 9/1994 ΠοινΧρ ΜΔ΄ σ. 215 επ. Bλ. επίσης ΑΠ 1568/2004, ΠοινΔικ 2005, σ. 98· ΤρΠλημΑθ 11745/2011 (αδημ.).
  69. Από τη νομολογία βλ. ΟλΑΠ 1/2001, ΠΛογ 2001 σ. 2201 επ., που δέχεται ότι η μαγνητοταινία στην οποία αποτυπώθηκε η συνομιλία χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σε πολιτική δίκη, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση. Πρβλ. ΑΠ 42/2004, ΠΛογ 2004 σ. 66, κατά την οποία δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη λήψη υπόψη μαγνητοφωνημένων συζητήσεων του κατηγορουμένου με τον συγκατηγορούμενό του χωρίς τη συναίνεση του, εφόσον δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι η μαγνητοταινία ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο της αθωότητας του κατηγορουμένου. Επίσης σύμφωνα με την ΑΠ 277/2014, ΠοινΧρ ΞΕ΄ σ. 264, η καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας με τεχνικά μέσα σε ψηφιακό δίσκο, ο οποίος αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο, λαμβάνεται παραδεκτώς υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έστω και αν σε αυτό περιέχεται η αθέμιτη μαγνητοσκόπηση με τεχνικά μέσα εκδηλώσεων του κατηγορουμένου, που όμως πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτόν υπηρεσιακών καθηκόντων, αφού η τελευταία υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Επίσης με τη συνταγματική αρχή του απορρήτου της επικοινωνίας προστατεύεται το περιεχόμενο κάθε μορφής επικοινωνίας, δηλ. και εκείνης που γίνεται μέσω τηλεφωνικής σύνδεσης με σύνδεση στο διαδίκτυο και αφορά την προσωπική και ιδιωτική ζωή, η οποία ως απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο δεν λαμβάνεται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή την λήψη μέτρων καταναγκασμού. Δεν αποτελεί, όμως, απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο η αποκάλυψη των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας (βλ. ΑΠ 203/2014, ΠοινΧρ ΞΕ΄ σ. 103). Έτσι οι διατάξεις του π.δ. 47/2005, με τις οποίες επεκτείνεται το απόρρητο των επικοινωνιών στις επικοινωνίες μέσω διαδικτύου και στα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, είναι ανίσχυρες, δηλ. δεν καλύπτονται από τη διάταξη του άρθρου 19 του Συντ. (βλ. ΑΠ 203/2014, ΠοινΧρ ΞΕ΄ σ. 103).
  70. Βλ. Καρρά, Η αναίρεση στην ποινική δίκη, β΄ έκδ. 2013, σ. 213. Βλ. επίσης Δημητράτο, Περί των αποδεικτικών απαγορεύσεων στην ποινική δίκη, σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ» αριθμ. 35 σ. 60.
  71. Βλ. αναλυτικά Ηλιοπούλου-Στράγγα, Χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, 2003, σ. 63 επ. Βλ. επίσης Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 4η έκδ., 2012 σ. 211, αριθμ. 321· Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2011, σ. 697, αριθ. 706· Ά. Κωνσταντινίδη, Η απόδειξη στην ποινική δίκη, 2012, σ. 298· του ίδιου, «Καθήκον μαρτυρίας» και «επαγγελματικό απόρρητο» στην ποινική δίκη, τεύχ. Β΄, 1991, σ. 21. Βλ. επίσης ΑΠ 653/2013, ΠοινΧρ ΞΔ΄ σ. 34· ΑΠ 1323/2011, ΠοινΧρ ΞΒ΄ σ. 501· ΑναθΔικ 1/2013, ΠοινΧρ ΞΔ΄ σ. 73. Αντίθετη άποψη διατυπώνει ο Σπινέλλης, ΠοινΧρ ΛΣΤ΄ σ. 880, κατά τον οποίο ο δικαστής θα σταθμίσει από τη μία μεριά το είδος και τη βαρύτητα του εγκλήματος και από την άλλη το είδος του ατομικού δικαιώματος και το μέγεθος της προσβολής, που θα συνιστούσε η χρησιμοποίηση του αποδεικτικού μέσου.
  72. ΑΠ 1351/1997, ΝοΒ 46 (1998) σ. 570.
  73. ΑΠ 717/1984, ΠοινΧρ ΛΔ΄ σ. 1030 επ., όπου και αντίθετη, αλλά ορθή αγόρευση Σταμάτη.
  74. Βλ. Καρρά, Η αρχή της δικαστικής ακροάσεως στην ποινική δίκη, Σειρά «ΠΟΙΝΙΚΑ», αριθμ. 29, 1989, σ. 197.
  75. Βλ. BGHSt 14 σ. 358, 365.
  76. Βλ. Ορφανίδη, ό.α., σ. 310.
  77. Βλ. Walter, ό.α. σ. 309, 10. Πρβλ. Eser, ZRP 1971, σ. 102.
  78. Βλ. ΑΠ 1323/2011, ΠοινΧρ ΞΒ΄ σ. 500.