Ύστερη νεωτερικότητα και αποκεντρωμένα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης: Η περίπτωση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

ΣΟΦΙΑ ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ

 Ύστερη νεωτερικότητα και

αποκεντρωμένα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης:

Η περίπτωση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

 

ΣΟΦΙΑ ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ*

  1. Εισαγωγή: τρία βασικά ερωτήματα

Με την εισήγησή μου αυτή θα επιχειρήσω να απαντήσω με τρόπο συνοπτικό σε τρία βασικά ερωτήματα: α) Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής της ύστερης νεωτερικότητας, την οποία διανύουμε, στο πεδίο ειδικά του ελέγχου του εγκλήματος; β) Πώς η μετάβαση αυτή από τη νεωτερικότητα στην ύστερη νεωτερικότητα συντελεί στην ανάδυση της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης; Και γ) τι μπορεί η ανάδυσή της, ως εναλλακτικής απάντησης στο έγκλημα, να σημαίνει για μας σήμερα;[1]

2. Ο έλεγχος του εγκλήματος την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας

Εκκινώντας από το πρώτο ερώτημα, θα έλεγα ότι με τον όρο «ύστερη νεωτερικότητα» (ή «μετανεωτερικότητα»)[2] χαρακτηρίζουμε συνήθως την περίοδο από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1970 και εντεύθεν, κατά την οποία πολλά από τα χαρακτηριστικά της νεωτερικής εποχής έχουν αρχίσει να εκλείπουν ή να μεταλλάσσονται. Ειδικότερα, κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα η νεωτερική εποχή αρχίζει να διέρχεται μια περίοδο κρίσης: οι κοινωνικές ανισότητες οξύνονται[3], η παρακμή του κοινωνικού κράτους κλιμακώνεται[4] και η κοινωνική αλληλεγγύη ατροφεί εν όψει της επελαύνουσας παγκοσμιοποίησης, της «στρατηγικής δηλαδή επιλογής του διεθνούς κεφαλαίου προς αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970»[5]. Μια νέα πραγματικότητα αρχίζει να δημιουργείται με την εφαρμογή ενός συνόλου νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, όπως η λιτότητα των προϋπολογισμών, η συρρίκνωση των δημόσιων δαπανών, η ιδιωτικοποίηση και η ενίσχυση των δικαιωμάτων του κεφαλαίου, η πλήρης απελευθέρωση των χρηματαγορών και των συναλλαγών, η ελαστικοποίηση της μισθωτής εργασίας με μη σταθερές θέσεις εργασίας και συχνές απολύσεις, καθώς και η μείωση της κοινωνικής προστασίας. [6]

Όσον αφορά δε στο πεδίο του ελέγχου του εγκλήματος, κυρίαρχη είναι η διαπίστωση ότι, από τη μια, ευρείες περιοχές της κοινωνίας έχουν παραμείνει ανέγγιχτες από τις πολιτικές κατά του εγκλήματος που ακολουθήθηκαν κατά τη νεωτερική εποχή, ενώ, από την άλλη, η εγκληματικότητα παρουσιάζει ανοδικές τάσεις. Αυτές οι εξελίξεις σηματοδοτούν την αδυναμία του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης να εκπληρώσει τον στόχο του, να αποτελέσει δηλαδή τον μηχανισμό ελέγχου του εγκλήματος, που εξ αρχής προτίθετο.[7] Έτσι, οι προαναφερθείσες οικονομικές πολιτικές της ύστερης νεωτερικότητας πλαισιώνονται στο πεδίο του ελέγχου του εγκλήματος από ορισμένες ευρέως αναφαινόμενες τάσεις αυστηροποίησης και ποινικοποίησης.

Ειδικότερα, μέσα στο πλαίσιο αυτό οι αδύναμες κυβερνήσεις των κρατών της «παγκοσμιοποιημένης τάξης», μην μπορώντας να διασφαλίσουν τους πολίτες τους έναντι του κινδύνου να πέσουν “θύματα της οικονομικής ανάπτυξης”, αναλαμβάνουν να τους διασφαλίσουν από το αυξανόμενο έγκλημα, και ιδίως από αυτό που στρέφεται κατά της σωματικής ακεραιότητας και της ατομικής τους ιδιοκτησίας.[8] Καταφεύγουν για τον λόγο αυτόν στην επέκταση των τιμωρούμενων πράξεων, στην αύξηση των ορίων των στερητικών της ελευθερίας ποινών και στην οικοδόμηση νέων φυλακών, με απώτερο στόχο τους κατά τον Ζύγκμουντ Μπάουμαν την εξασφάλιση της ψήφου των εκλογέων. [9] Έτσι, αντισταθμίζουν τη συρρίκνωση των πολιτικών ένταξης και καταπολέμησης των ανισοτήτων, ενώ το κοινωνικό κράτος αποστασιοποιείται από τα γνωστά πεδία του ενδιαφέροντός του, την εργασία, την υγεία και την ασφάλιση, και μετατρέπεται σε “ποινικό κράτος”.[10]

Το δε ευρισκόμενο σε μαρασμό κοινωνικό κράτος, επιδιώκοντας να θεραπεύσει τις απώλειες που υφίσταται λόγω της ανικανότητάς του να διαχειρίζεται κινδύνους που έως τη δεκαετία του 1970 τού ανήκαν, επιχειρεί την αναμόρφωση της προνοιακής του πολιτικής μέσω της μετάθεσης ευθυνών του στα άτομα και τις κοινότητες. [11] Η τάση αυτή για την “υπευθυνοποίηση” των κοινοτήτων και των πολιτών υποθάλπεται από την πολιτική της “απο-συλλογικοποίησης” των κοινωνικών κινδύνων. Στον πολιτικό λόγο της περιόδου αυτής η ανάγκη ανάληψης μεγαλύτερης ευθύνης εκ μέρους των πολιτών για την ασφάλειά τους αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ζητείται από τους ίδιους να βρουν προσωπικές λύσεις σε προβλήματα κατ’ εξοχήν κοινωνικά. Έτσι, μια νέα κοινωνική ηθική δημιουργείται, η οποία, εκτός των άλλων, «[…] αναβαθμίζει την ευθύνη του πολίτη για τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει (υποβαθμίζοντας την ευθύνη του κράτους για την παραγωγή τους)»[12].

Ειδικότερα, τα άτομα οφείλουν τα ίδια να αφυπνισθούν και να συμμετέχουν λ.χ. σε τοπικές επιτροπές πρόληψης του εγκλήματος ή σε άλλα σχήματα της γειτονιάς, του σχολείου, να εκπαιδευθούν σε θέματα προσωπικής ασφάλειας (όπως το κλείδωμα των αυτοκινήτων, το «σφιχτό» κράτημα της τσάντας, η αποφυγή επικίνδυνων τοποθεσιών ή μοναχικών νυκτερινών περιπάτων) και να οξύνουν την κρίση τους ως καταναλωτές προϊόντων της βιομηχανίας της ασφάλειας, προοριζόμενων ειδικά για την προστασία προσώπων ή περιουσιών. [13] Τα άτομα, με άλλα λόγια, οφείλουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη ζωή τους. Έτσι, με τη μετάθεση ευθυνών για τον έλεγχο του εγκλήματος στους πολίτες και τις κοινότητες, το κράτος επιτυγχάνει να ασκεί την εξουσία του “από απόσταση”, ενώ η τάξη και η ασφάλεια δεν εξαρτώνται πλέον μόνο από επίσημους φορείς, αλλά και από ανεπίσημους κοινωνικούς ελέγχους που ασκούνται μέσα στην ίδια την αστική κοινωνία. [14]

Την ίδια περίοδο παρατηρείται και μια αναθέρμανση του θεωρητικού και πολιτικού ενδιαφέροντος για το θύμα, το οποίο είχε λησμονηθεί, όπως είναι γνωστό, από τον 19ο αιώνα. Στο πλαίσιο του ευρύτερου αυτού κινήματος για την αναβάθμιση του ρόλου των θυμάτων στην ποινική διαδικασία, πρωτοστατούν, χωρσει﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ιμετωπωσήφέρειιερχόταιπου ίς όμως, ευτυχώς, να το μονοπωλούν, οι οργανισμοί υπέρ των θυμάτων, οι οποίοι επιζητούν και αυτοί αυξημένη αυστηρότητα κατά την επιβολή των ποινών. [15] Χαρακτηριστικό παράδειγμα η επίδραση των οργανισμών αυτών ακόμη και στην ονοματοθεσία συγκεκριμένων νόμων, όπως ο “Megan’s Law” στην Αμερική, που οφείλει το όνομά του σε ένα 7χρονο κοριτσάκι, τη Megan Kanka, η οποία υπήρξε θύμα ενός παιδόφιλου που τη βίασε και κατόπιν τη σκότωσε. Οι γονείς της κίνησαν μια εκστρατεία, που οδήγησε στην ψήφιση του παραπάνω νόμου στην Καλιφόρνια το 1996, ο οποίος αυστηροποίησε γενικά τη νομοθεσία για τους σεξουαλικούς εγκληματίες. [16]

  1. Η ανάδυση της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης ως εναλλακτικής απάντησης στο έγκλημα

Ερχόμενη, λοιπόν, στο δεύτερο ερώτημα, θα έλεγα ότι την εποχή αυτή της ύστερης νεωτερικότητας, η οποία χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης να διαχειριστεί το παρουσιαζόμενο ως διαρκώς αυξανόμενο έγκλημα, από τη στροφή του ενδιαφέροντος προς τα θύματα και από τον μαρασμό του κοινωνικού κράτους που οδηγεί σε τάσεις “υπευθυνοποίησης” των πολιτών, δημιουργείται το κατάλληλο έδαφος για την περαιτέρω καλλιέργεια και επέκταση αποκεντρωμένων σχημάτων απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. [17] Αυτά είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, αρχικά στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στη Βρετανία, στο πλαίσιο του ευρύτερου κινήματος για την “πρόσβαση στη δικαιοσύνη”, που είχε ταχθεί υπέρ της αναμόρφωσης του παραδοσιακού και αφερέγγυου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, προτείνοντας ανεπίσημες ή εναλλακτικές διαδικασίες, οι οποίες εστίαζαν κυρίως στη συμφιλίωση του θύματος με τον δράστη.

Πρόκειται, κυρίως, για πειραματικές πρωτοβουλίες εφαρμογής σχημάτων διαμεσολάβησης θύματος – δράστη, που στόχευαν στην επίλυση των συγκρούσεων έξω από το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς την παρέμβαση των δικαστηρίων. [18] Οι εν λόγω πρωτοβουλίες άρχισαν σιγά-σιγά να συμπορεύονται με κάποιες από τις θέσεις του κινήματος για την αναβάθμιση του ρόλου του θύματος στην ποινική διαδικασία, φέροντας, όμως, ταυτόχρονα έναν κίνδυνο: να εξυπηρετήσουν και την προαναφερθείσα τάση προς την “υπευθυνοποίηση” των κοινοτήτων και των πολιτών, αποδεσμεύοντας το κράτος από την επίλυση ενός ευρέος φάσματος βλαβών και συγκρούσεων και αποσπώντας το ενδιαφέρον του κοινού από την ορατή και αδιαμφισβήτητη πλέον κρίση που διέρχεται το σύστημα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Tον πλέον δημοφιλή χαρακτήρα μεταξύ των σχημάτων αυτών της αποκεντρωμένης επίλυσης των συγκρούσεων, που εμφανίζονται άλλοτε με τον όρο “ανεπίσημη δικαιοσύνη”, άλλοτε με τον όρο “κοινοτική δικαιοσύνη” και άλλοτε με τον όρο “αποκαταστατική δικαιοσύνη” ή και με άλλους παρεμφερείς όρους, αποκτούν κατά τη δεκαετία του 1990 αυτά που εμπνέονται από τη θεωρία περί της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης.

Η Αποκαταστατική Δικαιοσύνη ανάγει τη διαμεσολάβηση σε κυρίαρχη πρακτική της και στοχεύει με τη χρήση των πόρων των τοπικών κοινοτήτων να συνενώσει τους παραβάτες και τα θύματα, ως συμπολίτες, μέσα στην ίδια κοινότητα[19]. Άλλωστε, ως κύρια λειτουργία του ποινικού ελέγχου αναγνωρίζει όχι την τιμωρία, αλλά την προώθηση της αποκατάστασης της βλάβης που προκλήθηκε από το έγκλημα, το οποίο αντιλαμβάνεται πρωτίστως ως πράξη που διαρρηγνύει τις ανθρώπινες σχέσεις και δευτερευόντως ως παραβίαση του νόμου[20]. Συμπυκνώνει στους σκοπούς της στα λεγόμενα τρία Ε, την Ευθύνη, την Επανόρθωση και την Επανένταξη.[21] Σημαντικά πλεονεκτήματα, ωστόσο, όπως και αδυναμίες, τής αναγνωρίζονται. Ένας μακρύς και ενδιαφέρων διάλογος έχει εγερθεί εδώ και χρ ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ τικατικόνια στη θεωρία ως προς το θέμα αυτό[22].

Αναφερόμενη σε αυτόν συνοπτικά, θα έλεγα ότι, μεταξύ άλλων, ως αδυναμίες τής προσάπτονται κυρίως [23]: η μη επιθυμητή επέκταση του δικτύου του κοινωνικού ελέγχου, επειδή οι αποκαταστατικές διαδικασίες εστιάζουν σε νεαρούς παραβάτες με μικρή πιθανότητα υποτροπής˙ o κίνδυνος της μη τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων ή της παραβίασης των δικαιωμάτων των δραστών των άδικων πράξεων, λόγω του μη τυπικού χαρακτήρα των διαδικασιών αυτών˙ ο κίνδυνος της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, εξ αιτίας της προσήλωσής τους στη βλάβη που υπέστη το θύμα˙ η αδυναμία των διαδικασιών της να αποκαταστήσουν στην πραγματικότητα τους δράστες και τα θύματα και να επιφέρουν μιαν αληθινή αλλαγή στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης˙ η αποτυχία της να μειώσει πραγματικά την υποτροπή, καθώς και η μη αποτελεσματικότητά της στη μείωση του κόστους του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. [24]

Από την άλλη, όμως, της αναγνωρίζεται ότι η μεν καταγγελλόμενη διεύρυνση του δικτύου του κοινωνικού ελέγχου αφορά συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμογής αποκαταστατικών προγραμμάτων και όχι το σύνολο των προγραμμάτων αυτών, τα δε ίχνη άρνησης ή φαλκίδευσης των δικαιωμάτων των δραστών των άδικων πράξεων και των διαδικαστικών εγγυήσεων, για τα οποία κατηγορείται, δεν απαντούν στις αρχές της, ενώ όσοι την εφαρμόζουν υποχρεούνται να ακολουθούν ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές ή εγχειρίδια πρακτικής που δεν αποκλείεται να προβλέπονται και από τον ίδιο τον νόμο. Επίσης, από τους υποστηρικτές της τονίζεται ότι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας αποτελεί σημαντικό πρόβλημα και για το συμβατικό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, ενώ η αναλογικότητα της ποινής μπορεί καλύτερα να επιτευχθεί με αναφορά στις απώλειες από ό,τι με αναφορά στις «ανάγκες του ατόμου». Επισημαίνουν ακόμη ότι η αναποτελεσματικότητα αφορά ορισμένα μόνο σχετικά προγράμματα, ενώ η εφαρμογή των αποκαταστατικών προγραμμάτων στο σύνολό τους έχει μια σύντομη σχετικά ιστορία και η σε βάθος κριτική τους αποτίμηση απαιτεί την επί μακρόν παρακολούθησή τους, και ότι η μείωση της υποτροπής αποτελεί μεν προσδοκία της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης, όχι, όμως, και κύριο σκοπό της. Τέλος, υποστηρίζεται ότι αυτό που στην πραγματικότητα επιδιώκει η εναλλακτική αυτή προσέγγιση δεν είναι τόσο η εξοικονόμηση χρημάτων έναντι του συμβατικού συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης όσο μια πιο ευεργετική χρήση των δημόσιων πόρων.[25]

  1. Η σημασία της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης: μια επωφελής σύζευξη με το συμβατικό σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης

Φθάνοντας στο τελευταίο και τρίτο ερώτημά μου, για τη σημασία της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης, θα έλεγα ότι, προκειμένου η σύζευξη μεταξύ συμβατικού συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και πρακτικών της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης, εάν αυτή είναι επιθυμητή, να είναι και επωφελής, θα πρέπει κανείς να εστιάσουμε στα σημεία εκείνα του πραναφερθέντος διαλόγου, τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Προσοχή θα πρέπει να δοθεί, ειδικότερα, όσον αφορά κυρίως στις ποινικές υποθέσεις, στα εξής: α) στην υιοθέτηση των πρακτικών της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες τα δεδομένα των εφαρμοζόμενων προγραμμάτων την εμφανίζουν αποτελεσματική, όπως λ.χ. στην περίπτωση της νεανικής παραβατικότητας[26], με ταυτόχρονη αποφυγή της διεύρυνσης του δικτύου του κοινωνικού ελέγχου, β) στην τήρηση των δικαιωμάτων των δραστών των άδικων πράξεων και των διαδικαστικών εγγυήσεων, αλλά και των κατευθυντηρίων γραμμών ή εγχειριδίων πρακτικής που συντάσσονται για τους λόγους αυτούς, γ) στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, και δ) στη συνέχιση της κριτικής αποτίμησης και παρακολούθησης των αποτελεσμάτων των αποκαταστατικών προγραμμάτων.

  1. Επίλογος

Όλα όσα προαναφέρθηκαν αφορούσαν στους παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάδυση της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης ως εναλλακτικής απάντησης στο έγκλημα κατά την ύστερη νεωτερικότητα, αλλά και στα κρίσιμα σημεία του θεωρητικού διαλόγου γύρω από τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες της. Θα ήθελα, δε, τελειώνοντας να προσθέσω ότι η εισήγηση αυτή θα εκπλήρωνε τους στόχους της αν μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα για την έναρξη μιας συζήτησης ως προς τις δυνατότητες που η αποκαταστατική δικαιοσύνη μάς παρέχει για μια συνομιλία της με το ισχύον σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ή μια ενδεχόμενη συμπλήρωσή του με τις θετικές της όψεις και πρακτικές[27].

* Δρ Νομικής, Επιστημονική Συνεργάτις Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  1. Μέρος της εισήγησης αυτής παρουσιάστηκε, επίσης, στο Διεθνές Συνέδριο με τίτλο: “Αποκαταστατική Δικαιοσύνη σε Ποινικές Υποθέσεις: Προς μια νέα Ευρωπαϊκή Προοπτική”, που διεξήχθη στις 16 και 17 Μαΐου 2013 στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ερευνητικού Προγράμματος «Το 3Ε Μοντέλο για μια Στρατηγική Αποκαταστατικής δικαιοσύνης στην Ευρώπη». Βλ. σχετικά, Πιτσελά, Α., Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ε. (Επιμ. 2013). Αποκαταστατική Δικαιοσύνη σε Ποινικές Υποθέσεις: Προς μια νέα Ευρωπαϊκή Προοπτική. Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα.
  2. Βλ. Loader, I., Sparks, R. (2002). Contemporary Landscapes of Crime, Order, and Control. Governance, Risk, and Globalization. Στο: M. Maguire, R. Morgan, R. Reiner (Επιμ.), The Oxford Handbook οf Criminology (83-111). Έκδ. 3η. Oxford: Oxford University Press, 85-86, Bauman, Ζ. (2002). Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της. (Μτφρ.) Γ.-Ι. Μπαμπασάκης. Αθήνα: Ψυχογιός, 49, καθώς επίσης και Rose, N. (2000). Government and Control. Στο: D. Garland, R. Sparks (Επιμ.), Criminology and Social Theory (183-205). Oxford: Oxford University Press, 183.
  3. Βλ. Πάσχου, Γ. (2005). Παγκοσμιοποίηση, Κράτος, Βία. Στο: Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη Ι, Δημοκρατία-Ελευθερία-Ασφάλεια (69-92). Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα, 71.
  4. Το «λιγότερο (κοινωνικό) κράτος» έχει συνδυασθεί με το μεγαλύτερο «άνοιγμα της αγοράς». Βλ. Wacquant, L. (2001). Οι φυλακές της μιζέριας. (Μτφρ.) Καίτη Διαμαντάκου. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 68.
  5. Βλ. Πάσχου 2005, 70.
  6. Βλ. Κουκιάδη, Ι. (2007). Το Εργατικό Δίκαιο της Ευελιξίας: η άλλη πλευρά των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Στο: Τιμητικός Τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη ΙΙΙ (817-830). Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα, 818 επ., καθώς και Bauman 2002, 79.
  7. Βλ. Lea, J. (2002). Crime and Modernity. London, Thousand Oaks, New Delhi: SAGE Publications, 20-23 και 187, καθώς και Loader/Sparks 2002, 85-86.
  8. Βλ. Δημόπουλου, Χ. (2003). Η παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος (Κατά την αγγλοσαξωνική βιβλιογραφία). Αθήνα, Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα, 19-22, Πανούση, Γ. (2005). Ανασφάλεια: Το «σκιάχτρο» της παγκοσμιοποίησης, Στο: Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη Ι, Δημοκρατία-Ελευθερία-Ασφάλεια (93-130). Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα, 113 επ, Παρασκευόπουλου, Ν. (2003). Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο. Τρομοκρατία και κράτος δικαίου. Αθήνα: Πατάκη, 30 επ., και Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ε. (2002). Ο ορισμός της τρομοκρατίας. ΠοινΔικ 2002, 59 επ.
  9. Βλ. Bauman, Z. (2004). Παγκοσμιοποίηση. Οι συνέπειες για τον άνθρωπο. Μτφρ. Χ. Βαλλιάνος. Επιμ. Ξ. Τσελέντη. Αθήνα: Θεωρία–Ιδέες Πολύτοπον, 148-149 και 164 επ., και Κουκουτσάκη, Α. (2011). Οικονομική κρίση. Ρητορικές περί ανασφάλειας. Χρήσεις της κοινωνίας του φόβου. Εισήγηση στον ΕΥΜΑΡΟ στις 12/1/2011, Ιστοσελίδα: http://crimevssocialcontrol.blogspot.gr/2011/01/blog-post_23.html (Προσφάτως: 27/06/2013).
  10. Bλ. Wacquant 2001, 164 επ. και Μπάουμαν, Ζ. (2006). Ρευστή αγάπη. (Μτφρ.) Γ. Καράμπελας. Αθήνα: Εστία, 207 επ.
  11. Βλ. Lea 2002, 178 επ., Bauman 2004, 148-149, καθώς επίσης και Rose 2000, 186 και 191.
  12. Έτσι Παπαθεοδώρου, Θ. (2007). Κυβερνητική της ασφάλειας και σύγχρονες πολιτικές πρόληψης του εγκλήματος στην Ελλάδα. Στο: Τιμητικός Τόμος για τον ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΝΩΛΕΔΑΚΗ ΙΙ (1145-1165). Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα, 1149. Βλ. και Rose 2000, 203-204, ο οποίος χρησιμοποιεί τον όρο «νέα ηθικότητα».
  13. Βλ. Loader/Sparks 2002, 89.
  14. Βλ. Rose 2000, 186 επ.
  15. Βλ. Βλ. Zedner, L. (2002). Victims. στο: M. Maguire, R. Morgan, R. Reiner (Επιμ.), The Oxford Handbook οf Criminology (419-456). Έκδ. 3η. Oxford: Oxford University Press, 447.
  16. Βλ. http://www.meganslaw.ca.gov.
  17. Βλ. Feenan, D. (2002). Re-introducing Informal Criminal Justice. Στο: D. Feenan (Επιμ.), Informal Criminal Justice (1-13). Aldershot, Hants: Ashgate, 1 επ.
  18. Βλ. Zedner 2002, 444 και Messmer, H., Otto, U. (1992). Restorative Justice: Steps on the Way Toward a Good Idea. Στο: Messmer, H., Otto, U. (Επιμ.), Restorative Justice on Trial (1-12). Dordrecht, Boston, London: Kluwer Academic Publishers, 1-2.
  19. Κατά την Zedner 2002, 444 η ανάπτυξη του θεσμού της διαμεσολάβησης αποτελεί μια από τις ρίζες της αποκαταστατικής δικαιοσύνης.
  20. Για τις αξίες της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης, βλ. Αρτινοπούλου, Β. (2013). Στο: Α. Πιτσελά, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου (Επιμ.), Αποκαταστατική Δικαιοσύνη σε Ποινικές Υποθέσεις: Προς μια νέα Ευρωπαϊκή Προοπτική (29-40). Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα, 30 επ.
  21. Βλ. απαντήσεις βασικών ερωτημ να αποκαταστήσουναδικασιηση θα ε άτων σε: Αρτινοπούλου, Β. (2011). Οι «γκρίζες ζώνες» της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Στο: Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή ΙΑΚΩΒΟ ΦΑΡΣΕΔΑΚΗ «να αποκαταστήσουναδικασιηση θα ε Η σύγχρονη εγκληματικότητα, η αντιμετώπισή της και η Επιστήμη της Εγκληματολογίας» (755-774). Τ. Ι, 771 επ.
  22. Βλ. Αλεξιάδη, Σ. (2013). Αποκαταστατική Δικαιοσύνη: τα υπέρ και τα κατά. Στο: Α. Πιτσελά, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου (Επιμ.), Αποκαταστατική Δικαιοσύνη σε Ποινικές Υποθέσεις: Προς μια νέα Ευρωπαϊκή Προοπτική (15-28). Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα, 15 επ.
  23. Βλ. αντί άλλων Levrant, S., Cullen, F., Fulton, B., Wozniak, J. E. (1999), Reconsidering Restorative Justice: The Corruption of Benevolence Revisited? Crime & Delinquency 45, τ. 1, 3-27.
  24. Βλ. επίσης Παρασκευόπουλου, Ν. (2007). Η συγκρουσιακή ποινή (εικόνες, θεωρίες, πράγματα). Στο: Α. Κουκουτσάκη (επιμ.), Εικόνες Φυλακής (39-62). Αθήνα: Πατάκη, 52.
  25. Βλ. αναλυτικότερα για κάθε μειονέκτημα Morris, A. (2002), Critiquing the Critics. A Brief Response to Critics of Restorative Justice, Brit.J.Criminol. 42, 596-615, 602 επ. και Johnstone, G. (2002), Restorative Justice. Ideas, values, debates. Devon: Willan Publishing, 1-32, καθώς και Walgrave, L. (1995), Restorative Justice for Juveniles: Just a Technique or a Fully Fledged Alternative? The Howard Journal 34, 228-249, 234.
  26. Βλ. Γιοβάνογλου, Σ. (2008). Μέτρα αποκαταστατικής δικαιοσύνης στο ποινικό δίκαιο των ανηλίκων». Ποινικά Χρονικά, τ. 1, 21-31, και της ίδιας (2009). Η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής γενετήσιας κακοποίησης του παιδιού με “συνεδρίες οικογενειακών ομάδων”. Ποινική Δικαιοσύνη και Εγκληματολογία, τ. 2, 75-83.
  27. Για μια επισκόπηση των “παρεμβάσεων” αποκαταστατικού χαρακτήρα στο ελληνικό σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, βλ. Giovanoglou, S. (2015). Greece. In: Dünkel, F., Grzywa-Holten, J., Horsfield, Ph. (Eds.), Restorative Justice and Mediation in Penal Matters, A stock-taking of legal issues, implementation strategies and outcomes in 36 European countries, Vol. 1 (331-366). Germany: Forum Verlag Godesberg, 331 επ.