H έμμονη διαδικτυακή παρενοχλητική παρακολούθηση (“Cyberstalking”)

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ

 H έμμονη διαδικτυακή παρενοχλητική

παρακολούθηση (“Cyberstalking”)

H δυστοπική πραγματικότητα της κρίσης ως θρυαλλίδα έκπτυξης αντικοινωνικής συμπεριφοράς και ανάδυσης αθέατης θυματοποίησης

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ*

 

«Η επιστήμη πρέπει […] να προσεγγίζει τα προβλήματα κάτω από ένα ευρύτερο πρίσμα λογικής, συναισθήματος, διαίσθησης, δημιουργικής φαντασίας και αίσθησης της ζωής, να υπηρετεί, δε, έναν βαθύτερο ηθικό και κοινωνικό σκοπό, […] να προτείνει λύσεις και να θεραπεύει κοινωνικές ανάγκες […], αλλά με σημείο αναφοράς πάντοτε την αξία του ανθρώπου.»

Ν. Κουράκης, Αντεγκληματική Πολιτική ΙΙ, 2000: 160

 

Προλεγόμενα

Η οικονομική κρίση, που διανύει η διεθνής κοινότητα, στη δίνη της οποίας έχει βρεθεί και η χώρα μας, προκαλεί πολυεπίπεδους κλυδωνισμούς, συμπαρασύροντας κάθε έκφανση του ανθρώπινου βίου. Οι τριγμοί στο κοινωνικό οικοδόμημα σε εθνικό, ευρωπαϊκό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο φέρνουν, μεταξύ άλλων, τον Νομοθέτη, τον Νομικό και τον Εγκληματολόγο αντιμέτωπους με μία πολλαχώς ιδιάζουσα πραγματικότητα· οικονομική, κοινωνική, δικαιική, πολιτική, τεχνολογική, και κατ’ επέκτασιν –σε επίπεδο κοινωνών δικαίου– ψυχολογική. Η διαμορφωθείσα κατάσταση διαφέρει αισθητά από εκείνη που επικρατούσε λίγα έτη νωρίτερα και επιτάσσει ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση τόσο των εμφανών όσο και των εμφωλευόντων κινδύνων.

Αναμφισβήτητα, η απορρέουσα εκ της κρίσεως απορρύθμιση δεν διέπει μόνο την οικονομία, αλλά είναι πολυδιάστατη· κοινωνική, θεσμική, αξιακή, ανθρωπιστική, με σαφείς νομικές προεκτάσεις, άμεσα απτόμενες τόσο του Ποινικού Δικαίου και της Αντεγκληματικής Πολιτικής όσο και της Θυματολογίας. Άλλωστε, η τρέχουσα δυσμενής οικονομική συγκυρία διευκολύνει την εγκληματογένεση και, συνακολούθως, λειτουργεί ως θυματογόνος παράγων. Δεν δύναται δε, να παροραθεί το γεγονός ότι η εν λόγω άρδην αλλαγή των δεδομένων, σε συνδυασμό με τη ραγδαία τεχνολογική πρόοδο, αποτελεί το εφαλτήριο ανάδειξης αφανών μορφών θυματοποίησης και αντικοινωνικής συμπεριφοράς, οι οποίες, καίτοι έως σήμερα παρέμεναν στη «βάση του παγόβουνου», αρχίζουν σταδιακώς να αναδύονται στην επιφάνεια.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα μπορούσε, υπό μία ευρύτερη οπτική, να παρατηρηθεί ότι η κρίση –ως άλλος «Ιανός»– παρέχει, υπό την ερεβώδη της όψη, πρόσφορο έδαφος σε κάθε επίδοξο δράστη να εκπτύξει την εγκληματική του δραστηριότητα· εκ παραλλήλου, όμως, υπό τη φωτεινή της όψη, δίδει, εμμέσως, τη δυνατότητα σε κάθε έννομη τάξη, να εντοπίσει τη λανθάνουσα εγκληματικότητα και να αφουγκρασθεί την αθέατη θυματοποίηση, ώστε να καταδειχθούν τυχόν θεσμικές ελλείψεις και ανεπάρκειες και να διορθωθούν. Τούτο δύναται να έχει ως αποτέλεσμα, να λειτουργήσει η δυστοπία της κρίσης –έστω κατά τρόπον οξύμωρο– ως εργαλείο χάραξης ορθολογικής αντεγκληματικής πολιτικής.

Με αφετηριακό άξονα την ως άνω θεματική –και δεδομένης της απουσίας σχετικής ad hoc ρύθμισης στην ελληνική έννομη τάξη– η παρούσα μελέτη πραγματεύεται το φαινόμενο του “Cyberstalking, ήτοι της έμμονης διαδικτυακής παρενοχλητικής παρακολούθησης (vid. infra υπό 3.2.1), έχουσα ως εφαλτήριο την extra muros προβληματική, σε θεωρητικό, νομοθετικό, νομολογιακό και ερευνητικό επίπεδο. Άλλωστε, το εν λόγω κοινωνικό φαινόμενο, εκτός από θεωρητικές συνιστώσες, έχει –ως συντελούμενο in vivo– αναμφισβήτητα σαφείς προεκτάσεις σε επίπεδο πράξης. Εν προκειμένω, επιχειρείται η προσέγγιση και παρουσίαση του cyberstalking, η ανάδειξη ορισμένων εκ των πολυάριθμων, σύμφυτων με αυτό ζητημάτων, η αποτύπωση με κριτική θεώρηση, των βασικών χαρακτηριστικών του και των τρόπων εκδήλωσης αυτού, η ακροθιγής τοποθέτηση επί βασικών ανακυπτόντων ζητημάτων, καθώς και δικαιοσυγκριτική επισκόπηση και παράθεση του υπάρχοντος –προς αντιμετώπισιν της εν λόγω συμπεριφοράς και προστασία των θυμάτων– εγχώριου νομοθετικού πλαισίου. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η προβληματική δεν προσεγγίζεται, εν προκειμένω[1], ως ζήτημα συγκριτικού δικαίου, προς τυχόν εναρμόνιση με τις αλλοδαπές έννομες τάξεις και ενδεχόμενη εισαγωγή σχετικής ρύθμισης στο ελληνικό Ποινικό Δίκαιο· εγχείρημα το οποίο εκφεύγει των ορίων της παρούσας μελέτης[2]. Δεδομένου ότι η εικόνα που επικρατεί για το cyberstalking είναι συγκεχυμένη (vid. infra), σκοπός, μεταξύ άλλων, είναι η άρση της ασάφειας και αοριστίας, όσον αφορά στον προσδιορισμό της συμπεριφοράς και τους τρόπους τέλεσής της και, ιδίως, η συμβολή στην κατανόηση των ενεργειών του δρώντος υποκειμένου, υπό την έποψη των κινήτρων και της μεθοδολογίας αυτού. Προσέτι, επιχειρείται η εξοικείωση του αναγνώστη με τα κυριότερα σύγχρονα τεχνικά ζητήματα, που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διαδικτυακής μορφής της συγκεκριμένης πράξης. Λαμβάνονται δε, υπ’ όψιν, οι ραγδαίως εξελισσόμενες και εμπλουτιζόμενες μέθοδοι τέλεσης, ενόψει της τεχνολογικής προόδου, της συνεχώς διευρυνόμενης χρήσης του διαδικτύου και, προ πάντων, της εκτεταμένης χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης[3].

Ομολογουμένως, η εν λόγω συμπεριφορά, καίτοι η κατανόησή της προϋποθέτει ολιστική προσέγγιση, δεν ανήκει στα ζέοντα ζητήματα ποινικής ύλης, ούτε έχει απασχολήσει, έως σήμερα, τα αρμόδια θεσμικά όργανα στο πλαίσιο χάραξης αντεγκληματικής πολιτικής. Στο στόχαστρο του Νομοθέτη, όπως καταδεικνύουν –προ παντός τα τελευταία έτη– οι αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις, είναι τα οικονομικά εγκλήματα και τα εγκλήματα διαφθοράς, τελούμενα τόσο σε διαδικτυακό όσο και σε κοινό περιβάλλον. Τα συγκεκριμένα αδικήματα σχεδόν μονοπωλούν –και ευλόγως– το ενδιαφέρον αυτού, δεδομένης αφενός της οικονομικής κρίσης και αφετέρου της διείσδυσής τους στην οικονομική ζωή της χώρας και της βλάβης που προξενούν σε ευρύ κύκλο προσώπων[4]. Τούτο επιρρώνυται, συν τοις άλλοις, από τη διαπίστωση ότι, έως σήμερα –εν αντιθέσει προς τις περισσότερες αλλοδαπές νομοθετικές ρυθμίσεις–, στην ελληνική έννομη τάξη, παρά την επιχωριάζουσα πολυνομία, η συμπεριφορά του stalking, αυτή καθ’ εαυτήν, κείται εκτός των ορίων του ποινικού ελέγχου[5]· οι δε επιμέρους εκδηλώσεις της καλύπτονται –στο μέτρο που συνιστούν αξιόποινες πράξεις– από ένα πλέγμα μεμονωμένων διατάξεων (vid. infra υπό 3.2.3, υποσ. 132).

Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού, ως θα καταδειχθεί εν συνεχεία, το φαινόμενο της έμμονης διαδικτυακής παρακολούθησης, παρουσιάζοντας μείζον θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον, προκαλεί τον νομικό να παρεισφρήσει, με τη σειρά του, στους «κώδικες» της συμπεριφοράς του cyberstalker και να τους ερμηνεύσει.

  1. Καλειδοσκοπική προσέγγιση της κρίσης: Όψεις λανθάνουσας εγκληματικότητας και αθέατης θυματοποίησης υπό το φως της «εικονικής Εγκληματολογίας» (“virtual Criminology”) και των πλασματικών διαπροσωπικών σχέσεων

Η ενασχόληση με τις πολλαπλές εκφάνσεις και επιπτώσεις της κρίσης, inter alia, στην ατομική σφαίρα, δεν είναι ήσσονος σημασίας, ακριβώς λόγω της ευαίσθητης φύσης της τελευταίας και δοθέντος ότι, εν προκειμένω, αφενός τα συμπτώματα δεν είναι ευχερώς ανιχνεύσιμα και αφετέρου οι συνέπειες είναι δυσχερώς διαχειρίσιμες. Η πολυδιάστατη ένδεια δεν έχει αφήσει ανέπαφο τον τρόπο αλληλεπίδρασης με τους άλλους ανθρώπους, αλλά, αντιθέτως, έχει εισχωρήσει δραματικά και σε αυτήν την πτυχή του ανθρώπινου βίου, θέτοντας το αποτύπωμά της.

Ως προελέχθη, η έλευση της οικονομικής κρίσης και η σύμφυτη με αυτήν, αποδόμηση αξιών, αλλά και η –σε ατομικό επίπεδο– συνακόλουθη αναστολή των αντιστάσεων των ανθρώπων, οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες διασφαλίζουν, ως εξισορροπητικοί παράγοντες, την αρμονία της καθημερινότητας, διευκόλυνε τη διολίσθηση στις επικίνδυνες ατραπούς της παρεκκλίνουσας ή και αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Η δε αδυναμία αξιοποίησης του παρόντος, που συνεπιφέρει η ανατροπή της ομαλής πορείας των πραγμάτων, έχει ως απότοκη συνέπεια να διανοίγεται πεδίο ανησυχίας και αμφιβολίας για το μέλλον. Δεν δύναται να παροραθεί το γεγονός, ότι η έξωθεν είναι και προπομπός ένδοθεν κρίσης, για τον καθέναν ατομικώς, υπό την έννοια ότι, ως αγχογόνο εξωτερικό ερέθισμα, πυροδοτεί σε ατομικό επίπεδο μία σειρά έντονων συναισθημάτων, όπως παρατεταμένη ανησυχία, ψυχική φόρτιση, ανάσυρση στην επιφάνεια των ενδόμυχων φόβων. Όταν τα τελευταία συνδυάζονται με αδυναμία διαχείρισης των εξωτερικών δυσμενών συνθηκών, δύναται να εξωθήσουν ένα άτομο σε ακραίες αντιδράσεις προς εαυτόν[6] ή προς έτερον, ανασύροντας στην επιφάνεια τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Δεν είναι δε, σπάνιο, η αδυναμία διαχείρισης των εν λόγω αλγεινών καταστάσεων, να ωθήσει το άτομο σε ουτοπικές σκέψεις, ως διέξοδο διαφυγής, η προσπάθεια υλοποίησης των οποίων, όμως, δύναται –υπό προϋποθέσεις– να οδηγήσει σε ακραίες και αντικοινωνικές συμπεριφορές, όπως τούτο συμβαίνει, εν μέρει, στην περίπτωση του cyberstalking (vid. infra)[7].

Η προκληθείσα από την περιδίνηση της κρίσης αστάθεια, επεκτείνεται και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Οι δυσμενείς συγκυρίες περιορίζουν τους ορίζοντες των ανθρώπων, ματαιώνουν τις προσδοκίες τους και, αναπόφευκτα, επιδρούν καθοριστικά στις πράξεις τους. Εξάλλου, μία διόλου ευκαταφρόνητη παράμετρος είναι η μετάβαση –διά της τεχνολογίας– στην εποχή της εικονικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Η αστική αποξένωση, η φυσική απομόνωση, η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας στις απρόσωπες σύγχρονες μεγαλουπόλεις, η αθόρυβη αλλοτρίωση, σε συνδυασμό με τα τεχνολογικά επιτεύγματα, οξύνουν τις συνέπειες της κρίσης και ωθούν τους ανθρώπους σε εναλλακτικούς τρόπους σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων, οι οποίοι, όμως συχνά ενέχουν κινδύνους[8]. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ιδίως σε περιόδους κρίσης, η ανάγκη για ανθρώπινη επικοινωνία επινοεί διεξόδους. Επί παραδείγματι, διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, πλάθεται συχνά μία πλασματική ζωή, δίδεται η δυνατότητα μίας εικονικής πραγματικότητας, εμπλουτισμένης με ομοίως πλασματικές εμπειρίες και σχέσεις.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η φυσιογνωμία των ανθρώπινων σχέσεων –δεδομένης και της ευαίσθητης ισορροπίας αυτών– ανετράπη εκ θεμελίων στην εποχή της κρίσης. Η δια ζώσης επικοινωνία περιορίσθηκε σημαντικώς· η οικονομική δυσπραγία, η επιδερμικότητα ή η αδυναμία σύναψης ουσιαστικών διαπροσωπικών σχέσεων[9], η απουσία κοινωνικών συναναστροφών, οι σύγχρονοι και πυρετώδεις ρυθμοί της ζωής, η έλλειψη χρόνου, ορώμενα, υπό το πρίσμα της εγγενούς ανάγκης του ανθρώπου για επικοινωνία, επιδείνωσαν το αίσθημα του εσωτερικού κενού και κατέστησαν αιχμηρότερη την αίσθηση της εσωτερικής αποξένωσής του, οδηγώντας αυτόν σε απομόνωση[10]. Προσέτι, ο τεχνολογικός παροξυσμός μετέτρεψε την επικοινωνία από γνήσια και ουσιαστική αλληλεπίδραση, σε απλή ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων, σε εξάρτηση και απεγνωσμένη προσπάθεια διάδρασης, συχνά επιθετική και, ως εκ τούτου, επικίνδυνη, καθώς, αντί της επίτευξης εγγύτητας, τελικώς επιτείνεται το αίσθημα ανασφάλειας και αποξένωσης.

Αναμφίλεκτα, η διείσδυση του διαδικτύου σε όλους τους τομείς της ζωής –οικονομικές, επαγγελματικές, κοινωνικές και εν γένει διαπροσωπικές σχέσεις– αναβάθμισε την ποιότητα αυτής και διευκόλυνε τους εντατικούς ρυθμούς της καθημερινότητας. Η επικοινωνιακή τεχνολογία με τις ποικίλες μορφές της –από τις παλαιότερες και απλούστερες έως τις περισσότερες πρόσφατες και πολύπλοκες– απετέλεσε αντίδοτο, inter alia, στις απόμακρες ανθρώπινες σχέσεις. Ο λειτουργικός ρόλος του διαδικτύου θα μπορούσε να παρομοιασθεί με την τέχνη της γεφυροποιίας, καθώς, κατ’ αρχήν, ενώνει τους ανθρώπους· ιδιότητα μείζονος σημασίας προ παντός σε περιόδους κρίσης. Εντούτοις, προϊόντος του χρόνου, απεδείχθη ότι η καταφυγή στην τεχνολογία ως αποκλειστικού τρόπου επικοινωνίας, επιδείνωσε την αβεβαιότητα, αντιφατικότητα και αποξένωση της εποχής μας, και, ταυτοχρόνως, καλλιέργησε τον φόβο της ανθρώπινης προσέγγισης και αλληλόδρασης. Η επιλογή μίας ιδιότυπης εξ αποστάσεως εγγύτητας, η οποία επιτυγχάνεται διά του διαδικτύου, έχει ως απότοκη συνέπεια την εικονικότητα των ανθρώπινων σχέσεων. In factum, η εσφαλμένη και καθ’ υπερβολήν χρήση των διαδικτυακών εφαρμογών διηύρυνε την απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, κατά τρόπο λανθάνοντα και ιδιαιτέρως ευρηματικό, καθώς την περιέβαλε με τον μανδύα της ψευδοεγγύτητας. Στην εποχή των πλασματικών σχέσεων, παραβλέπεται η αυτονόητη διαπίστωση ότι η παραχώρηση του «προνομίου» της οικειότητας δεν αποκτάται ipso facto με ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων ή με αναρτήσεις φωτογραφιών προσωπικών στιγμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που δύναται να καταστήσουν προσπελάσιμη –και ενίοτε χειραγωγίσιμη– την ιδιωτική ζωή των χρηστών των συγκεκριμένων εργαλείων. Η οικειότητα έχει και μία εσωτερική διάσταση· εκδηλώνεται από ένα πρόσωπο προς το άλλο, πράγμα το οποίο προϋποθέτει –όπως υποσημαίνεται και από την πρόθεση «εκ» που χρησιμοποιείται ως πρόθημα– μία ιδιότυπη και συνειδητή «απομάκρυνση» από το «εγώ», μία νοερή μεταβολή, ήτοι την υπέρβαση του ιδίου του εαυτού του, ώστε να πραγματοποιηθεί το «πλησίασμα», η εγγύτητα και να εξωτερικευθεί η πρόθεση προσέγγισης του ετέρου ατόμου, του «Άλλου».      Η οικειότητα εκπορεύεται και, συγχρόνως, προϋποθέτει την αλληλεπίδραση, τη διάδραση δύο ή περισσοτέρων ατόμων[11]. Η βούληση προς επικοινωνία δεν εκβιάζεται και δεν υφαρπάζεται. Όπως θα καταδειχθεί, εν συνεχεία, ο cyberstalker –αναλόγως της κατηγορίας στην οποία ανήκει– άλλοτε υποπίπτει σε αυτό ακριβώς το «σφάλμα» και άλλοτε εκμεταλλεύεται την ανωτέρω λανθασμένη αντίληψη περί της φύσεως των σύγχρονων μορφών επικοινωνίας, προς προσέγγισιν του παρακολουθουμένου ατόμου. Κατ’ ουσίαν, ο δρων «ακυρώνει» την ίδια την έννοια της «επικοινωνίας», η οποία προϋποθέτει αμφίδρομη διαδικασία ανάμεσα σε έναν πομπό και έναν δέκτη και όχι μονόδρομη επικοινωνία με τη μορφή της επίμονης, αδιάκριτης και οχληρής προσέγγισης[12]. Η διαμορφούμενη από αυτήν την ψευδαίσθηση εγγύτητας κατάσταση, που ερείδεται στην –υπέρ το δέον– διαθεσιμότητα προσωπικών στοιχείων σε ευρύ και ανεξέλεγκτο κύκλο προσώπων, έχει ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου, καθιστώντας το έδαφος προσφορότερο για νεοφανείς μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, τίκτοντας βία και, συνακολούθως, θυματοποίηση. Τούτο καταδεικνύεται εναργώς μέσω του φαινομένου του διαδικτυακού stalking και, κυρίως, του τρόπου με τον οποίον ο δρων εκπτύσσει την      παρενοχλητική δραστηριότητά του. Προς την ανάδειξη, όμως, συμπεριφορών όπως το cyberstalking έχουν συμβάλει, σε μεγάλο βαθμό, τα ποικίλα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης, που έχουν ανατρέψει εκ βάθρων τα δεδομένα και σε επίπεδο ανθρώπινων σχέσεων, οι οποίες τίθενται σε νέες βάσεις.

Το παράδοξο της διεπομένης από την κρίση εποχής μας, είναι ότι έχει καταστεί ευχερέστερη η επαφή με τον εικονικό άνθρωπο, παρά με τον αληθινό[13]. Οι κοινωνικές συναναστροφές έχουν γίνει επιφανειακές και ο κύκλος των «γνωστών» διευρύνεται διαρκώς, κυρίως, όμως, μέσα από μία τυπική διεκπεραίωση αποδοχής «αιτημάτων φιλίας» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται και αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι, έχει μεταβληθεί ριζικά[14]. Ωστόσο, η διέπουσα τις ανθρώπινες σχέσεις αντίφαση, συνιστά, αυτή καθ’ εαυτήν, και εγγενές χαρακτηριστικό γνώρισμα του διαδικτύου, το οποίο με την ιδιότητά του ως μέσου κοινωνικοποίησης, ελαχιστοποιεί μεν τη φυσική επαφή, ενισχύει δε, ταυτοχρόνως, τη μακρόθεν επικοινωνία, που, ενδεχομένως, να ήταν, άλλως, αδύνατη. Το άτομο εισέρχεται στο στάδιο της εικονικής κοινωνικοποίησης δια της φυσικής αποκοινωνικοποίησης. Το διαδίκτυο αναιρεί τα φυσικά σύνορα, εντούτοις ωθεί τους χρήστες να αξιώνουν πρόσθετες δικλίδες ασφαλείας για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων[15], καθώς, μέσω αυτού, καθίσταται μεν δυνατή η εξασφάλιση της ανωνυμίας, ταυτοχρόνως δε, πλήρως ορατές εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής και αποψιλώνεται η ιδιωτικότητα, ενόψει του κινδύνου απώλειας ελέγχου του ατόμου επί των προσωπικών του πληροφοριών[16] (vid. infra).

Στην εποχή της ψηφιοποίησης των συναισθημάτων, κατά την οποία οι εκφράσεις του προσώπου, η εκδήλωση των σκέψεων, της συναισθηματικής κατάστασης ή διάθεσης, αποδίδονται μέσω συνδυασμών χαρακτήρων του πληκτρολογίου ή εικονιδίων (emoticons, emojis, stickers), ο επιπολασμός του cyberstalking δεν εγείρει απορίες. Ο απολεσθείς αυθορμητισμός στις ανθρώπινες σχέσεις, απόρροια της έλλειψης αμεσότητας στην επικοινωνία, και η αντικατάστασή του από τον προγραμματισμό ακόμη και σε επίπεδο διαπροσωπικών επαφών, είχε ως απότοκη συνέπεια να αναδείξει, inter alia, παραβατικές συμπεριφορές, οι οποίες, καίτοι χαρακτηρίζονται από έντονη συναισθηματική εμπλοκή του δράστη –όπως συμβαίνει στο stalking– εντούτοις, το modus operandi αυτού, έχει ως ίδιον τον προγραμματισμό, τη μεθοδικότητα και τη «στρατηγική»[17].

Κατ’ ακολουθίαν, ο τρόπος εκδήλωσης της παραβατικής συμπεριφοράς ήταν αναμενόμενο, ως οριακό κοινωνικό φαινόμενο, να επηρεαστεί από τις –έχουσες ως όχημα την τεχνολογία– επελθούσες μεταβολές στην παραδοσιακή μορφή των διαπροσωπικών σχέσεων και της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Ως εκ τούτου, και το έγκλημα έχει αλλάξει φυσιογνωμία. Προϊόντος του χρόνου, διά της εξελίξεως του πολιτισμού και της αλματώδους προόδου της τεχνολογίας, το έγκλημα, ως μη στατικό, αλλά δυναμικά μεταβαλλόμενο μέγεθος, βιώνει και το ίδιο μεταλλαγές, με αποτέλεσμα τα «κλασικά» αδικήματα να δίδουν σταδιακώς τη θέση τους σε άλλες, περισσότερο απρόσωπες, κεκαλυμμένες, «σκοτεινές» και υπόγειες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, μη ευχερώς διαγνώσιμες και τίκτουσες αθέατη θυματοποίηση[18]. Διά του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, ανέτειλαν «εκλεπτυσμένες» και περισσότερο προηγμένες, σε επίπεδο τεχνικών γνώσεων, μορφές εγκληματικότητας και, συνακολούθως, αποτελεσματικότερες για τον δράστη[19]. Προέβαλε, επίσης, μέσω της τεχνολογίας, μία επιπλέον παράμετρος· ο δράστης/η δράστις[20] διά της ανωνυμίας «απο-ταυτοποιείται» ή «ψευδο-ταυτοποιείται» (vid. infra). Ταυτοχρόνως δε, αναδύονται συμπεριφορές που βρίσκονται στα όρια του αξιοποίνου[21], με απότοκη συνέπεια να τίθεται τόσο το Ποινικό Δίκαιο όσο και η Εγκληματολογία –και κατ’ επέκτασιν η Αντεγκληματική Πολιτική– ενώπιον νέων διλημμάτων, που αποτελούν εστία σύγχρονων προβληματισμών και διαρκών προκλήσεων. Σε αυτές τις συμπεριφορές συγκαταλέγεται και το cyberstalking. Η στερεότυπη διάκριση του «καλού» από το «κακό» –καίτοι δυσχερέστερη από κάθε άλλη φορά– φαίνεται, πλέον, παρωχημένη, ενώ το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στον προσδιορισμό της ασαφούς φυσιογνωμίας των «γκρίζων ζωνών» του Ποινικού Δικαίου, ακολουθώντας μία θυματοκεντρική προσέγγιση. Άλλωστε, λόγω των πολυεπίπεδων ραγδαίων εξελίξεων, ακόμη και η εικόνα που είχε διαμορφωθεί, έως σήμερα, τόσο για τον δράστη όσο και για το θύμα αντανακλά πλέον, ενόψει των σύγχρονων δεδομένων, μία αναχρονιστική θεώρηση.

Η εφεύρεση νέων μορφών διαδικτυακής επικοινωνίας, παρεχουσών, ταυτοχρόνως, τη δυνατότητα άντλησης προσωπικών πληροφοριών, σύνδεσης και συσχέτισης στοιχείων, απετέλεσε τον πυρήνα καινοφανών συμπεριφορών ή μετέβαλε τη φυσιογνωμία των ήδη υπαρχουσών[22]. Ως εκ τούτου, παρατηρείται μία σύνολη αλλαγή φυσιογνωμίας του εγκλήματος. Επί παραδείγματι, παραδοσιακές αξιόποινες πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, απέκτησαν και διαδικτυακή μορφή[23]. Το αυτό, όμως, συνέβη και με παρεκκλίνουσες (ή αποκλίνουσες) συμπεριφορές, των οποίων η τυποποίηση σε ποινικό επίπεδο στασιάζεται, όπως στην περίπτωση του stalking. Σε τούτο το πλαίσιο, η «κλασική» έμμονη παρακολούθηση (“stalking”) κατέστη ευχερέστερη μέσω της διαδικτυακής (“cyberstalking”)[24].

Ωστόσο, διά της αλματώδους προόδου της τεχνολογίας, ανέτειλαν όχι μόνο καινοφανείς μορφές παραβατικής συμπεριφοράς και θυματοποίησης, αλλά και σύγχρονες εγκληματολογικές κατευθύνσεις. Συναφώς, στο πεδίο της Εγκληματολογίας, η οποία, με την σειρά της, καλείται να διαχειρισθεί σύγχρονα «άγη»[25], αναδύθηκαν νέα ρεύματα, όπως η «εικονική Εγκληματολογία» (“virtual Criminology”), ήτοι η αναφερομένη στην εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου, εγκληματολογική κατεύθυνση, υπό το φασματικό πρίσμα της οποίας, επιβάλλεται να ιδωθούν τόσο οι νεοφανείς διαδικτυακές μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς όσο και εκείνες που, μέχρι πρότινος, ήταν αθέατες. Το συγκεκριμένο εγκληματολογικό ρεύμα, έχει ως αντικείμενο τις αντικοινωνικές συμπεριφορές, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο του διαδικτυακού περιβάλλοντος, με όχημα τις ερειδόμενες επί του παγκόσμιου ηλεκτρονικού δικτύου εφαρμογές (επί παραδείγματι, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ιστοχώροι κοινωνικής και επαγγελματικής δικτύωσης, ιστολόγια γνώμης)[26]. Η σχετική με την «εικονική Εγκληματολογία», lato sensu, συγγραφική ενασχόληση έκανε την εμφάνισή της περί τα μέσα της δεκαετίας του ’90· η δε χρήση του όρου αποδίδεται στον Αμερικανό δικηγόρο Curtis Karnow, ο οποίος το έτος 1994 παρετήρησε ότι, διά της εκτεταμένης χρήσεως του διαδικτύου, η ενασχόληση με τα απτόμενα με τον αισθητό, εμπειρικό κόσμο έχει αρχίσει να φαίνεται παρωχημένη, ακόμη και σε επίπεδο νόμων και εγκληματικής συμπεριφοράς όπως, άλλωστε, και ο λόγος περί φυσικών συνόρων[27].

Κατά συνέπεια, η «κοινωνία της πληροφορίας», ούσα, ταυτοχρόνως, και «κοινωνία της διακινδύνευσης» (“Risk Society” / „Risikogesellschaft“)[28], δύναται να αποτελέσει εστία θυματοποίησης, η οποία, όμως, λόγω της –εξασφαλιζομένης διά της ανωνυμίας του διαδικτυακού περιβάλλοντος– αφανούς φύσης της, καθίσταται περισσότερο επίφοβη. Η διαδικτυακή παραβατικότητα είναι παρεμφερής μεν με την εξωδικτυακή, ελαφρώς παραλλασσομένη δε, ποιοτικώς, από την παραδοσιακή, ήτοι την αναφερομένη στα εγκλήματα που διαπράττονται σε κοινό περιβάλλον, ένεκα των παρεχομένων ευκολιών και δυνατοτήτων του διαδικτύου. Τούτο είναι, κατ’ αρχήν, εύλογο, καθώς ο διαδικτυακός κόσμος είναι, κατ’ ουσίαν, προέκταση του εμπειρικού. Ωστόσο, δεν δύναται να παροραθούν η φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του διαδικτύου, τα οποία καθιστούν την παραβατική συμπεριφορά περισσότερο ελκυστική στον επίδοξο δράστη[29], καθώς παρέχουν το πρόσθετο προνόμιο της ευχέρειας τέλεσης του αδικήματος, εξασφαλίζοντάς του, επιπλέον, ανωνυμία[30]. Η τελευταία, ως παράγων δυσχεραίνων την ανίχνευση και απόδειξη της πράξης –μέσω της δυνατότητας «απο-ταυτοποίησης» του δρώντος υποκειμένου[31]–, λειτουργεί ενθαρρυντικά για τον επίδοξο δράστη. Πέραν, όμως, της ευχέρειας τέλεσης του αδικήματος ανά πάσα στιγμή και εξ οιασδήποτε τοποθεσίας, το χαμηλό κόστος της χρήσης του διαδικτύου συνιστά μία διόλου ευκαταφρόνητη παράμετρο, προ παντός σε περιόδους οικονομικής κρίσης[32]. Εξάλλου, η ειδοποιός διαφορά του κυβερνοχώρου έναντι του κοινού περιβάλλοντος, τόσο σε επίπεδο ταυτότητας χρηστών, ήτοι δυνατότητας απόκρυψης και παραποίησης των ειδικών στοιχείων αναγνωρίσεως ενός ατόμου όσο και τοπικότητας, ήτοι απουσίας φυσικών συνόρων[33] δίδει –όσον αφορά στα διαδραματιζόμενα στην ετεροτοπία του ψηφιακού χώρου– την απατηλή αίσθηση της απουσίας ορίων ή, έστω, της ελαστικότητας των ισχυόντων στον εμπειρικό κόσμο, νομίμων περιορισμών. Ο δράστης, όχι μόνο διευκολύνεται στην τέλεση αξιόποινων πράξεων, αλλά και ενθαρρύνεται σε επικίνδυνη κατάργηση των συνόρων μεταξύ πραγματικού και ιδεατού, με μέτρο την επιθυμία του και, ενίοτε, την ικανοποίηση αισθημάτων ματαιοδοξίας, φιλαυτίας ή, ακόμη, και ναρκισσισμού[34]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο παρακολουθών από ψηφιακός ιχνηλάτης μετατρέπεται, ευχερώς, σε λαθροθήρα προσωπικών δεδομένων των παρακολουθουμένων προσώπων. Συνακολούθως, ο επιπολασμός της έμμονης διαδικτυακής παρακολούθησης (cyberstalking) κυμαίνεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από την παραδοσιακή (stalking) (vid. infra). Επιπλέον, εν αντιθέσει προς την κλασική μορφή της συμπεριφοράς, παρέχεται ευχερέστερα η δυνατότητα σε έναν, έστω, αδιάκριτο χρήστη να εισέλθει από απλή και μόνο περιέργεια στη διαδικασία περιήγησης (surfing) στα αναρτημένα στον Παγκόσμιο Ιστό (World Wide Web WWW) προσωπικά δεδομένα τρίτων προσώπων, να αντλήσει και να συλλέξει πληροφορίες και εν συνεχεία –συντρεχόντων βεβαίως και άλλων παραγόντων– να εθισθεί στη συστηματική παρακολούθηση του ατόμου ή των ατόμων που θα έχουν κινήσει το ενδιαφέρον του, αρχίζοντας, σταδιακώς, να προβαίνει στις σχετικές ενέργειες, που εμπίπτουν στην εν λόγω παραβατική δράση. Δηλαδή, η συγκεκριμένη μορφή παρακολούθησης δύναται να είναι, τρόπον τινά, οψιγενής. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ενέργειες του δρώντος υποκειμένου μπορεί να αποτελούν, υπό μία έννοια, προπαρασκευαστικές της συστηματικής παρακολούθησης πράξεις. Προς επίρρωσιν αυτού, αναφέρεται ότι, στο cyberstalking, το ποσοστό των περιπτώσεων στις οποίες το θύμα ήταν άγνωστο στον δράστη ή, τουλάχιστον, δεν προϋπήρχε σχέση –οιουδήποτε χαρακτήρα– μεταξύ τους, κυμαίνεται σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα του παραδοσιακού stalking (vid. infra υπό 3.2.5). Τούτο καταδεικνύει ότι ο αδιάκριτος ψηφιακός περιηγητής στις ζωές των άλλων μπορεί ευχερέστερα τόσο να μυηθεί στην εν λόγω διαδικασία όσο και να υπερβεί τα εσκαμμένα, και, μεταλλασσόμενος σε ψηφιακό «θηρευτή», να αντιμετωπίσει τον παρακολουθούμενο ως «θήραμα», με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.

Το τρίπτυχο κρίση, τεχνολογία και παραβατική συμπεριφορά δεν λειτουργεί κατά τρόπο δεσμευτικό, καθώς τα επιμέρους στοιχεία δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση λογικής αναγκαιότητας. Άλλωστε, η αντικοινωνική συμπεριφορά δεν είναι, αποκλειστικώς, απόρροια της κοινωνικοοικονομικής κρίσης ή των τεχνολογικών ευκολιών, ωστόσο οι τελευταίες δεν παύουν να συνιστούν ικανούς όρους για την εκδήλωση αυτής. Αυτονόητο, βεβαίως, είναι ότι οι πηγάζουσες από την κρίση και εκκολάπτουσες την παραβατική συμπεριφορά δυσμενείς συνθήκες επιβάλλεται να προσεγγισθούν υπό το φως των εκάστοτε ατομικών συνθηκών και των ιδιαιτεροτήτων κάθε περίπτωσης, ήτοι να εξετάζονται πάντοτε in concreto. Άλλωστε, σε εποχές ανατροπής των ισορροπιών, κατά τις οποίες η ροή των πραγμάτων δεν υπακούει σε κανονικότητες, η επιθετικότητα δεν εκδηλώνεται πάντοτε αμέσως· δύναται, να κυοφορείται επί μακρόν και στην περίπτωση αυτή, γεννώνται οι περισσότερο επικίνδυνες μορφές βίας.

Αναμφιβόλως, η χρήση του διαδικτύου και ο επιπολασμός της έμμονης παρενοχλητικής παρακολούθησης είναι μεγέθη ανάλογα. Συνεπώς, η ανοδική τάση κρουσμάτων cyberstalking δεν σημαίνει, απαραιτήτως, ότι η συγκεκριμένη παραβατική συμπεριφορά γνωρίζει έξαρση ή ότι ενέσκηψε μία δεδομένη χρονική περίοδο. Το φαινόμενο, συνυφασμένο με την αυξανόμενη χρήση ιδίως των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και εν γένει με τις τρέχουσες τεχνολογικές εξελίξεις, αποδίδει τη διαμόρφωση μίας κατάστασης που τελεί σε άμεση συνάρτηση με την ισχύουσα πραγματικότητα. Επομένως, εξαιρουμένης της κρίσεως, που είναι, εκ των πραγμάτων, αστάθμητο μέγεθος εξ επόψεως συνεπειών και διαχειρίσεως αυτής σε ατομικό επίπεδο, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και η ανωτέρω παράμετρος στην συναγωγή συμπερασμάτων στην πορεία της παρούσας μελέτης.

  1. Οι «ζωές των άλλων» στην ετεροτοπία του διαδικτύου: Μετεξελίξεις της «τέχνης του παρ-ακολουθείν»

Η προσέγγιση και κατανόηση της συμπεριφοράς του διαδικτυακού stalking ως sui generis μορφής παρακολούθησης δεν δύναται να πραγματοποιηθεί επαρκώς εάν δεν ιδωθεί υπό το πρίσμα των σύγχρονων μορφών πανοπτισμού, καθώς δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι ειδικώς το cyberstalking συνιστά, τρόπον τινά, ένα ηλεκτρονικό πανοπτικό, μία εξελικτική μορφή πανοπτικού ελέγχου, λαμβάνοντος χώρα σε διαπροσωπικό επίπεδο.

Οι δυνατότητες της εκ πλαγίου διείσδυσης στη σφαίρα αυτονομίας του ατόμου, επιτείνονται ενόψει της αλματώδους προόδου της τεχνολογίας και των κινδύνων που αυτή εγκυμονεί. Στον ίδιο χώρο συνυπάρχουν, εκ παραλλήλου, αφενός η ανωνυμία –και κατ’ επέκτασιν η ψευδωνυμία– και αφετέρου η πλήρης ορατότητα ή, άλλως, ο πανοπτισμός της ιδιωτικότητας. Ενώ ο δράστης ανωνυμοποιείται, χρησιμοποιώντας οιοδήποτε όνομα χρήστη (“user name”), αντιθέτως, τα προσδιοριστικά της ταυτότητας του θύματος στοιχεία, και, inter alia, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τίθενται –κατά τρόπον οξύμωρο από τον ίδιο τον φορέα αυτών– στη διάθεση κάθε επίδοξου δράστη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αποκτά σαφές προβάδισμα έναντι του θύματος. Το «πανοπτικό φαινόμενο», με τη σειρά του, μετεξελίχθη· η προσβασιμότητα κάθε ενδιαφερομένου τρίτου σε προσωπικά δεδομένα άλλων ατόμων και η πλήρης διαφάνεια ανέδειξε τον «Γυάλινο Άνθρωπο», με αποτέλεσμα οι «ζωές των Άλλων» να γίνουν διαπερατές. Όμως, ο «ψηφιακός άνθρωπος» (“digital person”), έχοντας υπερβεί τη φυσική διάσταση της ανθρώπινης υπόστασης, θυματοποιείται κατά τρόπον αθέατο. Η μη ελεγχόμενη ροή πληροφοριών και ο ανεξέλεγκτος διαμοιρασμός αυτών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αποτελούν το όχημα για τη δημιουργία μίας κεκαλυμμένης σύγχρονης μορφής προσβολής εννόμων αγαθών, περισσότερο υπόγειας και ιοβόλου από κάθε άλλη, δεδομένου, κυρίως, ότι το θύμα καθιστά προσβάσιμα στους τρίτους τα συγκεκριμένα στοιχεία που το αφορούν, διευκολύνοντας το ίδιο τη θυματοποίησή του.

Εντούτοις, καθίσταται αναγκαίο –για την ορθή προσέγγιση της συμπεριφοράς– να επισημανθεί ότι είναι ουσιωδώς διάφορο το να «ακολουθεί» (“follow”) ένας χρήστης (“follower”) τον άλλο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης[35] από το να τον «παρακολουθεί» (“stalk” – cyberstalker). Για τον λόγο αυτόν, επιβάλλεται –ειδικώς στο φαινόμενο του stalking– να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση τόσο στην επιλογή όσο και στο ακριβές νοηματικό περιεχόμενο των χρησιμοποιουμένων όρων. Συγκεκριμένα, ο όρος “stalk –σημειολογικό δάνειο από τη «θήρα», από την οποία έλκει την καταγωγή του (vid. infra υπό 3.2.1)– υποδηλώνει, ως έννοια μεταφερόμενη στην ανθρώπινη κοινωνία, τη δραστηριότητα του υποκειμένου που «παραφυλά», που «πλησιάζει αθόρυβα», που «παρακολουθεί αθέατο»[36]· ενέργεια αποδίδουσα τη συμπεριφορά εκείνη, η οποία τίθεται με έναν περαιτέρω σκοπό, καθώς τελεί εν αναμονή της κατάλληλης προς δράση –ήτοι την «επίθεση» στο «θήραμα»– στιγμής[37]. Mutatis mutandis, το «παρακολουθείν»[38] υποσημαίνει –διά του προθήματός του– την παράπλευρη ή την πλάγια τακτική του δρώντος υποκειμένου, και, κατ’ επέκτασιν, υποδηλώνει την ύπαρξη μίας παράλληλης με τον παρακολουθούμενο, σκιώδους παρουσίας, που μηχανεύεται τρόπους –τουλάχιστον– εξοικείωσης με αυτόν.

Οι «ζωές των άλλων» κινούσαν ανέκαθεν το ενδιαφέρον για ποικίλους, κατά καιρούς, λόγους. Προϊόντος του χρόνου, η «τέχνη του παρακολουθείν» γνώρισε πολλαπλές μεταλλαγές, ποσοτικές και ποιοτικές μετεξελίξεις. Το φαινόμενο της «πανοπτικοποίησης» (“panopticanization”) της κοινωνίας, που την μετέτρεψε σε «κοινωνία της παρακολούθησης» (“surveillance society”)[39], έχει τις ρίζες του στον προηγούμενο αιώνα, με διαφορετική, όμως, μορφή. Η τακτική αυτή, χρησιμοποιούμενη άλλοτε ως εργαλείο μυστικών υπηρεσιών και ολιγαρχικών καθεστώτων προς παρακολούθησιν των πολιτών, έλεγχο της κατάστασης των πραγμάτων, εμπέδωση της τάξης και επιβολή δύναμης, και άλλοτε από τους νομίμως εκλεγμένους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας για λόγους δημόσιας ασφάλειας και ελέγχου της εγκληματικότητας, ως προληπτική (προδρασιακή μέθοδος) ή κατασταλτική ενέργεια (εξιχνίαση εγκλήματος)[40], γνωρίζει ως αποκορύφωμα μία τάση που διαφαίνεται τα τελευταία έτη –ιδίως από τη δεκαετία του ’90 και επέκεινα– αποτυπούμενη στην εκδηλωθείσα μέσω της έμμονης παρακολούθησης συμπεριφορά. Από τον οργουελικό «Μεγάλο Αδερφό»[41], πραγματοποιήθηκε η μετάβαση στην –ερειδομένη στο «Πανοπτικόν» του Bentham[42]– φουκωική «πανοπτική κοινωνία»[43], με απόγειο τη μορφή παρακολουθήσεως που αναδύεται στην επιφάνεια σήμερα· περισσότερο υπόγεια και αθέατη, δυσχερέστερα αντιληπτή από τον υποστάντα, η οποία, όμως, οδηγεί σε λανθάνουσα θυματοποίηση διά της κεκαλυμμένης ψυχολογικής βίας, που ασκείται μέσω αυτής, και επιτείνει το διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας. Κατέστη, συνεπώς, σαφές ότι οι απειλές του ιδιωτικού βίου δεν προέρχονται πλέον μόνον από το κράτος, αλλά και από ιδιώτες· οι δε τελευταίες είναι περισσότερο επικίνδυνες, καθώς, πέραν της αφανούς φύσης τους, που τις καθιστά μη εντοπίσιμες, δεν είναι, επιπλέον, ανιχνεύσιμη η αιτία για την οποία λαμβάνουν χώρα, πράγμα το οποίο δυσχεραίνει τη διαχείριση του κινδύνου[44]. Το stalking απετέλεσε τη μήτρα για την ανάδυση μίας τάσης παρακολούθησης καινοφανούς σε διαπροσωπικό επίπεδο· η φύση, συστηματικότητα και οργάνωση της οποίας, υποδηλώνει μία διαφορετική, σύγχρονη κατεύθυνση[45]. Ενόψει των ανωτέρω, θα μπορούσε να λεχθεί ότι στην έμμονη παρακολούθηση στο πλαίσιο του stalking –παραδοσιακού και διαδικτυακού– αποτυπώνεται μία όψη, η οποία δίδει διάφορο προσανατολισμό στο γνωστό, έως σήμερα, πανοπτικό φαινόμενο. Η κατεύθυνση αυτή, έχουσα διακριτή μορφή και φύση από την παρελθούσα, γνωρίζει περαιτέρω εξέλιξη μέσω της διαδικτυακής μορφής της συμπεριφοράς (cyberstalking)[46]. Το stalking εισάγει μία νεοφανή τάση παρακολούθησης, δίδοντας εξελικτική πνοή στην «τέχνη του παρακολουθείν» και εγκαινιάζοντας την περίοδο του διαπροσωπικού πανοπτισμού, την οποία διάγουμε.

Αυτονόητον είναι, ότι η μετεξέλιξη του πανοπτικού φαινομένου δεν συνυφαίνεται μόνο με τις αλματώδεις εξελίξεις στο πλαίσιο της επικοινωνιακής τεχνολογίας, αλλά και με τη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων, που, ως προελέχθη, επηρεάζεται άμεσα υπό των ραγδαίων μεταβολών, αλλά και ανατροπών της κοινωνίας. Η κοινωνιολογία του πανοπτισμού ή της παρακολούθησης (sociology of surveillance)[47], βρίσκεται ενώπιον μίας νέας πραγματικότητας, που την αποσυνδέει από την κλασική έννοια της κοινωνιολογίας του ελέγχου και η οποία, συγχρόνως, υποδηλώνει μεταλλαγή της φύσης των διαπροσωπικών σχέσεων. Παράλληλα, η τεχνική της παρακολούθησης παρουσιάζει μία διαφορετική όψη, η οποία δεν έχει καταστεί εισέτι αντιληπτή· βιώνει μία μετάβαση από τον κρατικό πανοπτισμό στον διαπροσωπικό, πράγμα το οποίο διευρύνει τον πανοπτικό έλεγχο και δίδει σε αυτόν μία νέα διάσταση, περισσότερο αθέατη και υπόγεια, και, ως εκ τούτου, ιδιαιτέρως επίφοβη. Θα μπορούσε, συνεπώς, να λεχθεί ότι η κοινωνιολογία της παρακολούθησης βρίσκεται, πλέον, ενώπιον της εποχής του διαδικτυακού διαπροσωπικού πανοπτισμού[48], ήτοι της συλλογής, αποθήκευσης και επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και, εν γένει, παρακολούθησης λαμβάνουσας χώρα μεταξύ ιδιωτών, στην οποία το πανοπτικό φαινόμενο συντελείται σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων και δη με τη χρήση του διαδικτύου. Ίδιον αυτής συνιστά ότι, η ως άνω συμπεριφορά δεν λαμβάνει χώρα υπό την πίεση ή την επίδραση εξωγενών παραγόντων και ότι είναι αποσυνδεδεμένη από κρατικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά συμφέροντα και ανεξάρτητη από οιανδήποτε εξωτερική επιρροή, καθοδήγηση ή έλεγχο· χαρακτηρίζεται δε, ως επί το πλείστον, από συναισθηματική εμπλοκή του δρώντος υποκειμένου[49], ενώ τα κίνητρα, υπό τα οποία ελαύνεται ο παρακολουθών, εντοπίζονται αμιγώς σε επίπεδο συναισθημάτων και ποικίλλουν (π.χ. ερωτικό πάθος, εμμονή, φθόνος, εκδίκηση). Επομένως, εν προκειμένω, η παρακολούθηση δεν διαδραματίζει τον ρόλο λειτουργικού εργαλείου της οικονομικής, πολιτικής και, εν γένει, κρατικής εξουσίας και ελέγχου, αλλά συνιστά έκφανση μίας περισσότερο επικίνδυνης και κεκαλυμμένης μορφής προσπάθειας άσκησης διαπροσωπικής κυριαρχίας, ήτοι εξουσίας ασκουμένης από ιδιώτη προς ιδιώτη, που συνεπάγεται ρηγμάτωση της ιδιωτικότητας του υποστάντος τη συμπεριφορά, επιβολή, απόκτηση ελέγχου και συνακόλουθη χειραγώγηση σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων. Κατ’ ουσίαν, το πρόβλημα του διαπροσωπικού πανοπτισμού δεν αφορά μόνο στην αδυναμία προστασίας της ιδιωτικότητας του ατόμου, αλλά στη δυσκολία ελέγχου της διάχυσης των προσωπικών του πληροφοριών, την πρόσβαση στις οποίες το ίδιο διευκόλυνε, καθιστώντας αυτές προσιτές, κυρίως διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τούτο έχει, όμως, άμεσες συνέπειες στην περαιτέρω δυνατότητα αυτοκαθορισμού του. Έχοντας θέσει ο ίδιος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον ικανό όρο για την αποδόμηση μέρους της ιδιωτικότητάς του, τα όρια αυτής φαντάζουν ρευστά[50]. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο παρακολουθών τις ζωές των άλλων, ως ψηφιακός ιχνηλάτης της ιδιωτικότητάς τους, σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη διεξαχθείσα από κρατικά ή υπερεθνικά κέντρα παρακολούθηση, σε εκείνη που πραγματοποιείται από ιδιώτη προς ιδιώτη και, κατ’ επέκτασιν, στην κοινωνία του σύγχρονου διαδικτυακού διαπροσωπικού πανοπτισμού ή παρακολούθησης.

Βεβαίως, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν, επιπροσθέτως, η παράμετρος της φιλοπεριέργειας, την οποία δύναται σε ορισμένες περιπτώσεις –όπως έχει καταδειχθεί από έρευνες στην αλλοδαπή (vid. infra)– να έχει ως αποκλειστικό έναυσμα η παρακολούθηση. Η φιλοπεριέργεια είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης, πολλώ δε μάλλον ενόψει της απατηλής γοητείας που εκπέμπει το «μυστήριο» που περιβάλλει τις ζωές των άλλων και τις άγνωστες πτυχές τους. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι σπάνιο ο παρακολουθών να αισθανθεί, στη θέαση της διαδικτυακής εικόνας του ετέρου προσώπου, έλξη, να γοητευθεί από αυτό, τόσο από την εξωτερική του εμφάνιση όσο και από την προσωπικότητά του –όπως, βεβαίως, την παρουσιάζει το ίδιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης– ώστε την αρχική επιθυμία του για παρακολούθηση να διαδεχθεί μία τάση προσέγγισης του παρακολουθουμένου και, εν συνεχεία, στην πιθανή άρνηση ανταπόκρισης του υποστάντος την ανωτέρω συμπεριφορά, να πυροδοτηθεί επιθετικότητα. Καθίσταται, συνεπώς, προφανές ότι δεν δύναται, πάντοτε, ο παρακολουθών τις ζωές των άλλων να μείνει αμέτοχος, και είναι σύνηθες, τη μακρόθεν παρατήρηση να διαδεχθεί μία διαδικασία συμμετοχικής παρακολούθησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, σταδιακώς –και εν είδει καθέξεως[51]– ο δρων μετατρέπεται από παρακολουθών, σε ελέγχων τη ζωή του άλλου.

Το μείζον είναι ότι, με τη συμπεριφορά του stalker, πέραν της αναμφισβήτητης προσβολής της ιδιωτικής ζωής, θίγεται εκ παραλλήλου –όπως θα εκτεθεί και εν συνεχεία– πρωτίστως η ελευθερία της κατά βούλησιν διαμόρφωσης του ιδιωτικού βίου και, κατ’ επέκτασιν, του αυτοπροσδιορισμού, που πηγάζουν αμφότερες από το αναφαίρετο δικαίωμα στην προσωπικότητα και την αξία του ανθρώπου. Η ιδιωτικότητα –ηλεκτρονική[52] και μη– είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προσωπική ελευθερία. Συγκεκριμένα, η προσωπική ελευθερία ενθυλακώνει την ιδιωτικότητα και, συνακολούθως, την αυτονομία, την πληροφορική αυτοδιάθεση ή, άλλως, τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό ή αυτοπροσδιορισμό[53]. Ακόμη και η αίσθηση per se ενός ατόμου ότι η ιδιωτική του ζωή παρακολουθείται διαρκώς ή ότι κάποιος συλλέγει πληροφορίες γι’ αυτό, έστω και για προσωπική χρήση, συνιστά ικανό όρο για την απεμπόληση της αυτονομίας του, καθώς σηματοδοτεί αλλαγή του τρόπου ζωής του και συνακόλουθο περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας του. Άλλωστε, η ιδιωτικότητα τότε μόνον έχει σημασία, όταν κάθε άτομο είναι σε θέση να επιλέξει συνειδητά αφενός ποιες από εκείνες τις πληροφορίες που αφορούν στο πρόσωπό του, θα καταστήσει προσιτές στους τρίτους, και αφετέρου τον τρόπο και τον χρόνο της περαιτέρω χρήσης αυτών, συμπεριλαμβανομένης, δηλαδή, και της πορείας της ίδιας της πληροφορίας, κυρίως όσον αφορά στη δυνατότητα τροποποίησης και διαγραφής της[54]. Το τελευταίο αυτό στοιχείο εμφανίζει τη μεγαλύτερη δυσχέρεια, καθώς το πρόβλημα στην περίπτωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν αφορά μόνο στην προστασία της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων του ατόμου, δοθέντος ότι το ίδιο τα καθιστά οικειοθελώς προσιτά –με όποιους κινδύνους τούτο συνεπάγεται– σε ορισμένο ή και αόριστο αριθμό προσώπων. Ειδικότερα, το ζήτημα περιστρέφεται, επιπλέον, γύρω από τη εγγενή αδυναμία αυτής της ενέργειας, αναφορικά με τη δυνατότητα ελέγχου της ροής και της περαιτέρω χρήσης των συγκεκριμένων προσωπικών πληροφοριών από άλλα άτομα, δηλαδή συναρτάται με τις συνέπειες της ψηφιακής αυτοέκθεσης. Κατ’ ουσίαν, με αυτόν τον τρόπο, σηματοδοτείται η απώλεια της πλήρους εξουσίας του ατόμου επί των προσωπικών του στοιχείων[55], εφόσον στον διαδικτυακό κόσμο ο χώρος και ο χρόνος, ως μεγέθη υπερβατά, συνιστούν ήσσονος σημασίας παραμέτρους, καθώς η ετεροτοπία του διαδικτύου έχει, inter alia, τη δυνατότητα να συγκρατεί αμετάβλητο ό,τι υπόκειται στη φυσική φθορά.

  1. Η σκοτεινή όψη της εικονικής οικειότητας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης – Το παρακολουθείσθαι φυγείν αδύνατον;

Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται σαφώς ότι ο cyberstalker έχει την πρόσθετη ευχέρεια να βρίσκεται διαδικτυακώς επί τα ίχνη του θύματος, διατηρώντας, ταυτοχρόνως, υπό σκιάν τη δράση του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, χωρίς ο ίδιος να κάνει αισθητή τη διαδικτυακή του παρουσία και την «εισβολή» του στην προσωπική σφαίρα του παρακολουθουμένου, και δη χωρίς να αφήνει ευχερώς ανιχνεύσιμα ίχνη, περιηγείται σε προσωπικά δεδομένα άλλων –γνωστών ή και αγνώστων σε αυτόν– προσώπων και αντλεί πληροφορίες[56]. Σε τούτο συνέβαλε, σε μεγάλο βαθμό, η πλασματική αίσθηση της ομότοπης συνύπαρξης, την οποία δημιούργησαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης [“social media”/“social networking sites” (SNSs)/“social networking tools”][57], οικοδομώντας έναν εικονικό χώρο και προσφέροντας την ψευδαίσθηση της οικειότητας και της εγγύτητας (vid. supra).

Συνήθως, η διαδικτυακή παρακολούθηση είναι προστάδιο εγκληματικής συμπεριφοράς· τουλάχιστον, παρενόχλησης του θύματος. Σπανίως ο παρακολουθών αρκείται στη μακρόθεν παρακολούθηση[58]. Ως επί το πλείστον, η συμπεριφορά του συνιστά προθάλαμο εκ του σύνεγγυς παρακολουθήσεως ήτοι της εξ αποστάσεως προσεγγίσεως του θύματος, με φυσική παρουσία του δράστη στον ίδιο χώρο με αυτό και επίτευξη οπτικής επαφής· τακτική η οποία χρησιμοποιείται προς περαιτέρω συλλογή στοιχείων αναφορικά με το θύμα και δη διερεύνηση των αντιδράσεών του και του τρόπου αλληλεπιδράσεώς του με άλλα άτομα ή και εν είδει «εξοικειώσεως» για τον δράστη, προκειμένου να μεταβεί ευχερέστερα στο επόμενο στάδιο της δια ζώσης προσεγγίσεως[59]. Η διαδικτυακή μορφή παρενοχλητικής παρακολουθήσεως δύναται να χρησιμοποιείται άλλοτε ως αποκλειστικό και άλλοτε ως εναλλακτικό ή επικουρικό ή ακόμη και ως έσχατο μέσο προσεγγίσεως του θύματος, εάν οι άλλες μέθοδοι απεδείχθησαν απρόσφορες.

Ωστόσο, μία παράμετρος που επιβάλλεται να ληφθεί υπ’ όψιν, ειδικώς στο cyberstalking, είναι η πιθανή διάσταση μεταξύ εικονικού και πραγματικού προσώπου του θύματος, στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία το τελευταίο είναι άγνωστο στον δράστη. Εν προκειμένω, έχοντας το δρων υποκείμενο σχηματίσει εικόνα για τον παρακολουθούμενο, συνηθέστερα διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και όχι διά προσωπικής επαφής, ενδιαφέρεται, κατ’ ουσίαν, για το «είδωλο» αυτού, όπως τούτο αναπαρίσταται στα εν λόγω δίκτυα, και όπως, συχνά, σε αυτές τις περιπτώσεις, αποτυπώνεται εξιδανικευμένο, και όχι για το αληθές πρόσωπο του θύματος, το οποίο, είναι πιθανόν να μην γνωρίζει. Ως εκ τούτου, δεν είναι σπάνιο να έχει σχηματίσει μία απατηλή εικόνα για τον παρακολουθούμενο. Εάν δε, στην πορεία, διαπιστώσει ότι η εικόνα που είχε διαμορφώσει, αρχικώς, για το συγκεκριμένο άτομο διαφέρει, τούτο είναι δυνατόν να οδηγήσει σε σφοδρότητα αντιδράσεων και έκλυση επιθετικότητας. Ήδη, αυτή καθ’ εαυτήν, η διαδικτυακή εξιδανίκευση του παρακολουθουμένου ωθεί τον παρακολουθούντα να βιώσει μία αίσθηση διάψευσης, όταν αποκαλύψει ή συνειδητοποιήσει τη διάσταση μεταξύ του «είναι» και του «φαίνεσθαι».

3.1. Τα κοινωνικά δίκτυα ως μέσα ψηφιακής (αυτο)έκθεσης και (αυτο)θυματοποίησης: Προσέγγιση της έμμονης διαδικτυακής παρακολούθησης υπό το πρίσμα δύο διαχρονικών θυματολογικών θεωριών

Στο cyberstalking οι πιθανότητες θυματοποίησης είναι ιδιαιτέρως αυξημένες[60]. Δεν θα ήταν υπερβολή δε, να λεχθεί ότι πρόκειται περί κατ’ εξοχήν θυματοκεντρικού εγκλήματος και ότι, τρόπον τινά, «εκτοπίζει», εν μέρει, τον δράστη από κεντρικό πρόσωπο της εγκληματικής συμπεριφοράς. Ιδιοτύπως, η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης (actus reus) του cyberstalking καθορίζεται, κατά μείζονα λόγο, από το ίδιο το θύμα[61], δεδομένου ότι καίριο ρόλο διαδραματίζει ο τρόπος με τον οποίον το τελευταίο αντιλαμβάνεται και βιώνει την εις βάρος του σύνολη συμπεριφορά του δράστη[62]. Τούτο ακριβώς καθορίζει, ταυτοχρόνως, την επενέργεια της εν λόγω δράσης επί της ζωής του υποστάντος αυτήν (πρόκληση και ένταση φόβου – vid. infra αναλυτικότερα υπό 3.2.1) και σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας θυματοποίησής του, ήτοι των ενεργειών εκείνων, οι οποίες υιοθετούμενες –έστω και ασυναίσθητα– από τον παρακολουθούμενο, υποδηλώνουν ότι έχει αρχίζει να αυτοπροσδιορίζεται ως θύμα (επί παραδείγματι, αλλαγή διαδικτυακών συνηθειών, αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επικοινωνίας, αυτοπεριορισμός) και οι οποίες, άπασες, κατατείνουν στην προσπάθεια αποφυγής του δράστη. Προσέτι, η διαδικτυακή θυματοποίηση, στο πλαίσιο της έμμονης παρακολούθησης, θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως μίας πρόσθετης δυνατότητας που έχει ο πράττων στη διάθεσή του· διά του διαδικτύου καθίσταται, ως προεξετέθη, ευχερέστερη η προσβασιμότητα στο υπό παρακολούθηση άτομο, λόγω της γνώσης της καθημερινότητας αυτού, μέσω των διαθέσιμων –διά των κοινωνικών δικτύων– πληροφοριών, τις οποίες οικειοθελώς μεν ο ίδιος ο χρήστης κατέστησε, σε ανύποπτο χρόνο, προσιτές σε ευρύ κύκλο ατόμων, ανυποψίαστος δε για τα όσα θα μπορούσαν να επακολουθήσουν.

Ιδιαιτέρως διαφωτιστική ως προς τον τρόπο θυματοποίησης του υποστάντος την έμμονη παρακολούθηση και, συνακολούθως, ως προς το modus operandi του δρώντος υποκειμένου είναι η προσέγγιση του cyberstalking υπό το πρίσμα δύο συνδυαστικώς εφαρμοζομένων θυματολογικών θεωριών· της «Έκθεσης (δημοσιοποίησης) του Τρόπου Ζωής» (Lifestyle Exposure Theory) και της «Συνήθους Δραστηριότητας» (Routine Activity Theory)[63]. Ίδιον αμφοτέρων των θεωριών, ορωμένων και υπό το φως της διαδικτυακής μορφής της συμπεριφοράς, είναι ότι, εν αντιθέσει προς την παραδοσιακή μορφή stalking, το ίδιο το θύμα έχει συμβάλει στην –ψηφιακή– αυτοέκθεσή του και, κατ’ ακολουθίαν, στη διαδικτυακή –τουλάχιστον– αυτοθυματοποίησή του[64].

Η Θεωρία της «Έκθεσης του Τρόπου Ζωής» (Lifestyle Exposure Theory), διατυπωθείσα το έτος 1978 από τους Michael J. Hindelang, Michael R. Gottfredson και James Garofalo[65], στο πλαίσιο προσέγγισης της παραδοσιακής εγκληματικότητας και θυματοποίησης[66], έχει, μεταφερόμενη στη διαδικτυακή καθημερινότητα, σαφείς προεκτάσεις στη συμπεριφορά των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης[67]. Δεδομένης της παρεχομένης από το διαδίκτυο σύγχρονης τάσης να ανακοινώνουν οι χρήστες τα διαδραματιζόμενα στην ιδιωτική τους ζωή σε ευρύ και συχνά μη ελέγξιμο κύκλο προσώπων –διά αναρτήσεων σε λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα–, ο δρων απολαύει, εν προκειμένω, του προσθέτου πλεονεκτήματος ότι γίνεται κοινωνός ιδιοτήτων και προσωπικών στιγμών, που άπτονται του σκληρού πυρήνα της ιδιωτικής σφαίρας του θύματος. Οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων, χωρίς να λαμβάνουν ιδιαίτερα μέτρα αυτοπροστασίας, δημοσιοποιούν προσωπικές πληροφορίες (π.χ. οικονομική, επαγγελματική, προσωπική οικογενειακή κατάσταση), αφήνοντας εκτεθειμένες λεπτομέρειες της προσωπικής τους ζωής και κοινολογώντας, αδιακρίτως, τα διαδραματιζόμενα στη σφαίρα του ιδιωτικού τους βίου. Ο διαμοιρασμός φωτογραφιών, βίντεο και η ανάρτηση προσωπικών στοιχείων και οικογενειακών στιγμών, μέσω των δυνατοτήτων που παρέχουν οι ιστοχώροι των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης (ιδίως, Instagram, Twitter, Facebook, Vine) τροφοδοτούν διαρκώς το ενδιαφέρον του cyberstalker. Ο τελευταίος συλλέγει δε, πληροφορίες τόσο για το θύμα όσο και για το συγγενικό, φιλικό, επαγγελματικό[68] περιβάλλον και εν γένει για τον κοινωνικό του περίγυρο. Τούτο καθιστά ευχερέστερη τη δράση του cyberstalker, καθώς πληθώρα στοιχείων παρέχεται σε αυτόν από τον ίδιο τον παρακολουθούμενο· ταυτοχρόνως δε περισσότερο ύπουλη τη συμπεριφορά και κεκαλυμμένη τη δράση του, δοθέντος ότι ο υποστάς αυτήν συνέβαλε –εν αγνοία του– στον εμπλουτισμό της φαρέτρας του δράστη.

Συνδυαστικώς προς την ανωτέρω θυματολογική προσέγγιση, ερμηνεία της θυματοποίησης του cyberstalking συντελείται μέσω της θεωρίας της «Συνήθους Δραστηριότητας» (Routine Activity Theory – RAT), διατυπωθείσας το επόμενο έτος (1979), από τους Lawrence E. Cohen και Marcus Felson[69]. Η συγκεκριμένη θεωρία, έχουσα επί του εμπειρικού κόσμου πρακτική εφαρμογή στην προσέγγιση της εγκληματικής συμπεριφοράς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εγκληματολογίας[70], θα πρέπει, εν τη εξελίξει της –προσαρμοζομένη, εν προκειμένω, στις ανάγκες του διαδικτυακού περιβάλλοντος– να προσεγγισθεί, και υπό το φως της εικονικής εγκληματολογίας (vid. supra υπό 1)[71]. Η θεωρία της «Συνήθους Δραστηριότητας» εδράζεται, κατά τους ανωτέρω συγγραφείς, επί τη βάσει τριών σωρευτικώς συντρεχουσών προϋποθέσεων· επίδοξος δράστης, ελαυνόμενος υπό συγκεκριμένων κινήτρων, έχων σκοπό τέλεσης εγκληματικής πράξης (“motivated offender”)· συγκεκριμένο υποψήφιο θύμα, επιλεγέν από τον δράστη ως κατάλληλος «στόχος» για να κατευθυνθεί προς αυτό η προσβάλλουσα το αγαθό συμπεριφορά (“suitable target”)· απουσία επαρκών δικλίδων ασφαλείας, οι οποίες να είναι εις θέσιν να αποτρέψουν τις ενέργειες του επίδοξου δράστη (“absence of capable guardians”)[72]. Αναγκαίον όρο συνιστούν οι συχνά επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες του υποψηφίου θύματος, οι οποίες λαμβάνουν χώρα κατά συνήθεια, με αποτέλεσμα ο δράστης να έχει σχηματίσει μία, όσο το δυνατόν, πληρέστερη εικόνα της ζωής του παρακουλουθουμένου. Ειδικώς στο εικονικό περιβάλλον του διαδικτύου, στο οποίο ο χρήστης –απουσία συχνά άλλων ερεθισμάτων στη ζωή του– αισθάνεται πλήρη εμβύθιση και γίνεται επιρρεπής στον διαδικτυακό εθισμό[73], είναι σύνηθες να ακολουθεί συγκεκριμένη συμπεριφορά κατά τρόπο στερεότυπο. Το εν λόγω φαινόμενο, παρατηρείται τόσο σε άτομα που χαρακτηρίζονται από πλημμελή κοινωνικοποίηση ή κοινωνική ανασφάλεια[74] όσο και σε νεαρής ηλικίας χρήστες, οι οποίοι, έχει παρατηρηθεί ότι, ομοίως, είθισται να προβαίνουν σε «τελετουργική χρήση» του διαδικτύου, ακολουθώντας μία στερεότυπη διαδικασία[75]. Ειδικώς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαδικτυακές συνήθειες, όπως επίσκεψη και ενημέρωση του προφίλ στο Facebook ή διαδικτυακές συνομιλίες (chating) λαμβάνουν χώρα, ως επί το πλείστον, συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, εν είδει τελετουργίας. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο εντάσσεται στην προβληματική της λεγομένης «τελετουργικής χρήσης των μέσων» (“ritualized media use”)[76], προσδίδει, μεταξύ άλλων, στα κοινωνικά δίκτυα –ειδικώς όσον αφορά στους ανήλικους χρήστες– ένα συμβολικό νόημα· τα μετατρέπει σε ένα rite de passage ηλεκτρονικής ενηλικίωσης. Εξάλλου, η κουλτούρα διαμοιρασμού προσωπικών δεδομένων, εκμεταλλευόμενη, συν τοις άλλοις, την τάση για αυτοπροβολή και δημοφιλία, καλλιεργείται, σκοπίμως, από τους φορείς των σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως στα νεαρά άτομα, τα οποία, λόγω της ηλικίας τους, εμφανίζουν μεγαλύτερη επιρρέπεια[77].

3.2. Κωδικοποίηση των συμπεριφορικών χαρακτηριστικών της έμμονης διαδικτυακής παρενοχλητικής παρακολούθησης – Φαινομενολογία

3.2.1. Ορολογικές διευκρινίσεις, εννοιολογικός προσδιορισμός και σημασιολογική ανάλυση

Ο όρος “stalking” –ο οποίος κατά κυριολεξία σημαίνει «θήρα», κοινώς «κυνήγι»– επιβάλλεται να προσεγγισθεί υπό το φως της καταγωγής του, την οποία έλκει από την κοινωνιόλεκτο των κυνηγών. Ο ως άνω επιλεγείς, προς απόδοσιν της συμπεριφοράς, όρος, του οποίου είναι προφανής η σημειολογική χρήση[78], αντικατοπτρίζει τον τρόπο, με τον οποίον ο δράστης αντιμετωπίζει τον παρακολουθούμενο και, προ πάντων, την προσπάθεια κυριαρχίας επί της ζωής αυτού, πράγμα που προσδίδει αυτομάτως στη συμπεριφορά θυματολογικές διαστάσεις.

Αναφορικά με την εννοιολογική απόδοση του όρου “cyberstalking” (ή “online stalking”), προκρίνεται ως ακριβέστερη, κατά την υποστηριζόμενη στην παρούσα μελέτη άποψη –και δεδομένης της προόδου της επικοινωνιακής τεχνολογίας– μία συσταλτική ερμηνεία. Συγκεκριμένα, ορθότερον είναι να γίνει δεκτό ότι η ηλεκτρονική παρακολούθηση διακρίνεται από τη διαδικτυακή –ή, άλλως, την αναφερομένη στον κυβερνοχώρο– με την πρώτη να είναι ευρύτερη από τη δεύτερη, ως περιλαμβάνουσα κάθε είδος δικτύου επικοινωνίας, μέσω του οποίου γίνεται ανταλλαγή σημάτων, τόσο, δηλαδή, τα συστήματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσο και Πληροφορικής[79]. Εντάσσονται, συνεπώς, στην πρώτη, lato sensu, η επιτυγχανομένη μέσω ψηφιακής τεχνολογίας επικοινωνία, ήτοι η –κινητή[80] και σταθερή[81]– τηλεφωνία, η τηλεομοιοτυπία, οι δέκτες τηλεειδοποίησης (pagers) και, εν γένει, κάθε ηλεκτρονικό μέσο επικοινωνίας διά κινητών συσκευών ή ηλεκτρονικών υπολογιστών [επί παραδείγματι, συσκευές ασύρματης επικοινωνίας, όπως Bluetooth ή εφαρμογές επικοινωνίας τύπου Viber ή WhatsApp (εφαρμογές messenger)]. Συνεπώς, η διαδικτυακή –τελούσα σε σχέση υπαλληλίας έναντι της ηλεκτρονικής– έχει ως βασικό άξονα την επιτυγχανομένη διά της μεσολαβήσεως ηλεκτρονικού υπολογιστή επικοινωνία [“Computer-Mediated Communication (CMC)”][82] ή συσκευών κινητής τηλεφωνίας (πολυτηλεφώνων), επιτελουσών ανάλογη προς τον ηλεκτρονικό υπολογιστή επικοινωνιακή λειτουργία (smartphones, iPhones), μέσω της χρήσεως του διαδικτύου. Κατ’ ακολουθίαν, ως ακριβέστερος για το “cyberstalking” (ή “online stalking”) κρίνεται, εν προκειμένω, ο ειδικότερος όρος ηλεκτρονική stricto sensu έμμονη παρακολούθηση ή –επί το ορθότερον– διαδικτυακή έμμονη (παρενοχλητική) παρακολούθηση (vid. infra), καθώς αποδίδει πληρέστερα την έννοια και τους τρόπους εκδήλωσης της συμπεριφοράς. Τούτο επιρρώνυται, άλλωστε, από το γεγονός ότι η πράξη πραγματώνεται στον κυβερνοχώρο[83], με όχημα το διαδίκτυο, μέσω τριών τρόπων, οι οποίοι, κατ’ ουσίαν, συνιστούν την τριμερή συμπεριφορική δομή του cyberstalking. Συγκεκριμένα, η –υπαγόμενη στην ηλεκτρονική lato sensu– διαδικτυακή παρακολούθηση είναι, με τη σειρά της, υπερκείμενη έννοια, διακρινόμενη περαιτέρω σε τρεις ειδικότερες μορφές τέλεσης, ήτοι (έμμονη) παρακολούθηση διά ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email stalking ηλεκτρονικού υπολογιστή (computer stalking) και διαδικτύου εν στενή εννοία [ίντερνετ (internet stalking)], με περαιτέρω ειδικότερες διακρίσεις σε εκάστη κατηγορία (vid. infra υπό 3.2.4)[84]. Ο δράστης δύναται να ακολουθήσει μονο-μεθοδική διαδικτυακή προσέγγιση του θύματος, κάνοντας χρήση μόνον ενός εκ των ανωτέρω τρόπων ή πολυ-μεθοδική με συνδυασμό ή εναλλαγή μεθόδων[85]. Εν αντιθέσει προς την άμεση, προσωπική αλληλεπίδραση (“face-to-face” – “FTF”), ήτοι τη λαμβάνουσα χώρα άνευ παρεμβολής ηλεκτρονικών συσκευών, η επικοινωνία μέσω υπολογιστή παρέχει τη δυνατότητα της «έμμεσης καταδίωξης» (“indirect pursuit”) ή «καταδίωξης δι’ εμμέσου αλληλεπιδράσεως» (“indirect interactional pursuit”), η οποία συνιστά λογική προέκταση της άμεσης αλληλεπίδρασης και επέχει θέση υποκαταστάτου ή συμπληρώματος αυτής[86]. Επί αμφοτέρων –άμεσης και έμμεσης διαδραστικής επαφής– τυπικό γνώρισμα είναι, κατ’ αρχήν, η αμοιβαία αλληλεπίδραση, αλλά όχι κατ’ ανάγκην. Συγκεκριμένα, ορθότερον είναι, η έμμεση διαδραστική επαφή να διακριθεί, περαιτέρω, σε ευθεία και εκ πλαγίου διάδραση[87]. Η ευθεία συνίσταται μεν σε αποφυγή της φυσικής επαφής με το θύμα, αλλά, εν αντιθέσει προς την εκ πλαγίου διάδραση, έχει –έστω και διά της μεσολαβήσεως ηλεκτρονικού υπολογιστή– ως αποδέκτη το ίδιο, άνευ παρεμβολής τρίτου προσώπου. Αντιθέτως, η εκ πλαγίου διάδραση συνίσταται στην υφαρπαγή των σχετιζομένων με το θύμα πληροφοριών, μέσω άλλων προσώπων, των εισδεχομένων μελών στο κοινωνικό δίκτυο του βασικού παρακολουθουμένου –ήτοι διά των «επαφών» αυτού– στα οποία ο δράστης εμφανιζόμενος, διαδικτυακώς, ως γνωστός του θύματος, αποστέλλει αιτήματα φιλίας και, κατόπιν αποδοχής τους, αντλεί στοιχεία για το πρόσωπο που τον ενδιαφέρει (vid. infra).

Εκ των όσων προεξετέθησαν, ως πληρέστερα αποδίδων την έννοια του stalking εισάγεται από τη γράφουσα ο όρος έμμονη[88] παρενοχλητική παρακολούθηση[89] και, ακολούθως, του cyberstalking, έμμονη διαδικτυακή παρενοχλητική παρακολούθηση. Ο όρος “cyberstalking” συνιστά νεολογισμό και χρησιμοποιείται, προκειμένου να αποδώσει την ειδικότερη μορφή εκδήλωσης του –“κλασικού” πλέον– stalking, η οποία λαμβάνει χώρα διά των διαδικτυακών μέσων και γνωρίζει έξαρση, λόγω της ολοένα αυξανομένης χρήσης των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως τρόπου τελέσεως της πράξεως, ήτοι διαδικτυακώς ή εξωδικτυακώς, πρόκειται, κατ’ αρχήν, περί εμμόνου παρακολουθήσεως, lato sensu, καθώς οι αρχικές ενέργειες του δρώντος υποκειμένου λαμβάνουν χώρα κατά τρόπον σκοπίμως αθέατο, αθόρυβο και υπόγειο[90]. Είναι δε δυνατόν, πέραν της επίμονης και οχληρής παρακολούθησης, να μην προβεί ο δράστης σε περαιτέρω ενέργειες, προσβάλλουσες σε μεγάλο βαθμό την ιδιωτικότητα του θύματος ή την αξιοπρέπεια αυτού. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία –ως είθισται– εκπτυχθεί η δράση του stalker στην πλήρη της έκταση, δηλαδή εάν ο δράστης προβεί σε ενέργειες που θίγουν σε σημαντικό βαθμό και περιορίζουν ουσιωδώς την πληροφορική –τουλάχιστον– αυτοδιάθεση του υποστάντος τη συμπεριφορά, τότε ο δρων δεν είναι απλώς έμμονος παρακολουθών, αλλά μετατρέπεται σε ένα είδος αθέατου απηνούς «διώκτη». Στην τελευταία αυτή περίπτωση, είναι ορθότερο, κατ’ ακριβολογίαν, να γίνει λόγος περί εμμόνου παρενοχλητικής παρακολουθήσεως· όρος ειδικότερος και αποδίδων σαφέστερα την έννοια του stalking. Κατ’ ακολουθίαν, εάν αναλυθούν τα επιμέρους συστατικά γνωρίσματα που περιλαμβάνει ο ανωτέρω επιλεγείς –προς απόδοσιν του stalking– όρος, συνάγεται ευκρινώς ότι, κατά πρώτον, το στοιχείο του «εμμόνου», εκτός από τα αντικειμενικά στοιχεία της σταθερότητας, έντασης, διάρκειας και συχνότητας εκδήλωσης της συμπεριφοράς, χαρακτηρίζει, επιπλέον, τον ψυχικό σύνδεσμο του δράστη με την πράξη του, δηλαδή διέπει και την ψυχική στάση του δράστη απέναντι σε αυτήν, υποσημαίνοντας την παραμονή της ιδέας προς τέλεση της επιδιωκόμενης ενέργειας, κατά τρόπον ανυποχώρητο και κυριαρχούντα στη σκέψη του. Κατά δεύτερον, το στοιχείο της «παρενόχλησης», ως προσδιοριστικός όρος του αντικειμενικού γεγονότος της παρακολούθησης, δεν προκαλεί απλώς και μόνο μία εννοιολογική όξυνση, αλλά νοηματοδοτεί την ίδια την πράξη της παρακολούθησης, καθώς αποδίδει, πέραν της συγκεκριμένης σειράς ενεργειών που συνιστούν την παρενοχλητική δράση, τον –οχληρό και ανεπιθύμητο– τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει τη συμπεριφορά ο υποστάς αυτήν[91]. Προσέτι, προσδίδει βάρος στη διατάραξη της ηρεμίας του βίου του παθόντος, δηλαδή στις συνέπειες που έχει η εν λόγω συμπεριφορά στη ζωή του, υποσημαίνοντας σαφώς το εύρος αυτών και την ένταση της δράσης· υποτονθορίζει δε την ύπαρξη μιας διπλά αυθαίρετης ενέργειας, ήτοι παρακολούθησης, αφενός μη νομιμοποιουμένης και αφετέρου, ταυτοχρόνως, παρενοχλητικής[92]. Αναμφιβόλως, η ιδιαιτερότητα του stalking και η ειδοποιός διαφορά του από άλλα εγκλήματα είναι, πρωτίστως, το στοιχείο της εμμονής που διέπει το σύνολο των ενεργειών του δράστη. Εντούτοις, όλα τα ανωτέρω στοιχεία[93] επιβάλλεται να συντρέχουν σωρευτικώς, προκειμένου να φωτισθούν άπασες οι εκφάνσεις της συμπεριφοράς του πράττοντος, δοθέντος ότι η παρενοχλητική παρακολούθηση μόνον υπό του φως του προσανατολισμού του δράστη κατά τρόπον έμμονο προς το θύμα, δύναται να αποδώσει επαρκώς τη φύση και ουσία της συμπεριφοράς του. Τούτο ισχύει τόσο από πλευράς αντικειμενικών στοιχείων, δηλαδή διατάραξης της ηρεμίας, εκφοβισμού ή και προσβολής της αξιοπρέπειας του ατόμου, κατά τρόπο σταθερό και επαναλαμβανόμενο όσο και υποκειμενικών, ήτοι του εκδηλουμένου, μέσω αυτής της συμπεριφοράς, σκοπού του δράστη, που συνδέεται με την επικράτησηκατά τρόπο κυρίαρχοστη σκέψη του, της πρόθεσης τελέσεως της εν λόγω σειράς ενεργειών, στις οποίες και επιδίδεται με ιδιαίτερη προσήλωση.

Ωστόσο, η ετερότητα των εθνικών νομοθεσιών –στις χώρες που έχει τυποποιηθεί το αδίκημα σε ποινικό επίπεδο–, οι ιδιαιτερότητες του εκάστοτε δικαιικού συστήματος, η πολυεπιστημονική προσέγγιση του φαινομένου, ο έντονα περιπτωσιολογικός χαρακτήρας της συμπεριφοράς και το πολυδιάστατο αυτής, δεδομένης, μεταξύ άλλων, της ευελιξίας και ευρηματικότητας του δράστη[94], έχουν ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός τόσο για την παραδοσιακή όσο και, κατ’ επέκτασιν, για τη διαδικτυακή μορφή του stalking[95]. Η τελευταία, λόγω και της ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, τελεί διαρκώς «εν εξελίξει». Ελλείψει, όμως, ενός –κατά το δυνατόν– ενιαίου πλαισίου, προσδιοριστικών της συγκεκριμένης δράσης χαρακτηριστικών, δυσχεραίνεται ουσιωδώς η κατανόηση, αλλά και η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου. Ωστόσο, άξια μνείας εξαίρεση εισάγει η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για «την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας», της 11ης Μαΐου 2011[96], η οποία συνιστά την πρώτη επίσημη προσπάθεια ορισμού της συμπεριφοράς του stalking σε υπερεθνικό επίπεδο (άρθρο 34). Απόρροια, συνεπώς, της απουσίας ενός διεθνώς –ή, έστω, σε ευρωπαϊκό επίπεδο– παραδεδεγμένου ορισμού, είναι να αποτελεί η αποκρυστάλλωση των βασικών στοιχείων της συμπεριφοράς, συνισταμένη αφενός της νομοθετικής αποτύπωσης αυτής σε κυρωτικούς κανόνες στις έννομες τάξεις, όπου αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο ειδικής ποινικής αντιμετώπισης (vid. infra υπό 3.2.3) και αφετέρου των πορισμάτων της πληθώρας ερευνών που έχουν διεξαχθεί για την προσέγγιση, κατανόηση και ερμηνεία του φαινομένου[97]. Εκ της κριτικής θεώρησης αυτών, διαμορφώνεται ένας πυρήνας στοιχειωδών χαρακτηριστικών, βάσει των οποίων δομείται η συμπεριφορά και ελλείψει των οποίων δεν δύναται η εκάστοτε υπό κρίση ενέργεια να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στη έννοια της έμμονης παρενοχλητικής παρακολούθησης. Εξάλλου, ο σαφής προσδιορισμός των εν λόγω ειδοποιών στοιχείων και η αποτύπωση των βασικών αξόνων γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η συγκεκριμένη δράση κρίνονται απαραίτητοι, προκειμένου να μην λειτουργεί ο όρος “stalking” –και κατ’ επέκτασιν “cyberstalking”– ως «προκρούστεια κλίνη». Τούτο θα συμβάλει, ώστε να αποφευχθεί η συχνά παρατηρούμενη τάση να εντάσσονται υπό τη σκέπη του συγκεκριμένου όρου πράξεις, αφενός μη αποδίδουσες το ακριβές περιεχόμενο και τη νομική φύση της συμπεριφοράς και αφετέρου διευρύνουσες κατά τρόπον ανεπίτρεπτο το πεδίο εφαρμογής του[98].

Υπό το φως των ανωτέρω, ως έμμονη διαδικτυακή παρενοχλητική παρακολούθηση (cyberstalking) νοείται[99] η –διά της χρήσεως οιουδήποτε προσφόρου διαδικτυακού μέσου– απρόκλητη, σταθερή, έντονη και επανειλημμένη προσπάθεια προσεγγίσεως ενός ατόμου, παρά την αντίθετη θέληση[100] του τελευταίου και, εν γένει, η –κατά τρόπον επίμονο και διαρκήαυθαίρετη[101] επιδίωξη επικοινωνίας και επιτεύξεως μακρόθεν επαφής με αυτό, συνοδευομένη δυνητικώς με εξαπόλυση απειλών· συμπεριφορά, η οποία, ορώμενη εν συνόλω, εμποιεί δικαιολογημένα τον φόβο στον υποστάντα αυτήν για την ασφάλεια του ιδίου ή των οικείων του προσώπων.

Κάθε επιμέρους ενέργεια του πράττοντος, στο πλαίσιο της ανωτέρω δράσης του, εντάσσεται σε μία αλληλουχία ενεργειών που κατατείνουν στην υφαρπαγή οικειότητας, μέσω παρείσδυσης στην ιδιωτική σφαίρα του φορέα του προσβαλλομένου αγαθού και επιβολής της παρουσίας του στη ζωή του τελευταίου· τίθεται δε προς τη διατάραξη της ηρεμίας και ομαλότητας του ιδιωτικού του βίου και την απώλεια ελέγχου επ’ αυτού. Η σύνολη δράση του ενεργούντος υποκειμένου σκοπίμως –κατά την κρατούσα άποψη– θίγει, σε σημαντικό βαθμό, την ελεύθερη διαμόρφωση του ιδιωτικού βίου του υποστάντος την ως άνω συμπεριφορά[102]. Το επίμονο των προσπαθειών του δράστη και οι επιδέξια οργανωμένες μέθοδοί του αποσκοπούν, επιπλέον, σε ένα είδος ψυχολογικής διείσδυσης. Η επανάληψη, η διάρκεια και η μεθοδικότητα της δράσης του, όχι μόνον εκπτήσσουν το θύμα, αλλά το περιάγουν σταδιακώς σε κατάσταση διαρκούς αγωνίας και ισχυρού φόβου, με αποτέλεσμα, μέσω της έντονης ψυχικής πίεσης που ασκείται σε αυτό, να διαβιοί υπό καθεστώς «ψυχολογικής τρομοκρατίας» („Psychoterror“)[103]. Ικανό όρο για την τέλεση του stalking συνιστά –κατά την κυρίαρχη τάση στις περισσότερες έννομες τάξεις– η εν δυνάμει επικίνδυνη συμπεριφορά[104] του δρώντος υποκειμένου[105]. Το «οπλοστάσιο» του τελευταίου, διαθέτει μία σειρά «εκλεπτυσμένων» και υπόγειων τακτικών, στη χρήση των οποίων προβαίνει με την πρόθεση είτε να επιβάλει με οιονδήποτε τρόπο την παρουσία του στη ζωή του θύματος είτε να ενσταλάξει σε αυτό τον φόβο. Η ύπερθεν επέμβαση στην ιδιωτικότητα του παθόντος είναι, ως επί το πλείστον, ιοβόλος, δοθέντος ότι είθισται ο δράστης να προβαίνει, περαιτέρω, σε προσβολές της τιμής του θύματος, απειλές κατά του ιδίου ή ατόμων του στενού περιβάλλοντός του ή ακόμη και σε διαδικτυακή σεξουαλική παρενόχληση. Ο cyberstalker χρησιμοποιεί το διαδίκτυο άλλοτε ως μέσο «ιχνηλασίας» της ζωής του παρακολουθουμένου και προσέγγισης αυτού[106] και άλλοτε ως όπλο παρενόχλησης, εκφοβισμού ή και εξαναγκασμού του θύματος σε πράξη ή παράλειψη· οι τελευταίες συνίστανται, συνήθως, στη σύναψη σχέσης με αυτόν ή την παραμονή στη σχέση που έχει διαρραγεί. Ο δρων εισχωρεί αρχικώς ανεπαίσθητα στην ιδιωτικότητα του θύματος και, μέσω της σκοπίμως ασκηθείσης στον παθόντα έντονης ψυχικής πίεσης, εμβάλλει αυτό σε αγωνία, ενσταλάζει, με τη συμπεριφορά του, τον φόβο και το περιάγει σταδιακώς σε κατάσταση αδυναμίας. Η παρεχόμενη στον δράστη, διά του διαδικτύου, δυνατότητα να παρεισφρέει στην ιδιωτικότητά του θύματος και να αντλεί στοιχεία, του εξασφαλίζει έμμεση κυριαρχία και απόκτηση ελέγχου επ’ αυτού, εγγίζουσα τα όρια της «καταδίωξης»[107]. Η ψυχική πίεση ασκείται σε βαθμό και κατά τρόπον, ώστε η σύνολη συμπεριφορά του δράστη να μην είναι πλέον ανεκτή ή, άλλως, να είναι δυσβάστακτη για τον υποστάντα[108]. Εντούτοις, το μη ανεκτό της αγωνίας και του φόβου που συνέχουν το θύμα ως απόρροια της ασκουμένης σε αυτό ψυχικής πίεσης, είναι προφανές ότι συνιστά, ομοίως, ένα δυσχερώς αποδείξιμο μέγεθος, εισάγοντας, αυτομάτως, αξιολογικές έννοιες, που συνεπάγονται αοριστία. Ωστόσο, η ένταση του προκαλουμένου φόβου –και κατ’ επέκτασιν το δυσβάστακτο αυτού– υποσημαίνεται, αλλά και νοηματοδοτείται από τα άμεσα επακόλουθά του, ήτοι αφενός τη στέρηση της ελευθερίας δράσης και αφετέρου τη μείωση της δυνατότητας αντίδρασης του υποστάντος τις παρενοχλητικές ενέργειες· αμφότερες απότοκες συνέπειες της σύνολης συμπεριφοράς του δράστη[109]. Η αλγεινή κατάσταση του διαρκούς ευλόγου φόβου και αγωνίας, στην οποία έχει περιέλθει ο παθών, δύναται να ενταθεί διά της επεκτάσεως της εμμόνου παρακολουθήσεως –πέραν του προσώπου του βασικού υποστάντος τη συμπεριφορά– και σε άτομα ανήκοντα στο εγγύτερο περιβάλλον αυτού, επί παραδείγματι συγγενείς ή άλλα πρόσωπα που διατηρούν στενή και, ως επί το πλείστον, ερωτική σχέση με το θύμα, τα οποία είναι δυνατόν, ο δράστης να παρακολουθεί, ομοίως, διαδικτυακώς[110]. Το cyberstalking συνδέεται, κατ’ εξοχήν, με την απειλή, την άσκηση ψυχικής πίεσης στον παθόντα (vis compulsiva)· δεν αποκλείεται, εντούτοις, η τελευταία να αποτελεί πρόδρομο ή ακόμη και συνοδό σύμπτωμα σωματικής βίας (vis absoluta)[111]. Ούτως εχούσης της καταστάσεως, η συμπεριφορά –ούσα δυναμικά εξελισσόμενη και κλιμακούμενη– μετατρέπεται σταδιακώς από «ενόχληση» (“offensive nuisance”/“offense”)[112] σε προσβολή. Δηλαδή, μία ήπια –καίτοι, ομολογουμένως, αυθαίρετη– μορφή παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή ενός ατόμου, μη υπερβαίνουσα, όμως, κατ’ αρχήν, ορισμένα ανεκτά όρια[113], φθάνει μέχρι του σημείου να προσβάλλει συστηματικώς την ίδια την αξία του ανθρώπου, περιορίζουσα κατά τρόπο σημαντικό την ελεύθερη διαμόρφωση του βίου του παθόντος, την αυτονομία του, τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού του, καθώς και να διαταράσσει τον ρου της ιδιωτικής ζωής του, να ανατρέπει την ισορροπία, τη σταθερότητα και τον ομαλό ρυθμό αυτού.

Τα ανωτέρω στοιχεία, ως ανεπτύχθησαν ακροθιγώς, συνιστούν τα ελάχιστα αναγκαία περιγραφικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς και συνθέτουν τον πυρήνα αφενός της δράσης του stalker (actus reus) και αφετέρου της ψυχικής σύνδεσης αυτού προς την πράξη του (mens rea). Ως εκ τούτου, συντρέχουν σωρευτικώς· καταδεικνύουν δε, το πολυδιάστατο του φαινομένου, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι, η προσέγγιση και κατανόηση της ουσίας και φύσης της εν λόγω συμπεριφοράς, επιβάλλουν, αναμφισβήτητα, μία σύνολη θεώρηση των πράξεων του δράστη. Το modus faciendi του δρώντος υποκειμένου, ως εξετέθη ανωτέρω, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται περί μίας σειράς ανερμάτιστων ενεργειών, αλλά, αντιθέτως, περί μίας συμπεριφορικής αλληλουχίας, στην οποία κάθε επιμέρους πράξη εντάσσεται σε ένα ενιαίο όλον, σε μία σειρά ενεργειών (“course of conduct”), οι οποίες συνέχονται μεταξύ τους, καθώς έχουν τεθεί προς εξυπηρέτησιν του αυτού σκοπού. Οι δε μερικότερες πράξεις, ορώμενες in globo, συνιστούν τις σύντονες προσπάθειες του δράστη προς υλοποίησιν του εγκληματικού του σχεδίου, ήτοι την αυθαίρετη προσέγγιση, παρενόχληση, εκφοβισμό του θύματος, άσκηση ψυχολογικής –τουλάχιστον– βίας και διείσδυση, κατά το δοκούν, στην ιδιωτική του σφαίρα.

Συνάγεται, λοιπόν, σαφώς, ότι το ποινικώς ενδιαφέρον ζήτημα εγείρεται, όχι όταν πρόκειται περί διαφοροποιήσεως μεταξύ διακριτικής και αδιάκριτης συμπεριφοράς, ούτε περί διαχωρισμού μεταξύ οχληρού και αποκλίνοντος από τους κοινωνικούς μόνο τύπους, τρόπου προσεγγίσεως του ετέρου ατόμου, αλλά όταν τίθεται θέμα οριοθετήσεως μεταξύ αφενός μίας απλώς ενοχλητικής ή έστω και ήπιας μορφής παρεμβάσεως στην ιδιωτική ζωή ενός ατόμου και αφετέρου μίας προσβάλλουσας έννομο αγαθό συμπεριφοράς και, κατ’ επέκτασιν, στην τελευταία αυτήν περίπτωση, άξιας ποινικού κολασμού.

Ενόψει των όσων ειπώθηκαν, είναι προφανές ότι ο μελετητής, προκειμένου να προσεγγίσει ολόπλευρα το φαινόμενο του cyberstalking βρίσκεται ενώπιον μίας μεγάλης πρόκλησης· καλείται να προβεί αφενός σε κωδικοποίηση των εκφάνσεων της πολυδιάστατης συμπεριφοράς του δράστη και αφετέρου σε αποκρυπτογράφηση των μεθόδων τις οποίες μετέρχεται, αλλά και των κινήτρων από τα οποία ελαύνεται.

3.2.2. Διάρκεια της συμπεριφοράς και συνέπειες στη ζωή του υποστάντος αυτήν

Η διάρκεια της έμμονης διαδικτυακής παρενοχλητικής παρακολούθησης ποικίλλει ανά περίπτωση. Ωστόσο, το σύνηθες είναι η εν λόγω συμπεριφορά να διαρκεί μήνες έως και έτη, παρουσιάζοντας, ως επί το πλείστον, κλιμάκωση[114], ενώ δεν είναι σπάνιο ο δράστης να παύσει προσωρινώς την παρενοχλητική παρακολούθηση και μετά από ένα χρονικό διάστημα να επανέλθει[115].

Εκ των όσων προεξετέθησαν (vid. supra υπό 3.2.1), εμφαίνεται σαφώς ότι οι συνέπειες της εν λόγω συμπεριφοράς στη ζωή του θύματος είναι –πέραν του ελλοχεύοντος κινδύνου της φυσικής προσέγγισης και εκδήλωσης βίας από τον δράστη– δυσμενείς έως και ολέθριες τόσο για την ψυχική όσο και, κατ’ επέκτασιν, τη σωματική υγεία του παθόντος. Ο φορέας του ανωτέρου προσβαλλομένου αγαθού αρχίζει να αναπτύσσει μηχανισμούς θυματοποιήσεως και να διαμορφώνει τη διαδικτυακή –και όχι μόνο– συμπεριφορά του, κατά τρόπον ο οποίος θα του επιτρέψει να αποφύγει τον δράστη· κατ’ ουσίαν ετεροκαθορίζεται. Οι επιπτώσεις της διαδικτυακής συμπεριφοράς του δράστη στη ζωή του θύματος είναι απρόβλεπτες και κρίνονται in concreto, καθώς αποτελούν συνισταμένη αφενός του αντικειμενικού στοιχείου της έντασης της προσβολής και αφετέρου του υποκειμενικού στοιχείου της τρωτότητας του υποστάντος, το οποίο δεν είναι ελέγξιμο μέγεθος.

Συνεπεία της επίμονης παρενοχλητικής παρακολούθησης, της διαρκούς αγωνίας και του φόβου του θύματος, που εντείνονται από τη συνέχιση της ως άνω κατάστασης, αλλά και από τον επικρεμάμενο κίνδυνο της πραγματοποίησης τυχόν απειλών του δράστη ή της μετάβασης σε παραδοσιακού τύπου stalking –δηλαδή σε εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση με φυσική παρουσία αυτού–, περιορίζεται η προσωπική ελευθερία του παθόντος, εκτίθεται σε κίνδυνο η σωματική του ακεραιότητα, διαταράσσεται η ψυχική του υγεία. Η έντονη ψυχική πίεση έχει σαφείς προεκτάσεις και στη σωματική υγεία, ενώ δεν είναι σπάνιο –σε ακραίες βεβαίως περιπτώσεις– να βιώνει το θύμα τόσο έντονα την εν λόγω αλγεινή κατάσταση, ώστε να οδηγηθεί στην αυτοχειρία. Η διατάραξη της ισορροπίας στη ζωή του υποστάντος την συμπεριφορά και η κυριαρχούσα αίσθηση αδυναμίας θεωρούνται, εν προκειμένω, αρχικά συμπτώματα εκδήλωσης ψυχικού τραύματος, το οποίο, ως βαθιά αλγεινή εμπειρία, διασαλεύει την αίσθηση της ασφάλειας, της υγείας και της ακεραιότητας του ατόμου[116]. Ωστόσο, τα εν λόγω συμπτώματα δύναται να εμφανισθούν αμέσως (οξύ άγχος) ή να εκδηλωθούν σε μεταγενέστερο στάδιο [μετατραυματική διαταραχή/ διαταραχή μετατραυματικού stress – (Posttraumatic Stress Disorder – PTSD)[117], δυσχεραίνοντας ουσιωδώς και τη μετέπειτα φυσιολογική ζωή του παθόντος[118]. Η συνήθης δε, αντίδραση του υποστάντος τη συμπεριφορά, να μην καταγγέλλει το περιστατικό στις αρμόδιες αρχές (vid. supra) –ήτοι η παθητική αντιμετώπιση και εσωτερίκευση του γεγονότος–, επιταχύνει τη διαδικασία θυματοποίησης, καθώς ανατρέπει την ψυχική του ισορροπία και το εγκλωβίζει σε μία διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση. Συχνά δε, η ψυχική πίεση που υφίσταται το θύμα σωματοποιείται και εκδηλώνεται με σειρά ψυχοσωματικών αντιδράσεων, όπως διαταραχές ύπνου, διατροφής, ενώ παρουσιάζει και συμπτώματα αγχωδών διαταραχών, με προεξάρχουσα ένδειξη την υπερεγρήγορση, ήτοι μία κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας προς αντιμετώπισιν του κινδύνου, η οποία εδράζεται στον εύλογο φόβο για την προσωπική του ασφάλεια[119].

3.2.3. Ιστορική εξέλιξη – Δικαιοσυγκριτική θεώρηση

Το stalking τόσο στην παραδοσιακή όσο και τη διαδικτυακή μορφή του, συγκαταλέγεται στα, κατ’ εξοχήν, ανήκοντα στη «βάση του παγόβουνου» εγκλήματα, ήτοι στην αφανή ή σκοτεινή περιοχή της εγκληματικότητας, εφόσον, σπανίως, περιέρχεται εις γνώσιν της αστυνομίας ή άλλων επισήμων φορέων[120]. Εντούτοις, η έμμονη διαδικτυακή παρενοχλητική παρακολούθηση συνιστά αναμφισβήτητα ένα υπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο[121], δυναμικά μεταβαλλόμενο και ταχέως εξελισσόμενο[122], που έχει προσλάβει, προϊόντος του χρόνου, ανησυχητικές διαστάσεις, πράγμα το οποίο καταδεικνύεται και από τις σχετικές έρευνες[123]. Ωστόσο, καίτοι υπάρχει πληθώρα ερευνών για το stalking στην αλλοδαπή, το αυτό δεν ισχύει όσον αφορά, ειδικώς, στο cyberstalking· η θεωρητική και εμπειρική ενασχόληση με το οποίο βρίσκεται ακόμη στο λυκαυγές της. Ως εκ τούτου, η ακριβής έκταση του φαινομένου δεν είναι γνωστή, όχι μόνο λόγω της μη αναγγελίας της συμπεριφοράς στις αρμόδιες αρχές, αλλά και ένεκα της σπάνιας διεξαγωγής ερευνών με αντικείμενο ad hoc το cyberstalking, το οποίο εμπεριέχεται, έως σήμερα, μόνον ως μία κατηγορία μέτρησης στις σχετικές με το παραδοσιακό stalking έρευνες. Παρά το γεγονός ότι για την ενδημία της διαδικτυακής έμμονης παρακολούθησης οι έρευνες είναι εισέτι περιορισμένες, εντούτοις τα ήδη υπάρχοντα πορίσματα, καταδεικνύουν τις ανησυχητικές διαστάσεις του φαινομένου[124].

Η ανάδυση του ηλεκτρονικού εν ευρεία εννοία stalking εντοπίζεται στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τα πρώτα κρούσματα ηλεκτρονικού εν στενή εννοία ή –ακριβέστερα– διαδικτυακού stalking ή, άλλως, stalking στον κυβερνοχώρο (cyberstalking), γίνονται αντιληπτά στα μέσα της εν λόγω δεκαετίας, ενώ περί τα τέλη αυτής, τα ποσοστά αυξάνονται δραματικά, με αποτέλεσμα στις απαρχές του 21ου αιώνα το φαινόμενο να έχει προσλάβει διαστάσεις πανδημίας[125]. Σύμφωνα με στοιχεία δύο εκ των μεγαλύτερων στις ΗΠΑ οργανισμών για την ασφάλεια στο διαδίκτυο, των CyberAngels και του W.H.O.A. (“Working to Halt Online Abuse”), καταδεικνύεται, ήδη από το έτος 2000, πληθώρα καταγγελιών cyberstalking. Συγκεκριμένα, οι CyberAngels το 2000 ελάμβαναν περίπου 500 καταγγελίες ημερησίως, εκ των οποίων οι 100, κατά μέσο όρο, ήταν βάσιμες, ενώ ο W.H.O.A. περίπου 100 εβδομαδιαίως[126]. Σύμφωνα δε, με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του W.H.O.A.[127], εκτιμάται ότι τα τελευταία έτη οι καταγγελλόμενες στον οργανισμό υποθέσεις cyberstalking κυμαίνονται στις 50-75 εβδομαδιαίως.

Θα μπορούσε να λεχθεί ότι το stalking συνιστά κατ’ εξοχήν αντικοινωνική συμπεριφορά «υπό σκιάν», καθώς –καίτοι σχετικώς προσφάτως περιήλθε in gremio legis στις περισσότερες έννομες τάξεις– όχι μόνο δεν πρόκειται περί νεοπαγούς μορφής εγκληματικότητας, αλλά, αντιθέτως, περί παλαιόθεν υπάρχουσας[128] και βιούσας, έως και σήμερα, διαρκείς μεταλλαγές, με αποτέλεσμα, εκ της δυναμικά μεταβαλλόμενης πορείας του φαινομένου, να αναδύονται εξελικτικές όψεις αυτού, όπως το cyberstalking. Ως αναμφισβήτητη κοινωνική πραγματικότητα, είναι προφανές ότι η συμπεριφορά εξελίσσεται ραγδαία και από πλευράς modus operandi του δράστη, και γνωρίζει και η ίδια μετεξελίξεις, σε συνδυασμό με τις παρεχόμενες από την τεχνολογία δυνατότητες[129]. Προσφυώς, άλλωστε, έχει παρατηρηθεί για το παραδοσιακό stalking ότι πρόκειται για «παλαιό κρασί σε νέα μπουκάλια»[130], καθώς ως κυρωτικός κανών –όπου αυτός υπάρχει– είναι νεοεισαχθείς, αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο, στην κλασική του μορφή, υπήρχε από μακρού χρόνου, αλλά τελευταίως ανεδύθη ως υπαρκτό πρόβλημα[131].

Προς αντιμετώπισιν του φαινομένου και προστασίαν των θυμάτων, οι περισσότερες έννομες τάξεις κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης, αλλά και το αγγλοσαξονικό δίκαιο και οι ΗΠΑ, έχουν εισαγάγει στις νομοθεσίες τους σχετικό αποτρεπτικό ποινικό κανόνα. Στην Ευρώπη, μεταξύ των κρατών που έχουν ποινικοποιήσει το stalking στην παραδοσιακή (εξωδικτυακή), τουλάχιστον, μορφή του, συγκαταλέγονται η Αυστρία, το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, η Ολλανδία, η Πολωνία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η Ελλάδα[132] και η Κύπρος[133] εντάσσονται στις χώρες εκείνες, στις οποίες η συγκεκριμένη συμπεριφορά κείται εκτός των ορίων του ποινικού ελέγχου.

Το πρώτο νομοθετικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του stalking στην παραδοσιακή του μορφή θεσπίσθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (Anti-Stalking Legislation), και συγκεκριμένα στην πολιτεία της Καλιφόρνια το έτος 1990, ενώ το 1999 προεβλέφθη και η τιμώρηση του cyberstalking, ρύθμιση η οποία ενετάχθη στον Ποινικό Κώδικα αυτής (Cal. Penal Code § 646.9). Το παράδειγμα της Καλιφόρνια ακολούθησαν σταδιακώς και οι περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, σήμερα, επί συνόλου 50 πολιτειών, μόνο σε 12[134] δεν έχει περιέλθει το cyberstalking υπό την προστασία του νόμου, ενώ οι λοιπές 38 πολιτείες[135], καθώς και η περιοχή Γκουάμ[136] των ΗΠΑ, έχουν εισαγάγει –πέραν της πρόβλεψης για την παραδοσιακή μορφή του αδικήματος– ειδικώς για τη διαδικτυακή μορφή αυτού, σχετική νομοθετική ρύθμιση. Ωστόσο, δεν διαθέτουν μόνον οι ΗΠΑ ένα πλήρες νομοθετικό πλαίσιο για τη διαδικτυακή έμμονη παρακολούθηση. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινούνται και οι πλείστες εκ των νομοθεσιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, καθώς οι ανησυχητικές διαστάσεις, που έχει προσλάβει το φαινόμενο του cyberstalking έχουν, ως ανεμένετο, αναγνωρισθεί από τα κράτη[137] και αποτυπωθεί σε νομοθετικής ισχύος κείμενα· άλλοτε με ένταξη του σχετικού αποτρεπτικού κανόνα εντός του Ποινικού Κώδικα και άλλοτε με εισαγωγή αυτού στις έννομες τάξεις μέσω ειδικής ποινικής νομοθεσίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η προστασία κατά του cyberstalking παρέχεται μέσω ενός πλέγματος διατάξεων[138], η Αυστραλία [Criminal Code Stalking Amendment Act 1999, art. 359B(c)(ii)], η Αυστρία (§ 107a StGB – vid. supra), η Γερμανία (§ 238 StGB – vid. supra)[139], η Ιταλία (612-bis c.p. – vid. supra)[140], ο Καναδάς [Criminal Code s. 264 § 2(b)][141], η Νέα Ζηλανδία [Harassment Act 1997, Part 1 s. 4(1) (d), (ea)], η Πολωνία [Penal Code art. 190a § 1, 2, 3, 4 (6.6.2011)], οι Φιλιππίνες [Penal Code, s 282A-282C, ως ετροποποιήθη διά του γνωστού ως “Anti-Stalking Act of 2003”][142]. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, μεταξύ των κρατών που διαθέτουν στο ποινικό τους οπλοστάσιο ειδική πρόβλεψη για το cyberstalking, συγκαταλέγονται, επιπλέον, οι νομοθετικές ρυθμίσεις της Ινδίας (s. 354D ινδικού ΠΚ) –όπου, όμως, η σχετική διάταξη τίθεται αποκλειστικώς προς προστασία της γυναίκας-θύματος[143]–, του Πακιστάν (s. 13 της Διάταξης για την Πρόληψη των Ηλεκτρονικών Εγκλημάτων, 2007)[144], της Νοτίου Αφρικής (Νόμος κατά της Παρενόχλησης, 2011)[145] και της Ιαπωνίας (2013). Η τελευταία, στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει τα συνεχώς αυξανόμενα κρούσματα εκδήλωσης cyberstalking –κυρίως μέσω e-mail– έχοντα τα πλείστα εξ αυτών θανατηφόρο κατάληξη, τροποποίησε το έτος 2013 το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για το stalking, προβλέποντας και τη διαδικτυακή μορφή του[146].

3.2.4. Αποκρυπτογράφηση των εκφάνσεων δράσης του cyberstalker – Διαδικτυακό modus operandi

Ως ήδη ανεφέρθη (vid. supra υπό 3.2.1), οι βασικοί πυλώνες επί των οποίων δομείται η δράση του cyberstalker και εκπτύσσεται, περαιτέρω, είναι τρεις· ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail stalking), ηλεκτρονικός υπολογιστής (computer stalking) και διαδίκτυο εν στενή εννοία [ίντερνετ (internet stalking)].

Το stalking μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (“email stalking”) είναι η –κατ’ αρχήν– ηπιότερη διαδικτυακή μορφή παρενόχλησης σε σχέση με τις λοιπές[147], αλλά και η παλαιότερη και ευχερέστερα χρησιμοποιούμενη μέθοδος. Συχνά δε, στη θεωρία, λόγω της εκτεταμένης χρήσης της συγκεκριμένης μορφής παρενοχλητικής παρακολούθησης, αλλά και το εύληπτο αυτής –τόσο για τον νομικό κόσμο όσο και για ευρύτερο κύκλο προσώπων, που έχουν στοιχειώδεις γνώσεις πληροφορικής– το διαδικτυακό stalking ταυτίζεται, εσφαλμένως, κατά τρόπο περιοριστικό, με το e-mail stalking. Ωστόσο, ως θα καταδειχθεί, εν συνεχεία, το τελευταίο δεν αποτελεί παρά μόνο μία διαδικτυακή μέθοδο έμμονης παρενοχλητικής παρακολούθησης. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας του J. Petrocelli[148], το προσφιλέστερο –στους χρήστες διαδικτύου– μέσο cyberstalking, είναι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail), με το οποίο ο δράστης δύναται να προβαίνει σε λεκτική ή μη παρενόχληση, αποστέλλοντας κατά τρόπο συνεχή, επίμονο και πιεστικό, γραπτά μηνύματα (“mail bombing”), φωτογραφίες και βιντεοσκοπημένο υλικό. Έχει δε, παρατηρηθεί και η αποστολή, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κακόβουλου λογισμικού (“malicious software/malware software”, με σκοπό την προσβολή των αρχείων του παρακολουθουμένου από ιό ή και τη μετάδοση αυτού στους καταχωρημένους στη λίστα επαφών του, χρήστες (περί αυτής μορφής vid. infra – “computer stalking”)[149]. Συνήθης μέθοδος είναι η αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων από διαφορετικούς, κατά καιρούς, λογαριασμούς, προς αποπροσανατολισμό του θύματος[150]. Η χρήση του e-mail, ως εργαλείου παρενόχλησης και εκφοβισμού, κυμαίνεται σε ποσοστό της τάξης του 5%-25% επί του συνόλου των μορφών παρενοχλητικής παρακολούθησης[151], ενώ έναντι των λοιπών διαδικτυακών μορφών καταλαμβάνει ποσοστό της τάξης του 79%[152]. Η Gerda Löhr[153], έχει χαρακτηρίσει το “e-mail stalking” ως “ιδιωτικού τύπου” cyberstalking („privates EMailStalking”), καθώς, καίτοι πρόκειται περί μακρόθεν επικοινωνίας, οι άλλες δύο διαδικτυακές μορφές είναι περισσότερο οργανωμένες και, κατά τη συγγραφέα, αποτυπώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό σε εκείνες, η δημοσιότητα που χαρακτηρίζει το διαδίκτυο („öffentliches Cyberstalking).

Στο τελούμενο διά ηλεκτρονικού υπολογιστή stalking (“computer stalking”) εντάσσεται, ως προανεφέρθη, κάθε μορφής ηλεκτρονικός υπολογιστής[154]. Συχνά, η συγκεκριμένη μορφή cyberstalking λαμβάνει χώρα συνδυαστικώς με τη διαδικτυακή παρακολούθηση μέσω internet (vid. infra), καθώς, ως θα διαφανεί κατωτέρω, χρησιμοποιεί ως όχημα το τελευταίο. Η συνηθέστερη μέθοδος computer stalking είναι η παράνομη διείσδυση στα δεδομένα (“hacking”) του παρακολουθουμένου. Πρόκειται περί της σοβαρότερης μορφής cyberstalking, της λεγομένης «εξωτικής παρακολούθησης» (“exotic surveillance”)[155] και προϋποθέτει καλές γνώσεις στο αντικείμενο της πληροφορικής ή ύπαρξη συνεργού με σχετικά προσόντα. Τελείται, κυρίως, διά της χρήσεως λογισμικών κατασκοπείας (“spyware”), κατά τρόπον ώστε, ο υπολογιστής του θύματος να συνδέεται με εκείνον του δράστη, ο οποίος και παρακολουθεί τις διαδικτυακές του κινήσεις εν αγνοία του πρώτου[156]. Η συνηθέστερα χρησιμοποιούμενη μέθοδος λαμβάνει χώρα μέσω του λεγομένου «δουρείου ίππου» [“trojan (horse)”] –και σχετικών παραλλαγών αυτού–, ήτοι ιού, εκτελουμένου από τον χρήστη ως ωφέλιμη για τον υπολογιστή εφαρμογή, η οποία, ωστόσο, εγκαθιστά κρυφά στο σύστημα κακόβουλο λογισμικό[157]. Ο ιός απειλεί τους χρήστες του Facebook[158], υποκλέπτοντας τα προσωπικά τους στοιχεία και, μεταξύ αυτών, κωδικούς e-banking, αριθμούς πιστωτικών καρτών, κωδικούς πρόσβασης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την ηλεκτρονική υπογραφή τους. Στην τελευταία περίπτωση, ο δράστης συντάσσει, inter alia, ηλεκτρονικές επιστολές, τις οποίες αποστέλλει σε γνωστούς ή μη του θύματος, με φερόμενο ως εκδότη το τελευταίο (“spoofing”). Δεν είναι δε, σπάνιες οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες ο cyberstalker, έχοντας υποκλέψει[159] ή αποκρυπτογραφήσει τον κωδικό εισόδου της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του παρακολουθουμένου και αποκτήσει πρόσβαση σε αυτήν[160], «υιοθετεί» τη διαδικτυακή του ταυτότητα και προβαίνει σε ενέργειες στο όνομά του, όπως παραγγελία προϊόντων, χρήση ή ακύρωση διαδικτυακών υπηρεσιών πάσης φύσεως, ανάρτηση αγγελιών. Η υποκλοπή επιτυγχάνεται συνήθως μέσω “sniffer”, δηλαδή ειδικού λογισμικού προγράμματος, διά του οποίου ο δράστης αποκτά δυνατότητα παρακολουθήσεως όλων των δεδομένων ενός τοπικού δικτύου και καταγραφής αυτών (“packet sniffing”)[161]. Συναφής και αρκετά βαρύτερη μορφή παραβίασης είναι η χρησιμοποιούμενη, τελευταίως, μέθοδος του Ratting[162], η οποία παρέχει, επιπλέον, τη δυνατότητα της απομακρυσμένης –και εκ του ασφαλούς– οπτικής επαφής με το θύμα (“Remote Access Trojan”), καθώς συνίσταται στην εγγραφή σε βίντεο κάθε κίνησης αυτού μέσω της κάμερας του υπολογιστή του (“webcam”). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο cyberstalker εξασφαλίζει εικονική πρόσβαση στον ιδιωτικό χώρο του θύματος και πλήρη εικόνα των κινήσεών του· κατ’ ουσίαν, «εισέρχεται» στον ιδιωτικό του χώρο[163]. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, περί   εικονοκεντρικής μεθόδου[164].

Η τελευταία μορφή εκδήλωσης cyberstalking, με όχημα το διαδίκτυο εν στενή εννοία [ίντερνετ (“internet stalking)], συνιστά, κατ’ ακριβολογίαν, έμμονη παρενοχλητική κυβερνοπαρακολούθηση. Το internet είναι το κατ’ εξοχήν μέσο εξόρυξης δεδομένων. Προσφυώς έχει χαρακτηρισθεί από τον Robert LloydGoldstein ως «χρυσωρυχείο προσωπικών πληροφοριών»[165]. Πέραν, όμως, της αναζήτησης και συλλογής, διά του ίντερνετ, πλειάδας προσωπικών πληροφοριών για το θύμα[166], το συγκεκριμένο μέσο παρέχει με την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο, περαιτέρω δυνατότητες στους δράστες[167]. Είναι σύνηθες, οι επίδοξοι     cyberstalkers να λαμβάνουν μέρος σε διαδικτυακές συζητήσεις, διεξαγόμενες στο πλαίσιο μίας ομάδας, μεταξύ ατόμων με κοινά ενδιαφέροντα και συνήθειες, σε διαδικτυακούς χώρους αφιερωμένους σε συγκεκριμένο θέμα (επί παραδείγματι, στα chatrooms, news groups ή, μέσω του website reddit, σε συζητήσεις ενταγμένες σε κοινότητες, τις λεγόμενες “subreddits”)[168]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι δράστες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν το θύμα ή να επιτύχουν την πρώτη διαδικτυακή επικοινωνία με αυτό· συνομιλώντας δε μαζί του, αντλούν, με αφορμή τη θεματική ιστότοπου, πληροφορίες αναφορικά με ζητήματα που άπτονται της προσωπικής ζωής του υποψηφίου θύματος. Παρόμοια δυνατότητα παρέχεται στον επίδοξο δράστη και μέσω των ιστοσελίδων γνωριμιών (“online/internet dating sites”)[169].

Επιπλέον, πέραν της περίπτωσης της διαδικτυακά αναμεταδιδομένης συζήτησης (Internet Relay Chat – IRC), συναφείς κίνδυνους διαδικτυακής θυματοποίησης ενέχει και η –περισσότερο σύγχρονη– δυνατότητα των «άμεσων μηνυμάτων» (“Instant Messaging” – “IM”), ήτοι η ταχεία και σε πραγματικό χρόνο αποστολή γραπτών μηνυμάτων μέσω διαδικτύου, στο πλαίσιο μίας διαδικτυακής συνομιλίας, μεταξύ ατόμων του ιδίου chatroom. Δοθέντος ότι η σύνδεση στο IM δεν παρέχει δυνατότητα κρυπτογραφημένης συνομιλίας, είναι ευνόητο ότι τα μηνύματα είναι αναγνώσιμα και από τρίτα πρόσωπα, πέραν του παραλήπτη, και –ως ευάλωτα σε ιούς– δυνάμενα να εγκαταστήσουν στον υπολογιστή πρόγραμμα υποκλοπής δεδομένων. Ομοίως, οι ανωτέρω κίνδυνοι, ως προς τη δυνατότητα παρακολουθήσεως του θύματος, ελλοχεύουν στο πλαίσιο των κινητών κοινωνικών εφαρμογών (“social mobile applications”) Foursquare και Swarm (χρησιμοποιούμενες κυρίως μέσω κινητών τηλεφώνων smartphones ή υπολογιστών τύπου tablets), στις οποίες κάθε χρήστης έχει δικό του προφίλ και η λειτουργία τους συνίσταται στη δήλωση, από αυτόν, των προτιμήσεών του όσον αφορά, κυρίως, στους τρόπους και χώρους διασκέδασης. Μέσω αυτών των εφαρμογών, οι χρήστες διαμοιράζονται την τοποθεσία τους και δηλώνουν, μεταξύ άλλων, σε κάθε εν δυνάμει ή και εν ενεργεία cyberstalker τους χώρους όπου συχνάζουν ή και τον ακριβή χρόνο επίσκεψης αυτών.

Σύμφωνα με την ad hoc έρευνα των R. DOvidio και J. Doyle το έτος 2003, το πρόγραμμα ανταλλαγής άμεσων μηνυμάτων (“IM”) κατελάμβανε ποσοστό της τάξης του 18% έναντι των λοιπών διαδικτυακών μορφών παρενόχλησης, πράγμα το οποίο το κατέτασσε στη δεύτερη –μετά το e-mail– προσφιλέστερη μέθοδο, που μετέρχονταν οι cyberstalkers για να προσεγγίσουν τα θύματά τους· ακολουθούσαν τα chatrooms με ποσοστό 8%, η αναζήτηση προσωπικών δεδομένων του θύματος μέσω διαδικτύου, εγγίζουσα το 2% και η δημιουργία ψευδούς προφίλ με ποσοστό της τάξης του 1%[170]. Οι αριθμοί αυτοί –καίτοι ενδεικτικοί της έκτασης του φαινομένου– θα έχουν, αναμφίβολα, κατά τον διαδραμόντα χρόνο, σημειώσει κατακόρυφη άνοδο. Σημειωτέον δε, ότι έκτοτε, έχουν, ως προανεφέρθη, κάνει την εμφάνισή τους νέες κατηγορίες κοινωνικών δικτύων, ιδιαιτέρως προσφιλείς στους χρήστες, ενώ, ταυτοχρόνως, έχουν διερυνθεί οι δυνατότητες των υπαρχόντων, αλλά και η χρήση τους έχει ευρέως επεκταθεί (vid. supra).

Τα τελευταία έτη, οι cyberstalkers, μετερχόμενοι, επίσης, συχνά τη μέθοδο του “trolling”, διατυπώνουν προκλητικές ή εσφαλμένες απόψεις, προσβλέποντας στην αντίδραση του θύματος και τη συμμετοχή του στη συζήτηση. Στην απόρριψή του από τον παρακολουθούμενο, ο cyberstalker εκδηλώνει, κατ’ αρχήν, διαδικτυακώς, την επιθετικότητά του, είτε αποστέλλοντας στον τελευταίο, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, υβριστικά μηνύματα, τα λεγόμενα “φλόγινα μηνύματα” (τακτική γνωστή ως flame ή flaming)[171] είτε διασύροντας αυτόν, αναρτώντας ανακριβή και δυσφημιστικά σχόλια εις βάρος του, με σκοπό την τρώση του κύρους του ή εκφράζοντας σεξουαλικά υπονοούμενα –ψευδή συνήθως– αναφορικά με τις προτιμήσεις του θύματος (τακτική γνωστή ως cybersmearing). Συνήθης δε, αντίδραση του δράστη, είναι η δημοσίευση στο διαδίκτυο φωτογραφιών και βίντεο με προσωπικές στιγμές του θύματος (σε περίπτωση προϋφιστάμενης σχέσης) ή ακόμη και ανάρτηση στο ίντερνετ προσωπικών στοιχείων αυτού (επί παραδείγματι, αριθμού τηλεφώνου, διαδικτυακής διεύθυνσης, στοιχείων του τόπου κατοικίας ή εργασίας του) και εν γένει δεδομένων αναγνωριστικών της ταυτότητάς του[172].

3.2.5. Παράγοντες κινδύνου και ενδημία του φαινομένου

Ο εντοπισμός ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, τα οποία   υποσημαίνουν ένα εν δυνάμει επικίνδυνο γνώρισμα για την εκδήλωση της έμμονης παρακολούθησης –εν είδει σκιαγράφησης ενός περιγράμματος (προφίλ) κινδύνου [“Stalking Risk Profile” (“SRP”)]– θα συνέβαλε στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του φαινομένου [“Stalking Assessment and Management” (“SAM”)][173].

Ωστόσο, οι παράγοντες κινδύνου είναι δυσχερώς προσδιορίσιμοι, δεν έχουν εισέτι αποκρυσταλλωθεί, καθώς τα αποτελέσματα ανά έρευνα ποικίλλουν, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του γεγονότος ότι πρόκειται περί ενός συνθέτου φαινομένου, μη δυναμένου να αποδοθεί σε μία μόνον αιτία. Συγκεκριμένα, ενώ έχουν γίνει προσπάθειες αναζήτησης αιτιώδους σύνδεσης της εκδήλωσης του stalking αφενός με κοινωνικοδημογραφικούς παράγοντες, όπως φύλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, προηγούμενη σχέση μεταξύ των δύο μερών, επαγγελματική ενασχόληση, οικονομικά χαρακτηριστικά και αφετέρου με παράγοντες όπως ψυχική υγεία του δράστη, κατάχρηση ουσιών, προηγούμενη εμπλοκή του με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης[174], δεν δύναται, έως σήμερα, να ειπωθεί ότι έχουν εντοπισθεί τα στοιχεία εκείνα που συνεπάγονται αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης της συμπεριφοράς. Ειδικώς στο cyberstalking, επιβάλλεται να ληφθεί υπ’ όψιν και η παράμετρος της συχνότητας χρήσης των εργαλείων κοινωνικής δικτύωσης, το είδος αυτών και ο βαθμός αυτοέκθεσης (cf. infra υπό 3.2.6.2.).

Μία προσεκτική θεώρηση των ερευνητικών πορισμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι παράγοντες κινδύνου –όπως και επί παραδοσιακής μορφής του εγκλήματος– περιστρέφονται πρωτίστως γύρω από τους άξονες της ψυχικής υγείας του δράστη και της έμφυλης διάστασης της συμπεριφοράς[175] και δευτερευόντως της ύπαρξης προηγούμενης σχέσης, οιουδήποτε χαρακτήρα –φιλικής, ερωτικής, επαγγελματικής– μεταξύ δράστη και θύματος[176], καθώς και της χρήσης ουσιών από τον δράστη. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι, ως έχει καταδείξει η πραγματικότητα, δεν δύναται να λειτουργήσουν ως προγνωστικοί παράγοντες και να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα, επιδεκτικά γενικεύσεων, προς διαχείρισιν του κινδύνου σε επίπεδο πρόληψης και καταστολής.

Η ενασχόληση της επιστημονικής κοινότητας με την ψυχοπαθολογία του stalking είναι εκτενής. Ωστόσο, τα ερευνητικά πορίσματα καταδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των επιδιδομένων στην έμμονη παρακολούθηση, δεν πάσχει από οιασδήποτε μορφής ψυχική διαταραχή. Αναμφισβήτητα, είναι δυνατόν stalking και ψυχική διαταραχή να τελούν σε σχέση παραλληλίας, καθώς συγκεκριμένες ψυχικές ασθένειες συνδέονται στενά με την εκδήλωση έμμονης παρενόχλησης, αλλά, οπωσδήποτε, δεν διαμορφώνεται μεταξύ τους σχέση λογικής αναγκαιότητας[177]. Τούτο συμβαίνει, επί παραδείγματι, με τη σχιζοφρένεια ή διαταραχές σχετιζόμενες με αυτήν, κυρίως τη σχιζοειδή και τη σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας[178], τις παραληρητικές διαταραχές, τη διπολική διαταραχή και την ερωτομανία ή, άλλως, σύνδρομο Clérambault[179]. Επίσης, σημεία συγκλίσεως εμφανίζει το stalking με την ιδεοψυχαναγκαστική σχεσιακή παρείσδυση [Obsessive Relational Intrusion (ORI)], είδος ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής[180].

Ειδικώς το στοιχείο της έμφυλης προσέγγισης της συμπεριφοράς[181], το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο σειράς ερευνών επί δικτυακού και εξωδικτυακού stalking, είναι αμφίβολο εάν μπορεί μετά βεβαιότητος να ενταχθεί στους παράγοντες κινδύνου. Πλήθος επιστημόνων, βασιζομένων σε πορίσματα ερευνών, τάσσεται υπέρ της έμφυλης διάστασης της φαινομένου, με τη γυναικεία θυματοποίηση να κυμαίνεται σε υψηλότερα επίπεδα έναντι της ανδρικής –έστω και με μικρή απόκλιση– ενώ δεν ελλείπουν και έρευνες καταδεικνύουσες ότι τα ποσοστά ανδρικής και γυναικείας θυματοποίησης είναι παρεμφερή, πράγμα το οποίο υποσημαίνει ότι, ενδεχομένως, να πρόκειται περί έμφυλα ουδέτερου εγκλήματος[182].

 Άξια μνείας είναι η διαπίστωση ότι η προαναφερθείσα Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης[183] για «την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας» –καίτοι έχει κατ’ αρχήν έμφυλο προσανατολισμό, ήτοι την καταπολέμηση της γυναικείας θυματοποίησης– προβαίνει, σκοπίμως, στο άρθρο 34, σε μία έμφυλα ουδέτερη προσέγγιση του stalking. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιεί για τον παθόντα τον όρο «πρόσωπο» (“person”), ο οποίος δεν είναι υποδηλωτικός γένους, ώστε να τυγχάνουν προστασίας τόσο άνδρες όσο και γυναίκες.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, η οποία διεξήχθη το 2002 από τον αμερικανικό οργανισμό για την προστασία των θυμάτων και την ασφάλεια στο διαδίκτυο, τον W.H.O.A. (Working to Halt Online Abuse), το 71% των θυμάτων cyberstalking ήταν γυναίκες, ενώ το 59% εξ αυτών είχαν προϋφιστάμενη σχέση με τον δράστη[184]. Η διαπίστωση αυτή, φαίνεται να επιβεβαιώνεται και στο πλαίσιο του cyberstalking. Ωστόσο, στη διαδικτυακή παρακολούθηση, η εν λόγω συμπεριφορά προς άτομα του ιδίου φύλου κυμαίνεται σε υψηλότερα επίπεδα[185]. H ευρωπαϊκή έρευνα που διεξήχθη από το Modena Group on Stalking (2004)[186] κατέδειξε ότι η γυναικεία θυματοποίηση (ενήλικες γυναίκες) κυμαίνεται σε 1-4%, ενώ η ανδρική σε 0.4-2%[187]. Η έρευνα των R. Purcell, M. Pathé και P.E. Mullen[188], η οποία –προσεγγίζοντας τη θεματική υπό μία ευρύτερη οπτική– επικεντρώθηκε στην ετερότητα των μεθόδων τις οποίες μετέρχονται τα δύο φύλα, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι, πέραν της έμφυλης διαφοροποίησης (υψηλότερα ποσοστά γυναικείας θυματοποίησης), οι επιδιδόμενοι στο stalking διέθεταν παρεμφερή δημογραφικά χαρακτηριστικά, με εξαίρεση την ύπαρξη βαρύτερου ποινικού μητρώου και την κατανάλωση ουσιών· στοιχεία που εντοπίστηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα στους άνδρες.

Εντούτοις, στις ΗΠΑ η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο φύλων, όσον αφορά στη διαδικτυακή τους θυματοποίηση, στο πλαίσιο του cyberstalking, είναι ανεπαίσθητη, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της NISVS (National Intimate Partner and Sexual Violence Survey), το 12.3% των υποστάντων κάποιας μορφής cyberstalking (ακόμη και ήπιας μορφής π.χ. μέσω e-mail) ήταν άνδρες, ενώ το 12.9% γυναίκες[189].

Ανησυχητικό, όμως, φαινόμενο συνιστούν τα πολύ χαμηλά όρια ηλικίας στα οποία έχουν εντοπισθεί κρούσματα stalking στην Κύπρο. Σε παρουσίαση, την 5η Μαρτίου 2014, των αποτελεσμάτων της έρευνας του FRA (Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ) για τη βία κατά των γυναικών, αναφέρθηκε ότι στην Κύπρο το 11% αυτών, έχει βιώσει παρενοχλητική παρακολούθηση ήδη από την ηλικία των 12 ετών. Στο σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο 18% του πληθυσμού (περίπου 9.000.000 γυναίκες). Σύμφωνα δε, με τα πορίσματα της ίδιας έρευνας, το 63% των δραστών του stalking είναι άνδρες· πρώην σύντροφοι επί ενηλίκων γυναικών, γνωστό ή άγνωστο στο θύμα πρόσωπο.

Το stalking, τόσο στην παραδοσιακή όσο και τη διαδικτυακή μορφή του, έχει αναμφισβήτητα έμφυλες προεκτάσεις, ήτοι ως έναν βαθμό έμφυλη (γυναικεία) ταυτότητα εξ επόψεως θυματοποίησης, καθώς τα ποσοστά τέλεσής του εις βάρος των γυναικών κυμαίνονται, ως προεξετέθη, σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, σύμφωνα με την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, η μελέτη της έμμονης παρενοχλητικής παρακολούθησης ως αποκλειστικώς έμφυλου αδικήματος, θα συνιστούσε υπεραπλουστευτική και απηχούσα στερεότυπες αντιλήψεις προσέγγιση, αφενός λόγω του σκοτεινού αριθμού της ανδρικής θυματοποίησης και αφετέρου του αποδεδειγμένου επιπολασμού του φαινομένου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου και, συχνά, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Κατ’ ακολουθίαν, η υιοθέτηση της αντίληψης ότι πρόκειται περί μορφής έμφυλης βίας είναι, κατά τη γράφουσα, ιδιαιτέρως περιοριστική και κρίνεται ως επιστημονικώς συνεπέστερη η προσέγγιση του cyberstalking ως κατ’ αρχήν έμφυλα ουδέτερου εγκλήματος.

3.2.6. Χαρακτηρολογικά γνωρίσματα δράστη και θύματος

Ως προς το προφίλ του δράστη, αλλά και του θύματος του cyberstalking, ισχύει mutatis mutandis ό,τι και επί παραδοσιακού stalking, με μικρές διαφοροποιήσεις, πηγάζουσες εκ της ιδιαιτερότητας του χρησιμοποιουμένου μέσου.

3.2.6.1. Τυπολογία δραστών

Στην παρούσα ενότητα αναφέρονται οι βασικοί τύποι cyberstalkers· επισημαίνεται δε ότι η αναφορά είναι ενδεικτική, καθώς υπάρχει πλήθος περαιτέρω υποκατηγοριών, αλλά και, λόγω της πολυμορφίας του φαινομένου, αναδύονται διαρκώς νέες. Η κατάταξη του δράστη δεν είναι ευχερής ούτε δεσμευτική, καθώς η συμπεριφορά του δύναται, ταυτοχρόνως, να εντάσσεται σε περισσότερες της μίας κατηγορίες. Τα κριτήρια που έχουν, κατά καιρούς, διατυπωθεί για την ταξινόμηση των δραστών ποικίλλουν[190]. Εν προκειμένω, προς πληρέστερη προσέγγιση του φαινομένου, αλλά και για λόγους συστηματοποίησης, επιχειρείται μία κατάταξη των cyberstalkers σε δύο βασικές κατηγορίες· στη μεν πρώτη εισάγονται ως αξιολογικά κριτήρια τα κίνητρα και τα χαρακτηρολογικά γνωρίσματα των δραστών, σε συνδυασμό –σε ορισμένες υποκατηγορίες– με την ύπαρξη ή μη προϋφιστάμενης σχέσης με το θύμα, στη δε δεύτερη κατηγορία, η επαγγελματική ιδιότητα ή η κοινωνική θέση των επιλεγέντων υπ’ αυτών θυμάτων, με γνώμονα τις οποίες θυματοποιούνται από τους δράστες. Άξια, δε, μνείας είναι η διαπίστωση ότι, ως προελέχθη (vid. supra υπό 3.2.1), αναλόγως της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο δράστης, δύναται να εκδηλώσει και διαφορετικής μορφής επιθετική συμπεριφορά, σε εκείνη, βεβαίως, την περίπτωση που θα καταφύγει στη βία.

Κατ’ ακολουθίαν, στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται ο πρώην σύζυγος ή ερωτικός σύντροφος, εισπράξας την απόρριψη, λόγω της διακοπείσας σχέσης με το θύμα (rejected stalker/love scorned stalker)[191], που συχνά διολισθαίνει στην υποκατηγορία του μνησίκακου stalker (vid. infra)· ο ενδοοικογενειακός stalker (domestic stalker)[192], ο οποίος εκπτύσσει τη δραστηριότητά του είτε στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης είτε κατά το στάδιο της διάστασης (συναφής με την πρώτη υποκατηγορία)· ο επιδιώκων την οικειότητα και τη σύναψη ερωτικής σχέσης με το θύμα (intimate stalker[193])· ο έχων αδυναμία κοινωνικοποίησης (incompetent stalker), υποκατηγορία της προηγούμενης περίπτωσης· ο μνησίκακος (resentful stalker / vindictive stalker)[194], ο οποίος έχει ως αποκλειστική επιδίωξη τη βλάβη του θύματος, εμφορούμενος από αισθήματα εκδικητικότητας· ο νηφάλιος (composed stalker), ο οποίος, απηλλαγμένος από οιανδήποτε εμπλοκή συναισθημάτων στις πράξεις του, επιδιώκει ως επί το πλείστον να προκαλέσει σε αυτό φόβο και να το περιαγάγει σε καθεστώς διαρκούς αγωνίας και ο έχων «αρπακτικές διαθέσεις» (predator stalker)[195], όρος που υποδηλώνει τον ζήλο με τον οποίο ο δράστης συλλέγει κάθε πληροφορία που αφορά στον παρακολουθούμενο, με στόχο να αποκτήσει κυριαρχική θέση επ’ αυτού (vid. supra).

Στη δεύτερη κατηγορία συγκαταλέγεται ο stalker διασήμων (celebrity stalker/ star stalker) και –εν ευρεία εννοία– ο stalker δημοσίων προσώπων και, εν γένει, ατόμων που χαίρουν αναγνωρισιμότητας (public figure stalker)[196]· κυρίως προσωπικοτήτων από τον χώρο του θεάματος, των τεχνών, του αθλητισμού και των γραμμάτων, που, για επικοινωνιακούς λόγους, χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ιδίως το Instagram και το Twitter), με αποτέλεσμα τα τελευταία να λειτουργούν για τον δράστη ως όχημα έμμονης παρακολούθησης[197]. Εδώ, εντάσσονται, επίσης, τα πρόσωπα που ασκούν δημόσιο λειτούργημα ή συμμετέχουν ή διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην πολιτική ζωή κάθε χώρας, με ειδικότερη υποκατηγορία τον political stalker, ειδικώς επί πολιτικών προσώπων[198] και περαιτέρω διάκριση τον προεδρικό stalker (presidential stalker)[199]. Προσέτι, ο campus stalker δρα στον ακαδημαϊκό χώρο[200], με θύμα συμφοιτητή ή καθηγητή· ο workplace stalker στον χώρο εργασίας[201], με δράστη είτε πελάτη είτε συνάδελφο, ομοβάθμιο ή τελούντα σε σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης, ήτοι ιεραρχικής υποταγής ή υπεροχής έναντι του θύματος (προϊστάμενος ή εργοδότης ή υφιστάμενος)· και o clinician stalker, ων ασθενής ιατρού, κυρίως ψυχικής υγείας[202].

Αξιοσημείωτο είναι ότι, στο πλαίσιο του cyberstalking, έχουν αναδειχθεί ειδικότερες και περισσότερο πολύπλοκες μορφές εμφάνισης του εγκλήματος και δη συμμετοχής σε αυτό, οι οποίες στο παραδοσιακό δεν υφίστανται, κυρίως διότι δεν είναι ευχερής η άνθησή τους. Ο βαθμός συνδρομής του ετέρου ή των ετέρων ατόμων καθορίζει και το είδος της συμμετοχικής δράσης αυτών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η «παρακολούθηση δι’ αντιπροσώπου» (“cyberstalking by proxy”)[203], καθώς και δύο περισσότερο οργανωμένες μορφές· το συλλογικό/ομαδικό ή συμμετοχικό cyberstalking (collective / corporate cyberstalking)[204] και η «ομαδοποιημένη» διαδικτυακή παρακολούθηση (“group cyberstalking”)[205], ήτοι παρακολούθηση ή και παρενόχληση μίας ομάδας ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά, βάσει, κυρίως, των παρεχομένων στα κοινωνικά δίκτυα στοιχείων τους. Το group cyberstalking βασίζεται στην προηγούμενη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων και δημιουργία «μορφοτύπων» (“profiles”)[206], η οποία βοηθά τον δράστη στον εντοπισμό μίας ομάδας ατόμων με τις συγκεκριμένες επιθυμητές –για τον cyberstalker– ιδιότητες. Αυτονόητον είναι ότι, μέσω της ως άνω δράσης, τίκτεται ομαδική θυματοποίηση. Καίτοι οι συγκεκριμένες μορφές εμφάνισης του cyberstalking δεν έχουν αποτελέσει ακόμη αντικείμενο εντατικής επεξεργασίας, παρά ταύτα έχουν γίνει γνωστές υποθέσεις που βασίσθηκαν σε αυτές και απασχόλησαν, προ αρκετών ετών, εντόνως, τον νομικό κόσμο στην αλλοδαπή· με κυριότερες –επί περιπτώσεως group cyberstalking– εκείνες των Richard Machado (The People of the State of California v. Richard Machado, 1998) και Dwayne Comfort (The People of the State of California v. Dwayne Comfort, 1998)[207].

Δεν είναι δε σπάνιο, σε αμφότερες τις μορφές εμφάνισης της συμπεριφοράς –διαδικτυακής και εξωδικτυακής– να προσληφθεί από τον παρακολουθούντα ιδιωτικός ερευνητής για συλλογή συμπληρωματικών πληροφοριών αναφορικά με το θύμα[208]. Τούτο, όμως, όπως έχει καταδειχθεί, συμβαίνει, κατά κύριο λόγο, στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες υπάρχει πρόθεση πρόκλησης βλάβης στο θύμα. Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, είναι η γνωστή υπόθεση Amy Lynn Boyer, ήτοι η ανθρωποκτονία της 20χρονης Amy Lynn Boyer το έτος 1999 στο New Hampshire από τον cyberstalker Liam Youens[209].

3.2.6.2. Σκιαγράφηση προφίλ θύματος

Ως κατέστη αντιληπτό, μία σημαντική παράμετρος στο πλαίσιο του cyberstalking είναι η αυτοέκθεση του θύματος –μέσω των ψηφιακών κοινωνικών δικτύων– σε κίνδυνο εγκληματικής προσβολής[210]. Κατά συνέπεια, ο υποστάς την έμμονη διαδικτυακή παρενοχλητική παρακολούθηση έχει, ως επί το πλείστον, έντονη παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς τούτο να υποδηλώνει, απαραιτήτως, και έντονη κοινωνική ζωή, καθώς σύνηθες είναι να υφίσταται διάσταση μεταξύ διαδικτυακού και πραγματικού προφίλ (vid. supra υπό 3, cf. supra υπό 3.2.6.1.).

Η χρήση του Facebook κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα επί ανδρών και γυναικών, ενώ, αντιθέτως, οι γυναίκες χρησιμοποιούν περισσότερο από τους άνδρες το Instagram και το Pinterest[211]· κοινωνικά μέσα στα οποία κυριαρχούν οι εικόνες (φωτογραφίες και βιντεοσκοπημένο περιεχόμενο), με αποτέλεσμα να παρέχονται στους άρρενες επίδοξους δράστες περισσότερα ερεθίσματα για παρακολούθηση (cf. supra υπό 3.2.5.)[212].

Αναφορικά με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των θυμάτων cyberstalking, παρατηρείται διαφοροποίηση έναντι της παραδοσιακής μορφής του αδικήματος, κυρίως ως προς τον παράγοντα της ηλικίας. Συγκριτικά με το εξωδικτυακό stalking, τα θύματα –αλλά και οι δράστες– του cyberstalking ανήκουν σε πολύ νεότερες ηλικιακές ομάδες[213], με ποσοστό της τάξης του 31%[214], ενώ τα μεγαλύτερης ηλικίας θύματα είναι, συνήθως, άγαμα ή διαζευγμένα[215]. Ειδικότερα, στις ομάδες υψηλού κινδύνου θυματοποίησης εντάσσονται τόσο τα άτομα νεαρής ηλικίας, τα οποία –έχοντας αποκτήσει εξοικείωση με τη χρήση των νέων τεχνολογιών– χρησιμοποιούν κατά κόρον το διαδίκτυο και, κυρίως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και οι σχετικώς άπειροι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να αποφύγουν τους ελλοχεύοντες κινδύνους[216].

Τα πορίσματα έρευνας, διεξαχθείσας το 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, υπό των P. Bocij και L. McFarlane[217], κατέδειξαν ότι, εκ του δείγματος των διαδικτυακώς παρακολουθουμένων ατόμων, το 61% ήταν λευκοί, με την πλειονότητα αυτών να ανήκει στο γυναικείο φύλο, ηλικίας 18-30 ετών, ενώ ένα ποσοστό 3.9% ήταν Ασιάτες και μόλις το 1.6% Αφροαμερικανοί. Ωστόσο, στην αξιολόγηση των ως άνω πορισμάτων δεν δύναται να παροραθεί το στοιχείο της πολυπολιτισμικότητας, το οποίο, εν αντιθέσει προς άλλα κράτη, συναντάται σε μεγάλο βαθμό στις ΗΠΑ.

Αντί επιλόγου

Αναμφισβήτητα, το διαδίκτυο έχει συμβάλει τα μέγιστα σε επίπεδο πληροφορικής και επικοινωνιακής τεχνολογίας, καθώς και, εν γένει, παροχής υπηρεσιών· κάθε δε άκριτη κινδυνολογία θα συνιστούσε επικίνδυνη διολίσθηση προς άδικη δαιμονοποίηση αυτού. Η έλλογη διαχείριση των εμφωλευόντων στο διαδίκτυο κινδύνων, αλλά και η ύπαρξη ενός πλήρους και σαφούς νομοθετικού πλαισίου, καθιστούν τα ανακύπτοντα προβλήματα υπερβάσιμα και τους ελλοχεύοντες κίνδυνους αποτρέψιμους, θέτοντας εκποδών τον κοινότοπα καταγγελτικό λόγο.

Η προσπάθεια υπέρβασης των δυσμενών συνθηκών, που διαμορφώνονται από εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι η κρίση, συνιστά έκφανση της σταθερής και καθ’ όλα υγιούς τάσης του ανθρώπου προς αυτοσυντήρηση και επί τα βελτίω υπέρβασης των ορίων του. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο, δύναται το δυστοπικό παρόν να μετατραπεί σε εστία ευτοπικών και όχι χιμαιρικών οραματισμών, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Mutatis mutandis, ο cyberstalker από θηρευτής του ανέφικτου καλείται να μετατραπεί σε αναζητητή του ευτοπικού. Η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος, αναμφιβόλως, προανακρούει την κατακόρυφη αύξηση των περιστατικών εκδηλώσεως cyberstalking. Το αναμφίλεκτα υπαρκτό και στην ελληνική κοινωνία φαινόμενο της έμμονης παρενοχλητικής παρακολούθησης (stalking), τελεί σε λανθάνουσα ακόμη κατάσταση, πράγμα το οποίο υποτονθορύζει ότι δεν αποκλείεται να απασχολήσει μελλοντικά και την εγχώρια έννομη τάξη.

Οι διαπροσωπικές σχέσεις και το μυστήριο που περιβάλλει τις εγγενείς αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης, θα βρίσκονται πάντοτε στο επίκεντρο κάθε κοινωνίας και κράτους δικαίου. Ομοίως, η παρέκκλιση και η επιθετικότητα είναι συμφυείς με την οργανωμένη κοινωνική διαβίωση· διαφέρει δε, προϊόντος του χρόνου, μόνον η έκταση και η εκάστοτε μορφή εμφάνισής τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενίσχυσαν, λόγω των δυνατοτήτων τους, το πεδίο έντασης που πηγάζει από την αμφιρρέπεια μεταξύ των αντικρουόμενων αναγκών του ανθρώπου· αφενός της επιθυμίας του για αυτονομία και πραγμάτωση της ελευθερίας του και αφετέρου της έμφυτης τάσης της ανθρώπινης φύσης για αλληλεπίδραση και σύνδεση με άλλα άτομα. Ο δε λειτουργικός ρόλος του διαδικτύου τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα χρησιμοποιηθεί. Συναφώς, η κρίση, έχουσα δύο όψεις, δεν συνιστά μόνο γύμνασμα αντοχών των ανθρώπων και των θεσμών, αλλά ανασύρει στην επιφάνεια τις αδυναμίες των πρώτων και τις ανεπάρκειες των τελευταίων, φωτίζοντας υπαρκτά, αλλά κεκαλυμμένα φαινόμενα αντικοινωνικής συμπεριφοράς και αθέατης θυματοποίησης.

Στην περίοδο της πολυδιάστατης κρίσης, που διέρχεται η κοινωνία, και στις δυσκολίες της οποίας καλείται να αντεπεξέλθει, ακολουθώντας μία δυναμικά εξελισσόμενη πορεία δημιουργικής μεταλλαγής, αρωγός είναι οι Ανθρωπιστικές Επιστήμες, που οφείλουν να αφουγκράζονται τον παλμό κάθε εποχής και τις ανάγκες αυτής. Το δίκαιο δεν υφίσταται ούτε εξελίσσεται ανεξάρτητα από την ισχύουσα κοινωνική πραγματικότητα. Η κρίση συνεπάγεται αναπόδραστα πολυεπίπεδη φθορά, η αναχαίτιση της οποίας, είναι επιτεύξιμη –σε θεσμικό και κοινωνικό, τουλάχιστον, επίπεδο– μέσω δικλείδων ασφαλείας, που δύναται να παρασχεθούν διά του Ποινικού Δικαίου και της Αντεγκληματικής Πολιτικής. Κοινωνική αποστολή του Επιστήμονα και δη του Εγκληματολόγου είναι, μεταξύ άλλων, να συμβάλει στην ενίσχυση των θεσμικών αντοχών της πολιτείας, ούτως ώστε, όταν θα έχει επέλθει η πολύευκτος έξοδος από την κρίση, να έχει διέλθει η χώρα από την επικίνδυνη ατραπό, στην οποία οδήγησε η ανατροπή της ομαλής πορείας, με τη μικρότερη δυνατή φθορά. Υπό το φως των ανωτέρω, αναδεικνύεται η διαχρονικότητα της διαπίστωσης του Albert Camus[218]: “Κάθε γενιά, αναμφίβολα, πιστεύει ότι θα αλλάξει τον κόσμο. Η δική μου γνωρίζει, όμως, ότι δεν πρόκειται να το κάνει. Ωστόσο, ο ρόλος της είναι ίσως μεγαλύτερος. Πρέπει να εμποδίσει τον κόσμο να φθαρεί».

* Δικηγόρος, ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου, ΜΔΕ Εγκληματολογίας, Υπ. Δ.Ν.

  1. Το φαινόμενο του “stalking” –υπό την διαδικτυακή και εξωδικτυακή του μορφή, μετά των ποινικών και εγκληματολογικών όψεων αυτού– αποτελεί αντικείμενο εναισίμου διατριβής της γράφουσας, με επιβλέποντα τον τιμώμενο στο παρόν έργο, Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη. Θερμές ευχαριστίες απευθύνω, και από τη θέση αυτή, στον επιβλέποντα Καθηγητή μου, αφενός μεν για την ενθάρρυνσή του να εμβαθύνω σε μία επίκαιρη θεματική, terra incognita για την ελληνική έννομη τάξη, αφετέρου δε για τη σταθερή επί σειρά ετών, άοκνη καθοδήγηση και αμέριστη υποστήριξή του στα επιστημονικά μου βήματα.
  2. Ο προβληματισμός περί αναγκαιότητας ή μη ένταξης σχετικής ρύθμισης στην εγχώρια έννομη τάξη –ζήτημα διαφιλονικούμενο και στο πλαίσιο αλλοδαπών νομικών συστημάτων και ιδίως κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης– καίτοι είναι ευρύτατος, δεν έχει intra muros αποτελέσει, σε εκτεταμένη κλίμακα, αντικείμενο ερευνητικής και θεωρητικής ενασχόλησης, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (περί αυτών, βλ. στην παρούσα μελέτη παραπομπές στη σχετική αρθρογραφία). Ανοίγει δε, ένα μεγάλο κεφάλαιο με πλείστες και μείζονος σημασίας ποινικοεγκληματολογικές προεκτάσεις και, μεταξύ άλλων, δομικές δυσχέρειες κατάταξης της συμπεριφοράς, απτόμενες με τον κανονοτεχνικό χαρακτήρα της, καθώς και με τον προσδιορισμό του προσβαλλομένου εννόμου αγαθού, και, ως εκ τούτου, δεν δύναται εκ των πραγμάτων να λάβει χώρα στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης.
  3. Καίτοι η lingua franca του διαδικτύου είναι η αγγλική, επιχειρείται από τη γράφουσα, η, όσο το δυνατόν, πιστότερη απόδοση των όρων στην ελληνική, προκειμένου να καταστεί περισσότερο εύληπτη η τεχνική ορολογία.
  4. Βλ. Ν. Κουράκη (εκδ. επιμ.) / Δ. Ζιούβα (συν.), Οικονομικά Εγκλήματα, τ. Ι (Γενικό Μέρος), ΙΙ (Ειδικό Μέρος), ΙΙΙ (Παράρτημα Κειμένων), εκδ. Αντ. N. Σάκκουλα, 2007. Πρβλ., inter alios, A. Riem, Cybercrimes of the 21st century, Computer Fraud and Security 4 (2001), pp. 7-8· S. Philippsohn, Trends in Cybercrime – An Overview of Current Financial Crimes on the Internet, Computers and Security 20 (2001), pp. 53-69.
  5. Για τον λόγο αυτόν, όταν γίνεται αναφορά σε έννομες τάξεις, όπως η ελληνική, στις οποίες δεν έχει ποινικοποιηθεί ad hoc η συμπεριφορά, αποφεύγεται, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, η χρήση όρων ενεχόντων ποινική απαξία και προτιμάται η υιοθέτηση αξιολογικά ουδέτερων.
  6. Βλ. την κατακόρυφη αύξηση κρουσμάτων αυτοχειρίας, μεσούσης της κρίσεως, στην Ελλάδα, όπως καταδεικνύεται στα πορίσματα της πρόσφατης έρευνας των N. Vlachadis/M. Vlachadi/Z. Iliodromiti/E. Kornarou/N. Vrachnis, Greece’s economic crisis and suicide rates: Overview and outlook, J Epidemiol Community Health 68 (12): 2014, pp. 1204-1205.
  7. Η συμπεριφορά των περισσότερων τύπων cyberstalkers έχει ως αφετήριο σημείο έναν ουτοπικό οραματισμό του τρόπου με τον οποίο θα επιθυμούσαν να εξελιχθεί μία συγκεκριμένη κατάσταση. Αυτή η νοερή προσομοίωση της, κατά βούλησιν, ροής των πραγμάτων –ασυνήθης μεν και υποδηλούσα, ενδεχομένως, άτομο με εξημμένη φαντασία, μη εμπίπτουσα δε, κατ’ αρχήν, στo πεδίο της ψυχοπαθολογίας– εμφανίζεται ως διέξοδος από δυσμενείς καταστάσεις, τις οποίες βιώνει ένας άνθρωπος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανατροπή ισορροπιών, που επιφέρει η κρίση. Η υιοθέτηση της ως άνω στάσης, πραγματοποιείται, έστω και ασυναίσθητα, στο πλαίσιο αναζήτησης εναλλακτικών τρόπων υπέρβασης των δυσχερών συνθηκών· η δε προσφυγή στην εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου λαμβάνει χώρα όταν οι διέξοδοι αυτοί δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν στον απτό, εμπειρικό κόσμο. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαίο, εν προκειμένω, να διευκρινισθεί ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι κατανοητή, στο μέτρο που έχει ως αντικείμενο ευτοπικές σκέψεις, ενώ, αντιθέτως, οι ενέργειες του cyberstalker έχουν ως έρεισμα χιμαιρικές ιδέες και προσδοκίες. Ο cyberstalker, εν προκειμένω, οραματίζεται και ενατενίζει μία ζωή διαφορετική από εκείνη που βιώνει, στην οποία –ως επί το πλείστον– συμπεριλαμβάνεται και το υπό παρακολούθηση άτομο. Άλλωστε, το διαδικτύο ενθαρρύνει τις χιμαιρικές σκέψεις και, ενίοτε, οδηγεί το άτομο σε αυτοπαγίδευση. Για τις επικίνδυνες οδούς, στις οποίες μπορεί να οδηγήσουν οι ουτοπικές σκέψεις και η –υπό μία η διαστρεβλωμένη οπτική– προσέγγιση της πραγματικότητας, βλ. αντί πολλών, N. Roese, Counterfactual thinking, Psychological Bulletin 121 (1): 1997, pp. 133–148.
  8. D. Cocking/S. Matthews, Unreal friends?, Ethics and Information Technology 2: 2000, pp. 223–231.
  9. Τα ανωτέρω θα πρέπει να ιδωθούν όχι μόνον υπό το φως της αστάθειας που χαρακτηρίζει την εποχή μας, αλλά, επιπλέον, υπό το πρίσμα της αντιφατικότητας των σύγχρονων ανθρώπινων σχέσεων, στην οποία εμφανίζεται το οξύμωρο σχήμα η εγγύτητα της διαπροσωπικής επαφής να φοβίζει, ενώ η απόσταση να δημιουργεί απόγνωση. Οι σύγχρονοι άνθρωποι «συνάπτουν» και συντηρούν τις εικονικές σχέσεις στην προσπάθειά τους να μεταμφιέσουν τη εσωτερική αποξένωση που βιώνουν. Τις ανθρώπινες σχέσεις διέπει μία πόλωση, καθώς παρατηρείται είτε τάση απομόνωσης είτε προσπάθεια επίτευξης υπερβολικής εγγύτητας, εγγίζουσας, συχνά, τα όρια της εξάρτησης από το έτερο άτομο· συμπεριφορά, η οποία χαρακτηρίζει συγκεκριμένες κατηγορίες cyberstalkers (intimate και incompetent stalker – vid. infra υπό 3.2.6.1). Υπό το πρίσμα της κρίσης, η οποία λειτουργεί ως μεγεθυντικός, αλλά και ως παραμορφωτικός της πραγματικότητας, φακός, όλα γίνονται αιχμηρότερα και, απουσία φυσικής επαφής, κάθε φράση δύναται ευχερέστερα μέσω του διαδικτύου να αποκτήσει αμφισημία. Η αδυναμία διαχείρισης τόσο της εγγύτητας όσο και της απόστασης, σε μία εποχή κατά την οποία η πρώτη δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και οικειότητα, βρίσκει τη βασική της έκφραση στην εικονικότητα των διαδικτυακών ανθρώπινων σχέσεων και αποτυπώνεται στο αντιφατικό και παράδοξο στοιχείο, που χαρακτηρίζει την εποχή της κρίσης των ανθρώπινων σχέσεων· η εγγύτητα να φοβίζει και η απόσταση να παρέχει μία ψυχρή ψευδαίσθηση συναισθηματικής «ασφάλειας». Άλλωστε, η τακτική της σύναψης διαδικτυακών «ερωτικών» σχέσεων, γνωστή ως “Cyber relationship ακολουθείται, ως επί τo πλείστον, από έγγαμους χρήστες. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι επιλέγουν να σχετίζονται με τους άλλους εξ αποστάσεως και –όπως τουλάχιστον νομίζουν– εκ του ασφαλούς, καθώς η εγγύτητα και η οικειότητα εκλαμβάνονται από αυτούς ως «κίνδυνοι». Δεν λαμβάνουν, όμως, υπ’ όψιν τους ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκτίθενται, ως επί το πλείστον, στον αληθή κίνδυνο που παραμονεύει, όταν οι ίδιοι καθιστούν προσιτά σε αόριστο κύκλο προσώπων τα ατομικά τους στοιχεία (περί αυτού vid. infra υπό 3.1). Βλ. σχετικώς, τη θεματική και υπό την έποψη της Ψυχολογίας, στην προσέγγιση της Καθηγήτριας Φ. Τσαλίκογλου, στην διάλεξή της, την 16η Μαρτίου 2015 (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), με τίτλο: «Μη με αγγίζεις! Μη με ρωτάς! Μείνε μαζί μου – Οι σχέσεις στο έλεος μίας ρευστής εποχής». Πρβλ. τις διαπιστώσεις των Α. Σαμαράκη («Ζητείται ελπίς», 1954): «Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη όσο είναι σήμερα. Και ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα» και Γ. Γραμματικάκη («Ένας Αστρολάβος του Ουρανού και της Ζωής», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012): «Το περίεργο ωστόσο είναι ότι, όσο η επικοινωνία αυτή πυκνώνει με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το διαδίκτυο και τα κινητά τηλέφωνα, τόσο η μοναξιά μας, η ανθρώπινη, μεγαλώνει και η αποξένωση κυριαρχεί.»
  10. Πρβλ. και M.-F. Hirigoyen, Les nouvelles solitudes, La Découverte, 2007 = Η μοναξιά στον 21ο αιώνα (μτφ. Ε. Κορομηλά, εκδ. Πατάκη, 2008), σ. 153 επ. et passim.
  11. Για την ιδιωτικότητα ως οικειότητα, βλ. Χ. Ακριβοπούλου, Μία θεωρία για ένα «εν εξελίξει» δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, ΔτΑ 59 (2014), σ. 79-141 (104-108).
  12. Άξιο επισήμανσης είναι ότι, ο εμμόνως παρακολουθών (stalker) χρησιμοποιεί «στρατηγική» τόσο σε επίπεδο σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων, ήτοι απλής προσέγγισης του παρακολουθουμένου όσο και στο πλαίσιο εκδήλωσης της παρενοχλητικής συμπεριφοράς. Η ερμηνεία της επίμονης και αυθαίρετης προσέγγισης και επιδίωξης επαφής με τον υποστάντα την παρενοχλητική συμπεριφορά στο πλαίσιο του stalking, έχει επιχειρηθεί από τους William Cupach και Brian Spitzberg μέσω δύο θεωριών· τη «θεωρία της προσκόλλησης» (“attachment theory”) και τη «θεωρία της επίμονης επιδίωξης σχέσης» (“relational goal pursuit theory”), βλ. W. Cupach/B. Spitzberg, The Dark Side of Relationship Pursuit. From Attraction to Obsession and Stalking, Lawrence Erlbaum Associates Publishers, 2004, pp. 92 et seq. Η «θεωρία της προσκόλλησης» (“attachment theory”) συναρτάται άμεσα με τον λεγόμενο «υπερεμπλεκόμενο τύπο σχέσης», στον οποίον ο τρόπος που το συγκεκριμένο άτομο σχετίζεται με τους άλλους, χαρακτηρίζεται από συναισθηματική ανάμειξη σε υπέρμετρο βαθμό («συναισθηματική υπερεμπλοκή»), εγγίζουσα τα όρια της εξάρτησης, βλ. M. Mikulincer/P. R. Shaver, Attachment in Adulthood: Structure, Dynamics and Change, New York: The Guilford Press, 2007, passim· W. Cupach/B. Spitzberg, 2004, όπ.π, pp. 93-97. Η «θεωρία της επίμονης επιδίωξης σχέσης» (“relational goal pursuit theory”), η εφαρμογή της οποίας –προ παντός στην περίπτωση προϋφιστάμενης σχέσης δράστη και θύματος– προκρίνεται, από τους W. Cupach και B. Spitzberg (pp. 97-109), ως εγγύτερη προς τη φύση της έμμονης παρακολούθησης, αποδίδει τη συστηματική προσπάθεια του παρακολουθούντος προς επίτευξη σχέσης με τον παρακολουθούμενο· επιδίωξη, η οποία γίνεται ο κύριος στόχος του δράστη και επιδίδεται σε αυτόν με ιδιαίτερη προσήλωση.
  13. L. McFarlane/ P. Bocij, Cyber stalking: Defining the invasion of cyberspace, Forensic Update, 1 (72): 2003, pp. 18-22.
  14. Ωστόσο, η φυσιογνωμία των ανθρώπινων σχέσεων και η μορφή επικοινωνίας είναι μεγέθη ανάλογα, καθώς η εξελικτική πορεία της μίας διαμορφώνεται αντιστοίχως από την άλλη, ώστε αμφότερες να βιώνουν διαρκείς μεταλλαγές. Επί παραδείγματι, η διακριτική εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος, διά της αποστολής γραπτών μηνυμάτων, μέσω κινητού και μετέπειτα, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή και, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, στο πλαίσιο μίας ανεπίσημης διαδικτυακής συζήτησης (“chating), έδωσε τη θέση της στην απροκάλυπτη εκδήλωση σεξουαλικού ενδιαφέροντος (“sexting), ήτοι την αποστολή μηνυμάτων, φωτογραφιών και βίντεο με προκλητικό περιεχόμενο. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα, να ανακύψει η ανάγκη να εφευρεθούν –ως «αντίδοτο» στους προφανείς κινδύνους– περαιτέρω εφαρμογές, όπως συνέβη, προσφάτως, με τα «αυτοκαταστρεφόμενα μηνύματα» (“snapchats”). Τα μηνύματα αυτά, έχουν περιορισμένη χρονική ισχύ, έως την αυτόματη διαγραφή τους, και εξυπηρετούν την ανάγκη αποφυγής αποθήκευσης και περαιτέρω διαμοιρασμού του περιεχομένου τους, ήτοι τον περιορισμό της έκθεσης προσωπικών δεδομένων (κυρίως στο πλαίσιο του “sexting”), και, συνακολούθως, την προστασία –στο μέτρο του δυνατού– της ιδιωτικότητας του αποστολέα τους, την οποία, όμως, ο ίδιος έθεσε σε κίνδυνο. Είναι προφανές, ότι κάθε ανακύπτουσα ανάγκη εφευρίσκει τη λύση της, που συχνά, με τη σειρά της, εγκυμονεί περαιτέρω κινδύνους, οι οποίοι, χωρίς την κατάλληλη διαχείριση, δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο επικινδυνότητας (vid. infra).
  15. Βλ., αντί πολλών, Λ. Μήτρου, Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1999, σ. 17· την ίδια, Προστασία προσωπικών δεδομένων: ένα νέο δικαίωμα;, σε: Δ.Θ. Τσάτσος/Ε.Β. Βενιζέλος/Ξ. Ι. Κοντιάδης (επιμ.), Το Νέο Σύνταγμα, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2001, σ. 83 επ.· Ε. Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου, Προσωπικά δεδομένα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2007, σ. 57 επ· Π. Αρμαμέντο/ Β. Σωτηρόπουλο, Προσωπικά δεδομένα. Ερμηνεία Ν. 2472/ 1997, εκδ. Σάκκουλα 2005, σ. 142 επ.· M.-T. Tinnefeld/B. Buchner/T. Petri, Einführung in das Datenschutzrecht: Datenschutz und Informationsfreiheit in europäischer Sicht, 5. Aufl., 2012, München: Oldenbourg Wissenschaftsverlag, S. 345 et seq. et passim.
  16. G. Iachello/J. Hong, End-user privacy in human–computer interaction. Foundations and Trends in Human–Computer Interaction 1(1): 2007, pp. 1–137 (100)· U. Pankoke-Babatz/P. Jeffrey, Documented norms and conventions on the Internet, International Journal of Human-Computer Interaction 14(2): 2002, 219–235. Περί της προστασίας των δικαιωμάτων έναντι των ελλοχευόντων –από τη χρήση των νέων τεχνολογιών– κινδύνων, βλ. ενδεικτικώς, Μ. Κρανιδιώτη, «Προλεγόμενα: Νέες Τεχνολογίες, κίνδυνοι και προκλήσεις για το Δίκαιο και την Αντεγκληματική Πολιτική», σε: Εργαστήριο Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών (επιμ. Μ. Κρανιδιώτη), Νέες Τεχνολογίες και Ανθρώπινα Δικαιώματα, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 9-19· Λ. Μήτρου, Εγγυήσεις και θεσμοί προστασίας του πολίτη από τις νέες τεχνολογίες, idem, σ. 91-107· την ίδια, Το Δίκαιο στην Κοινωνία της Πληροφορίας, εκδ. Σάκκουλα, 2002, σ. 58 επ. et passim. Πρβλ. Λ. Μήτρου/Α.-Μ. Πισκοπάνη/Σ. Τάσσης/Μ. Καρύδα/Σ. Κοκολάκης, Facebook, blogs και δικαιώματα, εκδ. Σάκκουλα, 2013, passim.
  17. M. Corcoran/J. Cawood, Violence Assessment and Intervention, The Practitioner’s Handbook, CRC Press, 2003, pp. 20 et seq., 39, 105, 199 et seq., 201.
  18. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αναδύονται και νέες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως το “bullying”, το οποίο, μάλιστα, απέκτησε, προσφάτως, ποινική υπόσταση στον ελληνικό ΠΚ [ά. 312, υπό τον τίτλο «Πρόκληση βλάβης με συνεχή σκληρή συμπεριφορά» (ά. 8 του Ν 4322/2015, ΦΕΚ Α΄ 42/27.4.2015)]. Για τον σχετικό προβληματισμό προ της ποινικοποιήσεως της εν λόγω συμπεριφοράς, βλ., αντί πολλών, Ν. Κουράκη, Μορφές σχολικής βίας και δυνατότητες αντιμετώπισής της, ΠοινΧρ ΝΘ (2009), σ. 865 – 871 = Θ. Θάνος (επιμ.), Παιδική Παραβατικότητα και Σχολείο. Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας, Ωδείο Ρεθύμνου (1.4.2009), Αθήνα: εκδ. Τόπος, 2009, σ. 85–115 = (εν μέρει) «Δυνατότητες αντιμετώπισης της οργανωμένης σχολικής βίας (bullying)», σε: Ειδική Επιτροπή Μελέτης των Ομάδων Ενδοσχολικής Βίας (επιμ. Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου), Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα Σχολεία, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2010, σ. 259 – 272· Φ. Σπυρόπουλο, Σχολικός τραμπουκισμός, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2011, passim· P. K. Smith/Y. Morita/J. JungerTas/D. Olweus/R. Catalano/P. Slee (eds.), The Nature of School Bullying: A Cross-National Perspective, Routledge, 1999, pp. 7-48. Το αυτό συμβαίνει και με άλλες παρεκκλίνουσες (ή αποκλίνουσες) συμπεριφορές, όπως “stalking”, “mobbing” («ηθική παρενόχληση»/“harcèlement moral”), “date rape”, οι οποίες, μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, δεν έχουν τυποποιηθεί ad hoc σε ποινικό επίπεδο, στην ελληνική έννομη τάξη ή αμφισβητείται εάν θα πρέπει να αποκτήσουν αυτές καθ’ εαυτές ειδική ποινική αντιμετώπιση.
  19. C. Carmody, Stalking by Computer, American Bar Association Journal 68 (1994), pp. 68-71· D. Denning/W. Baugh, “Hiding Crimes in Cyberspace”, in: D. Thomas/B. Loader (eds.), Cybercrime: Law Enforcement, Security and Surveillance in the Information Age, London: Routledge, 2000, p. 125 et seq. = Information, Communication and Society 3 (1999), pp. 251-276· A. Pattavina (ed.), Information Technology and the Criminal Justice System, London: Sage, 2004, passim.
  20. Διευκρινίζεται ότι, προς αποφυγήν υπερφορτώσεως του κειμένου, ο όρος «δράστης» (σε αρσενικό γένος) θα χρησιμοποιείται εφεξής, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, ως αναφερόμενος και στα δύο φύλα, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού γένους. Διασαφηνίζεται δε, ότι –εκτός από τις περιπτώσεις που επισημαίνεται ρητώς το αντίθετο– η συγκεκριμένη επιλογή δεν έχει έμφυλη νοηματοδότηση, καθώς το έγκλημα προσεγγίζεται, ως κατ’ αρχήν, έμφυλα ουδέτερο.
  21. Βλ. F. Neubacher, An den Grenzen des Strafrechts – Stalking, Graffiti, Weisungsverstöße, ZStW 118 (2006), S. 855-877.
  22. J. Naughton, From Gutenberg to Zuckerberg. What you Really Need to Know About the Internet, London: Quercus, 2012, p. 259 et seq.
  23. Βλ. επί παραδείγματι, τον διαδικτυακό εκφοβισμό (“Cyberbullying”) και τη διαδικτυακή παρενόχληση (“CyberHarassment)”, S. Shariff/D. Hoff, “Cyber Bullying: Legal Obligations and Educational Policy Vacuum”, in: K. Jaishankar (ed.), Cyber Criminology. Exploring Internet Crimes and Criminal Behavior, CRC Press, Taylor & Francis Group, 2011, pp. 359-392.
  24. K. Chaulk/T. Jones, Online Obsessive Relational Intrusion: Further Concerns About Facebook, Springer Science and Business Media26(4): 2011, pp. 245–254.
  25. Βλ., επί παραδείγματι, τη διαδικτυακή παιδοφιλία (“cyberpedophilia”).
  26. M. Williams, Virtually criminal: Discourse, deviance and anxiety within virtual communities, International Review of Law Computers and Technology 14 (2000), pp.11-24· P. Grabosky, Virtual Criminality: Old Wine in New Bottles?, Social and Legal Studies 10 (2001), pp. 243-249· W. Capeller, Not such a neat net: Some comments on virtual criminality, Social and Legal Studies 10 (2001), pp. 243-249. Περί μίας συνοπτικής παρουσίασης, βλ. S. Brown, “Virtual Criminology”, in: E. McLaughlin/J. Muncie (eds.), The Sage Dictionary of Criminology, 3rd ed., 2013, Sage Publications, pp. 486-488.
  27. C. Karnow, Recombinant culture: Crime in the digital network, July 1994, εισήγηση παρουσιασθείσα στο πλαίσιο του DEF CON Hacking Conference 22-24.7.1994, Las Vegas, δημοσιευμένη στις διαδικτυακές διευθύνσεις http://www. defcon.org/html/text/2/KARNOW-2.txt και http://www.cpsr.org/cpsr/computer_ crime/net.crime.karnow.txt
  28. Μεταξύ άλλων, αναπόφευκτη συνέπεια αυτής, συνιστά, εν προκειμένω, η διακινδύνευση της ιδιωτικότητας και ατομικότητας και, εν γένει, της προσωπικής ελευθερίας εν ευρεία εννοία. Εξάλλου, βασικό όχημα των δραστών προς κατάλυσιν της ιδιωτικότητας, απετέλεσαν οι ιστοχώροι κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως το Facebook και το Twitter, ευθύς ως επεξετάθη η χρήση τους. Για τη σχέση μεταξύ «κοινωνίας της διακινδύνευσης» και συμπεριφορών ευρισκομένων στα όρια του αξιοποίνου, όπως είναι το stalking, βλ. και F. Neubacher, An den Grenzen des Strafrechts – Stalking, Graffiti, Weisungsverstöße, ZStW 118 (2006), S. 855-877 (855).
  29. P. Wallace, The Psychology of the Internet, New York: Cambridge University Press, 1999, p. 10 et seq.
  30. Επί παραδείγματι, στις ΗΠΑ, η πλήρης ανωνυμία και αποταυτοποίηση στο διαδίκτυο, δύναται να εξασφαλισθεί μέσω δύο εφαρμογών, τις “Anonymizer” και “MixMaster”, οι οποίες έχουν την ιδιότητα να εξαλείφουν τις αναγνωριστικές της ταυτότητας του χρήστη πληροφορίες, μέσω “re-mailer”. Διά του re-mailer ο χρήστης είτε «δανείζεται» μία άλλη διεύθυνση IP (“IP address” – “Internet Protocol address”), δηλαδή τον μοναδικό αριθμό που χρησιμοποιείται από τις συσκευές για τη μεταξύ τους αναγνώριση και συνεννόηση είτε χρησιμοποιεί δημόσια κλείδα κρυπτογράφησης. Η δε άρση της ανωνυμίας προσκρούει στο δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, που ερείδεται στην Πρώτη Τροπολογία του Ομοσπονδιακού Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, βλ. G. F. du Pont, The Criminalization of True Anonymity in Cyberspace, Michigan Telecommunication and Technology Law Review 7 (2000/2001), pp. 191 et seq.· A. Packard, Does Proposed Federal Cyberstalking Legislation Meet Constitutional Requirements?, Communication Law and Policy 5(2000), pp. 505 et seq. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο δράστης χαίρει του «προνομίου» της πλήρους απόκρυψης της ταυτότητάς του, της διατήρησης του αδιόρατου της δράσης του, της αποφυγής οιασδήποτε μορφής εγγύτητας, ακόμη και εκείνης που επιδιώκει ο κλασικός stalker διά της εξ αποστάσεως παρακολουθήσεως. Βλ. και Z. Tufekci, Can you see me now? Audience and disclosure regulation in online social network sites, Bulletin of Science Technology Society 28 (1): 2008, pp. 20–36· A. Bowker/M. Gray, An introduction to the supervision of the cybersex offender, Federal Probation 68(3): 2004, pp. 3-9 (5-6).
  31. J. Zorza, Stalking Controversies and Emerging Issues, in: M. Brewster (ed.), Stalking: Psychology, Risk Factors, Interventions and Law, Civic Research Institute, 2003. Επιφορτισμένη με τη συλλογή, διατήρηση και ανάλυση ηλεκτρονικών στοιχείων που προέρχονται από Η/Υ ή άλλα ψηφιακά μέσα αποθήκευσης, ως αποδεικτικά στοιχεία σε μία νομική διαδικασία, είναι η επιστήμη των Computer Forensics, τα οποία αποτελούν υποκατηγορία των Digital Forensics.
  32. G. Löhr, Zur Notwendigkeit eines spezifischen Anti-Stalking-Straftatbestandes in Deutschland. Eine rechtsvergleichende Untersuchung unter besonderer Berücksichtigung der australischen Rechtsentwicklung, Duncker & Humblot, Berlin, 2008, S. 77.
  33. Πρβλ. και τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις της πρωτοποριακής –προ παντός για την εποχή της– απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, με την οποία το Δικαστήριο εκλήθη να αποφανθεί επί της συνταγματικότητας δύο ποινικών διατάξεων του Νόμου περί Κοσμιότητας των Επικοινωνιών (Communications Decency Act 1996 – CDA): Supreme Court 26.6.1997, Reno, Attorney General of the United States, et al. v. American Civil Liberties Union, et al., 521 U.S. 884 (1997) 117 S.Ct. 2329, 2334· 138 L.Ed. 2d 874. H απόφαση είναι, επίσης, διαθέσιμη στη διαδικτυακή διεύθυνση του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου των ΗΠΑ: http://supremecourtus.gov και σε http://supreme.justia.com. Βλ. και Δ. Κιούπη, Ποινικό Δίκαιο και Internet, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1999, σ. 31-34.
  34. J. Fogel/E. Nehmad, Internet social network communities: Risk taking, trust, and privacy concerns, Computers in Human Behavior 25: 2009, pp. 153–160· C. J. Hamelink, The ethics of cyberspace, London: Sage 2000, p. 30 et seq.· Y. Ibrahim, The new risk communities: Social networking sites and risk, International Journal of Media & Cultural Politics 4(2): 2008, pp. 245–253. Πρβλ. B. Kobayashi, “Private versus social incentives in cybersecurity, law and economics”, in: M. Grady/F. Parisi (eds.), The Law and Economics of Cybersecurity, Cambridge University Press, 2011, pp. 13-28· R. Picker, “Cyber Security: Of Heterogeneity and Autarky”, idem, p. 115-140.
  35. Αναμφισβήτητα, η επίδειξη ιδιαίτερου ενδιαφέροντος σε ένα συγκεκριμένο άτομο, καθώς και στις δραστηριότητες και τις προτιμήσεις αυτού, δεν υποδηλώνει per se έμμονη παρακολούθηση ούτε συνιστά, απαραιτήτως, πρόδρομο σύμπτωμα stalking, αλλά θα πρέπει η συμπεριφορά να χαρακτηρίζεται, κυρίως, από συστηματικότητα και προσκόλληση – vid. infra αναλυτικότερα υπό 3.2.1.
  36. Βλ., ενδεικτικώς, την απόδοση του λήμματος “stalk” στο Oxford EnglishGreek Learners Dictionary (D.N. Stavropoulos/A.S. Hornby), Oxford University Press, 2008, σ. 542.
  37. Η παρακολούθηση, εν προκειμένω, υποδηλώνει stalking εν τω γίγνεσθαι και συνιστά, τρόπον τινά, αρχή εκτελέσεως. Τούτο, όμως, ορθότερον είναι να δεκτό ότι ισχύει μόνο στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία θα ακολουθήσει, στο εγγύς χρονικό διάστημα, προσβολή εννόμου αγαθού, διαφορετικά θα πρόκειται περί προπαρασκευαστικής ενέργειας.
  38. Η λέξη «παρακολουθώ» (παρά + ακολουθώ = ακολουθώ από κοντά, συμβαδίζω, κατασκοπεύω) έχουσα το πρόθημα «παρά-» ως πρώτο συνθετικό, δηλώνει –εν προκειμένω– θέση ή κίνηση παραπλεύρως ή πλαγίως. Βλ. την ερμηνεία της λέξης «παρακολουθώ» –υπό την έννοια που ενδιαφέρει εν προκειμένω– στο σχετικό λήμμα των πιο έγκυρων Ορθογραφικών Ερμηνευτικών Λεξικών της ελληνικής γλώσσας: Ακαδημίας Αθηνών (επιστ. υπεύθ. Ν. Ματσανιώτης / Β. Πετράκος, επιμ. Χ. Χαραλαμπάκης, συνεργ. Σ. Ζαφείρη/Α. Ψαροπούλου / Ε. Διαμαντή/Κ. Δανέζη/Χ. Δημόπουλος/Α. Τρίγκατζη/Ν. Παναγιωτοπούλου/Α. Τρυποσκούφη), Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (2014): «ακολουθώ κάποιον, προσέχοντας να μη με αντιληφθεί, για να δω που πάει· καταγράφω κρυφά τις κινήσεις ή τις συζητήσεις του, για να αποσπάσω πληροφορίες για τη ζωή και τις δραστηριότητές του» (σ. 1226)· Τεγόπουλου-Φυτράκη, Ελληνικό Λεξικό (εκδ. Αρμονία, 1989): «ακολουθώ από κοντά, κατασκοπεύω» (σ. 602)· Liddell & Scott, Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης (εκδ. Πελεκάνος, 2007, τ. 5, 2007): «ακολουθώ από κοντά, παρακολουθώ στενά» (σ. 30)· Παπύρου Λαρούς Μπριττάνικα, Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας (εκδ. Πάπυρος, τ. 48, 1998), «ακολουθώ κάποιον ή κάτι από πολύ κοντά, βαδίζω στα ίχνη του» (σ. 428), ενώ στο λήμμα «παρακολούθηση» εμπεριέχεται ως ερμήνευμα και η «κατασκόπευση» (idem, σ. 427)· Δ. Δημητράκου, Νέον Ορθογραφικόν Ερμηνευτικόν Λεξικόν (γ΄ έκδ., Χ. Γιοβάνη, 1970): «βαίνω επί τα ίχνη, επιτηρώ τις κινήσεις και ενέργειες κακοποιού ή και άλλου προσώπου» (σ. 1053)· Μ. Τριανταφυλλίδη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1998): «παρατηρώ συστηματικά και κρυφά τις κινήσεις, τις δραστηριότητες κάποιου, τον κατασκοπεύω»· Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Κέντρο Λεξικολογίας, 1998): «ενημερώνομαι κρυφά και συνήθως με παράνομο τρόπο για τις ενέργειες κάποιου» (σ. 1939).
  39. G.T. Marx, The Surveillance Society: The threat of 1984-style techniques, The Futurist 1985, pp. 21-26· D. Lyon, Surveillance Society: Monitoring everyday life, Open University Press, 2001, passim· D.H. Flaherty, Protecting Privacy in Surveillance Societies, London: The University of North Carolina Press, 1989· H. Strub, The Theory of Panoptical Control: Bentham’s Panopticon and Orwell’s 1984, The Journal of the History of the Behavioral Sciences 25: 1989, pp. 40-59· W. Bogard, The Simulation of Surveillance. Hypercontrol in Telematic Societies, Cambridge University Press, 1996, passim. Για τα νεότερα δεδομένα στην παρακολούθηση, βλ. G. T. Marx, What’s New about the “New Surveillance”? Classifying for Change and Continuity”, Surveillance & Society 1 (1): 2002, pp. 9-29.
  40. Περί των μορφών κρατικής παρακολούθησης και της εξέλιξης αυτών, βλ., ενδεικτικώς, M. Hansen, „Überwachungstechnologie“, in: J.-H. Schmidt/T. Weichert (Hrsg.), Datenschutz – Grundlagen, Entwicklungen und Kontroversen, Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung, CPI, 2012, S. 78-87 (82-86)· Μ. Σαματά (επιμ.), Όψεις της νέας παρακολούθησης: Διεθνείς και ελληνικές προσεγγίσεις, εκδ. Βιβλιόραμα, 2010, σ. 19-128· Μ. Σαματά, «H εξέλιξη της παρακολούθησης των πολιτών στην Ελλάδα: Από την κρατική παρακολούθηση στις νέες μορφές υπερεθνικoύ και αγοραίου πανοπτισμού», σε: Σ. Κονιόρδος, Λ. Μαράτου – Αλιπράντη, Ρ. Παναγιωτοπούλου (επιμ.), Κοινωνικές εξελίξεις στη σύγχρονη Ελλάδα: Εργασία, εκπαίδευση, οικογένεια, παρέκκλιση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006, σ. 491-528· Θ. Παπαθεοδώρου, Επιτηρούμενη Δημοκρατία, Βιβλιόραμα, 2009, σ. 19 επ. et passim· Γ. Πανούση, Ο Μεγάλος Αδελφός και οι μικροί ανάδελφοι εχθροί του: Ή το δίλημμα του επιτηρούμενου, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2008, όπου και περαιτέρω παραπομπές· τον ίδιο, Το προληπτικό ποινικό δίκαιο (ανάμεσα στους εγκληματικούς κινδύνους και τις δικαιοπολιτικές διακινδυνεύσεις), Εγκληματολογία 1-2/2014, σ. 12-20· M. Samatas, Surveillance in Greece, NY: Pella, 2004, pp. 155 et seq., et passim. Πρβλ. και M. McGuire, “Online Surveillance and Personal Liberty”, in: Y. Jewkes/M. Yar (eds.), Handbook of Internet Crime, Routledge, 2011, pp. 492-519· B. H. Spitzberg and G. Hoobler, Cyberstalking and the technologies of interpersonal terrorism, New Media & Society 4: 2002, pp. 71-92· J.A. Wright/A.G. Burgess/A.W. Burgess/A.T. Laszlo/G.O. McCrary/J.E. Douglas, A typology of interpersonal stalking, Journal of Interpersonal Violence 11: 1996, pp. 487-502.
  41. G. Orwell, “1984”, Secker & Warburg, 1949 = (μτφρ. Ν. Μπάρτη), εκδ. Κάκτος, 1978. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της στιχομυθίας μεταξύ του Ο’ Μπράιεν, μέλους του «Εσωτερικού Κόμματος» της «Ωκεανίας» με τον Σμιθ Γουίνστον, μέλος του κυβερνώντος κόμματος στο, περιγραφόμενο από τον George Orwell στο εν λόγω βιβλίο, ολοκληρωτικό καθεστώς, το οποίο έχει τον απόλυτο έλεγχο πάνω σε κάθε δράση και σκέψη των ανθρώπων, μέσω της προπαγάνδας, της διαρκούς παρακολούθησης και της σκληρής τιμωρίας των πολιτών και όπου καθετί εξελίσσεται «υπό το βλέμμα» του Μεγάλου Αδελφού: «[…]- Πώς βεβαιώνεται κάποιος για τη δύναμη του πάνω σε έναν άλλον, Γουίνστον;, Ο Γουίνστον σκέφθηκε: – Κάνοντας τον να υποφέρει, είπε. – Ακριβώς. Κάνοντας τον να υποφέρει. Η υπακοή δεν αρκεί. Αν δεν υποφέρει, πως μπορείς να είσαι βέβαιος πως υπακούει στη δική σου θέληση και όχι στη δική του; Δύναμη είναι να επιβάλλεις πόνο και ταπείνωση […]» (σ. 290). Το ανωτέρω απόσπασμα, ως αποδίδον εναργώς αφενός τον σκοπό για τον οποίον τίθεται, μεταξύ άλλων, η παρακολούθηση και αφετέρου την επίδραση και τις επιπτώσεις αυτής, στη ζωή του ατόμου που την υφίσταται, έχει σαφείς προεκτάσεις στις συνέπειες της χρησιμοποιουμένης από τον stalker μεθόδου παρακολουθήσεως της ζωής του θύματος, καθώς η συνέχισή της και μετά την ολοκλήρωση της συλλογής προσωπικών στοιχείων, χρησιμοποιείται, περαιτέρω, ως μέσο απόκτησης δύναμης και επιβολής επ’ αυτού (vid. infra).
  42. Βλ. J. Bentham, Panopticon: Or, the Inspection-House, 1787, Dublin = London: T. Payne, 1791 = in: M. Bozovic (ed.), The Panopticon Writings, London: Verso, 1995, pp. 29-95. Το«Πανοπτικόν», ως τύπος φυλακής, αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της δυνατότητας συνεχούς επίβλεψης (-opticon) όλων (pan-) των κρατουμένων. Βλ. και D. Lyon, Bentham’s Panopticon: From Moral Architecture to Electronic Surveillance, Queen’s Quarterly 98 (3): 1991, p. 597 et seq.
  43. Μ. Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής (μτφρ. Κ. Χατζηδήμου – Ι. Ράλλη), εκδ. Ράππα, 1989, σ. 265 επ.
  44. Για τις σύγχρονες τάσεις διαχείρισης των κινδύνων, υπό το φως των διαμορφωθεισών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, βλ. ειδικότερα, inter alios, K. Yeager/A. Roberts, Bridging the Past and the Present to the Further Crisis Intervention and Crisis Management, in: K. Yeager/A. Roberts (eds.), Crisis Intervention Handbook: Assessment, Treatment and Research, 4th ed., Oxford University Press, 2015, pp. 3-35· Y. EatonStull/M. Miller, Models for Effective Crisis Intervention, idem, pp. 681-692· S. Dziegielewski/G. Jacinto, Designs and Procedures for Evaluating Crisis Intervention, idem, pp. 711-750.
  45. Η συγκεκριμένη μορφή παρακολούθησης, είναι διάφορη, άλλωστε, και από την έτερη περίπτωση παρακολούθησης, που λαμβάνει χώρα σε επίπεδο ιδιωτών και όχι από δημόσια όργανα, ήτοι εκείνη που διεξάγεται από ιδιωτικό ερευνητή, κατ’ εντολήν ιδιώτη, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτήν, έχει οικονομική φύση, εφόσον γίνεται έναντι οικονομικού ανταλλάγματος.
  46. Η επικοινωνιακή τεχνολογία κατέστησε εφικτή την «αναβάθμιση» του παρακολουθούντος. Από τον «παραδοσιακό», συχνά γραφικό –καίτοι ουχ ήκιστα επικίνδυνο– stalker, που αθέατος στο σκοτάδι παρατηρούσε τις ζωές των άλλων και δη, τις κινήσεις του προσφιλούς σε αυτόν προσώπου ή, άλλως, του «αντικειμένου του πόθου του», καταγράφοντας κρυφά τις δραστηριότητες, τις επαφές και κινήσεις του, πραγματοποιήθηκε η μετάβαση στον ψηφιακό ιχνηλάτη, ο οποίος, διά της ψηφιακής παρακολουθήσεως, μακριά από τον χώρο του υποστάντος αυτήν, με την ευχέρεια και την άνεση που του παρέχει ο ιδιωτικός του χώρος και ανεξαρτήτως οιασδήποτε γεωγραφικής συνιστώσας, αποκτά εικονική εγγύτητα και πανοπτικότητα επί της ιδιωτικής ζωής του παρακολουθουμένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζει συστηματική και αποτελεσματική παρατήρηση.
  47. Βλ. Μ. Σαματά, idem, D. Lyon, “The search for Surveillance Theories”, in: D. Lyon (ed.), Theorizing Surveillance. The Panopticon and Beyond, Devon: Willan Publishing, 2006, p. 3 et seq.
  48. Ο όρος «διαδικτυακός διαπροσωπικός πανοπτισμός ή παρακολούθηση», εισάγεται από τη γράφουσα, για να δηλώσει την αλλαγή της φύσης και της μορφής του πανοπτικού φαινομένου, στο πλαίσιο μετεξέλιξης αυτού, προϊόντος του χρόνου, και να αποδώσει, εν προκειμένω, την τακτική της διαδικτυακής συλλογής πληροφοριών, που πραγματοποιείται χωρίς οιανδήποτε εμπλοκή είτε κρατικών αρχών είτε ιδιωτικής αγοράς ή ΜΜΕ ή επιχειρήσεων και είναι ανεξάρτητη τόσο από διωκτικούς σκοπούς ή σκοπούς δημόσιας ασφάλειας όσο και από εμπορικούς ή καταναλωτικούς στόχους. Αναφέρεται δε, μόνο σε εκείνη την παρακολούθηση, η οποία λαμβάνει χώρα προς προσωπική και –ως επί το πλείστον– οικιακή χρήση του δρώντος υποκειμένου, ενώ περιορίζεται, αποκλειστικώς, σε επίπεδο ιδιωτικής πρωτοβουλίας και, ούσα αποσυνδεδεμένη από ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, οικονομικά συμφέροντα ή πολιτικές σκοπιμότητες, δεν έχει έρεισμα ούτε ωθείται από εξωγενείς παράγοντες.
  49. Η μοναδική, εν προκειμένω, μορφή παρακολούθησης, που αποσυνδέεται από συναισθηματική εμπλοκή του δράστη, είναι εκείνη την οποία εκδηλώνει ο “predatorstalker” και οδηγεί στη λεγόμενη «αρπακτική βία» (“predatory violence”). Πρόκειται περί κατηγορίας stalker, που –κατ’ εξαίρεσιν– διέπεται από απουσία συναισθημάτων – vid. infra υπό 3.2.6.1.
  50. Περί της διαφαινομένης απειλής της ιδιωτικότητας, ιδίως ενόψει των κινδύνων που εγείρονται στον τομέα των προσωπικών δεδομένων, από την πρόοδο της Πληροφορικής και την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, βλ., ενδεικτικώς, Κ. Ν. Χριστοδούλου, Δίκαιο Προσωπικών Δεδομένων, Αθήνα 2013, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 3 επ.· Γ. Νούσκαλη, Ποινική Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, β΄ έκδ., 2007, Σάκκουλα· Π. Δόνο, Τεχνολογική διακινδύνευση και προστασία προσωπικών δεδομένων, σε: Νέες τεχνολογίες και συνταγματικά δικαιώματα, εκδ. Σάκκουλα, 2004, σ. 27 επ.· Ι. Ιγγλεζάκη, Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, εκδ. Σάκκουλα, 2004, σ. 51 επ., 170 επ.· τον ίδιο, Προστασία προσωπικών δεδομένων στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης με βάση την Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ για την προστασία δεδομένων, Ευρωπαϊκή Έκφραση 88 (2013), σ. 18 επ.· Α. Γέροντα, Η προστασία του πολίτη από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 2002, σ. 65 επ.· Χ. Μουκίου, Προστασία προσωπικών δεδομένων και ηλεκτρονικές επικοινωνίες: Η «ψηφιακή ιδιωτικότητα» σε δοκιμασία, σε: Π. Φουντεδάκη/Ό. Τσόλκα/Α. Χάνος (επιμ.), Ελευθερίες Δικαιώματα και Ασφάλεια στην Ε.Ε., εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2010, σ. 65 επ. (77)· Χ. Ακριβοπούλου, Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων μέσα από τον φακό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, ΘΠΔΔ 7/2011, σ. 679-691· Φ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Oι ιστότοποι Κοινωνικής Δικτυώσεως ως Εθνική, Ευρωπαϊκή και Διεθνής Πρόκληση της Προστασίας της Ιδιωτικότητας, εκδ. Σάκκουλα, 2010, σ. 10 επ., 92 επ. et passim. Πρβλ. και A. Roßnagel, „Modernisierung der Datenschutzrechts“, in: J.-H. Schmidt/T. Weichert (Hrsg.), Datenschutz – Grundlagen, Entwicklungen und Kontroversen, Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung, CPI, 2012, S. 331-344. Περί της απειλής της ιδιωτικότητας ειδικώς από το cyberstalking, βλ. H.T. Tavani/F.S. Grodzinsky, Cyberstalking, personal privacy and moral responsibility, Ethics and Information Technology 4 (2002), pp. 123–132.
  51. Ορώμενη υπό το πρίσμα της ψυχανάλυσης, η παρακολούθηση του συγκεκριμένου προσώπου μετατρέπεται σε έξη και προσκόλληση, λόγω της συστηματικής ενασχόλησης του παρακολουθούντος και της επένδυσης χρόνου, αλλά και ψυχικής ενέργειας σε αυτό. Ο φροϋδική «κάθεξη» (“Kathexis”) –έλκουσα την καταγωγή της από την αρχαία ελληνική και αποδιδόμενη στη γερμανική διά του όρου „Besetzung– ορίζεται στην ψυχανάλυση ως διαδικασία επένδυσης της νοητικής ή συναισθηματικής ενέργειας ενός ατόμου σε ένα άλλο άτομο, ένα αντικείμενο ή μία ιδέα (βλ. C. Rycroft, A Critical Dictionary of Psychoanalysis, Penguin, 1995, p. 16)· χρησιμοποιήθηκε δε, αρχικώς, ως αποδίδουσα μία επένδυση της λίμπιντο. Βλ. S. Freud, Five Lectures on Psycho-Analysis, Penguin, 1995, p. 44 et seq.
  52. Βλ. και την Οδηγία 2002/58/ΕΚ –γνωστή ως Οδηγία για την ηλεκτρονική ιδιωτικότητα (e-Privacy Directive)– του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, «σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες)», ΕΕ L 201, 31.7.2002. Βλ. σχετικά και Λ. Μήτρου, Η νέα Οδηγία 2002/58/ΕΚ για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ΔίΜΕΕ 3 (2004), σ. 371 επ.· Γ. Τσόλια, Τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα υπό το πρίσμα του απορρήτου: Προβληματισμοί ενόψει της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ, ΔΙΜΕΕ 3, 2004, σ. 357 επ.
  53. Περί αυτών, βλ. σχετικώς, K. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, γ΄ έκδ., 2006, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 210· S. Simitis, Die informationelle Selbstbestimmung Grundbedingung einer verfassungskonformen Informationsordnung, NJW 1984, S. 402 et seq.· J.-H. Schmidt, Persönliche Öffentlichkeiten und informationelle Selbstbestimmung, in: J.-H. Schmidt/T. Weichert (Hrsg.), Datenschutz – Grundlagen, Entwicklungen und Kontroversen, Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung, CPI, 2012, S. 215-225 (218-222).
  54. Ως εκ τούτου, ανακύπτει, inter alia, ο σχετικός προβληματισμός περί του δικαιώματος στη λήθη (“right to oblivion” / “droit à loubli” / “diritto alloblio”). Περί αυτού, βλ. αναλυτικά, Ι. Ιγγλεζάκη, Το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη, εκδ. Σάκκουλα, 2014, passim· Φ. ΠαναγοπούλουΚουτνατζή, Το δικαίωμα στη λήθη στην εποχή της αβάσταχτης μνήμης: Σκέψεις αναφορικά με την Πρόταση Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, ΕφΔΔ 2 (2012), σ. 264-278· της ίδιας, Κοινωνικά δίκτυα και προσωπικότητα – Ι, ΔίΜΕΕ 2 (2012), σ. 186-195 (187-188).
  55. Η δυσοίωνη πρόβλεψη περί του “τέλους της ιδιωτικότητας”, είχε γίνει ήδη από το έτος 1999, βλ. ενδεικτικώς, C. Sykes, The End of Privacy, N.Y.: St Martin’s Press, 1999· A. Etzioni, The Limits of Privacy, N.Y.: Basic Books, 1999. Ο C. Sykes παρατηρεί ότι πυρήνας της έννοιας της ιδιωτικότητας είναι η ικανότητα του ατόμου να ελέγχει το «πρόσωπο» που παρουσιάζει στον κόσμο, να επιλέγει τον «κοινωνικό εαυτό» του και την εικόνα του προς τους τρίτους, p. 258. Πρβλ. Λ. Μήτρου, Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ΚΕΣΔ, Aντ. Σάκκουλα, 1999, σ. 31-32, καθώς και G. Billen, „Meine Daten gehören mir“, in: J.-H. Schmidt/T. Weichert (Hrsg.), Datenschutz – Grundlagen, Entwicklungen und Kontroversen, Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung, CPI, 2012, S. 172-177 (173-175)· F. Bluhn, „Privatsphärenverlust in digitalen Alltag“, idem, S. 237-242 (239-241).
  56. J. Mershmann, “The dark side of the web: Cyberstalking and the need for contemporary legislation”, Harvard Women’s Law Journal 24 (2000), pp. 255-292· R. Cohen-Almagor, Confronting the Internet’s Dark Side. Moral and Social Responsibility on the Free Highway, Cambridge University Press, 2015, passim.
  57. Οι όροι “social media” και “social networks”, συνήθως, αποδίδονται στην ελληνική, αμφότεροι, ως «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» ή «κοινωνική δικτύωση» ή «κοινωνικά δίκτυα» εναλλάξ, χωρίς ειδικότερη διάκριση. Πρβλ. και τον επιλεγέντα όρο «ιστότοποι κοινωνικού δικτύου» («ΙΚΔ») προς απόδοσιν του αγγλικού “social network sites”, από τον Π. Κριμπά, Εργαλεία Κοινωνικής Δικτύωσης και Μεταφραστές: Η Περίπτωση του Linkedin, Civitas Gentium 2:1 (2012), σ. 245-283 (248). Σύμφωνα, ωστόσο, με μερίδα επιστημόνων του χώρου της Πληροφορικής, ορθότερη κρίνεται η διαφοροποίηση μεταξύ, αφενός μέσων (εργαλείων) ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης (“social media”) και αφετέρου διαδικασίας κοινωνικής δικτύωσης “social networks”, βλ. ενδεικτικώς, D.M. Boyd/N.B. Ellison, Social network sites: Definition, history, and scholarship, Journal of Computer-Mediated Communication 13(1): 2007, διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση: http://jcmc.indiana.edu/ vol13/issue1/boyd.ellison.html· C.N. Gunawardena / /M.B. Hermans / D. Sanchez / C. Richmond /M. Bohley/R. Tuttle, A theoretical framework for building online communities of Practice with social networking tools, Education Media International 46(1): 2009, pp. 3-16 (4-5, 8)· A. Kaplan/H. Michael, Users of the world unite! The challenges and opportunities of social media, Business Horizons 53(1): 2010, pp. 59-68 (59-60). Καίτοι η ανωτέρω διάκριση ανάγεται σε επίπεδο τεχνικής ορολογίας, επιλέγεται, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, ως επί το πλείστον, η χρήση του όρου «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» ή «εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης», καθώς με αυτόν τον τρόπο δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην επικοινωνιακή λειτουργία τους, που ενδιαφέρει εν προκειμένω.
  58. Εντούτοις, επιβάλλεται να διακριθεί εκ των ανωτέρω, η περίπτωση του ατόμου εκείνου, το οποίο, διά της διαδικτυακής παρακολουθήσεως, ζει, κατ’ ουσίαν, τη δική του ζωή μέσα από τις ζωές των άλλων, πραγματώνοντας εικονικά ό,τι το ίδιο δεν βιώνει στην αληθινή του ζωή, χωρίς, ωστόσο, να προβεί σε οιανδήποτε ενέργεια προσέγγισης ή παρενόχλησης προς τον παρακολουθούμενο. Αυτή η περίπτωση, καίτοι υποδηλώνει μία μη υγιή κοινωνική ζωή και συμπεριφορά, εντούτοις αυτή καθ’ εαυτήν δεν συνιστά cyberstalking. Cf. supra υπό 1 et infra υπό 3.2.1.
  59. Η τελευταία σπανίως αποφεύγεται. Όταν, ωστόσο, τούτο συμβεί, οφείλεται είτε στο ότι δεν θα διαθέτει ο ίδιος την απαιτούμενη «τόλμη» προς φυσική προσέγγιση (ενδογενής παράγων) είτε διότι, κατά το μεσοδιάστημα, θα του αποσπάσει το «ενδιαφέρον» το επόμενο θύμα· όχι, όμως, λόγω εξωτερικού εμποδίου. Ο δράστης του cyberstalking δεν πτοείται από εξωγενείς παράγοντες· χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ευρηματικότητα και ικανότητα υπερβάσεως των εξωτερικών δυσχερειών.
  60. M. Pittaro, Cyber stalking: An Analysis of Online Harassment and Intimidation, International Journal of Cyber Criminology (IJCC) 1 (2): 2007, pp. 180–197 (190 et seq.).
  61. Περί ενός σύγχρονου ορισμού του θύματος, βλ. αναλυτικά, Β. Βλάχου, Τα δικαιώματα των θυμάτων στο κατώφλι του 21ου αιώνα, ΠοινΔικ 1/2001, σ. 69-73 (69). Πρβλ. Β. Αρτινοπούλου, «Θυματολογία – Σύγχρονες προσεγγίσεις», σε Β. Αρτινοπούλου/Α. Μαγγανά, Θυματολογία και Όψεις Θυματοποίησης, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 1996, σ. 13 επ. (19).
  62. Βλ. M. Pathé/P. Mullen, “The victim of stalking”, in: J. Boon/L. Sheridan (eds.), Stalking and psychosexual obsession: Psychological Perspectives for Prevention, Policing and Treatment, J. Wiley & Sons, 2002, pp. 1-22, οι οποίοι παρατηρούν ότι πρόκειται περί εγκλήματος, το οποίο προσδιορίζεται μέσω του ιδίου του θύματος (“victimdefined crime”), (p. 1). Πρβλ. P.E. Mullen/M. Pathé/R. Purcell, Stalkers and their victims, Cambridge University Press, 2nd ed., 2008·L. Sheridan/G.M. Davies/J.C.W. Boon, The Course and Nature of Stalking: A Victim Perspective, Howard Journal of Criminal Justice 40 (2001), pp. 215-234.
  63. Αμφότερες είναι γνωστές και με το ακρωνύμιο “LRAT” (“the Lifestyles/Routine Activities Theory”). Περί αυτών, βλ. αντί πολλών, R. F. Meier/T. D. Miethe, Understanding Theories of Criminal Victimization, Crime and Justice 17 (1993), pp. 459-499· K.-S. Choi, Computer Crime Victimization and Integrated Theory: An Empirical Assessment, IJCC 2 (1): 2008, pp. 308-333. Περί της άμεσης συσχέτισης των εν λόγω θεωριών με τη θυματοποίηση του cyberstalking, βλ. αναλυτικότερα σε B.W. Reyns/B. Henson/B. S. Fisher, Being Pursued Online: Applying Cyberlifestyle-Routine Activities Theory to Cyberstalking Victimization, Criminal Justice and Behavior 38 (2011), pp. 1149-1169.
  64. Για τον λόγο αυτόν, οι R. F. Meier/T. D. Miethe (όπ.π, pp. 459-460), παρατηρούν ότι οι ως άνω δύο θεωρίες μετατοπίζουν, σε μεγάλο βαθμό, στο θύμα την ευθύνη της θυματοποίησης αυτού, δεδομένου ότι, έστω και ακουσίως, διευκολύνει τις ενέργειες του δράστη. Πρβλ. και D. Boyd, Facebook’s privacy train wreck: Exposure, invasion, and social convergence, Convergence: The International Journal of Research into Media Technologies 14(1): 2008, pp. 13–20.
  65. M. J. Hindelang/M. R. Gottfredson/J. Garofalo, Victims of personal crime: An empirical foundation for a theory of personal victimization. Cambridge, MA: Ballinger, 1978.
  66. Περί της εφαρμογής της εν λόγω θεωρίας επί της παραδοσιακής εγκληματικότητας, βλ. και T. D. Miethe / M. C. Stafford / D. Sloane, Lifestyle changes and risks of criminal victimization, Journal of Quantitative Criminology 6 (4): 1990, pp. 357 – 376.
  67. Βλ. αναλυτικότερα, inter alios, σε T. J. Holt/A. M. Bossler, Examining the Applicability of Lifestyle-Routine Activities Theory for Cybercrime Victimization, Deviant Behavior 30 (1): 2008, pp. 1-25· F.T. Ngo/R. Paternoster, Cybercrime Victimization: An examination of individual and situational level factors, IJCC 5 (1): 2011, pp. 773–793· K.-S. Choi, “Cyber-Routine Activities: Empirical Examination of Online Lifestyle, Digital Guardians and Computer-Crime Victimization”, in: K. Jaishankar (ed.), Cyber Criminology. Exploring Internet Crimes and Criminal Behavior, CRC Press, Taylor & Francis Group, 2011, pp. 229-252.
  68. Τούτο επιτυγχάνεται, ευχερώς, διά των «επαφών» του παρακολουθουμένου στους ιστοχώρους επαγγελματικής δικτύωσης (Linkedin).
  69. L. E. Cohen/M. Felson, Social change and crime rate trends: A routine activity approach, American Sociological Review 44 (1979), pp. 588-608. Οι συγγραφείς συνδέουν την εν λόγω θεωρία με την εκδήλωση της λεγόμενης «αρπακτικής βίας» (“predatory violence”). Περί αυτής, αλλά και του συσχετισμού της με τον “predatorstalker”, cf. infra υπό 3.2.1 και 3.2.6.1. Περί μίας έμφυλης προσέγγισης της θεωρίας της «Συνήθους Δραστηριότητας», υπό την έποψη της γυναικείας θυματοποίησης, στο πλαίσιο του stalking, βλ. E.E. Mustaine/R. Tewksbury, A routine activity theory explanation for women’s stalking victimizations, Violence Against Women 5 (1): 1999, pp. 43-62.
  70. Βλ. P.J. Brantingham/P.L. Brantingham (eds.), Environmental Criminology, Prospect Heights: Waveland Press, 1981. Βασική αρχή της περιβαλλοντικής εγκληματολογίας είναι ότι το εγκληματολογικό συμβάν λαμβάνει χώρα βάσει του τετράπτυχου: νόμος-δράστης-στόχος-τόπος. Βλ. και R.H. Burke, An Introduction to Criminological Theory, Willan Publishing 2009, p. 211 et seq.
  71. Βλ. και M. Yar, The Novelty of “Cybercrime” – An Assessment in Light of Routine Activity Theory, European Journal of Criminology 2 (4): 2005, pp. 407-427.
  72. L. E. Cohen/M. Felson, όπ.π., p. 589.
  73. Βλ. περί αυτού, inter alios, Ν. Κουράκη, Εθισμός στο Διαδίκτυο, ΠΛογ 2009, σ. 1089-1093· Ε. Σφακιανάκη/Κ. Σιώμο/Γ. Φλώρο, Εθισμός στο Διαδίκτυο και άλλες διαδικτυακές συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, εκδ. Λιβάνη, 2012, passim. Ειδικώς για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πρβλ. και τα πορίσματα της έρευνας των C. S. Andreassen/T. Torsheim/G. S. Brunborg/S. Pallesen, Development of a Facebook Addiction Scale, Psychological Reports 110 (2): 2012, pp. 501-517.
  74. Η συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων, χρησιμοποιεί το διαδίκτυο σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλα άτομα, εφόσον η επικοινωνία μέσω των κοινωνικών δικτύων φαίνεται σε αυτούς ευκολότερη από την προσωπική επαφή.
  75. C. Melde, Lifestyle, Rational Choice, and Adolescent Fear: A Test of a Risk-Assessment Framework, Criminology 47 (2009), pp. 781-812.
  76. Περί της «τελετουργικής χρήσης των μέσων», βλ. N. Couldry, Media rituals: A critical approach, London: Routledge, 2002, passim· T. Liebes/J. Curran (eds.), Media, ritual and identity, London: Routledge, 1998, passim. Πρβλ. και B. Debatin / J. Lovejoy/A.-K. Horn/B. Hughes, Facebook and Online Privacy: Attitudes, Behaviors, and Unintended Consequences, Journal of Computer-Mediated Communication 1 (15), 2009, pp. 83–108, οι οποίοι παρατηρούν (pp. 89, 96) ότι η καθημερινότητα ρυθμίζεται, πλέον, κατά τρόπον ώστε να είναι ενταγμένη σε αυτήν, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ως αναπόσπαστο τμήμα της, με αποτέλεσμα συγκεκριμένες συμπεριφορές να λαμβάνουν χώρα εν είδει ρουτίνας (“routinization”). Είναι προφανές ότι η τελευταία αυτή διαπίστωση, εδράζεται στη βεμπεριανή προσέγγιση της συνήθειας –τη λεγόμενη “Veralltäglichung”, βλ. περί αυτής αναλυτικά M. Weber, Die Veralltäglichung des Charisma, in: M. Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, Tübingen: Mohr, 1972 (1. Ed., 1921), pp. 142–148.
  77. Πρβλ. και τα πορίσματα της πρόσφατης έρευνας υπό την επιστημονική ευθύνη της Καθηγήτριας Χ. Ζαραφωνίτου, σε δείγμα φοιτητών ηλικίας 18-25 ετών, Χ. Ζαραφωνίτου (συνεργ. Ε. Κουμεντάκη και Ερευνητική Ομάδα Φοιτητών Τμήματος Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου), Θυματοποίηση και φόβος του εγκλήματος των φοιτητών χρηστών του διαδικτύου. Σχολιασμένη παρουσίαση ερευνητικών πορισμάτων, Εγκληματολογία 1-2/2014, σ. 21-29. Ειδικώς επί ανηλίκων, πρβλ. και Ι. Ιγγλεζάκη, «Προστασία προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης», σε: Ι. Ιγγλεζάκη/Ν. Ιντζεσίλογλου/Ε. Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου/Α. Τσαούση (επιμ.), Νομικές και κοινωνικές προεκτάσεις του Διαδικτύου σήμερα. Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου (Θεσσαλονίκη 7-8/6/2013), εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2014, σ. 117 επ.· Ε. Αλεξανδροπούλου – Αιγυπτιάδου, «Η νομική προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά την πλοήγηση των ανηλίκων στο Διαδίκτυο», σε: Κ. Σιώμου και Γ. Φλώρου (επιμ.), Έρευνα, πρόληψη, αντιμετώπιση των κινδύνων στη χρήση του διαδικτύου, Ελληνική Εταιρεία Μελέτης της Διαταραχής του Εθισμού στο Διαδίκτυο, Λάρισα, 2011, σ. 141 επ. Βλ. και S. Livingstone, Taking risky opportunities in youthful content creation: Teenagers’ use of social networking sites for intimacy, privacy and self expression, New Media & Society 10 (3): 2008, pp. 393–411· P. Bocij/L. McFarlane, The Internet: A Discussion Of Some New And Emerging Threats To Young People, The Police Journal 76 (1): 2003, pp. 3-13· P. Bocij, Camgirls, Blogs And Wish Lists: How Young People Are Courting Danger On The Internet, Community Safety Journal 3 (3): 2004, pp. 16 – 22· U. Wagner/C. Gebel/N. Brüggen, „Privatsphäre als Verhandlungssache: Jugendliche in sozialen Netzwerkdiensten“, in: J.-H. Schmidt/T. Weichert (Hrsg.), Datenschutz – Grundlagen, Entwicklungen und Kontroversen, Bonn: Bundeszentrale für politische Bildung, CPI, 2012, S. 226-236 (226-231). Για το stalking, στο πλαίσιο του σχολείου, μεταξύ ατόμων εφηβικής ηλικίας, ως πρόδρομο σύμπτωμα εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς, βλ. inter alios, S. Shipley/B. Arrigo, Introduction to Forensic Psychology: Court, Law Enforcement and Correctional Practices, 3rd ed., Academic Press, 2012, p. 297, 304 et seq., 311.
  78. Βλ. κατωτέρω και τον όρο rattingστο πλαίσιο του “computer stalking”.
  79. Ο όρος «ηλεκτρονικές επικοινωνίες» τείνει να αντικαταστήσει τον όρο «τηλεπικοινωνίες», καλύπτοντας κάθε είδους μετάδοση δεδομένων και σημάτων, βλ. και το ά. 81 παρ. 4 του Ν 4070/2012, το οποίο αντικατέστησε το άρ. 71 παρ. 2 του Ν. 3431/2006.
  80. Στην ηλεκτρονική συμπεριλαμβάνονται και τα συμβατικά κινητά τηλέφωνα, που δεν παρέχουν δυνατότητα σύνδεσης με το διαδίκτυο.
  81. Περί της εκδήλωσης του stalking με όχημα τα μέσα τηλεπικοινωνίας, σταθερής και κινητής, βλ. αναλυτικά σε S. Gerhold, Das System der Opferschutzes im Bereich des Cyber- und Internetstalking. Rechtliche Reaktionsmöglichkeiten der Betroffenen, Nomos 2009, S. 17 et seq., με ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών διατάξεων του γερμανικού δικαίου. Πρβλ. για τα παρ’ ημίν ισχύοντα, Σ. Τάσση, Άρση απόκρυψης καλούντος σε περίπτωση κακόβουλων ή οχληρών κλήσεων: Νόμιμη αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων ή άρση απορρήτου;, ΔίΜΕΕ 3/2005, σ. 401 επ.· Ν. Λίβο, Η ποινική προστασία των συνδετικών δεδομένων των τηλεπικοινωνιών, ΠΧρ 1997, σ. 737 επ.· Ε. Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου, Νομική διασφάλιση του απορρήτου των κινητών επικοινωνιών (Η ελληνική νομική ρύθμιση ενόψει και του πρόσφατου Ν 3674/2008), Δι.Μ.Ε.Ε.2008, σ. 446 επ.· Γ. Τσόλια, Η προληπτική και κατασταλτική δράση της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.) στο πλαίσιο των ελεγκτικών της αρμοδιοτήτων (διενέργεια ανακριτικών πράξεων ή διοικητικών ελέγχων;), ΝοΒ 2009, σ. 825 επ.· τον ίδιο, Η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας σύμφωνα με το Ν 3674/2008 (Παρουσίαση και ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων), ΔίΜΕΕ2008, σ. 334 επ.· τον ίδιο, Προς ένα σύγχρονο νομικό πλαίσιο προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών (Παρουσίαση και σχολιασμός των διατάξεων του ΠΔ 47/2005), ΠοινΔικ 2005, σ. 792 επ.· Κ. Θεοδωρίδη, Οι πρόσφατες εθνικές ρυθμίσεις για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την προστασία της ιδιωτικής ζωής, ΕΕΕυρΔ 2006, σ. 587. Πρβλ. και τις σχετικές Γνωμοδοτήσεις ΕισΑΠ 12/2009 (Ι. Τέντε), 9/2011 (Α. Κατσιρώδη), 9/2009 (Γ. Σανιδά) vid. infra υπό 3.2.3.
  82. W. Cupach/B. Spitzberg, The Dark Side of Relationship Pursuit. From Attraction to Obsession and Stalking, Lawrence Erlbaum Associates Publishers, 2004, p. 80. Ομοίως, J. Hoffmann, Stalking, Springer, 2006, S. 201-204· G. Löhr, όπ.π., 2008, S. 75-79, όπου και περαιτέρω παραπομπές· E. Ogilvie, Cyberstalking, Crime & Justice International 17(50): 2001, pp. 26-29. Πρβλ., επίσης, τις νομοθεσίες των ευρωπαϊκών χωρών (π.χ. Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία), στις οποίες υπάρχει ρητή πρόβλεψη για το stalking και γίνεται διάκριση μεταξύ τηλεπικοινωνιών και λοιπών μέσων επικοινωνίας (βλ., περί αυτών, αναλυτικά υπό 3.2.3).
  83. Περί της εκδήλωσης μορφών παραβατικής συμπεριφοράς στον κυβερνοχώρο, βλ. inter alios, Ν. Κουράκη, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, τ. Β΄: Πραγματολογική προσέγγιση και επιμέρους ζητήματα, β΄ έκδ., Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ., 182 επ.· Ι. Φαρσεδάκη, «Το έγκλημα στον κυβερνοχώρο και η αντιμετώπισή του», σε: Α. Γιωτοπούλου Μαραγκοπούλου (διεύθ. έκδ.), Η Εγκληματολογία απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις (Επετειακό Συνέδριο για τα Τριάντα Χρόνια Δράσης της Ελληνικής Εταιρείας Εγκληματολογίας), εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2011, σ. 139-151· Γ. Λάζο, Πληροφορική και έγκλημα, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2001, σ. 109 επ.· Χ. Τσουραμάνη, Ψηφιακή εγκληματικότητα – Η (Αν)ασφαλής όψη του διαδικτύου, εκδ. Β. Κατσαρού, Αθήνα, 2005, passim· Α. Ζαννή, Το διαδικτυακό έγκλημα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2005, passim· S. Furnell, Κυβερνοέγκλημα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2006, passim· G. Stephens, Crime in cyberspace, The Futurist 29 (5): 1995, pp. 24-29· D. Wall (ed.), Cyberspace Crime, Dartmouth: Ashgate, 2003, passim. Περί της εννοίας του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο («κυβερνοεγκλήματος»), βλ. inter alios, Y. Jewkes, “Cybercrime”, in: E. McLaughlin/J. Muncie (eds.), The Sage Dictionary of Criminology, 3rd ed., 2013, Sage Publications, pp. 112-114 (112), η οποία σημειώνει ότι εντάσσονται στην έννοια αυτού, οι παράνομες πράξεις που τελούνται με τη συνδρομή ή μέσω υπολογιστών, δικτύων υπολογιστών, διαδίκτυο και διαδικτυακών τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ICTs). Επισημαίνεται δε, ότι η Ελλάδα δεν έχει κυρώσει ακόμη τη Σύμβαση της Βουδαπέστης της 23.11.2001, ή, άλλως, τη «Σύμβαση για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο».
  84. Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τα απτόμενα της ηλεκτρονικής stricto sensu κατηγορίας παρενοχλητικής παρακολούθησης και, για τον λόγο αυτόν, ακολουθείται, εν συνεχεία, ως ακριβέστερος, ο ειδικότερος όρος «διαδικτυακή» παρενοχλητική παρακολούθηση, υποδηλώνοντας, όπου δεν γίνεται περαιτέρω διάκριση, την τέλεση της συμπεριφοράς μέσω μίας εκ των ύπερθεν τριών δυνατοτήτων.
  85. Οι πηγάζουσες από την εν λόγω πολυμεθοδική –και κατ’ ακριβολογίαν τρι-μεθοδική– εκδήλωση του cyberstalking, εκφάνσεις του φαινομένου, προσδίδουν, ως θα αναπτυχθεί και κατωτέρω (υπό 3.2.4), πολυμορφία στη συμπεριφορά, φωτίζοντας πολλαπλές πτυχές αυτής και διανοίγοντας νέα πεδία, σε βαθμό και κατά τρόπον ώστε, μερίδα επιστημόνων να έχει υποστηρίξει σθεναρώς ότι πρόκειται περί αυτοτελούς και ανεξάρτητου αδικήματος έναντι του παραδοσιακού stalking. Ένθερμος υποστηρικτής αυτής της άποψης, είναι o Paul Bocij, από τους πρωτοπόρους στη μελέτη του cyberstalking [βλ. P. Bocij, Cyberstalking: Harassment in the Internet Age and How to Protect Your Family, Westport, CT: Greenwood Publishing Group, 2004, pp. 21 et seq., 29-30· P. Bocij/M. Griffiths/L. McFarlane, Cyberstalking: A new challenge for criminal law, The criminal lawyer 122: 2002, pp. 3-5 (3)· P. Bocij/ L. McFarlane, Seven fallacies about cyber stalking, Prison Service Journal 149(1): 2003, 37-42 (37)]. Μάλιστα, προς επίρρωσιν αυτού, οι υπέρμαχοι της εν λόγω θέσης επικαλούνται την ανάδυση μορφών δράσης, οι οποίες δεν εμφανίζονταν στο πλαίσιο του offline stalking, όπως το “Group cyberstalking” (vid. infra υπό 3.2.6.1). Την άποψη αυτήν, ωστόσο, δεν συμμερίζεται η γράφουσα, με κυριότερα επιχειρήματα αφενός την ταυτότητα των προσβαλλομένων εννόμων αγαθών επί αμφοτέρων των τρόπων τέλεσης –διαδικτυακώς και εξωδικτυακώς– και αφετέρου τη φύση και ουσία της συμπεριφοράς, η οποία δεν μεταβάλλεται εκ μόνης της υιοθέτησης από τον δράστη διαφορετικών μεθόδων, με όχημα το διαδίκτυο και τις παρεχόμενες εξ αυτού δυνατότητες. Το cyberstalking, κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, ως μη γνήσιο ηλεκτρονικό έγκλημα, προσδίδει μεν νέες διαστάσεις στην παραδοσιακή μορφή της συμπεριφοράς, συνιστά δε εξελικτική μορφή εκδήλωσης της κλασικής μορφής του αδικήματος, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται. Εμπλουτίζει το modus operandi του δράστη, παρέχοντάς του την ευχέρεια συγκερασμού μεθόδων, οι οποίες, όμως, αυτές καθ’ εαυτές, δεν αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία της πράξης, κατά τρόπον ώστε να πρόκειται περί ενός διακριτού εγκλήματος, που να εμφανίζει ετερότητα από το εξωδικτυακό.
  86. Πρβλ. τη ρύθμιση περί «εμμέσου συνεχούς επικοινωνίας» στη νομοτυπική υπόσταση του stalking στον καναδικό Ποινικό Κώδικα [Criminal Code s. 264 § 2(b)] – vid. infra υπό 3.2.3.
  87. W. Cupach/B. Spitzberg, The Dark Side of Relationship Pursuit. From Attraction to Obsession and Stalking, Lawrence Erlbaum Associates Publishers, 2004, pp. 81-82.
  88. Αναγκαίον είναι να επισημανθεί ότι ο όρος «εμμονή» υποδηλώνει, εν προκειμένω, την επιμονή και τη σταθερότητα· είναι δε απηλλαγμένος από οιανδήποτε έννοια νοσηρότητας και αναφέρεται στη –μη παθολογική– λίμναση της σκέψης του δρώντος υποκειμένου σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή κατάσταση και όχι στην ιδεοληψία. Ο όρος «έμμονος» (“obsessional”) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, στο πλαίσιο του stalking, το έτος 1993, από τους M. Zona/K. Sharma/J. Lane, A comparative study of erotomanic and obsessional subjects in a forensic sample,Journal of Forensic Sciences 38 (1993), pp. 894-903 και, εν συνεχεία, δύο χρόνια αργότερα, από τους J. R. Meloy/S. Gothard, Demographic and clinical comparison of obsessional followers and offenders with mental disorders, American Journal of Psychiatry 152 (2): 1995, pp. 258-263. Έκτοτε, ο όρος παγιώθηκε. Ωστόσο, ο J. R. Meloy [“The Psychology of Stalking”, in: J. R. Meloy, (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 2-27], παρατηρεί ότι η επιλογή του συγκεκριμένου όρου, ο οποίος, κατ’ ουσίαν, εδραιώθηκε από τον ίδιο, υπέστη κριτική, ακριβώς λόγω αυτής της εγγενούς αμφισημίας του, που δημιουργεί σύγχυση, καθώς η λειτουργική σημασία του, εν προκειμένω, παρεκκλίνει από τη συνήθη χρήση και συγχέεται με την ύπαρξη ψυχικής νόσου (p. 13).
  89. Στην, ομολογουμένως, ιδιαιτέρως περιορισμένη –ως προελέχθη– ελληνική βιβλιογραφία, οι συνεπέστεροι, προς την αληθή φύση και ουσία της συμπεριφοράς, όροι, που έχουν επιλεγεί από τους συγγραφείς, προς απόδοσιν του stalking, είναι: «επίμονη και έντονη παρενόχληση», Γ. Κάβουρας [Μία έντονα αντικοινωνική συμπεριφορά στο στόχαστρο του νομοθέτη, ΠΛογ 2/2008, σ. 439-449 (439)]· «επίμονη και διαρκής διατάραξη της ιδιωτικής ζωής», Μ. Γαλανού [Επίμονη και διαρκής διατάραξη της ιδιωτικής ζωής (Stalking): Μία συμπεριφορά στα όρια του Ποινικού Δικαίου, ΠΛογ 2/2008, σ. 453-458 (453) = Τιμητικός Τόμος για την Α. Μπενάκη – Ψαρούδα, «Ποινικές Επιστήμες. Θεωρία και Πράξη», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2008, σ. 1185-1213 (1185)]· «συνεχής παρακολούθηση, παρενόχληση και κατασκοπεία», Σ. Σούλη [Αθέατη βία. Η αγάπη δεν πρέπει να πονάει, εκδ. Ψυχογιός, 2010, σ. 89]· «φορτική/έμμονη παρακολούθηση προσώπου», υπό το λήμμα „Nachstellung“, κατά παραπομπήν από το “Stalking”, σε Κ. Βαθιώτη (επιμ.)/ Χ. Τσεπίση, Β. Ζαχαρόπουλου, Χ. Κουτσογιάννη-Hanke, Δ. Μπουργιέζη, Α. Παπαδέλλη, Χ. Παπατσώρη, Ε. Πριοβούλου, Β. Τριανταφυλλίδη (συν.), γερμανοελληνικό – ελληνογερμανικό Λεξικό Νομικών Όρων, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2013, σ. 645· «παρενόχληση μέσω παραφύλαξης», Μ. Λυκούδης [μτφρ. του έργου της M.-F. Hirigoyen, Η κακοποιημένη γυναίκα. Η βία μέσα στο ζευγάρι, εκδ. Πατάκη, 2006, σ. 68]. Κατά την γράφουσα, καίτοι άπαντες οι ανωτέρω όροι αποδίδουν ορθώς και εναργώς τη συμπεριφορά, εντούτοις, ως πληρέστερος, προκρίνεται ο ύπερθεν επιλεγείς, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, ήτοι «έμμονη παρενοχλητική παρακολούθηση». Η απόδοση του όρου “stalking”, στο πλαίσιο της νομοτυπικής μορφής της συμπεριφοράς, στις χώρες εκείνες που έχει αποκτήσει ποινική υπόσταση, διαφέρει ανά έννομη τάξη, λαμβανομένων υπ’ όψιν, βεβαίως, και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εκάστοτε ποινικού συστήματος. Bλ. επί παραδείγματι, τον όρο «εγκληματική παρενόχληση» (“Criminal Harassment”) στο άρθρο 264 § 2(b) του καναδικού ΠΚ, καθώς και τον όρο «επίμονη καταδίωξη» („beharrliche Verfolgung“), ο οποίος επελέγη προς απόδοσιν του stalking, στο πλαίσιο του αυστριακού ΠΚ, στον αποτρεπτικό κανόνα του άρθρου § 107a (βλ. αναλυτικά, inter alios, F. Höpfel/E. Ratz, Wiener Kommentar zum Strafgesetzbuch, 2. Aufl., Wien: Mazsche Verlags- und Universitätsbuchhandlung, 2010, S. 50-63· C. Bertel/K. Schwaighofer, Österreichisches Strafrecht – Besonderer Teil I, 9. Aufl., Springer, 2006, S. 98-100). Πρβλ., επίσης, τον όρο «καταδίωξη» („Nachstellung“), με τον οποίον αποδίδεται το stalking στη γερμανική έννομη τάξη, έχοντας λάβει ποινική υπόσταση στο άρθρο § 238 γερμανικού ΠΚ [„Gesetz zur Strafbarkeit beharrlicher Nachstellung“ (40. StrÄndG) v. 22.3.2007, BGBl I Nr. 11 v. 30.3.2007, S. 354, δημοσιευμένο και στην επίσημη διαδικτυακή διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Γερμανίας http://www. bundesrecht.juris.de], βλ. αναλυτικά, inter alios, σε S. Gerhold, Das System der Opferschutzes im Bereich des Cyber- und Internetstalking. Rechtliche Reaktionsmöglichkeiten der Betroffenen, Nomos 2009, S. 119-144 (όπου και ανάλυση των στοιχείων της νομοτυπικής υπόστασης του εγκλήματος)· J. Kinzig/S. Zander, Der neue Tatbestand der Nachstellung (§ 238 StGB) – Gelungener Abschluss einer langen Diskussion oder missglückte Maßnahme des Gesetzgebers?, JA 7 (2007), S. 481-487. Για τον σχετικό προβληματισμό προ της εισαγωγής της νομοθετικής ρύθμισης στον γερμανικό ΠΚ, βλ. S. Rusch, Stalking in Deutschland. Ein Handbuch für alle Praxisbereiche, Göttingen 2005, S. 64 et passim. Περί της διαδρομής της γερμανικής πρότασης νόμου, βλ. στην ελληνική βιβλιογραφία Γ. Κάβουρα, όπ.π., σ. 439-449. Για την αντίστοιχη ρύθμιση του ιταλικού ΠΚ, vid. infra υποσ. 107. Πρβλ., επίσης, στο πλαίσιο της Σύμβασης Κωνσταντινούπολης, τον όρο «μη εμφανής παρακολούθηση ή παρενόχληση» που επελέγη στην επίσημη ελληνική μετάφραση προς απόδοσιν του “stalking” (άρθρο 34) – vid. infra σχετικό σχολιασμό.
  90. Bλ. και λήμμα “Stalking” σε Blacks Law Dictionary [B. Garner (ed.), 3rd ed., Thomson/West, 2006, p. 671], όπου το κύριο χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς εντοπίζεται στον κρυφό και ύπουλο χαρακτήρα αυτής (“by stealth” / “surreptitiously”), πρβλ. και λήμμα “Cyberstalking”, idem, p. 173.
  91. Εξ αυτού, inter alia, συνάγεται ότι πρόκειται, ως προελέχθη, περί θυματοκεντρικού εγκλήματος, καθώς σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο τρόπος με τον οποίον εκλαμβάνει τη συμπεριφορά ο αποδέκτης αυτής. Τούτο είναι ένα δυσχερώς προσδιορίσιμο μέγεθος, καθώς συνδέεται αναπόφευκτα με υποκειμενική αξιολόγηση. Κατ’ επέκτασιν, η έννοια της αληθοφανούς απειλής (credible threat), που απαντά σε σχετικές αλλοδαπές ρυθμίσεις (βλ. ενδεικτικώς, California Penal Code §646.9, και την απόφαση United States of America v. Jake Baker and Arthur Gonda, 1995), διαπνέεται από σχετικότητα. Η δε φυσική απόσταση, αυτή καθ’ εαυτήν, από γεωγραφικής απόψεως, δεν αίρει τον εύλογο φόβο του εξαγγελθέντος κακού, δοθέντος ότι υπάρχουν ποικίλοι τρόποι –έστω και εξ αποστάσεως– προκλήσεως βλάβης. Επιπλέον, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, εφόσον συλλέξει ο δράστης διαδικτυακώς όλα τα απαραίτητα στοιχεία για το θύμα, να μεταβεί στον τόπο όπου αυτό διαβιοί, προκειμένου να το βλάψει. Βλ., επί παραδείγματι, κατωτέρω (υπό 3.2.6.1) τη γνωστή υπόθεση Amy Lynn Boyer (1999). Περί πλειόνων, βλ. P. Bocij, Cyberstalking: Harassment in the Internet Age and How to Protect Your Family, όπ.π., 2004, p. 30.
  92. Η παρενόχληση στο πλαίσιο του stalking, όπως και του cyberstalking, ως αποδίδουσα εν προκειμένω –κατ’ αρχήν– την οχληρή συμπεριφορά, δεν συνυφαίνεται απαραιτήτως με προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και διαφέρει από πλευράς εννοίας και περιεχομένου από τη σεξουαλική παρενόχληση, καθώς δεν προϋποθέτει συμπεριφορά έχουσα σεξουαλικό χαρακτήρα.
  93. Για το στοιχείο της παρακολούθησης, vid. supra, υπό 2.
  94. L. De Fazio/C. Sgarbi, Stalking: la diffusione del fenomeno, gli autori, le vittime, in: Forum Associazione donne Giuriste (ed.), Stalking e violenza alle donne. Le risposte dell’ ordinamento, gli ordini di protezione, Milano: Angeli, 2009, pp. 36-46. Ακριβώς λόγω αυτής της πολυπλοκότητας, του πολυδιάστατου της συμπεριφοράς, και του ιδιάζοντος χαρακτήρα της πράξης, καθίσταται δυσχερής και ο ακριβής προσδιορισμός του προστατευομένου εννόμου αγαθού· προβληματική η οποία έχει απασχολήσει, εντόνως, προ παντός, τις έννομες τάξεις των κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης. Ειδικώς για τον προβληματισμό αυτόν, στο πλαίσιο του γερμανικού δικαίου, βλ., inter alios, βλ. S. Gerhold, Das System der Opferschutzes im Bereich des Cyber- und Internetstalking. Rechtliche Reaktionsmöglichkeiten der Betroffenen, Nomos 2009, S. 132-134, όπου και περαιτέρω παραπομπές. Ωστόσο, στον αγγλοσαξονικό χώρο, καθώς και στις περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ, η περιγραφή της παραδοσιακής μορφής της συμπεριφοράς, κατά τα ουσιώδη αυτής σημεία, είχε επιχειρηθεί, ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, συνοψιζόμενη στην «εσκεμμένη, κακόβουλη και επανειλημμένη παρακολούθηση και παρενόχληση ενός ατόμου, οι οποίες προκαλούν φόβο για την ασφάλεια αυτού», βλ. αναλυτικότερα σε J. R. Meloy, “The Psychology of Stalking”, in: J. R. Meloy, (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 2-27 (2)· B. Spitzberg/W. Cupach, The state of the art of stalking: Taking stock of the emerging literature, Aggression and Violent Behavior 12 (2007), pp. 64-86 (64-65).
  95. Συνεπεία της αοριστίας αυτής, ένας μεγάλος αριθμός μεθόδων που μετέρχεται ο cyberstalker και, κατ’ επέκτασιν, τρόπων εκδηλώσεως της συμπεριφοράς, παραμένει ακόμη άγνωστος. Βλ. και J. Merschman, The Dark Side of the Web: Cyberstalking and the Need for Contemporary Legislation, Harvard Women’s Law Journal 24 (2001), pp. 255 et seq.
  96. Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (1.5.2011), κείμενο δεσμευτικής ισχύος, το οποίο ετέθη σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2014, παρέχει, μεταξύ άλλων, κατευθυντήριες οδηγίες στον τομέα της ποινικής προστασίας του stalking, προσπαθώντας να θέσει ένα πλαίσιο ποινικής προστασίας κοινής σε όλη την ΕΕ. Η Σύμβαση, αναφερόμενη στο stalking, στο άρθρο 34, προβαίνει, υπό τον τίτλο «Μη εμφανής παρακολούθηση ή παρενόχληση», σε έναν λακωνικό ορισμό, προσδιορίζοντας αυτό ως, «εσκεμμένη ενέργεια η οποία κατατείνει στην επαναλαμβανόμενη απειλητική συμπεριφορά κατά άλλου προσώπου, προκαλώντας τον φόβο για τον ίδιο ή την ασφάλειά του» (η πλαγιογράμμιση της γράφουσας). Καίτοι το γράμμα της διάταξης δεν αναφέρεται στους τρόπους εκδήλωσης της συμπεριφοράς, η Αιτιολογική Έκθεση διευκρινίζει ότι συμπεριλαμβάνεται και η διαδικτυακή μορφή αυτής (§ 182). Βεβαίως, η ως άνω ευσύνοπτη, και με σχετικώς γενικόλογο χαρακτήρα, αναφορά, είναι εν μέρει δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπ’ όψιν της ετερότητας των εννόμων τάξεων των συμβαλλομένων κρατών – μερών στα οποία απευθύνεται, προτρέποντας αυτά να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα σε ποινικό ή μη επίπεδο. Σημειωτέον ότι, ο όρος «μη εμφανής παρακολούθηση ή παρενόχληση», που έχει επιλεγεί στην επίσημη μετάφραση, από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, για την απόδοση του “stalking”, δεν θα ακολουθηθεί στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, κρινόμενος ως μη δόκιμος, δοθέντος ότι η παρακολούθηση, ως προεξετέθη (vid. supra, υποσημ. 89), ενέχει, ως επί το πλείστον, αυτή καθ’ εαυτήν, το στοιχείο του «μη εμφανούς». Ωστόσο, παρά την όποια ασάφεια ή αδόκιμη διατύπωση, είναι αξιοσημείωτο ότι πρόκειται περί της πρώτης προσπάθειας εννοιολογικής οριοθέτησης και προσδιορισμού του stalking σε υπερεθνικό επίπεδο και ότι, μεταξύ άλλων, η Σύμβαση προβλέπει τη σύσταση διεθνούς ομάδας εμπειρογνωμόνων, η οποία θα παρακολουθεί την εφαρμογή της σε εθνικό επίπεδο (GREVIO). Η Ελλάδα έχει μεν υπογράψει, αλλά δεν έχει, εισέτι, κυρώσει τη Σύμβαση [βλ., όμως, και τη σχετική επερώτηση (Ερώτηση με αριθμ. πρωτ. 360/23.6.2014), η οποία υπεβλήθη στη Βουλή και τις απαντήσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Έγγραφο με αριθμ. πρωτ. 424/16.7.2014), καθώς και του Υπουργείου Εσωτερικών (Έγγραφο με αριθμ. πρωτ. 855/18.7.2014)].
  97. Η ύπερθεν διαπίστωση ισχύει για τις αναφερόμενες στο παραδοσιακό stalking έρευνες και όχι για το cyberstalking, στο πλαίσιο του οποίου η ad hoc διερεύνηση του φαινομένου σε πρακτικό επίπεδο είναι υποτυπώδης.
  98. Λόγω της εγγύτητας εκφάνσεων του stalking με συμπεριφορές που εντάσσονται σε προσβολές της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης ή της προσωπικής ελευθερίας, όπως ο εκφοβισμός [βλ. και S. D. Hazelwood/S. Koon-Magnin, Cyber Stalking and Cyber Harassment Legislation in the United States: A Qualitative Analysis, IJCC 7 (2): 2013, 155–168)], αλλά και ένεκα της προσέγγισής του υπό το φως συγγενών προς την Εγκληματολογία και το Ποινικό Δίκαιο επιστημών, συχνά εντάσσονται σε αυτό, εσφαλμένως, αξιόποινες πράξεις συναφείς, αλλά ουσιωδώς αποκλίνουσες από την έννοια της παρενοχλητικής παρακολούθησης, με αποτέλεσμα να είναι σύνηθες φαινόμενο η παρερμηνεία του όρου ή η επικίνδυνη διεύρυνσή του. Τούτο παρατηρείται, ως επί το πλείστον, στον χώρο του αγγλοσαξονικού δικαίου, όπου, συχνά, το stalking συγχέεται με πράξεις που μελετώνται, κυρίως, στο πλαίσιο της σεξουαλικής παρενόχλησης, ενώ το cyberstalking με συναφείς, αλλά διακριτές διαδικτυακές μορφές εγκληματικής ή αποκλίνουσας συμπεριφοράς, όπως προσβολές γενετήσιας αξιοπρέπειας ή διαδικτυακό εκφοβισμό (“cyberbullying”) ή διαδικτυακή «ηθική παρενόχληση» στον χώρο εργασίας (“cybermobbing“). Αυτονόητον είναι ότι η πολυεπιστημονική και δικαιοσυγκριτική προσέγγιση κρίνονται μεν αναγκαίες, ωστόσο προϋποθέτουν αφενός να ληφθούν υπ’ όψιν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκάστοτε έννομης τάξης και αφετέρου τη συνδυαστική και γόνιμη εφαρμογή των δεδομένων κάθε επιστημονικού πεδίου, την αλληλοσυμπλήρωση και όχι την υποκατάσταση του ενός από το άλλο.
  99. Επισημαίνεται ότι ο συγκεκριμένος ορισμός, όπως και η απόδοση των όρων, εισάγονται από τη γράφουσα ως ορθότεροι, με βάσει τα ύπερθεν αναφερθέντα στοιχεία, και, ως εκ τούτου, δεν είναι δεσμευτικοί.
  100. Αναγκαία προϋπόθεση είναι, να έχει καταστεί σαφής η αντίθετη βούληση του αποδέκτη της συμπεριφοράς –διαρρήδην εκπεφρασμένη ή σαφώς συναγομένη εκ των αντιδράσεων αυτού– ούτως ώστε οι εν λόγω ενέργειες να λαμβάνουν χώρα άνευ ενθαρρύνσεως εκ μέρους του υποστάντος, ήτοι άνευ υπάρξεως αναλόγου ερεθίσματος.
  101. Πρβλ. στη σχετική διάταξη του γερμανικού Ποινικού Κώδικα (§ 238 StGB) την επιλογή, από τον νομοθέτη, του επιθετικού προσδιορισμού unbefugt (= άνευ δικαιώματος, αναρμοδίως, παρανόμως)- vid. infra.
  102. Στη σχετική νομοθεσία ορισμένων πολιτειών των ΗΠΑ, επιβάλλεται ο δράστης να έχει πρόθεση να περιαγάγει το θύμα σε κατάσταση διαρκούς φόβου. Σε άλλες δε, υιοθετείται ένα αμιγώς υποκειμενικό κριτήριο ως προς την προσφορότητα της δράσης, προς πρόκλησιν φόβου, ήτοι υποκειμενική σύλληψη της συμπεριφοράς του δράστη από το θύμα, δοθέντος ότι αρκεί οι μετερχόμενες από τον stalker ενέργειες να του προκαλούν φόβο, ανεξαρτήτως εάν έχουν τεθεί από τον δράστη προς αυτόν τον σκοπό. Ενίοτε δε, σε ορισμένες πολιτείες απαντά συνδυασμός αμφοτέρων· προσέγγιση η οποία προκρίνεται από τη γράφουσα ως ορθότερη.
  103. Βλ. N. Gazeas, Der Stalking-Straftatbestand (Nachstellung), 238 StGB, JR 2007, S. 497 ff. (498)· K. Mitsch, Strafrechtsdogmatische Probleme des neuen „Stalking“-Tatbestands, JURA 2007, S. 401 ff. (403)· K. Mitsch, Der neue Stalking-Tatbestand im Strafgesetzbuch, NJW 2007, S. 1237 ff. (1237). Οι N. Gazeas και K. Mitsch (ibid.) δίδουν ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχολογική βία, που ασκεί ο stalker στο θύμα, λόγω της μακράς περιόδου σωρευτικής και εντατικής ψυχικής πίεσης, στην οποία υπόκειται το τελευταίο. Ανάγουν δε, σε θέμα μείζονος σημασίας τις ψυχολογικές διαστάσεις του stalking, τις απορρέουσες εκ της τρομοκρατήσεως του θύματος και της διαταράξεως της αρμονίας και ειρήνης του εννόμου αγαθού της ψυχικής υγείας, που επιφέρει ο δράστης, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του έχει δυσμενείς συνέπειες, πρωτίστως, στην ψυχική ηρεμία του θύματος. Περί της υπαγωγής των ψυχικών επιπτώσεων του stalking στην υπόσταση της σωματικής βλάβης και, συνακολούθως, περί της συνδέσεως ψυχικής και σωματικής υγείας, βλ. F. Meyer, Strafbarkeit und Strafwürdigkeit von „Stalking“ im deutsche Recht, ZStW 115 (2003), S. 249-293 (261 ff.), όπου και περαιτέρω παραπομπές. Ο F. Meyer, (idem, S. 284, και δη προ της τυποποιήσεως του αδικήματος σε ποινικό επίπεδο στη γερμανική έννομη τάξη), εντοπίζει το προσβαλλόμενο, από το stalking, έννομο αγαθό στην «ατομική ειρήνη δικαίου», ήτοι την ελευθερία κάθε ατόμου απέναντι στον φόβο, καθώς και την ελευθερία ενέργειας και βούλησης, τον περιορισμό της οποίας σηματοδοτεί η πρόκληση φόβου στον παθόντα. Προς την αυτή κατεύθυνση κινούνται τα τελευταία έτη ο F. Knauer (Der Schutz der Psyche im Strafrecht, Mohr Siebeck, 2013, S. 60) και ο S.A. Meier (§ 238 StGB Nachstellung/Stalking: Eine politische Sicht nach 6 Jahren, Hamburg, Diplomica Verlag GmbH 2015, S. 53-54), οι οποίοι εντάσσουν, κατά κύριο λόγο, στη ratio της διάταξης την προστασία του ατόμου απέναντι στον φόβο.
  104. J. R. Meloy, “The Psychology of Stalking”, in: J. R. Meloy, (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 2-27 (p. 2).
  105. Οι τρόποι εκδήλωσης του φαινομένου (βλ. και κατωτέρω) δεν εμφαίνουν πάντοτε, αρχήθεν, ότι πρόκειται περί εν δυνάμει επικίνδυνης συμπεριφοράς. Επιπλέον, ο κίνδυνος στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι ελλοχεύων και όχι άμεσος και προφανής. Ωστόσο, η έννοια της «επικινδυνότητας» είναι ρευστή, ενέχει αβεβαιότητα και δεν υφίσταται σαφές και συγκεκριμένο θεμελιωτικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της. Πρόκειται περί μίας εννοίας «υποκειμενικής διαθέσεως», δοθέντος ότι η προσέγγιση της «επικινδυνότητας» ως πρόγνωση μελλοντικής συμπεριφοράς –μέσω διαφόρων εμπειρικών στοιχείων– υποδηλώνει ότι ο εν λόγω παράγοντας κινείται στον ευρύτερο χώρο των λεγόμενων «διαθετικών εννοιών», δηλαδή εκείνων, με τις οποίες εκφράζεται η ικανότητα ή η τάση ενός ατόμου να συμπεριφέρεται κατά ορισμένο τρόπο, υπό ορισμένες συνθήκες ή όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Βλ. περί των «διαθετικών εννοιών», αναλυτικά σε Χρ. Μυλωνόπουλο, «Διαθετικές έννοιες και Ποινικό Δίκαιο», Υπερ 1993, σ. 243-265 (246, 249, 251 επ.)· C. Mylonopoulos, Komparative und Dispositionsbegriffe im Strafrecht, Criminalia, Band 13, Peter Lang, 1998, S. 77 et seq. Κατ’ ουσίαν, πρόκειται περί μίας νομικής και κοινωνικής κατασκευής, που –καίτοι κρίσιμη– δυσχεραίνει τον προσδιορισμό της συμπεριφοράς του stalking, ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες ο κίνδυνος εντάσσεται στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καθώς είναι ορατό το ενδεχόμενο, εάν η πλήρωση του στοιχείου της επικινδυνότητας δεν αιτιολογείται επαρκώς, συστηματικώς και μεθοδικώς –εγχείρημα ιδιαιτέρως δυσχερές–, να αξιολογηθεί ακόμη και ένας –απλώς και μόνο– φορτικός παρακολουθών ως «δυνητικώς επικίνδυνος»· κρίση η οποία δύναται να οδηγήσει σε εσφαλμένες εκτιμήσεις και σε σειρά αντινομιών.
  106. M. Pittaro, όπ.π., p. 181· J. Petrocelli, Cyber stalking. Law & Order, 53(12): 2005, pp. 56-58 (56)· P. Bocij/L. McFarlane, Online Harassment: Towards A Definition Of Cyberstalking, Prison Service Journal 139 (2002), pp. 31-38· J.M. Deirmenjian, Stalking in cyberspace, Journal of American Academy of Psychiatry and Law 27 (1999), pp. 407-413· E. Ogilvie, Cyberstalking, Trends & Isssues in Crime and Criminal Justice 166 (2000), pp. 1-6.
  107. Πρβλ. χαρακτηριστικά, τον όρο «καταδιωκτική ενέργεια» (“atti persecutori”), ο οποίος επελέγη προς απόδοσιν της συμπεριφοράς από την ιταλική νομοθεσία το 2009, όταν τυποποίησε σε ποινικό επίπεδο το stalking, διά του άρθρου 612-bis c.p. [L. 38/2009 της 23ης Φεβρουαρίου 2009 (“Misure urgenti in materia di sicurezza pubblica e di contrasto alla violenza sessuale, nonche’ in tema di atti persecutori”, Gazzetta Ufficiale n. 45 del 24 febbraio 2009, σε ισχύ από την 23η Απριλίου 2009)], βλ. αναλυτικά σε C. Parodi, Stalking e tutela penale. Le novità introdotte nel sistema giuridico dalla L. 38/2009, Giuffrè Editore, 2009, p. 46 p.s. Πρβλ. και τον ιταλικό όρο “molestie assillanti” (= «επαχθείς ενοχλήσεις») ο οποίος εχρησιμοποιείτο, προ της ποινικοποιήσεως αυτού, στο πλαίσιο προσέγγισης του stalking από ψυχοπαθολογικής απόψεως, ενώ είχε υιοθετηθεί και από εκπροσώπους της νομικής επιστήμης. Αναλυτικότερα επ’ αυτού, βλ. σε G. Curci/C. Secchi, La sindrome delle molestie assillanti (stalking), Turin: Bollati Boringhieri, 2003, p. 1 e.s.· S. Luberto/L. De Fazio, “La vittima di molestie assillanti”, 7th National Congress of Psichiatria Forense, Alghero, 2004. Βλ. και την πρώτη απόφαση ιταλικού δικαστηρίου βάσει της ως άνω διατάξεως (a. 612-bis c.p.), του Tribunale di Bari S. 1 της 6.4.2009, διαθέσιμη στη διαδικτυακή διεύθυνση: http://www.uilpadirigenti ministeriali.com.
  108. Περί της εννοίας της «ψυχολογικής τρομοκρατίας» („Psychoterror“) vid. supra υποσ. 103.
  109. Ωστόσο, θα πρέπει, εν προκειμένω, να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού, εάν η εν λόγω δυσβάστακτη συμπεριφορά θα κριθεί με γνώμονα τον συγκεκριμένο παθόντα, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς του ή τον μέσο έμφρονα άνθρωπο, ήτοι εάν θα υιοθετηθεί, εν προκειμένω, υποκειμενικό ή αντικειμενικό κριτήριο ή ενδεχομένως –όπως προκρίνεται ως ορθότερο από τη γράφουσα– ένα μικτό κριτήριο.
  110. Πρβλ. και την πρώτη παράγραφο του άρθρου 612-bis του ιταλικού cp.
  111. Ενδιαφέρουσα είναι, εν προκειμένω η, ερειδομένη επί της βιολογικής θεωρήσεως της βίας, προσέγγιση του J. R. Meloy [J. R. Meloy, “The Psychology of Stalking”, in: J. R. Meloy (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 2-27 (16)], ο οποίος, προφανώς, υπό την επιρροή του ιδρυτή της σύγχρονης ηθολογίας Konrad Lorenz [K. Lorenz, Das sogenannte Böse: Zur Naturgeschichte der Aggression, Wien: Borotha-Schoeler Verlag, 1963 = On Aggression, New York, Harcourt, Brace & World, 1966 = Επιθετικότητα (μτφρ. Ι. Χατζηνικολή), εκδ. Χατζηνικολή, 1978], διακρίνει την άσκηση της σωματικής βίας, στο πλαίσιο του stalking, σε δύο κατηγορίες, έλκουσες την καταγωγή τους από την επιθετική συμπεριφορά του ζωικού βασιλείου και συνάδουσες, mutatis mutandis, προς την τυπολογία των stalkers και την αντίστοιχη εκδήλωση βίας υπ’ αυτών. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον J. R. Meloy, στο stalking δεσπόζουσα θέση κατέχει η λεγόμενη «συναισθηματική βία» ή, άλλως, «αναίμακτη βία» (affective violence”), την οποία εκδηλώνει ο “intimate stalker”, ήτοι ο επιδιώκων να υφαρπάσει την οικειότητα και να επιτύχει εγγύτητα με το θύμα, καθώς και οι συναφείς προς αυτόν κατηγορίες. Δεν ελλείπει, όμως, και η «αρπακτική βία» (“predatory violence”), την οποία εκδηλώνει ο “predatorstalker”, ήτοι ο μη τρέφων αισθήματα για το θύμα (vid. supra υπό 3.2.6.1). Η πρώτη μορφή βίας, πηγάζουσα από την ανάγκη προς επιβεβαίωση και επικράτηση, δεν αποσκοπεί σε πρόκληση βλάβης στον υποστάντα, αλλά σε εκφοβισμό και εξουσίαση αυτού. Αντιθέτως, η δεύτερη μορφή διακρίνεται από ιδιαίτερη ένταση και καταστροφικότητα, εξυπηρετούσα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Η προσφυγή στην ηθολογία, στο πλαίσιο ερμηνείας της βίαιης συμπεριφοράς, και ο παραλληλισμός της επιθετικότητας του ατόμου με το ένστικτο επιθετικότητας των ζώων, είναι συνήθεις πρακτικές. Εν προκειμένω, οι προεκτάσεις της επιστήμης της ηθολογίας στο stalking είναι πολλώ δε μάλλον σαφείς, εφόσον ο δράστης αντιμετωπίζει το θύμα ως «θήραμα». Βλ. αναλυτικά σε J. R. Meloy, idem, πρβλ. και B. Luke, Violent love: Hunting, heterosexuality and the erotics of men’s predation, Feminist Studies 24 (1998), pp. 627-655. Περί μίας σύγχρονης προσέγγισης της βίαιης συμπεριφοράς, βλ. Ν. Κουράκη, «Περί Βίας», σε: Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, τ. Β΄: Πραγματολογική προσέγγιση και επιμέρους ζητήματα, β΄ έκδ., Αντ. Σάκκουλα, σ. 19-39. Πρβλ. και Β. Βλάχου, Η εξέλιξη των εγκληματολογικών θεωριών για τη βία και την επιθετικότητα, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2008, passim.
  112. Βλ. J. Feinberg, The Moral Limits of the Criminal Law – Offence to Others, vol. 2, Oxford University Press, 1985, pp. 5 et seq., 277 et seq. και Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Ι, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλα, 2007, σ. 12-13.
  113. Εν προκειμένω, βεβαίως, αναδύεται και πάλι το ερώτημα εάν τα «ανεκτά όρια» αυτής της όχλησης θα ορισθούν με κριτήριο τον συγκεκριμένο υποστάντα τη συμπεριφορά ή –ορθότερα κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη– τον μέσο συνετό άνθρωπο.
  114. D. F. Hellmann/C. Regler, Stalking und seine Folgen: Empirische Ergebnisse zu Beeinträchtigungen infolge von Stalking, in: M.A. Niggli/L. Marty (Hrsg.), Risiken der Sicherheitsgesellschaft, Mönchengladbach: Forum Verlag Godesberg, 2014, S. 318-330· M. Pathé/P.E. Mullen, The impact of stalkers on their victims,British Journal of Psychiatry 170:1997, pp. 12-17· M. Aramini, Lo stalking: Aspetti psicologici e fenomenologici, in: G. Gulotta/S. Pezzati (eds.), Sessualità, diritto, processo, Milano: Giuffrè, 2002, pp. 495-539.
  115. Τα πορίσματα της έρευνας, που διεξήχθη από τον ψυχολόγο Barry Rosenfeld, καίτοι αυτή περιορίσθηκε στην παραδοσιακή μορφή stalking, κατέδειξαν ότι το 50% του μελετώμενου δείγματος υποτροπίασε, βλ. B. Rosenfeld, Recidivism in stalking and obsessional harassment, Law and Human Behavior 27(3): 2003, pp. 251-265. Εντούτοις, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες υποτροπής στο συγκεκριμένο δείγμα, ήταν η ύπαρξη κάποιας μορφής διαταραχής προσωπικότητας· ερευνητικό πόρισμα, εκ του οποίου συνάγεται ότι η ψυχική νόσος επάγεται υψηλό κίνδυνο υποτροπής. Ωστόσο, δεν θα ήταν ασφαλές να θεωρηθεί –αποκλειστικώς εξ αυτού– ότι η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής είναι σημαντικός προγνωστικός παράγοντας εκδήλωσης έμμονης παρακολούθησης (vid. infra υπό 3.2.5). Ως αμέσως επόμενος παράγοντας υποτροπής ανεδείχθη, στην ανωτέρω έρευνα, η κατανάλωση ουσιών.
  116. Ως «τραύμα» ορίζεται η ασυνήθιστη κατάσταση κινδύνου για τη σωματική ακεραιότητα ή την ευημερία ενός ατόμου, με μικρή ή μεγάλη διάρκεια και με επιπτώσεις, κατ’ αρχήν, σε ψυχικό επίπεδο (Εγκυκλοπαίδεια «Σύγχρονη Ψυχολογία», Ευρωεκδοτική 2000, σ. 166). Εξ επόψεως αυτοελέγχου του ατόμου, το τραύμα είναι μία κατάσταση σφοδρού φόβου, βιουμένου τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπο με ένα ξαφνικό, αναπάντεχο και εν δυνάμει απειλητικό γεγονός, πάνω στο οποίο δεν έχει κανέναν έλεγχο και είναι ανίκανο να αντιδράσει αποτελεσματικά όσο και αν προσπαθήσει. Βλ. αναλυτικά, M. P. Brewster, Trauma symptoms of former intimate stalking victims, Women & Criminal Justice 13 (2002), 141-161· M. P. Brewster (ed.), Stalking: Psychology, Risk Factors, Interventions and Law, Civic Research Institute, 2003· K. Knox/A. Roberts, “Crisis Intervention with Stalking Victims”, in: K. Yeager/A. Roberts (eds.), Crisis Intervention Handbook: Assessment, Treatment and Research, 4th ed., Oxford University Press, 2015, pp. 502-522 (515)· S. White/J. Cawood, “Threat Management of Stalking Cases”, in: J. R. Meloy, (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 298-316. Για το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας, που δύναται να δημιουργήσει στο κοινωνικό σύνολο το cyberstalking, ως επαπειλούμενος κίνδυνος, βλ. P. Bocij/L. McFarlane, Cyberstalking: A Matter For Community Safety But The Numbers Do Not Add Up, Journal of Community Safety 2 (2): 2003, pp. 26-34.
  117. G. Flatten/U. Gast/A. Hofmann/C. Knaevelsrud/A. Lampe/P. Liebermann/ A. Maercker/L. Reddemann/W. Wöller, S3 – Leitlinie Posttraumatische Belastungsstörung, Trauma & Gewalt 5 (3): 2011, pp. 202-210. Το σύνδρομο της μετατραυματικής διαταραχής εμφανίζεται συνεπεία της ιδιαιτέρως τραυματικής εμπειρίας, την οποία βιώνει το θύμα του stalking και χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος, εκρήξεις θυμού, κρίσεις πανικού, κατάθλιψης, αισθήματα ενοχής, ψυχοσωματικά συμπτώματα και επαναβίωση του αρνητικού γεγονότος.
  118. Βλ. και P. Levine, HealingTrauma.A Pioneering Program for Restoring the Wisdom of Your Body Sounds True, California: Boulder Publishers, 2005, p. 12.
  119. Η υπερεγρήγορση συνδέεται συχνά με το μετατραυματικό στρες ή σύνδρομο μετατραυματικής διαταραχής, βλ. P. Bocij, Reactive stalking: A new perspective on victimization, The British Journal of Forensic Practice 7(1): 2005, pp. 23-45 (30), M. Pittaro, όπ.π., p. 191.
  120. Περί της αφανούς εγκληματικότητας, βλ. αντί πολλών, Η. Δασκαλάκη, Η εγκληματολογική σημασία του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 25 (1975), σ. 370-384· Κ. Σπινέλλη, Εγκληματολογία. Σύγχρονες και παλαιότερες κατευθύνσεις, β΄ έκδ., Αντ. Σάκκουλα, 2005, σ. 138 επ.· Β. Καρύδη, Η αθέατη εγκληματικότητα. Εθνική θυματολογική έρευνα, Εγκληματολογικά, αρ. 28, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2004, passim.
  121. T. Budd/J. Mattinson/A. Myhill, The extent and nature of stalking: Findings from the 1998 British Crime Survey,London: Home Office Research, Development and Statistics Directorate, U.K., 2000· P. Bocij/L. McFarlane, Cyber stalking: Genuine problem or public hysteria?, Prison Service Journal 140 (1): 2002, 32-35 (32).
  122. M. Yar, Cybercrime and Society, Sage Publications, 2006, pp. 121 et seq. (127 et seq.)· C. Elder, Stalking: Watching a Crime Evolve, Lambert Academic Publishing, 2014, passim.
  123. Ειδικώς για τη Γερμανία, βλ. τα πορίσματα της πρώτης για τη χώρα επιδημιολογικής έρευνας, σε L. Stadler, Zur Epidemiologie des Stalking in Deutschland: Erkenntnisse der ersten national-repräsentativen Dunkelfeldstudie zu Formen und Verbreitung, Praxis der Rechtspsychologie 23 (2013), S. 187-213. Πρβλ. με τα αντίστοιχα πορίσματα της πρόσφατης θυματολογικής έρευνας, διεξαχθείσας υπό την εποπτεία των D. Hellmann/S. Kliem, The prevalence of stalking: Current data from a German victim survey, European Journal of Criminology, June 2015, pp. 1-19 (13-17). Για την ενδημία του stalking στις ΗΠΑ, βλ. K.C. Basile/M.H. Swahn/J. Chen/L.E. Saltzman, Stalking in the United States. Recent national prevalence estimates, American Journal of Preventative Medicine 31 (2006), pp. 172-175 (174-175). Για την Αυστραλία, βλ. τα πορίσματα της παλαιότερης έρευνας των R. Purcell /M. Pathé/P. Mullen, The prevalence and nature of stalking in the Australian community, Australian and New Zealand Journal of Psychiatry 36 (2002), pp. 114-120. Cf. infra υπό 3.2.5.
  124. R. D’Ovidio/J. Doyle, A study on cyberstalking: Understanding investigative hurdles, FBI Law Enforcement Bulletin 72(3): 2003, pp. 10-17· D. Hellmann/S. Kliem, 2015, όπ.π., p. 4.
  125. B. Henson, “Cyberstalking”, in: B. Fisher/S. Lab (eds.), Encyclopedia of Victimology and Crime Prevention, Vol. I, Sage Publications, 2010, pp. 253-256 (253-254)· P. Tjaden, The Crime of Stalking: How Big Is the Problem?, National Institute of Justice Research Review, November 1997, διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση: http://www.ncjrs.gov
  126. P. Bocij/M. Griffiths/L. McFarlane, Cyberstalking: A new challenge for criminal law, The criminal lawyer 122: 2002, pp. 3-5 (3).
  127. Τα στοιχεία είναι διαθέσιμα στη διαδικτυακή διεύθυνση του οργανισμού: http://www.haltabuse.org
  128. Βλ., ενδεικτικώς, από τη νομολογία των βρετανικών δικαστηρίων των αρχών του 18ου αιώνα, τις υποθέσεις Dennis v. Lane (1704), 6 Mod 131, 87 English Reports (Queens Bench), 887-888 και Regina v. Dunn (1840), 283–284. Περί πλειόνων, βλ. P.E. Mullen/M. Pathé/R. Purcell, Stalkers and their victims, 2008, όπ.π., p. 251 et seq.
  129. G. Stephens, Crime in cyberspace, The Futurist 29(5): 1995, 24-29· M. Castells, The Rise of the Network Society, New York: Blackwell, 1996, passim· B. Sandywell, “On the globalization of crime: The Internet and new criminality”, in: Y. Jewkes/M. Yar (eds.), Handbook of Internet Crime, Routledge, 2011, pp. 38-67· D. Wall, Criminalising cyberspace: The rise of the Internet as a “crime problem”, idem, pp. 88-104.
  130. J.R. Meloy, Stalking: An old behavior, a new crime, Forensic Psychiatry 22 (1):1999, pp. 85-99· J. Bettermann, Stalking – ein allbekanntes Phänomen erhält einen Namen, Sozialmagazin 27(12): 2002, S. 16-27. Πρβλ. P.E. Mullen/M. Pathé/R. Purcell, Stalking: New Constructions of Human Behaviour, Australian and New Zealand Journal of Psychiatry 35 (2001), pp. 9-16.
  131. Άλλωστε, η ευαισθητοποίηση των αρμοδίων αρχών αναφορικά με την παραδοσιακή μορφή stalking, ξεκίνησε στις ΗΠΑ ήδη από τη δεκαετία του ’80, με αφορμή την επίμονη παρακολούθηση και παρενόχληση δημοσίων προσώπων και κορυφώθηκε το έτος 1989, με τη δολοφονία της ηθοποιού Rebecca Schaeffer από έναν ψυχικώς διαταραγμένο stalker, γεγονός το οποίο είχε ως επακόλουθο, να προσλάβει η συμπεριφορά δημοσιότητα. Συνεπεία αυτού, το stalking χαρακτηρίσθηκε, από μερίδα της θεωρίας, ως «έγκλημα της δεκαετίας του ’90», καθώς την εν λόγω περίοδο βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, βλ. M. Goode, Stalking: Crime of the nineties?, Criminal Law Journal 19 (1995), pp. 21-31.
  132. Βλ. και κατωτέρω, αναλυτικά, τις διεθνείς νομοθετικές ρυθμίσεις ειδικώς για το cyberstalking. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα το stalking, τελούμενο καθ’ οιονδήποτε τρόπο –διαδικτυακώς ή εξωδικτυακώς– δεν έχει, ως ad hoc αδίκημα, περιέλθει υπό την προστασία του νόμου, ο παθών προστατεύεται σε ποινικό επίπεδο για τα αδικήματα που τελούνται εις βάρος του, μέσω ενός πλέγματος διατάξεων που συρρέουν μεταξύ τους· αφενός του κοινού ποινικού δικαίου (ά. 216, 292Α, 308-311, 330, 333, 334, 337, 361-363, 370, 370Α, 370 Β, 370Γ, 381 ΠΚ) [βλ. αντί πολλών, Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο. Ειδικό Μέρος (ά. 372-406), β΄ έκδ. Π.Ν. Σάκκουλα, 2006· τον ίδιο, Ποινικό Δίκαιο. Ειδικό Μέρος (Τα εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα – ά. 216-223), εκδ. Π.Ν. Σάκκουλα, 2005, σ. 32 επ.· Χ. Σατλάνη/Ι. Φαρσεδάκη, Ειδικό Μέρος Ποινικού Κώδικα. Ερμηνευτικά Σχόλια – Παραδείγματα, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη 2015, 216 επ., 259 επ., 311 επ., 324 επ.] και αφετέρου ειδικών ποινικών νόμων. Επί παραδείγματι, προστασία στον παθόντα παρέχεται μέσω των ά. 22 του Ν 2472/1997 για την «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ά. 10 του Ν 3115/2003 για την «Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών», ά. 15 του Ν 3471/2006 για την «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του Ν 2472/1997» και του Ν 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις» (όταν οι εν λόγω ενέργειες λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της οικογένειας). Δύναται δε, επιπλέον, σε αστικό επίπεδο να παρασχεθεί προστασία μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων [ά. 682 επ. (ά. 735, 947) ΚΠολΔ]. Πρβλ. και τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2, 5, 9, 9Α και 19, καθώς και το ά. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) [βλ., ενδεικτικώς, και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) K.U. κατά Φινλανδίας, 2.12.2008 (αρ. προσφ. 2872/02), § 43] και τα ά. 7, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (2007/C 303/01, 2010/C 83/02). Στο διαδικτυακό stalking, ο «αποκλεισμός» (“blocking”) του δράστη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –που είναι και η συνηθέστερη σε ένα πρώτο στάδιο εξωνομική αμυντική αντίδραση του θύματος– δεν αποδίδει, καθώς είθισται ο παρενοχλών να «επανέρχεται» στη δράση του, μέσω διαφορετικών ψευδών προφίλ ή με αλλαγή διαδικτυακών διευθύνσεων. Στην περίπτωση της διαδικτυακής παρενοχλητικής παρακολούθησης, η εκδιδομένη επί των ασφαλιστικών μέτρων απόφαση συνίσταται σε υποχρέωση του καθ’ ου η αίτηση να παραλείπει στο μέλλον να επικοινωνεί, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ή διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Linkedin), με τον υποστάντα την εν λόγω συμπεριφορά. Βεβαίως, της προστασίας αυτής απολαύει ο παθών, μόνον όταν είναι γνωστό σε αυτόν το πρόσωπο του δράστη· συνήθως, όταν ο δράστης είναι ο πρώην σύντροφος. Εντούτοις, η ελληνική, τουλάχιστον, πραγματικότητα καταδεικνύει ότι η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινώς μόνο σταματά τη δράση του stalker (βλ. και Σ. Σούλη, 2010, όπ.π., σ. 89 επ., 220 επ., 241, 244.). Στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης είναι άγνωστος στο θύμα, ενδιαφέρον ως προς το ζήτημα της άρσης του απορρήτου στο διαδίκτυο, παρουσιάζουν οι σχετικές Γνωμοδοτήσεις της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ΓνωμΕισΑΠ 9/2011 (Α. Κατσιρώδης), (ΠοινΔικ 2011, σ. 590=ΠοινΧρ 2011, σ. 714)· ΓνωμΕισΑΠ 12/2009 (Ι. Τέντες), [ΠοινΔικ 2009, σ. 1089 επ. (με παρατηρήσεις Γ. Τσόλια, σ. 1090)] και η ΓνωμΕισΑΠ 9/2009 (Γ. Σανιδάς), (ΔίΜΕΕ 2009, σ. 389=ΠοινΔικ 2009, σ. 923=ΠοινΧρ 2010, σ. 498), σύμφωνα με τις οποίες, γίνεται, κατ’ ουσίαν, δεκτό ότι το απόρρητο της επικοινωνίας καλύπτει μόνο το περιεχόμενο αυτής και όχι τα «εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας» και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται διαδικασία άρσης απορρήτου για την γνωστοποίηση των στοιχείων του δράστη στις δικαστικές αρχές. Συγκεκριμένα, στις ανωτέρω Γνωμοδοτήσεις διατυπώνεται η άποψη ότι σε περίπτωση που διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση ή κύρια ανάκριση, κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα, τότε η αρμόδια, κατά περίπτωση, δικαστική αρχή δύναται, για τον εντοπισμό της ταυτότητας του προσώπου που αποστέλλει, μέσω διαδικτύου, μηνύματα εξυβριστικού, δυσφημιστικού, απειλητικού ή εκβιαστικού περιεχομένου, να ζητήσει από τους παρόχους των υπηρεσιών internet, την ανακοίνωση στοιχείων σχετικών με την ταυτότητα ή τη θέση του χρήστη, της ip address του δράστη, άνευ τηρήσεως της προβλεπομένης στο ά. 4 του Ν 2225/1994 διαδικασίας άρσης του απορρήτου του. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να δύναται, –βάσει των στοιχείων που, μέχρι εκείνη την στιγμή, διαθέτει η δικαστική αρχή– να υποτεθεί ότι μόνο με αυτό το μέσο θα γίνει δυνατή η ανακάλυψη του δράστη. Συνεπώς, τα δεδομένα της ταυτότητας και της θέσης του χρήστη εκφεύγουν του προστατευτικού πεδίου των διατάξεων των άρθρων 19 § 1 του Συντάγματος και 4 § 1 του Ν 3471/2006, εφόσον στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν πρόκειται για επικοινωνία ή ανταπόκριση, κατά την έννοια της συνταγματικής διάταξης, αλλά οι επαφές αυτές, ως έχουσες εγκληματικό περιεχόμενο, δεν συνιστούν ανταλλαγή απόψεων και διανοημάτων ούτε γίνονται στο πλαίσιο οικειότητας και εμπιστευτικότητας. Κατ’ ακολουθίαν, δεν εντάσσονται στην έννοια της επικοινωνίας. Ως προς τη θεματική της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων, ενδιαφέρον παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, η Οδηγία 95/46/ΕΚ για «την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών». Σύμφωνα με το ά. 3 § 2 της Οδηγίας, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της, οι επεξεργασίες ήσσονος σημασίας, με το σκεπτικό ότι η χρήση προσωπικών δεδομένων για προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες δεν αποτελεί βαθιά και εκτεταμένη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, σε βαθμό, ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή της στις αυστηρές διατάξεις αυτής (βλ. και την αιτιολογική σκέψη 12). Περί της εν λόγω Οδηγίας, βλ. N. Xanthoulis, “Negotiating the EU Data Protection Reform: Reflections on the Household Exemption”, in: A. Sideridis/Z. Kardasiadou/C. Yialouris/V. Zorkadis (eds.), E-Democracy, Security, Privacy and Trust in a Digital World [5th International Conference, Athens-Greece, December 5-6, 2013 (Revised Selected Papers), (Communications in Computer and Information Science- CCIS Series)], Springer, 441 (2014), pp. 135-152. Ομοίως, εκ της συνδυαστικής εφαρμογής των άρθρων 2 και 3 του Ν 2472/1997 συνάγεται σαφώς, ότι περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου, καθώς εξαιρούνται από αυτό, η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η σύσταση και λειτουργία σχετικού αρχείου, όταν διενεργούνται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων. Τονίζεται δε, ότι, ελλείψει αρχείου ή αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 2472/1997). Βλ. αναλυτικότερα, σε Φ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Περί της προσωπικής και οικιακής χρήσεως των προσωπικών δεδομένων, ΕφΔΔ 2013, σ. 704 επ. Είναι, όμως, προφανές ότι, η εν λόγω εξαίρεση έχει σαφείς προεκτάσεις στη διεξαχθείσα σε στενό προσωπικό-οικιακό πλαίσιο, συλλογή προσωπικών δεδομένων του θύματος, στην οποία προβαίνει ο stalker, προς ιδία χρήση, δοθέντος ότι συνιστά επεξεργασία υπό την προαναφερόμενη έννοια και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α΄ του Ν 2472/1997). Βεβαίως, είναι αυτονόητο ότι εάν ο stalker προβεί, εν συνεχεία, σε διάδοση των συγκεκριμένων δεδομένων σε απεριόριστο αριθμό ατόμων, όπως μέσω ανάρτησης αυτών σε ιστοσελίδα, στην οποία έχει, πλέον, δυνατότητα πρόσβασης απεριόριστος αριθμός προσώπων, η συλλογή εκφεύγει αυτομάτως της προσωπικής χρήσης και υπάγεται στις διατάξεις του Ν 2472/1997. Ωστόσο, δεν ελλείπουν και οι «οριακές» περιπτώσεις, όπως είναι η μη συστηματική, αλλά περιστασιακή, μόνο, μετάδοση του δεδομένου σε περιορισμένο κύκλο αποδεκτών (π.χ. συγγενείς ή φίλους). Βεβαίως, και σε αυτήν την περίπτωση –κατά την οποία, κατά την κρατούσα άποψη, δεν εφαρμόζεται ο Ν 2472/1997– οι συγκεκριμένες πράξεις δεν χαίρουν ατιμωρησίας, αλλά αξιολογούνται βάσει των γενικών διατάξεων περί προστασίας της προσωπικότητας και συκοφαντικής δυσφημίσεως.
  133. Στο ίδιο πλαίσιο με την Ελλάδα, κινείται mutatis mutandis –ελλείψει ειδικού αποτρεπτικού κανόνος– και η έννομη προστασία, τόσο σε αστικό όσο και σε ποινικό επίπεδο, στην Κύπρο. Ειδικώς σε επίπεδο κοινού ποινικού δικαίου, προστασία στον παθόντα παρέχεται εκ της συνδυαστικής εφαρμογής διατάξεων του Ποινικού Κώδικα (π.χ. ά. 91Α, 176, 177, 188, 189, 324 κυπριακού ΠΚ), ενώ, όταν η συμπεριφορά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της οικογένειας, τυγχάνει εφαρμογής η σχετική ρύθμιση του ά. 32 του Νόμου περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) [Ν 212(Ι)2004, που τροποποίησε τον Ν 119(Ι)2000]. Επισημαίνεται δε, ότι είναι δυσχερής η εξασφάλιση στοιχείων τηλεπικοινωνιακού δικτύου, εφόσον η έκδοση από το δικαστήριο Διατάγματος Πρόσβασης σε δεδομένα δεν μπορεί, σύμφωνα με γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα (Γ.Ε. 50Α 06/Ν37/2), να γίνει, παρά μόνο για σκοπούς διερεύνησης αδικημάτων που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης άνω των 5 ετών.
  134. Οι πολιτείες Αλαμπάμα, Ντέλαγουερ, Χαβάη, Ιντιάνα, Αϊόβα, Μέριλαντ, Νιου Χάμσαϊρ, Νέο Μεξικό, Βόρεια Ντακότα, Τέξας, Δυτική Βιρτζίνια και Ουισκόνσιν δεν έχουν, έως σήμερα, τυποποιήσει σε ποινικό επίπεδο το cyberstalking.
  135. Βλ. για το cyberstalking τις νομοθετικές ρυθμίσεις των συγκεκριμένων 38 πολιτειών των ΗΠΑ: Αλάσκα (Alaska Stat. §§ 11.41.260, 11.41.270), Αριζόνα (Ariz. Rev. Stat. § 13-2923), Αρκάνσας (Ark. Code § 5-41-108), Καλιφόρνια (Cal Penal Code §646.9, με παράλληλη προστασία στο πλαίσιο του αστικού δικαίου: Cal. Civil Code §1708.7), Κολοράντο (Colo. Rev. Stat. §§ 18-602, 18-9-111), Κονέκτικατ (Conn. Gen. Stat. § 53-181d), Φλόριντα (Fla. Stat. § 784.048), Τζόρτζια (Georgia Code § 16-5-90), Αϊντάχο (Idaho Stat. §§ 18-7905, 18-7906), Ιλινόις (720 ILCS §§ 5/12-7.3, 5/12-7.5· 740 ILCS 21/1 et seq.), Κάνσας (Kan. Stat. § 21-5427), Κεντάκυ (Ky. Rev. Stat. § 508.130-150), Λουιζιάνα (La. Rev. Stat. §§ 14:40.2, 14:40.3), Μέιν (Me. Rev. Stat. tit 17A § 210A, βλ. και 2007 Me. Laws, Ch. 685, sec. 3 ), Μασαχουσέτη (Mass. Gen. Laws Ch. 265 § 43), Μίσιγκαν (Mich. Comp. Laws §§ 750.411h, 750.411i), Μινεσότα (Minn. Stat. § 609.749), Μισισίπι (Miss. Code §§ 97-45-15, 97-45-17, 97-3-107), Μιζούρι (Mo. Rev. Stat. § 565.225), Μοντάνα (Mont. Code Ann. § 45-5-220), Νεμπράσκα (Neb. Rev. Stat.§ 28-311.02), Νεβάδα (Nev. Rev. Stat. § 200.575), Νιου Τζέρσεϊ (N. J. Stat. § 2 C: 12-10, 2C:12-10.1), Νέα Υόρκη (New York Penal Law § 120.45), Βόρεια Καρολίνα (N.C. Gen. Stat. §§ 14-196.3), Οχάιο (Ohio Rev. Code § 2903.211), Οκλαχόμα (Okla. Stat. tit. 21 § 1173), Όρεγκον (Or. Rev. Stat. §§ 163.730 – 163.732), Πενσυλβάνια (Pa. Cons. Stat. tit. § 18 2709.1), Ροντ Άιλαντ (R.I. Gen. Laws §§ 8-8.1-1, 11-52-4.2), Νότια Καρολίνα (S.C. Code §§ 16-3-1700), Νότια Ντακότα (S.D. Cod. Laws § 22-19A), Τενεσί (Tenn. Code § 39-17-315), Γιούτα (Utah Code § 76-5-106.5), Βερμόντ (Vt. Stat. tit. 13 §§§ 1061, 1062, 1063), Βιρτζίνια (Va. Code § 18.2-60), Ουάσινγκτον (Wash. Rev. Code §§ 9A.46.110, 9.61.260), Ουαϊόμινγκ (Wyo. Stat. § 6-2-506). Επισημαίνεται ότι, οι ανωτέρω διατάξεις αναφέρονται αποκλειστικώς στο cyberstalking, είναι δε διαφορετικές από εκείνες που προβλέπουν το αξιόποινο της διαδικτυακής παρενόχλησης (cyberharassment), οι οποίες και δεν παρατίθενται εν προκειμένω. Σε άπασες τις ύπερθεν νομοθετικές ρυθμίσεις των πολιτειών, γίνεται ρητή αναφορά στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή εκδήλωση της συμπεριφοράς, εκτός από εκείνες της Νεμπράσκα και της Νέας Υόρκης, εκ του κειμένου των οποίων, όμως, συνάγεται εμμέσως, πλην σαφώς. Συγκεκριμένα, στη ρύθμιση της Νεμπράσκα (Neb. Rev. Stat. § 28-311.02), ο νόμος αναφέρεται στον δράστη ο οποίος «[…] τηλεφωνεί, έρχεται σε επαφή ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο επικοινωνεί […]» (η πλαγιογράμμιση της γράφουσας), ενώ στην αντίστοιχη διάταξη της Νέας Υόρκης (New York Penal Law § 120.45), ομοίως δεν γίνεται αναφορά σε διαδικτυακή επικοινωνία, αλλά προβλέπεται η απαγόρευση της «μη νομιμοποιούμενης παρακολούθησης των ιχνών ενός ατόμου μέσω GPS ή άλλης ηλεκτρονικής συσκευής». Πέραν των ανωτέρω ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων, τελεί εν ισχύι ο νόμος για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών του 1994, ο οποίος ετροποποιήθη το 2000 και, τελευταίως, το 2005 (Violence Against Women Act). Προσέτι, συντρεχουσών των προϋποθέσεων εφαρμογής του διαπολιτειακού νόμου Interstate Stalking Act of 1996 (18 U.S. 2261A), διευκολύνεται εντός των ΗΠΑ η δίωξη της αξιόποινης πράξης, βλ. και την απόφαση United States of America v. Keith Christopher Kosiewicz, 1999.
  136. Bλ. X.G.C.A. tit.9 §§ 19.69, 19.70.
  137. Η αναγκαιότητα θέσπισης νομοθετικού πλαισίου, έγινε αντιληπτή από τα περισσότερα κράτη, ευθύς ως ανεφάνη η διαδικτυακή μορφή της συμπεριφοράς του stalking, βλ. L. Ellison/Y. Akdeniz, Cyber-stalking: the Regulation of Harassment on the Internet, Criminal Law Review 1998, Special Edition: Crime, Criminal Justice and the Internet, pp. 29–48.
  138. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η προστασία κατά του cyberstalking, πηγάζει κατ’ αρχάς –όπως και επί παραδοσιακού stalking– εκ του νόμου για την παρενόχληση Protection from Harassment Act 1997 (Sections 4, 4A, τροποπ. 11.2012, βλ. περί του νόμου αυτού, σε P. Infield/G. Platford, The Law of Harassment and Stalking, Tottel Publishing, 2007, pp. 10-28) και πραγματώνεται σε συνδυασμό με την προστασία που παρέχεται εκ της συνδυαστικής εφαρμογής των διατάξεων των κάτωθι νόμων, ως αυτοί ισχύουν με τις τροποποιήσεις που έχουν υποστεί: Telecommunications Act 1984 [s. 43, τροποπ. διά του s. 92 Criminal Justice and Public Order Act 1994 και εν συνεχεία με τον Communications Act 2003 (s. 127), ήτοι τον Electronic Communications Code (25.7.2003), τροποπ. 15.10.2010]· Interception of Communications Act 1985 (τροποπ. 2.10.2000)· The Malicious Communications Act 1988 (c. 27, τροποπ. s. 43 Criminal Justice and Police Act 11.5.2001)· Criminal Justice & Public Order Act 1994 (c. 33)· Criminal Justice Act 2003 (c. 44)· Wireless Telegraphy Act 2006· The Regulation of Investigatory Powers Act 2000 (RIP ή RIPA), (c. 23)· Communications Act 2003 [Section 127(1)(a), (2)]· Equality Act 2010(c. 15)· Protection of Freedoms Act 2012. Βλ., αναλυτικά, το πλήρες κείμενο των ανωτέρω νομοθετημάτων, προ και μετά των επελθουσών σε αυτά τροποποιήσεων, στην επίσημη διαδικτυακή διεύθυνση του Εθνικού Αρχείου Νομοθεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Ηνωμένου Βασιλείου http://www. legislation.gov.uk
  139. Στον γερμανικό ΠΚ, ο διαδικτυακός τρόπος τέλεσης προβλέπεται μέσω του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου § 238 StGB (“[…] 2. επιχειρεί να έρθει σε επαφή μαζί του με τη χρήση μέσων τηλεπικοινωνίας ή άλλων μέσων επικοινωνίας […]” (η πλαγιογράμμιση της γράφουσας), ενώ όμοια είναι η ρύθμιση του δευτέρου εδαφίου της δευτέρας παραγράφου του άρθρου § 107a του αυστριακού ΠΚ. Σε αμφότερες, δεν μνημονεύεται η διαδικτυακή μορφή του αδικήματος, ωστόσο συνάγεται σαφώς εκ της αναφοράς σε «άλλα μέσα».
  140. Το άρθρο του ιταλικού ΠΚ δεν προβαίνει σε μνεία του διαδικτυακού τρόπου τέλεσης· προφανώς, όμως, καλύπτεται και η συγκεκριμένη μορφή από τη γενική αναφορά της διάταξης (§ 1) στον τρόπο, που κατατείνει στην υλοποίηση της συμπεριφοράς (“[…] in modo da […]”). Περί μίας δικαιοσυγκριτικής θεώρησης μεταξύ των ανωτέρω διατάξεων του γερμανικού και του ιταλικού δικαίου, βλ. M. Maiwald, „Die italienische Strafvorschrift gegen das Stalking im Vergleich mit § 238 des deutschen Strafgesetzbuchs“, in: Verbrechen-Strafe-Resozialisierung: Festschrift für Heinz Schöch zum 70. Geburtstag am 20. August 2010 (Hrsg.: D. Dölling/B. Götting/ B.-D. Meier/T. Verrel), Walter de Gruyter 2010, S. 531-548 (538-542, 548).
  141. Δεν αναφέρεται μεν ρητώς η διαδικτυακή συμπεριφορά, αλλά συνάγεται σαφώς από το δεύτερο εδάφιο της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 264, καθώς γίνεται μνεία στην «άμεση ή έμμεση συνεχή επικοινωνία με το άλλο πρόσωπο ή οιονδήποτε οικείο αυτού» (η πλαγιογράμμιση της γράφουσας). Το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε προσφάτως, την 16.9.2015 και, μεταξύ άλλων, αυξήθηκε το πλαίσιο ποινής, που προβλέπεται στην τρίτη παράγραφο αυτού (βλ. http://www.laws-lois.justice.gc.ca). Για την προϊσχύσασα ρύθμιση, βλ. και στην ελληνική βιβλιογραφία, Σ. Βασιλειάδη, Το αδίκημα του stalking και η ανάγκη θεσμοθέτησής του στο ποινικό δικαιϊκό μας σύστημα, ΠραξΛογΠΔ 2005, σ. 501 επ.=ΠειρΝ 2005, σ. 407 επ.
  142. Ο “Anti-Stalking Act of 2003” ψηφίσθηκε στο πλαίσιο της 13ης Συνέλευσης του Κογκρέσου και ετέθη σε ισχύ με τον Senate Bill 1412/2004. Ο διαδικτυακός τρόπος τέλεσης του stalking δεν αναφέρεται ρητώς στο γράμμα των ανωτέρω άρθρων, αλλά στην Εισηγητική Έκθεση τονίζεται ότι η αυθαίρετη και συνεχής προσπάθεια προσέγγισης ενός ατόμου, όταν αυτή λαμβάνει χώρα και μέσω αποστολής e-mail, εμπίπτει στην έννοια της «μη ηθελημένης επικοινωνίας» (“unconsented contact”), η οποία εντάσσεται, με τη σειρά της, στο εννοιολογικό πεδίο της «παρενόχλησης» (“harassment”). Ωστόσο, κατά τη 15η Συνέλευση του Κογκρέσου, το 2010, διατυπώθηκε από τον γερουσιαστή Manny Villar –λόγω της ενδημίας του φαινομένου– πρόταση ψήφισης ειδικής ρύθμισης για το cyberstalking, η οποία αποτυπώθηκε στην απόφαση της Συνέλευσης P.S. Res. No. 164/2010.
  143. Το άρθρο 354D, το οποίο εισήχθη στον ινδικό Ποινικό Κώδικα τον Φεβρουάριο του έτους 2013, εντασσόμενο στο σχετικό περί προστασίας της γυναικείας τιμής κεφάλαιο, αναγνωρίζει αποκλειστικώς τον άνδρα ως δράστη της αξιόποινης πράξης, αποδίδοντας στο έγκλημα έμφυλη διάσταση. Βεβαίως, η συγκεκριμένη επιλογή θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα των κρατουσών, στην Ινδία, απόψεων, αναφορικά με την κοινωνική θέση της γυναίκας. Ωστόσο, δεδομένης της απουσίας αντίστοιχης ρύθμισης σε ευρωπαϊκά κράτη, δεν δύναται να παροραθεί το γεγονός ότι πρόκειται περί ιδιαιτέρως προοδευτικής νομοθετικής ρύθμισης. Ειδικώς για το cyberstalking στην Ινδία, βλ. A. Behera, Cyber Crimes And Law In India, Indian Journal of Criminology & Criminalistics 31(1): 2010, pp. 16 – 30· D. Halder/K. Jaishankar, Cyber Crimes against Women in India: Problems, Perspectives and Solutions, TMC Academic Journal, 3(10): 2008, pp. 48-62· N. S. Nappinai, Cyber Crime Law in India: Has Law Kept Pace with Emerging Trends? An Empirical Study, Journal of International Commercial Law and Technology, 5(1): 2010, pp. 22-27.
  144. Παρά ταύτα, το Πακιστάν δεν διαθέτει, έως σήμερα, νομοθεσία για το παραδοσιακό stalking. Είχαν καταβληθεί προσπάθειες το έτος 2009 να προβλεφθεί το αξιόποινο αυτού στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, αλλά το νομοσχέδιο δεν ψηφίσθηκε.
  145. Η διάταξη καλύπτει τόσο τη γυναικεία όσο και την ανδρική θυματοποίηση.
  146. Σε σειρά περιπτώσεων cyberstalking, που οδήγησαν σε ανθρωποκτονία, οι δράστες είχαν εντοπίσει την τοποθεσία των θυμάτων, διά της επικοινωνίας με αυτά, μέσω Internet, βλ. http://japandailypress.com
  147. Όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι το e-mail stalking συνιστά ήσσονος βαρύτητας μορφή επέμβασης στην ιδιωτική ζωή του παθόντος ή ότι η ψυχική πίεση που ασκείται στο θύμα, είναι περισσότερο ανεκτή από αυτό. Βλ. και G. Barton, Taking a Byte Out Of Crime: E-Mail Harassment and the Inefficacy of Existing Law, Washington Law Review 70 (1995), p. 465 et seq. (465-467)· E. Ross, E-Mail Stalking: Is Adequate Legal Protection Available?, Journal of Computer & Information Law 1995, pp. 405-432 (406, 412, 424)· N. Swartz, Google’s New E-Mail Service Sparks Privacy Concerns, The Information Management Journal 38 (4): 2004, pp. 6-7· V. von Pechstaedt, Stalking: Strafbarkeit nach englischem und deutschem Recht (Eine Rechtsvergleichende Untersuchung unter Berücksichtigung des niederländischen Stalking-Gesetzentwurfs 25 768), Göttingen: Hainholz, 1999, S. 38-41· E. Huber, Cyberstalking und Cybercrime: Kriminalsoziologische Untersuchung zum Cyberstalking – Verhalten der Österreicher, Springer, 2013, S. 77-78, 167 ff.
  148. J. Petrocelli, Cyber stalking, Law & Order 53 (12): 2005, 56-58 (56).
  149. J. Starr, E-Mail Harassment – Available Remedies and Proposed Solution, Brandeis Law Journal 39 (2000/2001), pp. 317 et seq.
  150. G. Löhr, όπ.π., S. 76.
  151. H.C. Sinclair/I.H. Frieze, Initial courtship behavior and stalking: How should we draw the line?, Violence and Victims 15 (2000), pp. 23-40 (31).
  152. R. D’ Ovidio/J. Doyle, A study on cyberstalking: Understanding investigative hurdles, FBI Law Enforcement Bulletin, 72 (3): 2003, pp. 10-17.
  153. G. Löhr, 2001, όπ.π., S. 76.
  154. Εδώ, συγκαταλέγονται οι φορητοί και σταθεροί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ο προσωπικός ψηφιακός βοηθός (Personal Digital Assistant – PDA), οι υπολογιστές παλάμης/χειρός (palm-top), τσέπης (pocket pc), καθώς και συναφείς προς Η/Υ ηλεκτρονικές συσκευές, όπως κινητής τηλεφωνίας που επιτελούν ανάλογη προς τον ηλεκτρονικό υπολογιστή επικοινωνιακή λειτουργία (smartphones, iPhones). Περί πλειόνων, βλ. R. Ditzion/E. Geddes/M. Rhodes, Computer Crime, American Criminal Law Review 40 (2003), pp. 285 et seq.
  155. W. Cupach/B. Spitzberg, The Dark Side of Relationship Pursuit. From Attraction to Obsession and Stalking, Lawrence Erlbaum Associates Publishers, 2004, p. 83.
  156. Βλ. αναλυτικότερα σε J. Petrocelli, όπ.π., p. 57.
  157. Το εν λόγω λογισμικό (“Backdoor Trojan”) έχει, με την εγκατάστασή του, τη δυνατότητα «παρακολουθήσεως» του πληκτρολογίου και της συσκευής εισόδου για τον χειρισμό του δείκτη ή του κέρσορα της οθόνης («ποντίκι») του μολυσμένου, πλέον, ηλεκτρονικού υπολογιστή ή της ιχνόσφαιρας επί φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών.
  158. Συγκεκριμένα, η συνήθης τακτική που ακολουθείται είναι η εμφάνιση στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook), ανάρτησης μεπορνογραφικού περιεχομένου βίντεο, το οποίο φέρεται να έχει κοινοποιηθεί από «φίλο» του χρήστη και να έχουν επισημανθεί σε αυτήν με ετικέτα (“tag”) πλήθος λοιπών «φίλων» του. Εάν ο χρήστης «πατήσει» στην εισαγωγή συνδέσμου (“link”) της ανάρτησης, μεταφέρεται σε απατηλή ιστοσελίδα, όπου τα πρώτα δευτερόλεπτα εκτελείται το βίντεο και, εν συνεχεία, διακόπτεται η αναπαραγωγή αυτού, με την εμφάνιση μηνύματος, το οποίο τον ενημερώνει ότι απαιτείται να «κατεβάσει» (“download”) ένα αρχείο προς αναβάθμιση του λογισμικού Adobe Flash Player. Στην περίπτωση κατά την οποία ο χρήστης, όντως, μεταφέρει τα δεδομένα από το κεντρικό σύστημα (διακομιστή) στον υπολογιστή του, τότε μολύνεται από το κακόβουλο λογισμικό (Backdoor Trojan), το οποίο έχει τη δυνατότητα να «παρακολουθεί» κάθε κίνηση του μολυσμένου υπολογιστή, με αποτέλεσμα να μπορούν να υποκλαπούν κωδικοί, καθώς και το περιεχόμενο οιασδήποτε επικοινωνίας.
  159. Πρβλ. και τα πορίσματα της πρόσφατης έρευνας των Χ. Ζαραφωνίτου (συνεργ. Ε. Κουμεντάκη και Ερευνητική Ομάδα Φοιτητών Τμήματος Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, Εγκληματολογία 1-2/2014, όπ.π.), σε δείγμα φοιτητών ηλικίας 18-25 ετών, εκ των οποίων προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ποσοστό υποκλοπής προσωπικών δεδομένων, μέσω διαδικτύου, ανέρχεται στο 31% (σ. 26).
  160. Πρόκειται για το κοινώς λεγόμενο «σπάσιμο» κωδικού· διαδικασία γνωστή ως “B & E” (“Breaking and Entering”).
  161. Προσέτι, η εφαρμογή “BlackBox Security Monitor” δίδει τη δυνατότητα παρακολούθησης όλων των διαδικτυακών κινήσεων των επιλεγέντων χρηστών του δικτύου του επίδοξου δράστη.
  162. Παρά τη συνάφεια του Ratting με το προερχόμενο από το “Remote Access Trojan” ακρωνύμιο “RAT”, δεν δύναται να παροραθεί ότι η αγγλική λέξη “ratting”, αποδιδόμενη στην ελληνική ως «ποντικοκυνήγι», παραπέμπει στο γνωστό κυνήγι τρωκτικών, κατά το οποίο, εν είδει παιχνιδιού, ετοποθετείτο, μέσα σε σκαμμένο κοίλωμα στη γη, ο σκύλος – ποντικοκυνηγός (“ratter”) και ικανοποιητικός αριθμός ποντικών, ώστε να μην είναι εύκολο οι τελευταίοι να διαφύγουν και να σκοτώσει όσο το δυνατόν περισσότερους. Είναι εύδηλο ότι σκοπίμως επελέγησαν για τις συγκεκριμένες συμπεριφορές, οι εν λόγω όροι (π.χ. “ratting”, “stalking”), οι οποίοι, έλκοντας την καταγωγή τους από την ηθολογία, παραπέμπουν, σαφώς, σε ανισορροπία δύναμης, εξουσίαση του δράστη επί του θύματος και χειραγώγησή του.
  163. Το λογισμικό μπορεί είτε να τοποθετηθεί από τον δράστη στον υπολογιστή του θύματος είτε το ίδιο το θύμα να «κατεβάσει» (“download”), εν αγνοία του, πρόγραμμα στον υπολογιστή του, το οποίο –καίτοι prima facie δεν κινεί υποψία για την επικινδυνότητά του– στην πραγματικότητα είναι σύνδεσμος που εγκαθιστά έναν ιό. Ο ιός αυτός επιτρέπει στον δράστη, χωρίς να γίνει αντιληπτός, να αποκτήσει πρόσβαση στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή του υποψηφίου θύματος, και –πέραν της αντιγραφής αρχείων από τον υπολογιστή του– να παρακολουθεί και να καταγραφεί τις κινήσεις αυτού, μέσω της webcam.
  164. Όμως, εάν το “Ratting” λαμβάνει χώρα με οικονομικό σκοπό, όπως ανάρτηση σε ιστοσελίδες και ζωντανή αναμετάδοση των κινήσεων του θύματος, δεν εντάσσεται στην κατηγορία του cyberstalking, υπό την εδώ εξεταζόμενη έννοια, καθώς στην περίπτωση εκείνη, ο δράστης πορίζεται οικονομικό όφελος.
  165. R. LloydGoldstein, “De Clérambault On-Line: A Survey of Erotomania and Stalking from the Old World to the World Wide Web”, in: J. R. Meloy, (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 195-213 (209).
  166. Ευθύς ως επεξετάθη η χρήση του διαδικτύου, oι εμφωλεύοντες σε αυτό κίνδυνοι απασχόλησαν, εντόνως, την επιστήμη του ποινικού δικαίου, βλ. Χ. Μυλωνόπουλο, Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές και Ποινικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1991, passim· Δ. Κιούπη, Ποινικό Δίκαιο και Internet, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1999, passim· τον ίδιο, Ποινική ευθύνη των εταιρειών παροχής πρόσβασης στο Internet, ΠοινΧρ 1998, σ. 712-720· U. Sieber, Computerkriminalität und Strafrecht, Carl Heymanns Verlag, 1980· U. Sieber, Strafrechtliche Verantwortlichkeit für den Datenverkehr in internationalen Computernetzen, JZ 1996, S. 429 ff.
  167. J.A. Hitchcock, Net Crimes & Misdemeanors: Outmaneuvering the Spammers, Swindlers, and Stalkers Who Are Targeting You Online, CyberAge Books, 2006, p. 10, 25 et passim.
  168. Το αυτό δύναται να συμβεί και στα ιστολόγια γνώμης (“blogs”), αλλά και στις πλατφόρμες μικροϊστολογίων (“microblogging”), όπως το Tumblr.
  169. S. Johnson, Interface culture: How new technology transforms the way we create and communicate, San Francisco: Harper, 1997, p. 76 et seq.· R. Connell/J. Price/C. Barrow, Cyber Stalking, Abusive Cyber Sex and Online Grooming: A Programme of Education for Teenagers, Preston: Cyberspace Researsch Unit, 2004, passim.
  170. R. D’Ovidio/J. Doyle, A study on cyberstalking: Understanding investigative hurdles, FBI Law Enforcement Bulletin 72 (3): 2003, pp. 10-17.
  171. Αντίστοιχη πρακτική στο εξωδικτυακό stalking είναι η αποστολή των λεγομένων «δηλητηριωδών γραμμάτων», γνωστών ως “poison pen letters”.
  172. Βλ., inter alios, L. Ellison, Cyberstalking: Tackling Harassment on the Internet, Crime and the Internet 2001, pp. 141-151.
  173. Περί της προσπάθειας που καταβάλλεται από την επιστημονική κοινότητα προς αυτήν την κατεύθυνση, βλ. inter alios, R. D. MacKenzie/T. E. McEwan/ M. T. Pathé/D. V. James/J. R.P. Ogloff/P. E. Mullen, Stalking Risk Profile: Guidelines for the Assessment and Management of Stalkers, StalkInc. & the Centre for Forensic Behavioural Science, Monash University, 2009, pp. 25 et seq., 50 et passim. Πρβλ. και J. Hoffmann/K. Roshdi, Bedrohungsmanagement – Eine präventive Disziplin im Aufschwung, in: J. Hoffmann/K. Roshdi (eds.), Amok und andere Formen schwerer Gewalt: Risikoanalyse – Bedrohungsmanagement – Präventionskonzepten, Schattauer 2015, S. 266-293 (286 et seq.), οι οποίοι κατατάσσουν το stalking στις μείζονος βαρύτητας επιθετικές συμπεριφορές.
  174. Βλ. αναλυτικότερα σε T. Mc Ewan/P.E. Mullen/R. Purcell, Identifying risk factors in stalking: A review of current research, International Journal of Law and Psychiatry 30 (2007), pp. 1-9. Πρβλ. R. Palarea/M. Zona/J. Langhinrichsen-Rohling, The dangerous nature of intimate relationship stalking: Threats, violence and associated risk factors, Behavioral Sciences and the Law 17 (1999), pp. 269-283.
  175. Υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, το stalking τόσο στη διαδικτυακή όσο και την εξωδικτυακή μορφή του, προσεγγίζεται ως, κατ’ αρχήν, έμφυλα ουδέτερη συμπεριφορά, δεδομένης της μη αποκρυστάλλωσης της έμφυλης διάστασης του φαινομένου ως παράγοντος κινδύνου (vid. infra αναλυτικότερα).
  176. Στο cyberstalking υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να είναι το θύμα άγνωστο στον δράστη ή και να επιλεγεί τυχαία διά του προφίλ του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μάλιστα, το ποσοστό των συγκεκριμένων δραστών εγγίζει το 50% των επιδιδομένων στη διαδικτυακή παρακολούθηση, βλ. M. Pittaro, όπ.π., p. 185, όπου και περαιτέρω παραπομπές και αναφορά σε περιπτωσιολογία.
  177. Βλ. inter alios, W.A. Burgess/T. Baker, “Cyberstalking”, in: J. Boon/L. Sheridan (eds.), Stalking and psychosexual obsession: Psychological perspectives for prevention, policing and treatment,London: Wiley, 2002, pp. 201-219, Πρβλ. επί της παραδοσιακής μορφής stalking τα πορίσματα της έρευνας των K.K. Kienlen/D.L. Birmingham/K.B. Solberg/J.T. ORegan/J.R. Meloy, A comparative study of psychotic and nonpsychotic stalking,Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law 25 (1997), pp. 317-334. Βλ. και J.H. Kamphuis/P.M.G. Emmelkamp, Stalking: A contemporary challenge for forensic and clinical psychiatry, British Journal of Psychiatry 176 (2000), pp. 206-209. Οι P. Bocij και L. Mc Farlane [(2003), όπ.π., p. 37], κατατάσσουν την αντίληψη περί σύνδεσης ψυχικής νόσου και εκδήλωσης διαδικτυακής παρακολούθησης στους συνδεόμενους με το cyberstalking «επτά μύθους» (βλ. σχετικώς, pp. 37-42).
  178. Βλ. και Μ. Κατσογιάννου, Η ψυχική ασθένεια ως παθολογία της ελευθερίας υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ, ΕΕΕυρΔ 34 (2014), σ. 457-480 (475, υποσ. 155), με αναφορά σε σχετική περιπτωσιολογία της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  179. Περί της σύνδεσης του συνδρόμου Clérambault με την εκδήλωση stalking, βλ. R. LloydGoldstein, “De Clérambault On-Line: A Survey of Erotomania and Stalking from the Old World to the World Wide Web”, in: J. R. Meloy, (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 195-213 (195-199). Πρβλ. και M. Zona/K. Sharma/J. Lane, A comparative study of erotomanic and obsessional subjects in a forensic sample, Journal of Forensic Sciences38 (1993), pp. 894-903. Βλ., σχετικώς, και την κατηγοριοποίηση των συνδεομένων με το stalking παθολογικών εμμονών, σε M. Zona/R. Palarea/J. Lane, “Psychiatric Diagnosis and the Offender-Victim Typology of Stalking”, in: J. R. Meloy, (ed.), The Psychology of Stalking: Clinical and Forensic Perspectives, New York: Academic Press, 2001, pp. 70-87 (76-79).
  180. Ο όρος, πρωτοεισαχθείς το έτος 1998 από τους William Cupach και Brian Spitzberg, χρησιμοποιήθηκε, προκειμένου να αποδοθεί η επαναλαμβανόμενη και αυθαίρετη διείσδυση στην –εν στενή ή εν ευρεία εννοία– ιδιωτική σφαίρα ενός ατόμου, γνωστού ή αγνώστου στον δρώντα, ο οποίος έχει ως επιδίωξη τη σύναψη στενής και, συνηθέστερα, ερωτικής σχέσης με τον υποστάντα την εν λόγω συμπεριφορά. Βλ. αναλυτικά σε W.Cupach/B. Spitzberg,The Dark Side of Close Relationships, 3rd ed., New Jersey: Lawrence Erlbraum Assoc., 1998 pp. 233–264. Ωστόσο, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι, καίτοι, ομολογουμένως, είναι αρκετές οι περιπτώσεις πασχόντων από ORI που εκδηλώνουν τάσεις stalking και, ομοίως, πολλές εκδηλώσεις stalking οφείλονται εν μέρει στην ORI, εντούτοις το ένα δεν συνεπάγεται ούτε προϋποθέτει, απαραιτήτως, το άλλο (p. 14). Για τη γειτνίαση και τη σχέση της ORI με τον παθολογικό ναρκισσισμό ή και την έντονη συναισθηματική ταύτιση με ορισμένο πρόσωπο, βλ. K. Asada/L. Eunsoon/T. Levine/M. Ferrara, Narcissism and Empathy as Predictors of Obsessive Relational Intrusion, Communication Research Reports 21 (4): 2004, pp. 379–390, ενώ για τη σύνδεσή του με εκδήλωση τάσεων σεξουαλικής παρενόχλησης, βλ.B. Spitzberg, Obsessive Relational Intrusion, Coping, and Sexual Coercion Victimization, Communication Reports 14 (1): 2001, pp. 19–31.
  181. Περί της έμφυλης εγκληματικότητας και ειδικώς της γυναικείας θυματοποίησης, βλ., inter alios, Ν. Κουράκη, Προλεγόμενα, σε: Ν. Κουράκη (επιμ.), Ε. Αποσπόρη/Α. Συκιώτου/Φ. Μηλιώνη (συν.), Έμφυλη Εγκληματικότητα. Ποινική και εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου, σ. 15-30 (22-27), et passim· Β. Βλάχου, Η Αντιμετώπιση της Σωματικής Βίας κατά των Γυναικών από το Σύστημα Απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης, εκδ. ΕΛΛΗΝ, 2005, σ. 28 επ. et passim· η ίδια, Η βία κατά γυναικών. Ερευνητικά δεδομένα – Σύγχρονοι προβληματισμοί, ΠοινΔικ 4/2006, σ. 471-475 (474).
  182. Για μία έμφυλη προσέγγιση της θεματικής, βλ., inter alios, D. Halder, Cyber Crime and the Victimization of Women: Laws, Rights and Regulations, Information Science Reference, IGI Global, 2011, passim· D. Halder/ K. Jaishankar, Online Social Networking and Women Victims, in: K. Jaishankar (ed.), Cyber Criminology. Exploring Internet Crimes and Criminal Behavior, CRC Press, Taylor & Francis Group, 2011, pp. 299-316. Περί των εκατέρωθεν απόψεων, βλ. αναλυτικότερα σε B. Lucks, Cyberstalking: Identifying and Examining Electronic Crime in Cyberspace, San Diego, 2004, p. 116 et seq.· P. Tjaden, / N. Thoennes, Prevalence and consequences of male-to-female and female-to-male intimate partner violence as measured by the National Violence Against Women Survey, Violence Against Women6:2000, pp. 142-161.
  183. Πρβλ., όμως, τo Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 5ης Απριλίου 2011, σχετικά με τις προτεραιότητες και τα γενικά χαρακτηριστικά ενός νέου πλαισίου πολιτικής της ΕΕ για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών [2010/2209(INI)], στo οποίo σημειώνεται ότι το 87% των θυμάτων stalking είναι γυναίκες (§ 17) – βλ. το πλήρες κείμενο του ψηφίσματος στη διαδικτυακή διεύθυνση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, http://www.europarl.europa.eu
  184. M. Pittaro, όπ.π., p. 190.
  185. Βλ. ενδεικτικώς, M. Pittaro, όπ.π., pp. 189-190, όπου και περαιτέρω παραπομπές.
  186. Modena Group on Stalking, Donne vittime di stalking e helping professions. Razionale e metodi di una ricerca europea, 7th National Congress of Psichiatria Forense, Alghero, 2004, p. 11 et passim· Modena Group on Stalking, Donne vittime di stalking. Riconoscimento e modelli di intervento in ambito europeo. Milano: Angeli, 2005, p. 24 et passim· L. De Fazio/G.-M. Galeazzi, “Stalking: Phenomenon and research”, pp. 15-36, in: Modena Group on Stalking, Female Victims of Stalking. Recognition and Intervention Models: A European Study, Criminologia Franco Angeli: Milan, 2005, pp. 20-22 (με παράθεση πίνακα ερευνητικών πορισμάτων).
  187. Contra: M. Nair, “Stalking”, in: R. Rosner (ed.), Principles and Practice of Forensic Psychiatry, 2nd ed., CRC Press, Taylor & Francis Group, 2003, p. 731, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ποσοστά ανδρικής και γυναικείας θυματοποίησης κυμαίνονται στα ίδια επίπεδα.
  188. R. Purcell/M. Pathé/P.E. Mullen, A study of women who stalk, American Journal of Psychiatry 158 (2001), pp. 2056-2060.
  189. M. Scalora, Electronic Threats and Harassment, in: J.R. Meloy/J. Hoffmann (eds.), International Handbook of Threat Assessment, Oxford University Press, 2014, p. 214-223. Contra: B. Flowers, Male Crime and Deviance. Exploring its Causes, Dynamics and Nature, Springfield, 2003, p. 157· C. Bocij, 2004, όπ.π., p. 5· L. De Fazio/C. Sgarbi, όπ.π., pp. 54 et seq.· W.A. Burgess/T. Baker, όπ.π., p. 202.
  190. K. Del Ben/W. Fremouw, Stalking: Developing an empirical typology to classify stalkers, Journal of Forensic Sciences 47 (2002), pp. 152-158· J. Boon/L. Sheridan, Stalker Typologies: Implications for Law Enforcement, in: J. Boon/L. Sheridan (eds.), Stalking and psychosexual obsession: Psychological Perspectives for Prevention, Policing and Treatment, UK: J. Wiley & Sons, 2002, pp. 63-82· J. Davis/M. Chipman, Stalkers and other obsessional types: A review and forensic psychological typology of those who stalk, Journal of Clinical-Forensic Medicine 4 (1997), pp. 166-173.
  191. Στην κατηγορία αυτήν, εμπίπτει και ο stalker πρώην σύντροφος του θύματος (exintimate stalker). Βλ. P. Bocij/L. McFarlane, Cyberstalking: The Technology Of Hate, Police Journal 76 (3): 2003, pp. 204-221.
  192. J. Meloy, “Stalking and Domestic Violence”, in: J. Meloy, The Psychology of stalking, όπ.π., pp. 140-163 με περαιτέρω υποκατηγορίες (p. 147 et seq.)· S. Albrecht, “Stalking, Stalkers and Domestic Violence: Relentless Fear and Obsessive Intimacy”, in: J. Davis (ed.), Stalking Crimes and Victim Protection. Prevention, Intervention, Threat Assessment and Case Management, CRC Press, 2001, pp. 81-95 (85-87)· M.P. Brewster, Stalking by former intimates: Verbal threats and other predictors of physical violence, Violence and Victims 15 (2000), pp. 41-54 = in: K. Davis/I. Frieze/R. Maiuro (eds.), Perspectives on Victims and Perpetrators, New York: Springer, 2002, pp. 292-311.
  193. W. Cupach/B. Spitzberg, The Dark Side of Relationship Pursuit. From Attraction to Obsession and Stalking, Lawrence Erlbaum Associates Publishers, 2004, pp. 80-81.
  194. Απαντά στη βιβλιογραφία και ως “vendettamotivated stalker”, προκειμένου να αποδοθεί η ένταση της εχθρικής και εκδικητικής διάθεσης του δράστη. Βλ. F. Schmalleger, Criminology Today: An Integrative Introduction, 7th ed., Pearson Education, 2014, p. 345. Πρόκειται περί της, κατ’ εξοχήν, κατηγορίας δραστών που μετέρχονται μεθόδους διαδικτυακής παρενοχλητικής παρακολούθησης και επιδίδονται συνήθως στο computer stalking (vid. infra). Βλ. P. Bocij/L. McFarlane, Seven fallacies about cyber stalking, Prison Service Journal, 149(1): 2003, pp. 37-42 (41)· M. Pittaro, όπ.π., pp. 190-191.
  195. P. Bocij/ L. McFarlane, An exploration of predatory behaviour in cyberspace: Towards a typology of cyberstalkers, First Monday 8 (2003), διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση του ηλεκτρονικού περιοδικού http://firstmonday.org/issues/I ssues8_9/mcfarlane/index.html
  196. J.R. Meloy/L. Sheridan/J. Hoffmann, “Public Figure Stalking, Threats and Attacks: The State of the Science”, in: J.R. Meloy/L. Sheridan/J. Hoffmann (eds.), Stalking, Threatening and Attacking Public Figures: A Psychological and Behavioral Analysis, Oxford University Press, 2008, pp. 3-34. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι, όσον αφορά στην εκδήλωση διαδικτυακού και εξωδικτυακού stalking, τα δημόσια πρόσωπα ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου (p. 3). Πρβλ. και J. R. Meloy, Communicated threats and violence toward public and private figures: Discerning differences among those who stalk and attack, Journal of Forensic Sciences 46 (2001), pp. 1211-1213· R. Schlesinger, Celebrity stalking, homicide and suicide: A psychological autopsy, International Journal of Offender Therapy and Comparative Criminology 50 (2006), pp. 39-46. Βλ. και J. Hoffmann/L. Sheridan, The Stalking of Public Figures: Management and Intervention, Journal of Forensic Sciences, 6 (2005), pp. 1459-1465.
  197. Επιπλέον, ο διαμοιρασμός φωτογραφιών και βίντεο, που πραγματοποιείται μέσω Instagram και το –κατ’ αρχήν– από προεπιλογή, δημόσιο προς προβολή προφίλ, παρέχουν στον δράστη τη δυνατότητα να γίνει κοινωνός προσωπικών στιγμών των δημοσίων προσώπων, πράγμα το οποίο, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν ανέφικτο. Το Twitter καθιστά ευχερή τη δυνατότητα επικοινωνίας με τα δημόσια πρόσωπα, αλλά και το γεγονός ότι τα τελευταία προβαίνουν, μέσω αυτού, σε ανακοινώσεις αναφορικά με το ημερήσιο πρόγραμμά τους, διευκολύνει per se την περαιτέρω παρακολούθηση ή και προσέγγιση τους. Διευκρινίζεται ότι δεν εμπίπτει στην έννοια του stalking εν στενή εννοία, που εξετάζεται στο πλαίσιο του παρόντος, η παρακολούθηση από φωτογράφους (paparazzi) για λήψη και δημοσίευση φωτογραφιών και λεπτομερειών της προσωπικής ζωής των ως άνω προσώπων, σε ενημερωτικά μέσα, καθώς, μεταξύ άλλων, στη συγκεκριμένη συμπεριφορά υπάρχει οικονομικό όφελος.
  198. R. Holmes, “Criminal Stalking: An Analysis of the Various Typologies of Stalkers”, in: J. Davis (ed.), Stalking Crimes and Victim Protection. Prevention, Intervention, Threat Assessment and Case Management, CRC Press, 2001, pp. 19-28 (25-26).
  199. Στη συγκεκριμένη υποκατηγορία –η οποία επιχωριάζει στις ΗΠΑ (βλ. ήδη από το 1969 στο πλαίσιο της παραδοσιακής μορφής stalking, την απόφαση Watts v. United States, 394 U.S. 705, 1969)– υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες το κίνητρο του δράστη να είναι η πρόκληση βλάβης, και δη θανατηφόρου, στον παρακολουθούμενο πολιτικό. Βλ. αναλυτικά, σε R. Philips, Assessing presidential stalking and assassins, Journal of American Academy of Psychiatry and the Law (J Am Acad Psychiatry Law) 2006, 34 (2), pp. 154-164. Πρβλ. R. Holmes, όπ.π., με πίνακα προέδρων-θυμάτων stalking. Είναι, όμως, λιγότερο πιθανό ο ως άνω τύπος stalking να λάβει χώρα μέσω διαδικτύου, καθώς τα συγκεκριμένα δημόσια πρόσωπα λαμβάνουν, λόγω της θέσης τους, περισσότερα προληπτικά μέτρα όσον αφορά στη διαφύλαξη της ηλεκτρονικής ιδιωτικότητάς τους. Εντούτοις, είναι γεγονός ότι τα τελευταία έτη τα πολιτικά πρόσωπα χρησιμοποιούν, κατά κόρον, ως επικοινωνιακό μέσο, το Twitter.
  200. W. J. Fremouw/D. Westrup/J. Pennypacker, Stalking on Campus: The prevalence and strategies for coping with stalking, Journal of Forensic Science 42 (1997), pp. 666-669· R. Jones/G. Lipson, “The Dynamics of Campus Stalkers and Stalking: Security and Risk Management Perspectives”, idem, pp. 239-258. Πρβλ. και J. Hoffmann/K. Roshdi, Bedrohungsmanagement – Eine präventive Disziplin im Aufschwung, in: J. Hoffmann/K. Roshdi (eds.), Amok und andere Formen schwerer Gewalt: Risikoanalyse – Bedrohungsmanagement – Präventionskonzepten, Schattauer, 2015, S. 266-293 (273), όπου αναφέρεται ότι το stalking αντιπροσωπεύει το 23% της εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς στον χώρο του Πανεπιστημίου.
  201. S. Hoffman/S. Anthony Baron, “Stalking, Stalkers and Violence in the Workplace Setting”, in: J. Davis (ed.), Stalking Crimes and Victim Protection. Prevention, Intervention, Threat Assessment and Case Management, CRC Press, 2001, pp. 139-159 (146-150). Επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη περίπτωση stalking είναι σαφώς διακριτή από εκείνη του mobbing. Περί του τελευταίου, βλ., inter alios, M.-F. Hirigoyen, Malaise dans le travail. Harcèlement moral: démêler le vrai du faux, éd. La Découverte et Syros, Paris, 2001, pp. 21 et seq.
  202. Στην κατηγορία αυτήν, οι stalkers πάσχουν, ως επί το πλείστον, από κάποιας μορφής ψυχική διαταραχή, έστω και ελαφρά. D.A. Sandberg/D.E. McNeil/R. L. Binder, Stalking, threatening, and harassing behavior by psychiatric patients toward clinicians, J Am Acad Psychiatry Law 30(2): 2002, pp. 221-229. Βλ. και J. Lion/J. Herschler, “The Stalking of Clinicians by their Patients”, in: J. Meloy, όπ.π., pp. 165-174, με παράθεση σχετικής περιπτωσιολογίας.
  203. Η συγκεκριμένη μορφή αναφέρεται στην «εξουσιοδότηση» άλλων ατόμων –συνήθως από το στενό φιλικό ή συγγενικό περιβάλλον του παρακολουθούντος– να προβούν στις σχετικές ενέργειες, προς υποβοήθησιν του έργου του δράστη, βλ. P. Bocij/L. McFarlane, Seven fallacies about cyber stalking, Prison Service Journal 149(1): 2003, pp. 37-42 (40).
  204. Τον όρο εισήγαγε ο Paul Bocij, βλ. P. Bocij, Corporate cyberstalking: An invitation to build theory,First Monday7 (11): 2002, δημοσιευμένο στη διαδικτυακή διεύθυνση του ηλεκτρονικού περιοδικού First Monday: http://firstmonday.org/ issues/issue7_11/bocij/. Ομοίως, P. Bocij/L. McFarlane, An exploration of predatory behaviour in cyberspace: Towards a typology of cyberstalkers, First Monday 8 (2003), διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση http://firstmonday.org/ issues/Issues 8_9/mcfarlane/index.html. Πρόκειται περί μορφής συμμετοχικής δράσης, στην οποία τα λοιπά πρόσωπα είτε συμπράττουν ως αυτουργοί (συναυτουργία) είτε συνδράμουν στη δράση του αυτουργού, εισφέροντας τις τεχνολογικές τους γνώσεις, τις οποίες δεν διαθέτει ο «βασικός» παρακολουθών.
  205. Ibid.
  206. Βλ. περί αυτών, τη Σύσταση (2010) 13 του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία ως «μορφότυπος» (“profile”) ορίζεται ένα σύνολο δεδομένων που χαρακτηρίζει μία κατηγορία ατόμων. Διαφορετική είναι η διαδικασία του “profiling”, η οποία συνίσταται στην –ομοίως αυτοματοποιημένη– διαδικασία επεξεργασίας δεδομένων, με σκοπό την αντιστοίχιση ενός μορφοτύπου σε ένα άτομο, προκειμένου να προσδιορισθεί ένα πρόσωπο, να προβλεφθεί η συμπεριφορά του, να αναλυθούν οι προτιμήσεις και εν γένει τα ενδιαφέροντα αυτού.
  207. O Richard Machado απέστειλε, κατόπιν συστηματικής παρακολουθήσεως, εκφοβιστικά ηλεκτρονικά μηνύματα (“death-threat e-mails”) σε 59 Αμερικανοασιάτες, φοιτητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια. Στη δίκη επικαλέσθηκε, ως κίνητρο της ως άνω συμπεριφοράς, την πλήξη του και την επιθυμία πρόκλησης της αντίδρασης των θυμάτων. Παρεμφερής, το ίδιο έτος (1998) και στην ίδια πολιτεία (Καλιφόρνια) ήταν η περίπτωση του Dwayne Comfort, με πέντε θύματα παρενοχλητικής παρακολούθησης και εκφοβισμού.
  208. P. Bocij/L. McFarlane, An exploration of predatory behaviour in cyberspace: Towards a typology of cyberstalkers, First Monday 8(2003), όπ.π. Βλ. και για τα παρ’ ημίν ισχύοντα, το ιστορικό της απόφασης ΕφΛαρ 299/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ.
  209. Ο αυτόχειρας 21χρονος δράστης Liam Youens, κατόπιν απρόσφορων διαδικτυακών προσπαθειών του ιδίου, κατέφυγε, επανειλημμένως, στις υπηρεσίες της διαδικτυακής ιδιωτικής υπηρεσίας ερευνών “Docusearch”, για τον εντοπισμό της Amy Lynn Boyer –η οποία είχε απορρίψει τις ερωτικές του προτάσεις κατά τη φοίτησή τους στο Γυμνάσιο– έως ότου πληροφορήθηκε τον χώρο εργασίας της, όπου την σκότωσε, με 11 πυροβολισμούς, κατά την έξοδό της από το κτήριο και, εν συνεχεία, αυτοκτόνησε. Βλ. αναλυτικά το ιστορικό της υπόθεσης σε M. Pittaro, pp. 180–197 (185 et seq.)· B. Lucks, Electronic Crime, Stalkers and Stalking: Relentless Pursuit, Harassment and Terror Online in Cyberspace, in: J. Davis, Stalking Crimes and Victim Protection: Prevention, Intervention, Threat Assessment and Case Management, CRC Press, 2001, pp. 161-203 (182). Ο δράστης, εν προκειμένω, ανήκε στην κατηγορία του μνησίκακου stalker, ήτοι του επιζητούντος αποκλειστικώς και μόνον εκδίκηση (resentfulstalker / vindictive stalker – vid. supra), εφόσον έχει αποδεχθεί την απόρριψή του από το θύμα.
  210. Βλ. και P. Bocij, Victims of cyberstalking: An exploratory study of harassment perpetrated via the Internet, First Monday 8 (10): 2003, διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση http://firstmonday.org/issues/issues8_10/ bocij /index.html
  211. Ιδίως το Pinterest, έχει αρχίσει –περισσότερο από κοινωνικό δίκτυο– να εξελίσσεται σε μηχανή αναζήτησης εικόνων.
  212. Βλ. αναλυτικά τα δημογραφικά στοιχεία των θυμάτων, στην έρευνα του P. Bocij, Victims of cyberstalking: An exploratory study of harassment perpetrated via the Internet, First Monday 8 (10): 2003, δημοσιευμένη στη διαδικτυακή διεύθυνση http://firstmonday.org/issues/issues8_10/bocij/index.html
  213. K. Wingteung Seto, How Should Legislation Deal with Children as the Victims and Perpetrators of Cyberstalking?, Cardozo Women’s Law Journal 9 (2002), p. 67 et seq.
  214. B.H. Spitzberg/G. Hoobler, Cyberstalking and the technologies of interpersonal terrorism, New Media & Society 4: 2002, pp. 71-92 (80).
  215. B. Henson, “Cyberstalking”, in: B. Fisher/S. Lab (eds.), Encyclopedia of Victimology and Crime Prevention, Vol. I, Sage Publications, 2010, pp. 253-256 (255).
  216. M. Pittaro, όπ.π., p. 190.
  217. L. McFarlane/P. Bocij, Cyber stalking: Defining the invasion of cyberspace, Forensic Update 1 (72): 2003, pp. 18-22.
  218. Απόσπασμα από την ομιλία του Albert Camus, με τίτλο: «Οι πνευματικοί άνθρωποι και η εποχή τους», εκφωνηθείσα την 10η Δεκεμβρίου 1957, στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης, στην τελετή απονομής σε αυτόν, του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας [Αλμπέρ Καμύ, «Ο καλλιτέχνης και η εποχή του», (επιμ. Α. Βλαβιανού), εκδ. Καστανιώτη, 2012].