Όψεις των εγκλημάτων μίσους στην Ελλάδα και προτάσεις για την αντιμετώπισή τους

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΑΛΚΙΑ

 Όψεις των εγκλημάτων μίσους στην Ελλάδα και προτάσεις

για την αντιμετώπισή τους

 

Αναστασια Χαλκια*

 

Ι. Εννοιολογική και θεωρητική προσέγγιση των εγκλημάτων μίσους

Ως έγκλημα μίσους ορίζεται η εγκληματική πράξη που υποκινείται από έχθρα ή προκατάληψη ενάντια σε ένα άτομο ή την περιουσία του (κινητή και ακίνητη), βασιζόμενη σε πραγματικά ή εικαζόμενα φυλετικά, εθνικά/εθνοτικά, θρησκευτικά, έμφυλα χαρακτηριστικά, στην αναπηρία και στο σεξουαλικό προσανατολισμό του θύματος (McLaughlin, 2006, σ. 194). Ο ανωτέρω εγκληματολογικός ορισμός περιλαμβάνει τις βασικές διαστάσεις των νομικών ορισμών των εγκλημάτων μίσους στην Ευρώπη και εν γένει στις Δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες. Ομοίως, η ελληνική έννομη τάξη σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.4285/2014, αναφέρει ότι οι πράξεις ή οι ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων «προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία».

Μολονότι τα εγκλήματα μίσους είναι εγγενή[1] στις ανθρώπινες κοινωνίες, η πολιτειακή και η επιστημονική εστίαση σε αυτά είναι σχετικά πρόσφατες. Η αναγωγή των εγκλημάτων μίσους σε αυτόνομο κοινωνικό ζήτημα και διακριτό έγκλημα υπήρξε αποτέλεσμα των αντιρατσιστικών κινημάτων καθώς και των εκστρατειών αναφορικά με τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, των γυναικών και των ατόμων με ειδικές ανάγκες (McLaughlin, 2006, σ. 194). Ο διακριτός χαρακτήρας των εγκλημάτων μίσους έναντι άλλων εγκλημάτων προσδιορίζεται από α. το κίνητρο του δράστη β. τις συνέπειές τους (OSCE-ODIHR, 2009, σ. 20-29). Ως προς το πρώτο, τα εγκλήματα μίσους προσβάλλουν την ταυτότητα του ατόμου καθ’ εαυτή (φυλή, χρώμα, θρησκεία κ.λπ.), δηλαδή, την υποκειμενική και υπαρξιακή του υπόσταση, με αποτέλεσμα να προκαλείται μεγαλύτερη βλάβη συγκριτικά με άλλου είδους εγκλήματα, εφόσον το θύμα δεν είναι δυνατόν να αλλάξει βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του (π.χ. χρώμα δέρματος) ή δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα αποκηρύξει τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του για τα οποία θυματοποιήθηκε (π.χ. σεξουαλικός προσανατολισμός). Ως προς τις συνέπειες, τα εγκλήματα μίσους γενικεύουν και κλιμακώνουν το φόβο θυματοποίησης στην ομάδα/κοινότητα που μοιράζεται το ίδιο χαρακτηριστικό με το θύμα. Επιπρόσθετα, μέσα από την «κανονικοποίησή» τους, λόγω της συχνότητας τέλεσης και της ανεπαρκούς αντιμετώπισης, προσβάλλονται η αξιοπρέπεια του ατόμου, η ιδέα της ισότητας μεταξύ των μελών της κοινωνίας, ο πλουραλιστικός χαρακτήρας της, οι δημοκρατικοί θεσμοί και αξίες της (Χαλκιά, 2013).

Ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) προσδιορίζει επιχειρησιακά τα εγκλήματα μίσους ως ποινικά αδικήματα που υποκινούνται από προκαταλήψεις. Το πρώτο χαρακτηριστικό, επομένως, των εγκλημάτων μίσους είναι ότι συνιστούν αδικήματα του ποινικού δικαίου (επίθεση, καταστροφή περιουσίας, δολοφονία κ.λπ.). Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι το έγκλημα που διεπράχθη υποκινήθηκε λόγω ενός τουλάχιστον από τα προαναφερθέντα κίνητρα που στηρίζονται σε συγκεκριμένες προκαταλήψεις. Για να εκτιμηθεί εάν μια εγκληματική πράξη υποκινήθηκε από προκατάληψη, ο ΟΑΣΕ χρησιμοποιεί ορισμένους «δείκτες προκαταλήψεων» που παρέχουν κριτήρια αξιολόγησης του πιθανού κινήτρου, αν και δεν αποδεικνύουν απαραιτήτως ότι η προκατάληψη ήταν το κίνητρο της πράξης. Οι εν λόγω δείκτες περιλαμβάνουν την πρόσληψη του θύματος σχετικά με το αν η πράξη υποκινήθηκε ή όχι από προκατάληψη, την προφορική ή τη γραπτή αναφορά του δράστη στα χαρακτηριστικά της ταυτότητας του θύματος, τη διαφοροποίηση μεταξύ δράστη και θύματος αναφορικά με τη φυλή, τη γλώσσα κ.λπ., τη συμμετοχή του δράστη σε οργανωμένες ομάδες μίσους (π.χ. παραστρατιωτικές ή εθνικιστικές οργανώσεις), τη σημασία που έχει για μια ομάδα, στην περίπτωση των επιθέσεων κατά της περιουσίας (κινητής ή ακίνητης), μια συγκεκριμένη δομή ενωσιακού χαρακτήρα ή μία τοποθεσία, λόγω π.χ. θρησκευτικών ή άλλων συμβολικών διαστάσεων που φέρει (OSCE-ODIHR, Annual Report for 2012, σ. 149). Σε ένα έγκλημα μίσους, επίσης, μπορεί να συντρέχουν πολλαπλές προκαταλήψεις (π.χ. θρησκευτικές και εθνικές) αλλά και η πράξη καθ’ εαυτή ενδέχεται να σχετίζεται με το υλικό όφελος που προκύπτει από την κλοπή χρημάτων, κινητού τηλεφώνου κ.λπ. (OSCE-ODIHR, Annual Report for 2012, σ. 150). Συνεπώς τα κίνητρα των δραστών στα εγκλήματα αυτά είναι πολλές φορές είναι μικτά. Ως εκ τούτου, η απόδειξη του κινήτρου καθίσταται εξ αντικειμένου δύσκολη, με αποτέλεσμα να ελλοχεύει, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος υποαναφοράς ή υπερναφοράς του εν λόγω εγκλήματος είτε από τις αστυνομικές στατιστικές είτε από τις έρευνες θυματοποίησης.

Όσον αφορά το επιστημονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η κατανόηση και η ερμηνεία των εγκλημάτων μίσους διαπιστώνονται τα εξής: η βιβλιογραφία κυριαρχείται από την εμπειρία των εγκλημάτων μίσους, όπως αυτή διαμορφώνεται στις Δυτικές κοινωνίες, καθώς οι μελέτες αφορούν, στην πλειονότητά τους, όσα συμβαίνουν στα Δυτικά βιομηχανοποιημένα κράτη (Perry, 2014). Ως εκ τούτου, από εγκληματολογική σκοπιά, ελάχιστα είναι γνωστά, επί παραδείγματι, για τη φυλετική ή τη θρησκευτική βία στην Ιαπωνία, την ομοφοβική βία στη Σαουδική Αραβία και σε άλλα κράτη της Ασίας. Από την άλλη πλευρά, στις Δυτικές κοινωνίες υπάρχουν εγκλήματα που διαφεύγουν της προσοχής των εγκληματολόγων, όπως η εθνική κάθαρση που έλαβε χώρα στα Βαλκάνια και ειδικά στην πρώην Γιουγκοσλαβία[2] ή η σχέση μεταξύ εγκλημάτων μίσους και τρομοκρατικών πράξεων, όπως η διπλή επίθεση από τον Α.Β.Breivik, το 2011, στη Νορβηγία[3]. Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται προφανές ότι η προσέγγιση των εν θέματι εγκλημάτων επιχειρείται υπό συγκεκριμένη οπτική και συχνά εξαντλείται σε ένα μονοθεματικό ερμηνευτικό πλαίσιο, χωρίς να εμπλουτίζεται από γεγονότα που λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Επιπρόσθετα, είναι απαραίτητο να διακρίνονται πράξεις ή ενέργειες που μπορεί μεν να προσομοιάζουν με εγκλήματα μίσους αλλά δεν ανήκουν σε αυτά, ώστε να αποφευχθούν πιθανές εννοιολογικές επικαλύψεις μεταξύ διαφορετικών μορφών εγκληματικότητας. Συγκεκριμένα πράξεις μίσους που αφορούν ολική ή μερική καταστροφή για παράδειγμα μιας εθνοτικής ή θρησκευτικής ομάδας κατά τρόπο συστηματικό και εκτεταμένο περιλαμβάνονται στο έγκλημα της γενοκτονίας το οποίο τιμωρείται με βάση το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο (Βούλγαρης, 2015). Διαπιστώνεται, επομένως, ότι εγκλήματα αυτής της έκτασης μολονότι εμπεριέχουν διαστάσεις των εγκλημάτων μίσους, δεν εμπίπτουν σε αυτή τη μορφή εγκληματικότητας, καθότι προϋποθέτουν μαζικές και οργανωμένες πράξεις βίας που ξεπερνούν το κοινό και μεμονωμένο έγκλημα μίσους.

Όσον αφορά τη θεωρητική προσέγγιση των εγκλημάτων μίσους, οι σχετικές μελέτες εστιάζουν κυρίως σε ερμηνείες μακρο και μικροεπιπέδου. Αναλυτικότερα, οι μακρο-πολιτικοοικονομικές θεωρίες (κριτική θεωρία) δίνουν έμφαση στο οικονομικο-κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο που δημιουργεί το κατάλληλο υπόβαθρο για την εμφάνιση ρατσιστικών και ξενοφοβικών εκδηλώσεων, οι οποίες κορυφώνονται με πράξεις βίας. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτισμικές θεωρίες εστιάζουν στις αξίες και στις πεποιθήσεις των διαφορετικών πολιτισμών. Συγκεκριμένα, η «ξένη» κουλτούρα προσλαμβάνεται ως προσβάλλουσα τις παραδοσιακές αξίες και τις πεποιθήσεις της κυρίαρχης (Beck, 2001, σ. 6480). Γι’ αυτό «τόσο οι δομικοί αποκλεισμοί όσο και οι πολιτισμικές απεικονίσεις κάνουν τα μέλη μιας μειονότητας ευάλωτα απέναντι στη συστημική βία και ειδικά την εθνοβία. Το πρώτο τους κάνει ευάλωτους στόχους, το δεύτερο «νόμιμους» στόχους» (Perry, 2003, σ. 17). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη θεωρία της φυλετικής απειλής, η αύξουσα παρουσία και η ορατότητα των μειονοτήτων προσλαμβάνονται από την κυρίαρχη φυλετική/εθνική ομάδα ως οικονομική, πολιτική κοινωνική και πολιτισμική απειλή (D’Alessio, Stolzenberg, & Eitle, 2002). Οι προσεγγίσεις αυτές αναφέρονται κυρίως σε περιβάλλοντα που χαρακτηρίζονται από έντονη πληθυσμιακή ανομοιογένεια (Πανούσης, 2012). Διαφορετική προσέγγιση, σύμφωνα με τη μέθοδο της ολοκλήρωσης στην Εγκληματολογία (Walters, 2011), επιχειρείται με τη σύνθεση των θεωριών έντασης (Merton), της θεωρίας δράσης να «κάνεις τη διαφορά» -structured action theory of ‘doing difference’(Perry)- και της θεωρίας του αυτο-ελέγχου (Gottfredson/Hirschi). Οι δύο πρώτες αναφέρονται στο μακροεπίπεδο και η τρίτη στο μικροεπίπεδο, προκειμένου να ερμηνευθεί γιατί στο ίδιο κοινωνικό πλαίσιο κάποιοι προβαίνουν στην τέλεση πράξεων ρατσιστικής βίας, ενώ άλλοι όχι. Από την άλλη πλευρά, οι ατομοκεντρικές προσεγγίσεις σχετικά με το προφίλ των δραστών εστιάζουν κυρίως στις ψυχοπαθολογικές και ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις (Pardy, 2011), στη στρατολόγηση και στη συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες ρατσιστικού μίσους, στο προϋπάρχον ποινικό μητρώο, στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, στην προηγούμενη ψυχιατρική μεταχείριση, στα χαρακτηριστικά της αυταρχικής προσωπικότητας (Craig, 2002, σ. 94-97).

Όσον αφορά τα κίνητρα του δράστη, οι McDevitt/Levin/Bennett (2002), επιχειρώντας να διατυπώσουν μια τυπολογία των κινήτρων που ωθούν στην τέλεση εγκλημάτων μίσους, αναφέρουν τέσσερα διαφορετικά κίνητρα: 1. Εγκλήματα μίσους που αναζητούν τη συγκίνηση: H επιβολή πόνου σε άλλους προσφέρει σε ομάδες ατόμων σαδιστική συγκίνηση, όπως π.χ. οι έφηβοι μπορεί να διασκεδάζουν, καταστρέφοντας ιδιοκτησίες άλλων ή όσων προσλαμβάνουν ως διαφορετικούς. 2. Αντιδραστικά (αμυντικά) εγκλήματα μίσους: Οι δράστες θεωρούν ότι μέσω της συμπεριφοράς τους προστατεύουν την κοινότητα ή/και την ευρύτερη κοινωνία από τους «άλλους», οι οποίοι αποτελούν κίνδυνο για τη συνοχή, την κανονικότητα της καθημερινότητας και την «καθαρότητα» π.χ. του έθνους. 3. Εγκλήματα μίσους με αποστολή: Ο δράστης θεωρεί ότι θα διώξει το «κακό» από τον κόσμο, όπως, για παράδειγμα, συνέβη, με τις ομάδες των skinheads, την Kου-Κλουξ-Κλαν. 4. Εγκλήματα μίσους ως αντίποινα: Αποτελούν απάντηση στο πλαίσιο της άτυπης κοινωνικής αντίδρασης απέναντι σε ένα έγκλημα που είτε συνέβη είτε θεωρήθηκε ότι συνέβη και, συνήθως, συμβάλλουν σε έναν αέναο κύκλο αναπαραγωγής των εγκλημάτων μίσους.

Σύμφωνα με την Perry (2001) σημαντική για την κατανόηση του θεωρητικού πλαισίου των εγκλημάτων ρατσιστικού μίσους είναι η συμβολή της κοινωνικής ταυτότητας και των ιεραρχήσεων που αποτυπώνονται σε αυτή. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι στις σύγχρονες κοινωνίες η εξουσία θεμελιώνεται βάσει της κυριαρχίας της πάνω σε όσους ορίζονται ως διαφορετικοί (doing difference –κατά το doing gender), τους οποίους απομονώνει, αποκλείει και περιθωριοποιεί. Συνεπώς, το ζήτημα της ετερότητας και της ιεράρχησής της καθίσταται εξαιρετικά σημαντικό. Στην ύστερη νεωτερικότητα, με την υποχώρηση του κυριαρχικού ρόλου της παράδοσης, η προσωπική ή/και η συλλογική βιογραφία, όπως πραγματώνονται στους θεσμούς της οικογένειας, της εργασίας αλλά και στο περιβάλλον κατοικίας, προσλαμβάνονται ως επισφαλείς. Στο πλαίσιο αυτό η εθνικότητα, η φυλή, το φύλο, η κοινωνική τάξη, η θρησκεία θεωρούνται ως «ασφαλείς τόποι» μέσα σε ένα περιβάλλον που λογίζεται ανασφαλές (Young, 2007, σ.3). Για τη διαχείριση της ανασφάλειας ενεργοποιείται, συλλογικά και ατομικά, ο μηχανισμός απόδοσης συγκεκριμένων και στιβαρών κοινωνικών ταυτοτήτων, τόσο στην έξω όσο και στην εσω-ομάδα. Εν προκειμένω, τίθενται, στην προσπάθεια αναζήτησης ενός «ασφαλούς τόπου», ζητήματα του είδους «ποιοι είμαστε εμείς» και «ποιοι είναι οι άλλοι». Για το λόγο αυτό η «ετεροποίηση» (othering)[4], ως κοινωνική διαδικασία, δύναται να δημιουργήσει έναν «καλό εχθρό», μέσα από πεποιθήσεις που θεωρούν τον άλλον ως «αιτία» μιας σειράς προβλημάτων και ως εγγενώς «διαφορετικό» από τους υπόλοιπους (Young, 2003, σ. 400). Οι προαναφερθείσες θεωρητικές προσεγγίσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη αλληλοαποκλειόμενες. Εν αντιθέσει, η εξηγητική τους δυναμική ευρίσκεται στη διερεύνηση της αλληλεπίδρασης των επιμέρους προσδιοριστικών παραγόντων των εγκλημάτων μίσους.

Από την άλλη πλευρά, επιμέρους ταυτότητες συνυπάρχουν σε κάθε μεμονωμένο άτομο. Για παράδειγμα, ένα θύμα εγκλήματος μίσους δεν είναι μόνο μουσουλμάνος, αλλά μπορεί να είναι και ομοφυλόφιλος και παρίας. Στοχοποιείται, δηλαδή, ένα άτομο επειδή είναι ή θεωρείται μουσουλμάνος αλλά παράλληλα σε αυτό συνυπάρχουν ευαλωτότητες άλλης τάξης οι οποίες ενδέχεται να συντείνουν στη θυματοποίησή του. Σύμφωνα λοιπόν με το ανωτέρω παράδειγμα, το άτομο που είναι μουσουλμάνος, ομοφυλόφιλος και παρίας έχει περισσότερες πιθανότητες να στοχοποιηθεί έναντι ενός άλλου ατόμου που είναι μουσουλμάνος, ετερόφυλος, οικονομικά και κοινωνικά ενταγμένο και δεν συχνάζει σε περιβάλλοντα υψηλού ρίσκου (πλατείες του κέντρου της πόλης όπου συγκεντρώνονται μετανάστες και στοχοποιούνται από άλλες ομάδες). Επομένως, αυτή καθ΄ εαυτή η ιδιότητα του ατόμου που προσβάλει το έγκλημα μίσους συμβαίνει να μην είναι αποκομμένη από άλλες που συνυπάρχουν και οι οποίες σωρευτικά ωθούν στην εκδήλωση εγκληματικών συμπεριφορών και αυξάνουν την πιθανότητα τέλεσής τους. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, αναγκαία κρίνεται η περαιτέρω θεωρητική και εμπειρική προσέγγιση των εγκλημάτων μίσους προκειμένου να κατανοηθούν υπό το φως ενός πιο σύνθετου και πολυεπίπεδου πλαισίου.

ΙΙ. Ιστορία της ελληνικής «αντιρατσιστικής νομοθεσίας»

Επιχειρώντας μία σύντομη σκιαγράφηση της ιστορίας της ελληνικής «αντιρατσιστικής» νομοθεσίας παρατηρείται ότι η Ελλάδα ήδη από το 1979 με τον ν.927/1979 «Περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις» καθιστά «αξιόποινη κάθε διάδοση ιδεών με βάση τη φυλετική ανωτερότητα ή το φυλετικό μίσος, κάθε παρότρυνση σε φυλετική διάκριση, καθώς και όλες τις πράξεις βίας που στρέφονται κατά οποιασδήποτε φυλής ή ομάδας προσώπων άλλου χρώματος ή εθνοτικής προέλευσης». Στη συνέχεια, πέντε χρόνια μετά, με τον ν.1419/1984 προστίθενται στα ανωτέρω και οι διακρίσεις λόγω θρησκεύματος. Το 2001 με τον ν.2190/2001 προστίθεται η αυτεπάγγελτη δίωξη (άρθρο 39 παρ. 4), ενώ με τον ν.3719/2008 ο γενετήσιος προσανατολισμός (άρθρο 79 παρ. 3). Το 2013 με τον ν.4139/2013 «Περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις» προστίθενται δύο ακόμα σημεία: η ταυτότητα φύλου (άρθρο 66) καθώς και ότι η επιβληθείσα ποινή δεν αναστέλλεται. Πρόσφατα, το 2014, ψηφίστηκε στο ελληνικό Κοινοβούλιο ο ν.4285/2014 «Για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου». Ο εν λόγω νόμος αποβλέπει στη τροποποίηση του ισχύοντος ν. 927/1979 και την προσαρμογή του στην Απόφαση − Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Ο νόμος αυτός προβλέπει αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις για τη διάπραξη εγκλημάτων μίσους και την υποκίνηση ρατσιστικής βίας μέσω της ρητορικής μίσους. Τέλος, το ως άνω κείμενο νόμου περιλαμβάνει τροποποιήσεις του ΠΚ και συγκεκριμένα στο άρθρο 10, παρ. 2, αναφέρεται ότι μετά το άρθρο 81 του ΠΚ προστίθεται το άρθρο 81Α «Ρατσιστικό έγκλημα», το οποίο δεν αφορά πλέον μόνο τις φυλετικές διακρίσεις ή τις διακρίσεις λόγω θρησκεύματος αλλά και τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου και την αναπηρία, όπως αναφέρεται επακριβώς. Σύμφωνα με τον νέο νόμο προβλέπεται επίσης το κίνητρο μίσους να λαμβάνεται υπόψη από την αρχή της έρευνας και κατά την έναρξη της δίκης και όχι μετά κατά την επιμέτρηση της ποινής. Τέλος, με την ΚΥΑ, αριθμ. Οικ.30615/03.03.2014 «Καθορισμός κατηγορίας άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους» προβλέπεται η αναστολή της διοικητικής κράτησης και των διαταγών απέλασης που έχουν εκδοθεί για θύματα και μάρτυρες εγκλημάτων μίσους. Επίσης δίδεται ειδική άδεια διαμονής σε θύματα και μάρτυρες εγκλημάτων μίσους για όσο χρόνο απαιτείται για τη δίωξη και καταδίκη των δραστών.

Επιπρόσθετα, με πρωτοβουλία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (πρώην Υπουργείο Δημόσιας Τάξης & Προστασίας του Πολίτη), συστήθηκαν Υπηρεσίες Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας σε όλη την Ελλάδα. Ειδικότερα, με βάση τις διατάξεις του 132/2012 Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το 178/2014 Π.Δ., ιδρύονται δύο (2) Τμήματα και εξήντα οχτώ (68) Γραφεία Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας σε όλη την Ελλάδα[5], τα οποία έχουν ως αποστολή «την πρόληψη και δίωξη αδικημάτων που διαπράττονται σε βάρος προσώπων ή ομάδας προσώπων αποκλειστικά και μόνο λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής ή του θρησκεύματός τους». Παράλληλα στη σελίδα της Ελληνικής Αστυνομίας υπάρχει ηλεκτρονική φόρμα καταγγελίας περιστατικών ρατσιστικής βίας[6]. Επίσης, έχει δημιουργηθεί ειδική τηλεφωνική γραμμή καταγγελιών (11414), η οποία λειτουργεί όλο το 24ωρο και διασφαλίζει το ανώνυμο και απόρρητο της καταγγελίας. Τέλος, η Ελληνική Αστυνομία, στο πλαίσιο ενημέρωσης και πληροφόρησης του κοινού, προωθεί ενημερωτικό βίντεο για τις ως άνω νεοϊδρυθείσες Υπηρεσίες και την αποστολή τους[7].

Ωστόσο, παρόλη την πλούσια και από δεκαετιών νομοθετική παραγωγή, η πρώτη φορά που αναγνωρίστηκε η επιβαρυντική περίσταση του ρατσιστικού κινήτρου ήταν τον Νοέμβριο του 2013 σε δίκη σχετικά με εμπρησμό σε κατάστημα πολίτη του Καμερούν στην Κυψέλη (Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, 2013, ). Η πιο πρόσφατη αφορά την υπόθεση Σεχζάντ Λουκμάν, στην οποία το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών (Απόφαση 398/2014 ΜΟΔ Αθηνών) έκρινε ότι το κίνητρο των δολοφόνων ήταν ρατσιστικό και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.3 ΠΚ που όριζε το ρατσιστικό κίνητρο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής (πλέον άρθρο 81Α για το «ρατσιστικό έγκλημα»). Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει: «[…] η πράξη τους τελέσθηκε από μίσος προκαλούμενο λόγω της διαφορετικότητας των εξωτερικών χαρακτηριστικών του θύματος, της θρησκείας του, της εθνικής και εθνοτικής του καταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.3 ειδ.τελ. ΠΚ, όπως ισχύει»[8].

ΙΙΙ. Η φαινομενολογία των εγκλημάτων μίσους και η κρίση στην Ελλάδα

Η λέξη κρίση ορίζεται -μεταξύ άλλων- ως περίοδος «ανωμάλου καταστάσεως, δυσχερούς κινδυνώδους εκτροπής από των κανονικών, ομαλών συνθηκών του βίου» (Δημητράτος, 1964, σ.4132). Ο ανωτέρω ορισμός περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα κατά τα τελευταία πέντε έτη. Η ελληνική κρίση χρέους οδήγησε στην προσφυγή της χώρας στο μηχανισμό στήριξης υπό τους όρους ότι η Ελλάδα θα λάβει μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και εξυγίανσης. Οι συνέπειες από τη λήψη των ως άνω μέτρων σε συνδυασμό με τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν, πέρα από τη δραματική μείωση του ΑΕΠ, τη φτωχοποίηση ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής επικράτειας (European Commission, 2014, ΕΚΚΕ, 2012), έπληξαν τα ατομικά, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα και επέτειναν προϋπάρχουσες και εγγενείς παθογένειες του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας (European Parliament, 2015, FIDH/HLHR, 2015). Ωστόσο, η κρίση στην Ελλάδα τείνει να γίνει «καθεστώς», καθότι φαίνεται ότι έχει αποκτήσει, πέντε έτη μετά το 2009, χαρακτηριστικά «κατάστασης» και «κανονικότητας» (Οικονομίδης, 2015). Ωστόσο, πριν από την ως άνω περιγραφόμενη κρίση, η Ελλάδα, παρά την «ευημερία» που βίωνε, διακρινόταν από πολιτειακές, θεσμικές και κοινωνικές δυσλειτουργίες και παθογένειες. Επιπρόσθετα, η συνεχώς αυξανόμενη μετανάστευση ως απόρροια κατ’ αρχάς της κατάρρευσης των χωρών του ανατολικού μπλοκ στα τέλη του ’80 και από το 2001 και μετά ως συνέπεια των εντεινόμενων πολεμικών συρράξεων και συγκρούσεων στην Ασία και την Αφρική[9] σε συνδυασμό με την έλλειψη μιας συνεκτικής πολιτικής για τη διαχείρισή της συνέβαλλαν στη διαμόρφωση νέων στάσεων και προσλήψεων του πληθυσμού απέναντι στους καινούργιους όρους διαβίωσης και συμβίωσης που άρχισαν να διαμορφώνονται. Μερικές από τις στάσεις αυτές εκφράστηκαν μέσα από την ακροδεξιά εξτρεμιστική ιδεολογία, η οποία εκπροσωπήθηκε από το νεοεισελθόν στο ελληνικό κοινοβούλιο κόμμα της Χρυσής Αυγής. Η ακροδεξιά ιδεολογία, εκπεφρασμένη τόσο στο δημόσιο λόγο όσο και μέσα από οργανωμένες ενέργειες ακροδεξιών ομάδων, στοχοποίησε τους μετανάστες/πρόσφυγες και συνέβαλε στην ένταση των εγκλημάτων μίσους. Παράλληλα, όμως, ενεργοποίησε κοινωνικές δυνάμεις που δημοσιοποίησαν και καταδίκασαν τα εγκλήματα αυτά. Ωστόσο, η ακριβής εικόνα των εν λόγω εγκλημάτων παραμένει άγνωστη ως προς τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά της.

Αναλυτικότερα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επισημαίνεται ότι κάποια κράτη δεν τηρούν στατιστικά στοιχεία για τα εγκλήματα μίσους ενώ άλλα μόλις προσφάτως έχουν αρχίσει να συλλέγουν στοιχεία[10]. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ερευνητικά στοιχεία που δημοσιεύει ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA),  84% των ατόμων από την υποσαχάρια Αφρική, 78% των ατόμων της ΛΟΑΤ κοινότητας και 76% των Εβραίων δεν αναφέρουν στην αστυνομία σοβαρά περιστατικά εγκλημάτων μίσους, με αποτέλεσμα τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα για το έγκλημα μίσους να αποκρύβουν το πρόβλημα και να επιτρέπουν την ατιμωρησία των δραστών[11]. Οι λόγοι μη καταγγελίας των θυμάτων στις Αρχές είναι: το διάχυτο αίσθημα ότι «τίποτα δεν θα γίνει», η πρόσληψη πως τέτοιου είδους εγκλήματα συμβαίνουν συνέχεια, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ποινική δικαιοσύνη και, στις περιπτώσεις μεταναστών, η έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων.

Η έκθεση, με τίτλο Εστίαση στα δεδομένα 6: Οι μειονότητες ως θύματα εγκληματικών ενεργειών (FRA, 2012) αποτελεί την πρώτη δειγματοληπτική έρευνα στα κράτη μέλη της ΕΕ που μελετά τις αντιλήψεις ομάδων εθνοτικών μειονοτήτων και μεταναστών σχετικά με εγκλήματα υποκινούμενα από φυλετικά ή εθνοτικά κίνητρα και παρουσιάζει την έκταση στην οποία τα μέλη των μειονοτικών ομάδων θεωρούν ότι είναι θύματα εγκλημάτων με ρατσιστικά κίνητρα. Από την έκθεση προκύπτει ότι ένας στους τέσσερις (24%) εκ των 23.500 ερωτηθέντων της έρευνας ανέφερε ότι υπήρξε θύμα εγκληματικής ενέργειας τουλάχιστον μία φορά κατά τους 12 μήνες που προηγήθηκαν της έρευνας. Κατά μέσο όρο, 18% όλων των Ρομά και 18% όλων των Αφρικανών της υποσαχάριας Αφρικής που συμμετείχαν στην έρευνα απάντησαν ότι υπήρξαν θύμα ενός τουλάχιστον φυλετικού εγκλήματος τους τελευταίους 12 μήνες. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την έρευνα, οι Ρομά παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά θυματοποίησης σε εγκλήματα ρατσιστικού μίσους (περισσότεροι από ένας στους τέσσερις).

Επιπρόσθετα, διαδικτυακή έρευνα διενεργήθηκε από τον Φεβρουάριο έως και τον Απρίλιο του 2015, στο πλαίσιο εκστρατείας υπό την ονομασία No Hate Speech Movement του Τμήματος Νέων του Συμβουλίου της Ευρώπης, με σκοπό να συλλέξει τις εμπειρίες και τις απόψεις των νέων σχετικά με τη ρητορική μίσους (hate speech). H έρευνα απαντήθηκε από 6.601 άτομα σε 30 γλώσσες (στην αγγλική απάντησαν 1.434 άτομα): Τα δεδομένα είναι ακόμα υπό επεξεργασία αλλά σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα σημειώνονται τα εξής[12]:

  • 16-32% των Ρομά και 19-32% των ανθρώπων που κατάγονται από την Αφρική δέχθηκαν επίθεση, απειλή ή σοβαρή παρενόχληση υποκινούμενη από ρατσιστικό κίνητρο.
  • 25% των ΛΟΑΤΚΙ[13] βίωσαν βία.
  • Πάνω από 33% Εβραίων ατομικά βιώσαν λεκτική ή φυσική αντισημιτική βία.
  • 83% των ερωτηθέντων στην έρευνα ήρθαν αντιμέτωποι με τη ρητορική μίσους μέσω του Διαδικτύου (67,4%), του Facebook (67,3%) και των φόρουμ/ειδησεογραφικών διαδικτυακών πυλών (56,3%).
  • Τρεις ομάδες πλήττονται περισσότερο: οι ΛΟΑΤΚΙ, οι μουσουλμάνοι και οι γυναίκες.

Όσον αφορά την Ελλάδα, κατά τα τελευταία έτη παρατηρείται από καταγραφές Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, καθότι τα επίσημα στατιστικά στοιχεία παρέμειναν σε οριακό επίπεδο καταγραφής, ένταση των περιστατικών εκδήλωσης ρατσιστικής βίας απέναντι σε αλλοδαπούς και σε άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Χρειάζεται βέβαια να σημειωθεί ότι το ζήτημα των εγκλημάτων μίσους αναβαθμίστηκε αρκετά στην ημερήσια διάταξη σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο και, υπό την έννοια αυτή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι παράλληλα με την εγκληματικότητα αυτού του είδους διαπιστώνεται και ένα διεθνές ενδιαφέρον για την αντιμετώπισή της. Με τη διαπίστωση αυτή δεν επιχειρείται η υποβάθμιση της έντασης των περιστατικών μίσους κατά το παρελθόν. Εν αντιθέσει, υποστηρίζεται ότι αυτά τελούνταν αλλά είτε δεν καταγγέλλονταν είτε δεν καταγράφονταν ως τέτοια. Παρόλα αυτά, το βασικό μεθοδολογικό εμπόδιο παραμένει: ένα πολύ μικρό ποσοστό των εγκλημάτων μίσους καθίσταται γνωστό και ως εκ τούτου ένας μικρός αριθμός εκ των θυμάτων και ένας ακόμη μικρότερος εκ των δραστών.

Ειδικότερα, ως προς την αστυνομική στατιστική δεν υπάρχουν στοιχεία στην Έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 21/01/2015 σχετικά με τον απολογισμό της συνολικής δραστηριότητας της Ελληνικής Αστυνομίας για το έτος 2014[14]: Ωστόσο, η Ετήσια Έκθεση 2014 του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας[15] αναφέρει ότι η Αστυνομία κοινοποίησε στο Δίκτυο τα στοιχεία των Τμημάτων Αντιμετώπισης Ρατσιστικής βίας, σύμφωνα με τα οποία το έτος 2014 κατεγράφησαν πανελλαδικά 80 περιστατικά με πιθανολογούμενο ρατσιστικό κίνητρο. Το τηλεφωνικό κέντρο 11414 δέχθηκε 27 τηλεφωνικές κλήσεις. Σχηματίσθηκαν συνολικά δικογραφίες για 57 περιστατικά και 39 παραπέμφθηκαν βάσει του ν. 927/1979, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4285/2014, το άρθρο 81Α Π.Κ. και τον ν. 3304/2005. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το κίνητρο στα περισσότερα περιστατικά σχετίζεται με την καταγωγή του θύματος και δευτερευόντως με τη θρησκεία αυτού, την ταυτότητα φύλου, το σεξουαλικό προσανατολισμό και την αναπηρία.

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που παραδίδει η Ελλάδα στον ΟΑΣΕ (Πίνακας 1), παρατηρείται, συγκρίνοντας τα έτη 2009-2013, ότι η μέριμνα του κράτους για την καταγραφή τους αυξάνεται κατακόρυφα στο χρόνο. Ως το είδος των εγκλημάτων μίσους που έγιναν γνωστά στις Αρχές για το έτος 2013 αναφέρονται τα εξής εγκλήματα: ανθρωποκτονία, επίθεση, υποκίνηση βίας, απειλή/εκφοβιστική συμπεριφορά και τέλος, υπάρχει η ειδική κατηγορία «απροσδιόριστο».

Πίνακας 1: Επίσημα στατιστικά στοιχεία για τα εγκλήματα μίσους

στην Ελλάδα

Έτος Εγκλήματα μίσους που κατεγράφησαν από την Ελληνική Αστυνομία Δίωξη Καταδίκη
2013 109 9 0
2012 1 1 Μη διαθέσιμα στοιχεία
2011 Μη διαθέσιμα στοιχεία Μη διαθέσιμα στοιχεία 1
2010 2 Μη διαθέσιμα στοιχεία Μη διαθέσιμα στοιχεία
2009 2 2 Μη διαθέσιμα στοιχεία

Πηγή: ΟΑΣΕ, http://hatecrime.osce.org/greece

Ενεργό ρόλο στην καταγραφή των σχετικών εγκλημάτων ασκούν Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και ερευνητικά κέντρα, τα οποία δημοσιεύσουν στοιχεία που συλλέγουν με δικά τους μέσα ή / και συνεργαζόμενα με άλλες οργανώσεις και φορείς. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί που χαρακτηρίζουν τα δεδομένα των ως άνω φορέων κυρίως λόγω ελλείψεων σε οικονομικούς πόρους και προσωπικό με αποτέλεσμα να μην μπορούν να καλύψουν ερευνητικά την επικράτεια της χώρας. Ωστόσο, μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά με το κράτος, μέσα από έρευνες θυματοποίησης, ποιοτικές έρευνες κ.λπ. Συνεπώς, τόσο οι επίσημες στατιστικές όσο και τα δεδομένα που συλλέγουν οι ΜΚΟ και τα ερευνητικά κέντρα είναι χρήσιμα και απαραίτητα για τη διαμόρφωση μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης εικόνας των εν λόγω εγκληματικών πράξεων (Goodey, 2008).

Σημαντική στο πλαίσιο αυτό καθίσταται η πρωτοβουλία του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας[16] η οποία προέκυψε αφενός λόγω της απουσίας ενός επίσημου συστήματος καταγραφής και αφετέρου λόγω της ανάγκης διασύνδεσης των φορέων που δραστηριοποιούνταν ποικιλοτρόπως στο εν λόγω πεδίο. Σύμφωνα με την τελευταία Ετήσια Έκθεση (2014) κατεγράφησαν 81 περιστατικά -τα 25 είχαν καταγγελθεί στην αστυνομία κατά το χρόνο καταγραφής τους από το Δίκτυο- με περισσότερα από 100 θύματα, εκ των οποίων στα 46 στοχοποιήθηκαν μετανάστες ή πρόσφυγες, λόγω εθνικής προέλευσης ή χρώματος, στα 32 στοχοποιήθηκαν ΛΟΑΤΚΙ άτομα και σε 3 αντισημιτικά περιστατικά. Ως προς τη γεωγραφική τους διασπορά τα περισσότερα έλαβαν χώρα στην Αθήνα και σε περιοχές του κέντρου (κεντρικές πλατείες) κατά τις βραδινές ώρες με κυρίαρχο κίνητρο την αλλοδαπότητα του θύματος ή /και κάποιου άλλου συναφούς χαρακτηριστικού όπως το χρώμα, η εθνοτική προέλευση ή θρησκεία. Ωστόσο, σε 13 καταγεγραμμένα περιστατικά τα κίνητρα ήταν μικτά. Τα χαρακτηριστικά των επιθέσεων αφορούσαν σωματικές βλάβες, εξύβριση, απειλές, κλοπές, διατάραξη της οικιακής ειρήνης. Ως προς τα χαρακτηριστικά των θυμάτων σημειώνεται ότι σε 62 περιστατικά ήταν άνδρες με μέσο όρο ηλικίας τα 27 έτη. Από την άλλη πλευρά, οι δράστες ήταν άνδρες, στην πλειονότητά τους Έλληνες. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι 59 επιθέσεις έγιναν από ομάδες 2-10 ατόμων. Επιβεβαιώνεται, συνεπώς ότι τα εγκλήματα μίσους τελούνται από περισσότερους του ενός δράστες, με αποτέλεσμα, αφενός, ο κάθε δράστης μεμονωμένα να πιστεύει ότι έχει μικρότερο μερίδιο ευθύνης απ΄ ότι εάν δρούσε μόνος του και, αφετέρου, ο μεγαλύτερος αριθμός των δραστών να προκαλεί σοβαρότερες βλάβες (ακραίες μορφές βίας) στο θύμα (Craig, 2002, σ. 87-88).

Με βάση τα προαναφερθέντα αναδεικνύεται η ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω Έκθεσης, καθότι, παρά τους μεθοδολογικούς της περιορισμούς, παρέχει για πρώτη φορά τη δυνατότητα ποιοτικής αποτίμησης των χαρακτηριστικών των εγκλημάτων μίσους στην ελληνική κοινωνία ή τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά της κέντρα. Η Έκθεση επίσης αναφέρει ότι διαφαίνεται μείωση της έντασης των επιθέσεων κατά των μεταναστών, η οποία χρονικά συμπίπτει με την εκκίνηση της ποινικής αντιμετώπισης των εγκληματικών ενεργειών με ρατσιστικό κίνητρο ενώ παρατηρείται διάχυση της βίας εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Τέλος, η Έκθεση αναφέρει ότι οι αστυνομικοί, αν και παρέχουν την αναγκαία συνδρομή στο θύμα, εντούτοις κατεγράφησαν περιστατικά βίας που καταδεικνύουν ρατσιστική βία από ένστολους. Το 2014 κατεγράφησαν 21 περιστατικά στα οποία οι δράστες ήταν ένστολοι είτε αποκλειστικά είτε σε συνδυασμό με άλλους. Από τα περιστατικά αυτά 13 έλαβαν χώρα σε δημόσιο χώρο, 6 σε χώρους κράτησης (Α.Τ. και Κέντρα Κράτησης), 2 σε εγκαταλελειμμένο ιδιωτικό χώρο.

Ειδικότερα, ως προς την ομοφοβική και τρανσφοβική βία στην Ελλάδα διαθέσιμη είναι η Έρευνα της ILGA EUROPE (2013), η οποία αφορά τα αποτελέσματα διαδικτυακής έρευνας που έλαβε χώρα από τις 8 Απριλίου 2013 έως και 2 Νοεμβρίου 2013, όπου σε σύνολο 232 ατόμων που συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο 98 δήλωσαν ότι έχουν καταστεί μάρτυρες ομοφοβικών και τρανσφοβικών περιστατικών και 134 απάντησαν ως θύματα τέτοιων περιστατικών. Παρ’ όλους του μεθοδολογικούς περιορισμούς, γίνεται αντιληπτό είναι ότι τα τελευταία έτη στην Ελλάδα, υπήρξαν πολλά περιστατικά ρατσιστικής βίας απέναντι σε μετανάστες, άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Ειδικά για τη δεύτερη ομάδα, φαίνεται να είναι εκείνη μετά τις συλλήψεις της Χρυσής Αυγής, η οποία υφίσταται ένταση της θυματοποίησής της, συγκριτικά με τους πρόσφυγες/μετανάστες (Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, 2014).

Με βάση τα προαναφερθέντα, προκύπτει ότι η κρίση, αναδεικνύοντας και απενοχοποιώντας παράλληλα τις ακροδεξιές τάσεις της ελληνικής κοινωνίας, συνέβαλε στην ένταση των εγκλημάτων μίσους αλλά δεν τα δημιούργησε εκείνη. Οι παράγοντες ή τα συμπτώματα των παραγόντων που διαμόρφωσαν έντονα ετεροποιημένες στάσεις απέναντι σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες προϋπήρχαν της κρίσης. Tα ευρήματα για τα εγκλήματα μίσους από την Ευρωπαϊκή Έρευνα για το Έγκλημα και την Ασφάλεια (van Dijk et al., 2005) επιβεβαιώνουν το ως άνω συμπέρασμα, δηλαδή, ότι η θυματοποίηση σε εγκλήματα μίσους στην Ελλάδα δεν ταυτίζεται με την κρίση αλλά προϋπήρχε αυτής και μάλιστα σε υψηλά επίπεδα, συγκρινόμενη με τα επίπεδα θυματοποίησης άλλων ευρωπαϊκών κρατών.

Αναλυτικότερα, τα ευρήματα από την ως άνω ευρωπαϊκή έρευνα επιβεβαιώνουν ότι η θυματοποίηση σε εγκλήματα μίσους συναρτάται σε σημαντικό βαθμό με την αλλοδαπότητα του θύματος. Από όσους δηλώνουν μετανάστες, 10% έχει θυματοποιηθεί σε έγκλημα μίσους, ενώ το ποσοστό θυματοποίησης στους ημεδαπούς είναι 2%. Χώρες με μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών αναλογικά τείνουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά εγκλημάτων μίσους. Η Ελλάδα κατατάσσεται πολύ υψηλότερα από το μέσο όρο των υπολοίπων κρατών μελών και, συγκεκριμένα, κατέχει τη δεύτερη υψηλότερη θέση μετά το Βέλγιο όσον αφορά τους μετανάστες που θυματοποιήθηκαν σε εγκλήματα μίσους το 2004. Αν και το εν λόγω έγκλημα κατά την περίοδο εκείνη δεν ήταν προβεβλημένο δημοσίως, τα ευρήματα της έρευνας αποτελούν μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες ενδείξεις για την έκτασή του στις κοινότητες των μεταναστών, ήδη από το 2004 (έτος αναφοράς της έρευνας), δηλαδή, αρκετά έτη πριν την κρίση στην Ελλάδα και σε περίοδο σχετικής «ευημερίας» της πλειονότητας του πληθυσμού. Παρόλο που οι ερευνητικές προσεγγίσεις για το θέμα είναι λίγες και με όλους τους περιορισμούς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως προς την κατανόηση και αξιολόγηση των ευρημάτων, έρευνες τέτοιου είδους σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, δεν παύουν να αποτελούν «ενδείκτες» (Σπινέλλη, 20143) του φαινομένου υπό μελέτη. Συνεπώς, η πολιτισμική ανομοιογένεια σε συνδυασμό με ελλιπείς πολιτικές κοινωνικής και οικονομικής ένταξης των μειονοτικών ομάδων, η εγκατάλειψη από πλευράς Πολιτείας του κέντρου της πρωτεύουσας χωρίς μέριμνα για τη μερική και ομαλή μετεγκατάσταση προσφύγων/μεταναστών σε άλλες περιοχές της χώρας, η ρητορική μίσους και η ενδυνάμωση φασιστικών οργανώσεων με ανάληψη δράσης σε πλατείες της Αθήνας συνιστούν ενδεικτικά μερικούς από τους πιο πρόδηλους παράγοντες διαμόρφωσης ρατσιστικών στάσεων.

Εν ολίγοις, τα εγκλήματα μίσους πυροδοτήθηκαν διά της κρίσης όχι λόγω αυτής. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργήθηκε ένας δημόσιος λόγος καταδίκης των εγκλημάτων αυτών που συνέβαλε έτσι κι αλλιώς στην ορατότητά τους. Γενικότερα, η απόδοση των εγκλημάτων μίσους μόνο σε έναν παράγοντα –οικονομικής φύσεως- είναι προφανές ότι απλουστεύει την κοινωνική πραγματικότητα και τη δυναμική της και αναγάγει με μονοσήμαντο τρόπο κοινωνικές στάσεις και εκδηλώσεις παράνομης συμπεριφοράς αποκλειστικά στο πεδίο της οικονομίας. Ωστόσο δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η σπανιότητα πόρων σε κοινωνικό επίπεδο και η συνεχόμενη ύφεση σε συνδυασμό με τις κοινωνικές στερήσεις και τις κοινωνικές εντάσεις επέτειναν τις ήδη προϋπάρχουσες εκδηλώσεις ρατσιστικής συμπεριφοράς, απέναντι σε ομάδες που κατείχαν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές θέσεις, με αποτέλεσμα εκείνες να θυματοποιηθούν συστηματικά σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Υπό την έννοια αυτή το πλαίσιο που διαμορφώθηκε λόγω της κρίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ότι μέσα στις προαναφερόμενες οδυνηρές συνθήκες δεν αναπτύχθηκαν μόνο συμπεριφορές μίσους αλλά και συμπεριφορές αλληλεγγύης σημαντικές τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Υπό το πρίσμα αυτό αναδεικνύονται την ίδια χρονική στιγμή οι ποικίλες όψεις της κοινωνίας. Προκειμένου, όμως, να καταστεί δυνατή η εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων ως προς τη σχέση της κρίσης -και εν γένει της οικονομικο-κοινωνικής αποστέρησης- με ρατσιστικές στάσεις απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν έως και τη διάπραξη εγκλημάτων μίσους, χρειάζεται περαιτέρω εμπειρική διερεύνηση.

  1. IV. Προτάσεις αντεγκληματικής πολιτικής

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η εστίαση των τελευταίων ετών στα εγκλήματα μίσους συνέβαλε στη σύνταξη και δημοσιοποίηση περιοδικών εκθέσεων, οι οποίες καταθέτουν επιμέρους προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Ειδικότερα ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης (FRA) ασχολείται επισταμένως με το θέμα. ‘Όπως εξάλλου, αναφέρεται στα συμπεράσματα του συνεδρίου του, το οποίο έλαβε χώρα στη Λιθουανία: «Ο Οργανισμός θα πρέπει να εργασθεί από κοινού με τα κράτη μέλη για την διευκόλυνση της ανταλλαγής καλών πρακτικών και να βοηθήσει τα κράτη μέλη στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν αποτελεσματικές μεθόδους ώστε να ενθαρρυνθεί η υποβολή εκθέσεων και η εξασφάλιση κατάλληλης και επαρκούς καταγραφής των εγκλημάτων μίσους» (FRA, Conference conclusions, 2013). Αναγνωρίζεται συνεπώς η σημασία μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για την αντιμετώπιση των ζητήματος και η ανταλλαγή καλών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών.

Όσον αφορά την ποινική αντιμετώπιση των εγκλημάτων μίσους επισημαίνεται ότι η αυστηροποίηση της ποινικής αντίδρασης χωρίς την παράλληλη εφαρμογή κι άλλων μέτρων αντεγκληματικής πολιτικής, δεν επιλύει το πρόβλημα, διότι φαινόμενα βίας δεν σχετίζονται μόνο με την ποινική αντιμετώπισή τους αλλά και με τους όρους εμφάνισής τους. Πολλές φορές, επίσης, η θέσπιση νέων (αυστηρών) νόμων, δημιουργεί απλώς πολυνομία και λειτουργεί απλώς πληθωριστικά (Φαρσεδάκης, 2007, σ.74), καθώς οι ίδιες πράξεις θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, με σχετική επάρκεια, από το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο, εάν αυτό εφαρμοζόταν. Εξάλλου, η εμπειρική έρευνα αναδεικνύει ότι η βεβαιότητα σύλληψης και τιμωρίας θεωρείται πως συμβάλλει περισσότερο στην αποτροπή συγκριτικά με την αύξηση της διάρκειας των ποινών (Λαμπροπούλου, 1999, σ. 207). Ειδικότερα δε, υποστηρίζεται ότι η ποινική καταστολή δημιουργεί φόβο στο «μέσο» πολίτη και όχι στους «αποφασισμένους» δράστες, των οποίων η συμπεριφορά θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με κοινωνικά μέτρα, με ενδυνάμωση των θεσμών, με περισσότερη και ουσιαστική παιδεία (Μανωλεδάκης, 2010, σ.705-706). Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το «μήνυμα» που στέλνει ο νόμος όχι μόνο στον δράστη αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία, στο πλαίσιο των λειτουργιών της ποινής (Φαρσεδάκης, 1996, σ. 63-64), πως τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές. Στο βαθμό, εξάλλου, που οι νόμοι εκφράζουν κοινωνικές αξίες δηλώνουν την πολιτειακή αναγνώριση της ισότητας και της έλλειψης διακρίσεων (ΟSCE-ODIHR, 2009, σ. 7) και συμβάλλουν στην ευαισθητοποίηση των πολιτών απέναντι στο ζήτημα και στο μετασχηματισμό των κοινωνικών στάσεων.

Όσον αφορά εν γένει την ποινική δικαιοσύνη και λαμβάνοντας υπόψη τον υψηλό σκοτεινό αριθμό αυτής της μορφής εγκληματικότητας, τα προβλήματα στη διαλεύκανση και στη δίωξη των δραστών, την έλλειψη επαρκών και κατάλληλων υπηρεσιών για την αρωγή των θυμάτων, τα οποία ανακυκλώνουν το πρόβλημα της χαμηλής αναφοράς του στις Αρχές και της έλλειψης εμπιστοσύνης απέναντί τους απαραίτητα κρίνονται τα κάτωθι:

Α. Αναφορικά με την Αστυνομία:

  1. Τήρηση και δημοσιοποίηση αναλυτικών στατιστικών σχετικά με τα εγκλήματα μίσους.
  2. Διενέργεια έρευνας σχετικά με το κίνητρο του δράστη ή των δραστών, όταν υπάρχει η σχετική ένδειξη.
  3. Συνεχής εκπαίδευση των αστυνομικών στα εγκλήματα μίσους και στις νέες μορφές που αυτό λαμβάνει μέσω του Διαδικτύου.
  4. Ενεργοποίηση και ενδυνάμωση της συνεργασία με άλλους φορείς και ΜΚΟ για την αρωγή θυμάτων και την καλλιέργεια εμπιστοσύνης ώστε να μειωθεί η υποαναφορά και κατά συνέπεια να αυξηθούν τα ποσοστά δίωξης των εγκλημάτων μίσους και η διαλεύκανσή τους.
  5. Ανάπτυξη μηχανισμών διαφάνειας και λογοδοσίας των αστυνομικών και σύσταση ανεξάρτητων μηχανισμών καταγγελίας του κοινού σε περιπτώσεις ρατσιστικής συμπεριφοράς από πλευράς τους.
  6. Ανάπτυξη της κοινοτικής αστυνόμευσης με σκοπό την αντιμετώπιση των προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας και την ανάπτυξη της εμπιστοσύνης των κατοίκων απέναντι στην αστυνομία.
  7. Δημιουργία εξειδικευμένων μονάδων ή και σημείων επαφής που να ασχολούνται με τα εγκλήματα μίσους, συμπεριλαμβανομένου και του κυβερνοεγκλήματος.

Β. Αναφορικά με τη Δικαιοσύνη:

  1. Τήρηση και δημοσιοποίηση της δικαστικής στατιστικής σχετικά με τα εγκλήματα μίσους.
  2. Εκπαίδευση δικαστών και εισαγγελέων.
  3. Εισαγωγή του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης για τα εγκλήματα μίσους.

Στο πλαίσιο των μη τιμωρητικών απαντήσεων απέναντι στα εγκλήματα μίσους ερευνητικά πορίσματα ποιοτικών ερευνών, κυρίως στις Η.Π.Α. και στο Ηνωμένο Βασίλειο, φανερώνουν τις δυνατότητες της αποκαταστατικής δικαιοσύνης «στη διαχείριση σχέσεων που θα είχαν διαφορετικά επιδεινωθεί» (Gavrielides, 2012). Ειδικότερα σε περιπτώσεις εγκλημάτων μίσους με χαμηλής έντασης βία και για ανήλικους ή νεαρούς ενήλικες παραβάτες η αποκαταστατική δικαιοσύνη μπορεί να συμπεριλάβει το θύμα, το δράστη και εκπροσώπους της τοπικής κοινότητας με σκοπό, πέρα από την υλική και ψυχοσυναισθηματική αποκατάσταση του θύματος, το μετασχηματισμό των προτύπων συμπεριφοράς του δράστη (Perry, 2014, σ.2045). Επιπρόσθετα, η αξιολόγηση της θετικής συμβολής της αποκαταστατικής δικαιοσύνης αναφορικά με τα εγκλήματα μίσους φαίνεται να προκύπτει μέσα από μελέτες περιπτώσεων από όλο τον κόσμο, όπως στο Ισραήλ (άραβες-ισραηλινοί), στο Λονδίνο (Σιχ-μουσουλμάνοι), στο Όρεγκον (έγκλημα μίσους μετά την 11η Σεπτεμβρίου) κ.ά. (Gavrielides, 2010), στη Ρουάντα (Brannigan & Pavlich, 2007, 207-220).

Μολονότι βέβαια η συμβολή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης στην αντιμετώπιση των εγκλημάτων μίσους μόλις προσφάτως έχει αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης και μελέτης, οι όποιες θετικές ενδείξεις φαίνεται να υπάρχουν χρειάζεται να διερευνηθούν περισσότερο και πιο εμπεριστατωμένα. Πιλοτικά, όσον αφορά την Ελλάδα, θα μπορούσε να εφαρμοσθεί το μοντέλο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης για εγκλήματα μίσους ήσσονος βαρύτητας, δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα εναλλακτικών προσεγγίσεων στην αντιμετώπιση των εν λόγω εγκλημάτων δεν μπορεί να εκτιμηθεί εάν αυτές δεν εφαρμοσθούν σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Εξάλλου, η υπάρχουσα ευρωπαϊκή εμπειρία, στο πλαίσιο της μεταφοράς καλών πρακτικών από το ένα κράτος στο άλλο, μπορεί να συμβάλει πολλαπλώς στην πολυεπίπεδη αντιμετώπιση των εγκλημάτων μίσους.

Όσον αφορά τα μέτρα αντεγκληματικής πολιτικής κοινωνικού χαρακτήρα, πρωταρχικής σημασίας καθίσταται η λήψη μέτρων σχετικά με την αναβάθμιση περιοχών, ειδικά εκείνων που βρίσκονται πλησίον του κέντρου της πόλης, οι οποίες συγκεντρώνουν επί μακρόν πολλούς μετανάστες/πρόσφυγες με αποτέλεσμα να προκαλείται ραγδαία απορρύθμιση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της τοπικής κοινωνίας με αρνητικές συνέπειες προς όλους, ημεδαπούς και αλλοδαπούς (Ζαραφωνίτου 2015). Σε κάθε περίπτωση η οικονομική και κοινωνική ένταξη μεταναστών/προσφύγων συνιστά διακύβευμα μεν αναγκαιότητα δε στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης πολιτείας.

Αναφορικά με την επιστημονική κοινότητα, απαραίτητη είναι η συστηματική και εις βάθος ερευνητική προσέγγιση του φαινομένου, κυρίως με έρευνες θυματοποίησης, προκειμένου να υπάρξει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα της ποσοτικής διάστασης και των ποιοτικών χαρακτηριστικών των εγκλημάτων μίσους.

Σε γενικότερο επίπεδο, η σταθερή προβολή των δημοκρατικών αξιών τόσο από τους θεσμούς όσο και από την κοινωνία των πολιτών αντιμάχεται ανορθολογιστικά σχήματα, προκαταλήψεις, στερεότυπα και κοινωνικές ιδεοληψίες. Ένα σύνολο θεσμών, όπως αυτοί της εκπαίδευσης, της οικογένειας και οργανισμών/φορέων, δημόσιων και ιδιωτικών, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο μπορούν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα τόσο απέναντι στη ρατσιστική ρητορική όσο και στις πρακτικές βίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος της σχολικής κοινότητας σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς και γονείς, η συμβολή της πανεπιστημιακής κοινότητας και η παράλληλη και επί της ουσίας ενίσχυση μηχανισμών, όπως το Παρατηρητήριο για την Πρόληψη της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού, καθίστανται κομβικές για τη μελλοντική διαμόρφωση των κοινωνικών στάσεων.

  1. V. Αντί επιλόγου

Τα εγκλήματα μίσους αποτελούν για αρκετές πλέον χώρες της Δύσης ένα διακριτό έγκλημα το οποίο αντιμετωπίζεται αυστηρότερα από την έννομη τάξη τους. Η ποινική αυστηροποίηση καταδεικνύει την πολιτειακή αναγνώριση των συνεπειών των εγκλημάτων αυτών καθώς και την αναγκαιότητα της προστασίας του θύματος, της ομάδας στην οποία ανήκει και της κοινωνίας συνολικά. Όσον αφορά την Ελλάδα, η συμπερίληψη του «αντιρατσιστικού» νόμου στην ελληνική έννομη τάξη συμβάλλει στη διεύρυνση των δυνατοτήτων αντιμετώπισής του· η εν τοις πράγμασι, όμως, εφαρμογή του αποτελεί υποχρέωση των εφαρμοστών του δικαίου, στο πλαίσιο άσκησης του λειτουργήματός τους.

Ωστόσο, πέρα από όσα κομίζει ο νέος νόμος με σκοπό την αντιμετώπιση των διακρίσεων, της μισαλλοδοξίας και των εκδηλώσεων μίσους, χρειάζεται να ληφθεί ειδική μέριμνα και σε άλλους τομείς πέραν του ποινικού. Η μέριμνα αυτή πρωτίστως αφορά έναν από τους βασικούς θεσμούς κοινωνικοποίησης και συγκεκριμένα αυτόν της εκπαίδευσης. Ωστόσο, το σύνολο των πιθανών πολιτικών δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο «εκ των άνω». Για την αποτελεσματικότητά τους είναι, εξ αντικειμένου, απαραίτητες η σύμπραξη και η συνεργασία του κράτους με τους τοπικούς φορείς, την τοπική κοινότητα, τις ενώσεις των πολιτών («κοινωνία των πολιτών») με σκοπό τη διάχυση των αποτελεσμάτων και τη μακροπρόθεσμη επίδρασή τους στην κοινωνία.

Επιπρόσθετα, η αντεγκληματική πολιτική για τα εγκλήματα μίσους πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα μέρη με τέτοιο τρόπο ώστε να ανασυνθέτει μέσα από τις προσβολές που έχουν τελεσθεί και τις κυρώσεις/μέτρα που έχουν επιβληθεί τις αξίες της επιείκειας, της ανοχής, της συμπερίληψης και της συνδιαλλαγής. Περαιτέρω, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί η κατακτηθείσα επιστημονική γνώση πώς μόνο η αυστηροποίηση της αντεγκληματικής πολιτικής, η επέκταση της καταστολής και της προληπτικής επιτήρησης, εδώ όπως και σε όλες τις μορφές εγκληματικότητας, δεν επαρκούν, καθότι τις περισσότερες φορές οδηγούν σε ένα «συνεχώς διευρυμένο φαύλο κύκλο βίας και καταστολής» (Ζαραφωνίτου, Χ., Κουράκης, Ν., 2009, σ. 132). Στο πλαίσιο αυτό η αρχή της αναλογικότητας (αρχή της προσφορότητας, αρχή της αναγκαιότητας και αρχή της αναλογίας) διασφαλίζει ότι υπάρχει μια εύλογη σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού (Κουράκης, 2007, 2008). Ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο, παρά την κανονιστική, τιμωρητική, παιδευτική και συμβολική λειτουργία του ποινικού νόμου (Φαρσεδάκης, 1996, σ.19 & 63), δεν είναι αποτελεσματικό, πρώτον, εάν μένει ανεφάρμοστο, και, δεύτερον, εάν δεν συμπορεύεται με άλλα κοινωνικά μέτρα και δράσεις της Πολιτείας που προάγουν τα δικαιώματα του ανθρώπου και εμπεδώνουν την αξία ενός κοινωνικού βίου στηριζόμενου σε αυτά.

Εξάλλου, ο Ομότιμος Καθηγητής Νέστωρ Κουράκης, στο κλείσιμο της ομιλίας που παράθεσε στο πλαίσιο του τριήμερου συνεδρίου προς Τιμήν του, τόνισε αυτό που το επιστημονικό έργο του και η επί μακρόν προσφορά του στην Επιστήμη της Εγκληματολογίας σηματοδοτούν: τη συμβολή της κοινωνικής δικαιοσύνης στην επίτευξη των ατομικών και κοινωνικών στόχων μέσα από τη δίκαιη κατανομή των ευκαιριών, των επιβραβεύσεων και των ευθυνών στα μέλη της κοινωνίας.

 

Βιβλιογραφία

Βούλγαρης, Γ.Χ. (2015). «Τα εγκλήματα μίσους και η ποινική αντιμετώπισή τους στην Ελλάδα». Ποινική Δικαιοσύνη, τεύχ. 3.(σ. 275-279).

Δημητράκου, Δ. (1964). Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης. Τόμος Η΄. Αθήνα: Χ.Τεγόπουλος – Β. Ασημακόπουλος,

Ζαραφωνίτου, Χ. (2015). Υπάρχουν ghettos στο κέντρο της Αθήνας; Εγκληματολογική διερεύνηση των κοινωνικών στάσεων και αναπαραστάσεων. Εγκληματολογικές Μελέτες. Τεύχος 1. Αθήνα: Εκδόσεις Διόνικος.

Ζαραφωνίτου, Χ., Κουράκης, Ν. (επιμ.) (2009). (Αν)ασφάλεια, τιμωρητικότητα και αντεγκληματική πολιτική. Παρουσίαση και πορίσματα έρευνας. Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδ.Αντ.Ν.Σάκκουλα.

Κουράκης, Ν. (20095). Ποινική καταστολή: μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη:Εκδόσεις Σάκκουλα.

Κουράκης, Ν. (2007). «Επιμέτρηση της Ποινής και Αντεγκληματική Πολιτική». Ποινικά Χρονικά ΝΖ΄, σ.289-295.

Λαμπροπούλου, Έ. (1999). Κοινωνιολογία του ποινικού δικαίου και των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μανωλεδάκης, Ι. (2010). Η σκλήρυνση της ποινικής καταστολής στη σύγχρονη Ελλάδα. Στο Μ. Γαλανού, Τιμητικός Τα

όμος Καλλιόπης Δ. Σπινέλλη (σσ. 696-706). Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα.

Μουρίκη, Α., Μπαλούρδος, Δ., Παπαλιού, Ο., Σπυροπούλου, Ν., Φαγαδάκη, Ε., Φρονίμου, Ε. (2012). Το κοινωνικό πορτρέτο της Ελλάδας. Όψεις της κρίσης. Αθήνα:ΕΚΚΕ, <http://www.ekke.gr/images/PDF/ Social_portrait_2012.pdf>

Bernard, A. (επιμ.) (2015). Υποβαθμίζοντας τα δικαιώματα: Το κόστος της λιτότητας στην Ελλάδα.Paris: FIDH, Eλληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, <https://www.fidh.org/IMG/pdf/report_greece_human_ rights_in_greek.pdf>

Οικονομίδης, Α. (2014). «Η κρίση ως καθεστώς και το καθεστώς της κρίσης». Χρόνος. τεύχ. 11, < http://www.chronosmag.eu/index.php/es-epl-sgg-pth.html>

Πανούσης, Γ. (2012). Εγκλήματα μίσους. Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, <http://www.unhcr.gr/1againstracism/author/yiannis-panousis/>

Σπινέλλη, Κ.Δ. (20143). Εγκληματολογία. Σύγχρονες και παλαιότερες κατευθύνσεις. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Φαρσεδάκης, Ιάκ. (2007). Η κατάσταση της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Στο Σ. Γεωργούλας, Η Εγκληματολογία στην Ελλάδα σήμερα. Τιμητικός Τόμος για τον Στέργιο Αλεξιάδη (σσ. 73-16). Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ.

Φαρσεδάκης, Ιάκ. (1996). Στοιχεία Εγκληματολογίας, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. (2014). Ετήσια Έκθεση του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, <https://www. unhcr.gr/1againstracism/etisia-ekthesi-2014/>

Χαλκιά, Α. (2013). «Εγκλήματα ρατσιστικού μίσους στην Ελλάδα της κρίσης: από τη θυματοποίηση στην προσβολή της δημοκρατίας». Εγκληματολογία. Τεύχ. 1-2, σσ.80-88.

 

Ξενόγλωσση

Beck, E. (2001). “Hate crimes”. Στο N.J. Smelser, & P.B. Baltes (Eds.) International Encyclopedia & Behavioral Sciences (σσ. 6479-6872). Oxford: Elsevier.

Brannigan, A. (2007). “Restorative justice in post-genocidal Rwanda: from community to citizenship as basis for social justice”. Στο Brannigan, A., & G.Pavlich, (Eds.) Governance and regulation in Social Life, Essays in honor of W.G. Carson (σσ.207-220). Oxon: Routledge-Cavendish.

Craig, K. M. (2002). “Examining hate-motivated agression. A review of the social psychological literature on hate crimes as a distinct form of aggression”. Aggression and Violent Behavior, 7, σσ. 85-101.

D’Alessio, S. J., Stolzenberg, L., & Eitle, D. (2002). “The effect of racial threat on interracial and intraracial cirme”. Social Science Research, 31, σσ. 392-408.

European Union Agency for Fundamental Rights (FRA). (2013). “Combating hate crime on the EU”. The Fundamental Rights Conference. Lithuania, 12-13 November 2013. <http://fra.europa.eu/sites/default/ files/frc2013-conclusions_en.pdf>

European Union Agency for Fundamental Rights (FRA). Ηate crime in the EU. <http://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_images/fra_hate_ crime_infographic2.jpg>

European Union Agency for Fundamental Rights (FRA). (2012). Data in Focus 6: Μinorities as victims of crime. ΕUMIDIS, Report 6. σσ. 1-20. <http://fra.europa.eu/sites/default/files/fra-2012-eu-midis-dif6_0. pdf>

European Commission. (2014). The Europeans, the European Union and the crisis. Peport. Standard Eurobarometer 81. Spring 2014, σσ.1-43. <http://ec.europa.eu/public_opinion/archives/eb/eb81/eb81_cri_en.pdf>

Ferrell, J., Hayward, K., & Young, J. (2008). Cultural Criminology. London: Sage

Gavrielides, T. (2012). Conceptualizing and contextualizing justice for hate crime. The Journal of Social Criminology, 1(1), <http://crimsoc.org/ the-journal/volume-i-issue-1/74-4-conceptualising-and-contextualising-restorative-justice-for-hate-crimes-theo-gavrielides>

Gavrielides, T. (2010). Restoring relationships: hate crime and restorative justice. European Best Practice of Restorative Justice in the Criminal Procedure. Ministry of Justice and Law Enforcement of Hungary and European Crime Prevention Network (EUCPN), p.187-204. <http://www.iars.org.uk/sites/default/files/Restorative%20justice%20report%20_%20Hungary.pdf>

Goodey, J. (2008). “Racist crime in European Union: historical legacies, knowledge gaps, and policy development”. Στο Goodey, J. & Aromma, K. (Εds.) Hate crime. Papers from the 2006 and 2007 Stockholm Criminology Symposiums, HEUNI, Seris No.57, Helsinki, σσ.16-28. <http: //www.heuni.fi/material/attachments/heuni/reports/6KmBYc3fD/HR57_Viimeisin_Painoon_19.8..pdf>

ILGA, (2013). Documentation of homophobic and transphobic violence. Final Report 2013. ILGA EUROPE, ΟΛΚΕ LESBIAN & GAY COMMUNITY OF GREECE. <http://old.ilga-europe.org/home/how_we_ work/ilga_europe_as_a_funder/completed_projects/call_xi_hate_ crime_documentation/greece_documentation_of_homophobic_and_transphobic_violence>

Kaltsouni, S., Kosma, A. (2015). The impact of the crisis on fundamental rights across Member States of the EU. Country Report on Greece. European Parliament. <http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/ STUD/2015/510014/IPOL_STU%282015%29510014_EN.pdf>

McDevitt, J., Levin, J., & Bennett, S. (2002). “Hate crime offenders: An expanded typology”. Journal of Social Issues, 58(2), σσ. 303-317.

McLaughlin, E. (2006). “Hate crime”. Στο E. McLaughlin, & J. Muncie (Eds.), The SAGE Dictionary of Criminology (σσ. 195-197). London: Sage.

Nansen Dialogue Centre. Monitoring and responses to attacks on religious buildings and other holy sites in BiH. The Project Review Report, 20 March 2013, Serajevo, Nansen Dialogue Centre. <https: //www. sfcg.org/wp-content/uploads/2014/06/UCHS-Bosnia-Pilot-Final-Report-Year-2-FOR-PUBLICATION.pdf>

NO HATE. Hate crime statistics. <http:// blog. nohatespe echmovement. org/wp-content/uploads/ 2015/07/NHSM_hate_crime_infographic.png>

ΟSCE-ODIHR. Hate crime reporting. Greece. < http://hatecrime. osce.org/greece>

OSCE-ODIHR. (2012). Hate crimes in the OSCE region: incidents and responses. Annual Report for 2011, 1-179. <http://tandis.odihr. pl/hcr2011/pdf/Hate_Crime_Report_full_version.pdf>

OSCE-ODIHR. (2009). Hate crime laws. A practical guide. <http://www.osce.org/odihr/36426?download=true>

Pardy, M. (2011). “Hate and otherness. Exploring emotion through a race riot”. Emotion, Space and Society, 4, σσ. 51-60.

Perry, B. (2014). “Hate crime”. Στο Bruinsma, G. & D. Weisburd, (Εds.), Encyclopedia of Criminology and Criminal Justice (σσ. 2036-2046). Amsterdam: Springer.

Perry, B. (2003). “Where do we go from here? Researching hate crime”. Internet Journal of Criminology, σσ. 1-60.

Perry, B. (2001). In the name of hate: understanding hate crime. NY: Routledge.

UNHCR, Greece. UNHCR Operational Update. August 2015. <http://www. unhcr.gr/fileadmin/Greece/Extras/Arrivals/operational/Greece_Operational_Update___2.pdf

van Dijk, J., Manchin, R., van Kesteren, J., & Hideg, G. (2005). The burden of crime on the EU: A comparative analysis of the European Survey of Crime and Safety (EU ICS) 2005.

Walters, M. A. (2011). “A general theories of hate crime? Strain, Doing Difference and Self Control”. Critical Criminology, 19(4), σσ. 313-330.

Young, J. (2007). The vertigo of late modernity. London: Sage.

Young, J. (2003). Merton with energy, Katz with structure: the Sociology of vindictiveness and the Criminology of transgression. Theoretical Criminology, 7(3), σσ. 388-414.

* Δρ Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου

  1. Ενδεικτικά αναφέρονται το «κυνήγι» μαγισσών στο Μεσαίωνα, οι επιθέσεις εις βάρος των Εβραίων, των τσιγγάνων, η δράση της ομάδας Κου-Κλουξ-Κλαν στις ΗΠΑ.
  2. Nansen Dialogue Centre , Monitoring and responses to attacks on religious buildings and other holy sites in BiH, The Project Review Report, 20 March 2013, Serajevo, Nansen Dialogue Centre, <https://www.sfcg.org/wp-content/uploads/2014/06/UCHS-Bosnia-Pilot-Final-Report-Year-2-FOR-PUBLICATION.pdf>
  3. Ο Α. Β. Breivik προέβη σε διπλή τρομοκρατική επίθεση. Η πρώτη έλαβε χώρα έξω από κυβερνητικά κτήρια στο κέντρο της πρωτεύουσας της Νορβηγίας με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό οκτώ ατόμων και η δεύτερη σε κατασκήνωση της νεολαίας του εργατικού κόμματος της χώρας όπου ο δράστης πυροβόλησε 69 άτομα. Πρωτύτερα είχε δημοσιεύσει στο διαδίκτυο κείμενα ακροδεξιάς εξτρεμιστικής ιδεολογίας.
  4. Ετεροποίηση είναι «η προβολή χαρακτηριστικών σε έναν άλλον και μέσω αυτής στον εαυτό, προκειμένου να δικαιολογηθούν προνόμια και διαφορές και να περιορισθούν τα συναισθήματα της οντολογικής ανασφάλειας… Μια ειδικά ισχυρή πηγή αυτών των διαφορών επικεντρώνεται στο έγκλημα και την αποκλίνουσα συμπεριφορά: Έτσι ο «κανονικός» έρχεται σε αντίθεση με τον «αποκλίνων» και ο νομοταγής με τον εγκληματία (πολύ συχνά συνδέονται με την κοινωνική τάξη και τη φυλή κ.λπ.)», στο Ferrell, Hayward, & Young, 2008, σ. 23.
  5. Τηλεφωνικός κατάλογος Υπηρεσιών Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας ανά Αστυνομική Διεύθυνση σε όλη την Ελλάδα: <http://www.astynomia.gr/index.php? option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=23683&Itemid=0&lang=>
  6. <http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&&perform=view &id=18224&Itemid=0&lang= >
  7. <https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=9ENGw 6YWrfw>

8. Ρατσιστική η δολοφονία του Σεχζάντ Λουκμάν, 24/09/2015, Εφημ. Το Βήμα, <http://mobile.tovima.gr/Article.aspx?Id=740282>

  1. Αποκορύφωμα αυτής της εισροής μεταναστών και προσφύγων υπήρξε -έως τώρα- το καλοκαίρι του 2015.Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, το διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου 2015, οι αφίξεις προσφύγων στην Ελλάδα ήταν 205.000. Συγκριτικά με το ίδιο διάστημα ένα χρόνο πριν, η αύξηση των αφίξεων είναι 850%. Από το σύνολο των αφίξεων οι 142.700 ήταν Σύροι πρόσφυγες. Επιπρόσθετα 91% των ατόμων που εισήλθαν στη χώρα προέρχονται από τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Κατά μέσο όρο οι αφίξεις τον μήνα Αύγουστο ήταν 3.000 άτομα. Διά της θαλάσσιας οδού τα ελληνικά νησιά που δέχθηκαν τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων και μεταναστών ήταν η Λέσβος (95.902), η Κως (30.990), η Χίος (30.625), η Σάμος (19.579) και η Λέρος (10.684), UNHCR, Greece: UNHCR Operational Update, August 2015, <http://www.unhcr.gr/file admin/Greece/Extras/Arrivals/operational/Greece_Operational_Update___2.pdf>
  2. Σύμφωνα με την Έκθεση του FRA (2012) επίσημα στατιστικά στοιχεία για τα εγκλήματα μίσους δημοσιεύονται πάντα από τη Φιλανδία, την Ολλανδία, την Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο ενώ μερικές φορές δημοσιεύονται από την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Δημοκρατία της Τσεχίας, τη Δανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Σλοβακία. Στατιστικά στοιχεία συνήθως δεν δημοσιεύονται στη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Εσθονία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Λετονία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, την Πορτογαλία, τη Σλοβενία και την Ισπανία. Ειδικά για τη Ρουμανία, η Έκθεση αναφέρει ότι έως τώρα δεν προκύπτει δημοσίευση επίσημων στατιστικών στοιχείων για το εν λόγω έγκλημα, <http://fra.europa.eu/sites/default/files/fra-2012_hate-crime.pdf>
  3. European Union Agency for Fundamental Rights (FRA),, Ηate crime in the EU, <http://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_images/fra_hate_crime_ infographic 2.jpg>
  4. NO HATE, Hate crime statistics,<http://blog.nohatespeechmovement.org/ wp-content/uploads/2015/ 07/NHSM_hate_crime_infographic.png>, No Hate Speech Movement – Youth Department of the Council of Europe – European Youth Centre http://www.nohatespeechmovement.org/survey-result
  5. Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφιφυλόφιλοι, Τρανς, Κουήρ, Ιντερσέξ.
  6. Στατιστικά στοιχεία – απολογισμός συνολικής δραστηριότητας της Ελληνικής Αστυνομίας για το έτος 2015, 21/01/2015, <http://www.astynomia. gr/index. php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=49980&Itemid= 1426 &lang=>
  7. < https://www.unhcr.gr/1againstracism/etisia-ekthesi-2014/>
  8. Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 2011 με πρωτοβουλία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε συνεργασία με την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και συμμετοχή μη κυβερνητικών οργανώσεων, <http://www.nchr.gr/category.php? category_id= 374>