Η προανάκριση των σεξουαλικά κακοποιημένων ανηλίκων: «οι πενήντα αποχρώσεις του μαύρου»

ΟΛΓΑ ΘΕΜΕΛΗ

Η προανάκριση των σεξουαλικά

κακοποιημένων ανηλίκων:

«οι πενήντα αποχρώσεις του μαύρου»

Ολγα Θεμελη*

  1. Εισαγωγή

Aν και υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία για τις συνέπειες της σεξουαλικής κακοποίησης των ανηλίκων, ελάχιστες έρευνες έχουν ασχοληθεί με τον κίνδυνο δευτερογενούς θυματοποίησης όταν το παιδί θύμα καταθέτει ως μάρτυρας. Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως μόλις τις τελευταίες δεκαετίες το ενδιαφέρον των ειδικών φαίνεται να ελκύουν οι δυσμενείς συνέπειες της εμπλοκής των ανηλίκων (είτε ως θυμάτων, είτε ως θυτών) στο Σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης. Η μελέτη της διεθνούς βιβλιογραφίας αποδεικνύει περίτρανα ότι είναι η έκθεση των παιδιών σε διαδικασίες επώδυνες που ευθύνεται για την ευαλωτότητά τους και όχι η ηλικιακή τους ανωριμότητα. Έτσι η ιδιότητα της ανηλικότητας υποχωρεί έναντι εκείνης του μάρτυρα, με αποτέλεσμα ο ανήλικος να εξετάζεται ως ενήλικας μιας που η όλη διαδικασία είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες των ενηλίκων.

Πλήθος ερευνητών υπογραμμίζουν τα αρνητικά αποτελέσματα που μπορεί να συνεπάγεται η υιοθέτηση ερασιτεχνικών μεθόδων και κυρίως η επανάληψη συνεντεύξεων με μεγάλη συχνότητα σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, διαφορετικά και με ελάχιστη ειδική εκπαίδευση άτομα. (Bruck, Melnyk & Ceci, 2000· Saywitz & Nathanson, 1993· Tedesco & Schnell, 1987· Θεμελή, 2014). H κακή χρήση των τεχνικών μπορεί να οδηγήσει στην εκμαίευση αναληθών ισχυρισμών, την παραφθορά της μνήμης, τη δημιουργία υπέρμετρου άγχους στα παιδιά. τη μείωση της αξιοπιστίας της καταθέσεών τους, την άσκοπη επανάληψη ψυχοφθόρων διαδικασιών, κ.ά. Σε αυτό το καφκικό πλαίσιο η ανηλικότητα συνθλίβεται και επανατραυματίζεται.

Σε πολλές ευνομούμενες πολιτείες έχουν συνταχθεί ήδη από τη δεκαετία του ’80 κώδικες δεοντολογίας και πρωτόκολλα εξέτασης κακοποιημένων ανηλίκων, έχουν εκπαιδευτεί χιλιάδες επαγγελματίες στη χρήση ειδικών εργαλείων και έχουν υιοθετηθεί πρακτικές μείωσης των δεινών που συνεπάγεται η συμμετοχή του ανήλικου στις σχετικές διαδικασίες. Σε αντίθεση με τις επιταγές της νομοθεσίας και τα ευρήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει μια πλούσια δεξαμενή γνώσης, η χώρα μας δεν έχει συντάξει ένα πρωτόκολλο εξέτασης ανηλίκων θυμάτων κακοποίησης. Δυστυχώς οι προβλέψεις του Ν. 3625/2007 έμειναν γράμμα κενό. Σε μια δικαιοταξία είναι ανάγκη επιτακτική η έναρξη μιας προσπάθειας προκειμένου να ενισχυθεί η γνώση των επαγγελματιών, να προστατευτεί η ανηλικότητα και να αποφευχθεί η εκ νέου κακοποίησή της.

  1. Οι επιταγές της νομοθεσίας

Σύμφωνα με το άρθρο 39 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων με την απόφασή της 44/25 στις 20/11/1989, υπογράφτηκε στις 26/1/1990 και ισχύει διεθνώς από τις 2/9/1990: «Τα συμβαλλόμενα μέρη παίρνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν τη σωματική και ψυχολογική ανάρρωση και την κοινωνική επανένταξη κάθε παιδιού θύματος: οποιασδήποτε μορφής παραμέλησης, εκμετάλλευσης ή κακοποίησης, βασανισμού ή κάθε άλλης μορφής σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή ένοπλης σύρραξης. Η ανάρρωση αυτή και η επανένταξη γίνονται μέσα σε περιβάλλον που ευνοεί την υγεία, τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια του παιδιού». Να υπογραμμιστεί ότι η Ελλάδα υπέγραψε τη σύμβαση στις 26.1.1990, την επικύρωσε με τον Ν. 2101 της 2.12.1992: «Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού» και ισχύει στη χώρα μας ως δεσμευτικό νομικό κείμενο από την πλευρά του διεθνούς δικαίου από τις 10.6.1993.

Το άρθρο 3 παρ. 1 επιβάλλει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού (the best interest of the child) ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά. Έτσι το συμφέρον του παιδιού καθορίζεται ως η κατευθυντήρια και η θεμελιώδης αρχή όλων των αποφάσεων της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας που αφορούν παιδιά (Πιτσελά, 2003).

Οι «Κατευθυντήριες Γραμμές για Δράση όσον αφορά τα Παιδιά στο Σύστημα της Ποινικής Δικαιοσύνης» (απόφαση 1996/13 της 23ης Ιουλίου 1996 του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου) και η «Διακήρυξη των Βασικών Αρχών Δικαιοσύνης για τα Aνήλικα Θύματα του Εγκλήματος και της Κατάχρησης Εξουσίας» (απόφαση 40/34 της 29ης Νοεμβρίου του 1985 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών), ορίζουν μια σειρά από μέτρα προστασίας των παιδιών που καταθέτουν ως μάρτυρες στο δικαστήριο, τα οποία μεταξύ άλλων προβλέπουν ότι:

  • Τα κράτη θα πρέπει να αναλάβουν να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά που καθίστανται μάρτυρες και θύματα απολαμβάνουν κατάλληλη πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δίκαιη μεταχείριση, αποκατάσταση, αποζημίωση και κοινωνική αρωγή. Θα πρέπει επίσης να βελτιώνουν την κατάσταση τους ως μαρτύρων εγκλήματος ώστε να εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα τους προστατεύονται πλήρως.
  • Τα παιδιά θύματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με συμπάθεια και με σεβασμό στην αξιοπρέπειά τους. Επίσης θα πρέπει να έχουν δικαίωμα πρόσβασης στους μηχανισμούς δικαιοσύνης και άμεσης αποκατάστασης αφού πρώτα ενημερωθούν για τα δικαιώματά τους και επιπλέον πρόσβαση σε βοήθεια που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους, όπως υπεράσπιση, προστασία, οικονομική υποστήριξη, συμβουλευτική, ιατρικές, νοσηλευτικές και κοινωνικές υπηρεσίες, κοινωνική επανένταξη και υπηρεσίες φυσικής και ψυχολογικής ανάρρωσης.
  • Τα παιδιά θα πρέπει να ενημερώνονται για τον ρόλο και το πεδίο δράσης τους, τον προγραμματισμό και την πρόοδο των διαδικασιών καθώς και τον χαρακτήρα των υποθέσεων τους. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να προετοιμάζονται έτσι ώστε να εξοικειωθούν με τη διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης προτού καταθέσουν. Κατάλληλη βοήθεια θα πρέπει να εξασφαλίζεται στα παιδιά καθ΄ όλη τη διάρκεια της νομικής διαδικασίας.
  • Η αστυνομία, οι δημόσιοι κατήγοροι και οι δικαστές θα πρέπει να εφαρμόζουν πρακτικές περισσότερο φιλικές προς το παιδί κυρίως στις συνεντεύξεις των παιδιών μαρτύρων. Θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας όσο το δυνατό περισσότερο η άμεση επαφή μεταξύ του ανήλικου θύματος και του δράστη. Για το λόγο αυτό τα Κράτη θα πρέπει να μελετήσουν τροπολογίες του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τους ώστε να επιτρέπεται μεταξύ των άλλων η βιντεοσκόπηση της μαρτυρίας του παιδιού και η παρουσίαση της βιντεοσκοπημένης μαρτυρίας στο δικαστήριο ως επίσημο αποδεικτικό μέσο.
  • Θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για να ελαχιστοποιηθούν οι καθυστερήσεις στην ποινική διαδικασία, προστατεύοντας την ιδιωτική ζωή των παιδιών θυμάτων και μαρτύρων και -όταν είναι αναγκαίο- διαβεβαιώνοντας την ασφάλειά τους από τον εκφοβισμό και την αντεκδίκηση.

Σημαντική εξέλιξη στο χώρο προστασίας των θυματοποιημένων παιδιών – μαρτύρων αποτέλεσε ο νόμος 3625/2007 (ΦΕΚ Α’ Τ. 290/24-12-2007) με αντικείμενο την «Κύρωση, εφαρμογή του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία, ο οποίος στην παράγραφο 4 του τρίτου άρθρου («Τροποποιήσεις – Προσθήκες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας») εισάγει στον Κ.Ποιν.Δ. μια νέα διάταξη (άρθρο 226Α) που αφορά τον τρόπο εξέτασης των ανηλίκων μαρτύρων- θυμάτων προσβολής προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας. Ειδικότερα προβλέπεται:

α) ο διορισμός ως πραγματογνώμονα, παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου και σε περίπτωση έλλειψής τους ο διορισμός ψυχολόγου ή ψυχιάτρου.

β η προετοιμασία του για την εξέταση του ανήλικου

γ) η συνεργασία του με τους προανακριτικούς και υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς

δ) η χρησιμοποίηση εκ μέρους του κατάλληλων διαγνωστικών μεθόδων για την εξέταση της αντιληπτικής ικανότητας και ψυχικής κατάστασής του παιδιού

ε) η καταγραφή των διαπιστώσεών του σε γραπτή έκθεση η οποία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας

στ) η έγγραφη καταχώρηση της κατάθεσης του ανηλίκου και την καταχώρησή της σε οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατό

ζ) η αντικατάσταση της φυσικής του παρουσίας στα επόμενα στάδια της διαδικασίας από την ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσής του

η) η εξέταση του ανηλίκου – μετά την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο- με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής ο οποίος διέταξε την εξέταση.

Ωστόσο μέχρι σήμερα οι προβλέψεις του έχουν μείνει γράμμα κενό καθώς χρόνια τώρα εκκρεμεί η έκδοση του προεδρικού διατάγματος για τον τρόπο εξέτασης των ανηλίκων θυμάτων (Θεμελή, 2011).

  1. Βασικές αρχές για την ανεύρεσης της αλήθειας και την προστασίας της ανηλικότητας κατά διαδικασία της προανάκρισης

Επισημαίνεται ότι μόνο κατά τη διάρκεια της προδικασίας το θύμα θα παρουσιαστεί κατά μέσο όρο 12 φορές από την αστυνομία για ερωτήσεις (Ceci & Bruck,1995). Oι επαγγελματίες ανάλογα με την προσέγγιση που θα ακολουθήσουν ενδέχεται να επηρεάσουν, να παραπλανήσουν, να υπονομεύσουν, να καθοδηγήσουν, να πληγώσουν. Ένα παιδί μπορεί να κληθεί να καταθέσει αναρίθμητες φορές στο αστυνομικό τμήμα, μπορεί να χρειαστεί να μιλήσει σε δεκάδες επαγγελματίες, μπορεί να περιμένει ακόμα και οκτώ χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσει η υπόθεσή του.

Η αποκάλυψη της κακοποίησης δεν είναι απλά μια παθητική πράξη αλλά μια δυναμική διαδικασία με επιμέρους στάδια / φάσεις (η μυστικότητα, η δημιουργία ενός αισθήματος ανημποριάς και αβοηθησίας, η παγίδευση και ο συμβιβασμός, η καθυστέρηση στην αποκάλυψη το περιεχόμενο της οποίας δεν είναι πάντα πειστικό και τέλος η ανάκληση των όσων τελικά ειπώθηκαν από το παιδί – θύμα) κατά την οποία ο ανήλικος προσπαθεί να μοιραστεί τα δεινά της θυματοποίησης τους (Summit, 1983).

Στην πλειονότητά τους τα ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης αποκρύπτουν την κακομεταχείριση την οποία έχουν υποστεί. Η διεθνής βιβλιογραφία αποδεικνύει ότι ένα μόνο μικρό ποσοστό όσων βιώνουν την τραυματική αυτή εμπειρία, αποφασίζει να μιλήσει (Berliner & Conte, 1995· Lamb & Edgar-Smith, 1994). Σύμφωνα με ερευνητικά αποτελέσματα το 30 με 80 τοις εκατό των παιδιών αρνείται να αποκαλύψει τη θυματοποίησή του μέχρι την ενηλικίωσή του (Arata, 1998· Paine & Hansen, 2002). Όλα τα ερευνητικά ευρήματα καταμαρτυρούν την υπέρμετρη δυσκολία που απαντούν τα θύματα στην προσπάθειά τους να μιλήσουν για ό,τι τους συνέβη (Cristiansen & Blake, 1990).

Αυτό καθιστά εξαιρετικά δυσχερές και το έργο των επαγγελματιών που θα μιλήσουν με το παιδί ιδίως στο στάδιο της προανακριτικής διαδικασίας. Παρατίθενται μερικά ερωτήματα προκειμένου να γίνει αντιληπτή η δυσκολία που εξ ορισμού ενέχει η δικανική εξέταση των ανηλίκων θυμάτων (Θεμελή, 2010):

  • Τι μπορεί να θυμηθεί ένα παιδί;
  • Πόσο ακριβής μπορεί να είναι η μνήμη του;
  • Πώς αντιλαμβάνεται τις μονάδες μέτρησης;
  • Πώς μπορεί να διερευνηθεί αν λέει την αλήθεια;
  • Ποια η γλωσσική του ανάπτυξη και αντίληψη σε σχέση με την ηλικία του;
  • Πώς θα προετοιμάσει ο επαγγελματίας τη δικανική συνέντευξη;
  • Ποιοι οι βασικοί κανόνες και η δεοντολογία που τη διέπουν;
  • Πώς αρχίζει η συνέντευξη;
  • Τι είδους ερωτήσεις προκαλούν δυσκολία στα παιδιά;
  • Τι πρέπει να ρωτήσει ο συνεντευκτής;
  • Πώς πρέπει να τεθεί η ερώτηση προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος να παρερμηνευτεί από τον ανήλικο;
  • Ποιες είναι οι ειδικότερες εκείνες ερωτήσεις που πρέπει να γίνουν προκειμένου να γίνει η αποκάλυψη της κακοποίησης;
  • Πώς ενθαρρύνεται ένα παιδί στο να μιλήσει;
  • Πώς ενθαρρύνεται ο ανήλικος ώστε να οδηγηθεί στην ελεύθερη αφήγηση των γεγονότων;
  • Τι πρέπει να κάνει ο συνεντευκτής όταν ο ανήλικος καταβάλλεται από υπέρμετρο άγχος και ξεσπάει σε λυγμούς;
  • Πότε χρησιμοποιούνται ερωτήσεις κλειστού τύπου και πότε αποφεύγονται;
  • Πόση ώρα μπορεί να εξετάζεται ο ανήλικος χωρίς διάλειμμα;
  • Μπορεί να παρεμβληθούν και άλλοι εξεταστές;
  • Πώς γνωρίζει πότε ολοκληρώνεται η εξέταση;
  • Τι λέει στο παιδί με την ολοκλήρωση της διαδικασίας;

Οι βασικότεροι κανόνες που απευθύνονται στους επαγγελματίες και αναφέρονται σε όλα τα πρωτόκολλα δικανικών εξετάσεων σεξουαλικά κακοποιημένων παιδιών θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής (Θεμελή, 2014):

  • Υπενθυμίστε στο παιδί ότι εσείς δε γνωρίζετε τι ακριβώς έχει συμβεί αφού δεν βρισκόσασταν εκεί όταν έλαβε χώρα το περιστατικό. Τονίστε του πως για να καταλάβετε τι ακριβώς έχει γίνει, χρειάζεστε τη βοήθειά του. Αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί καθώς μικρότερης συνήθως ηλικίας ανήλικοι τείνουν να πιστεύουν ότι οι ενήλικες γνωρίζουν τα πάντα
  • Υπογραμμίστε ότι πρέπει να πει μόνο ό,τι συνέβη πραγματικά, να μην κάνει υποθέσεις και να μην προσπαθεί να μαντέψει Είναι επίσης σημαντικό να ειπωθεί ότι δεν πρέπει να βιαστεί να αποκριθεί γιατί έτσι μπορεί να κάνει λάθη
  • Προετοιμάστε το ότι ενδέχεται να μην κατανοήσει κάποια ερώτηση και τονίστε ότι στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει αμέσως διευκρινήσεις. Το παιδί πρέπει να ξέρει ότι μπορεί να ζητήσει από τον εξεταστή να επαναλάβει την ερώτηση με πιο σαφή και κατανοητό τρόπο.
  • Προειδοποιήστε το ότι μερικές ερωτήσεις μπορεί να το δυσκολέψουν. Τονίστε ότι στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να αποφύγει να δώσει μια απάντηση απλά και μόνο γιατί έτσι πρέπει.
  • Δώστε του το θάρρος να σας διορθώσει εάν έχετε καταλάβει κάτι λανθασμένα, υπενθυμίζοντάς του ότι δεν ήσασταν παρών στο συμβάν.
  • Ενημερώστε το ότι δικαιούται να πει «δεν ξέρω» ή «δεν μπορώ να θυμηθώ».
  • Καθησυχάστε το ότι δεν υπάρχουν σωστές ή λάθος απαντήσεις και ότι δεν πρόκειται να το κατακρίνει κανείς για τα όσα πει.
  • Αποφεύγετε να επαναλαμβάνετε τις ερωτήσεις γιατί μπορεί να προκαλέσετε σύγχυση στο παιδί. Αν παραταύτα το κάνετε, ενημερώστε το για ποιο λόγο γίνεται αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να θεωρήσει ότι δεν απάντησε σωστά και τελικά να αλλάξει θέση».
  • Ενθαρρύνετε τον ανήλικο να μιλήσει για όσα έλαβαν χώρα με λεπτομέρειες και παράλληλα εμψυχώστε τον να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια. για να κάνει ότι καλύτερο μπορεί.

Για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος άρνησης της κατάθεσης, πρόκλησης ψυχικού τραύματος ή αλλοίωσης της μνήμης θα πρέπει να η συνέντευξη να ακολουθήσει και να σεβαστεί τις παρακάτω βασικές αρχές (Βruck & Ceci, 1995· Davies & Westcott, 1999· Sas at al., 1993· Θεμελή, 2006·).

– Χρήση γλώσσας που να λαμβάνει υπόψη την ηλικία του παιδιού.

– Χρήση παραδειγμάτων προκειμένου να διευκολυνθεί το παιδί στην κατανόηση

  της ερώτησης.

– Αποφυγή πολλαπλών καταθέσεων.

– Αποφυγή υποβολής καθοδηγητικών και παραπλανητικών ερωτήσεων.

– Αποφυγή επανάληψης ερωτήσεων που ήδη απαντήθηκαν.

– Ενθάρρυνση της ελεύθερης αφήγησης.

– Αποφυγή τεχνικών παρείσφρησης πληροφοριών στη μνήμη με στόχο την

 παραφθορά της.

– Aποφυγή αυστηρού τόνου και άκαμπτου ύφους εκ μέρους του συνεντευκτή.

Σχετικά με το περιεχόμενο των ερωτήσεων που απευθύνονται στον ανήλικο υπογραμμίζεται ότι οι ερωτήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το αναπτυξιακό στάδιο που βρίσκεται (Saywitz & Camparo, 1998· Θεμελή, 2011).

Ειδικότερα θα πρέπει:

α) να αποφεύγονται ερωτήσεις που περιέχουν μονάδες μέτρησης (ώρα, ηλικία, μήκος, βάρος, ύψος κ.λ.π) σε παιδιά που δεν έχουν μάθει ακόμα να μετράνε.

β) να λαμβάνεται υπόψη η ικανότητα του παιδιού να αιτιολογεί. Στην αιτιολόγηση καταστάσεων και γεγονότων τα παιδιά προσχολικής ηλικίας συχνά βασίζονται περισσότερο σε αυτό που βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια και λιγότερο σε ότι δεν είναι ορατό ή σε ότι πρέπει να υποτεθεί (Singer & Revenson, 1996). Όμοια ερωτήσεις που περιλαμβάνουν «υποθετικές αιτιολογήσεις» δεν μπορούν να κατανοηθούν από ανήλικους στους οποίους οι ανάλογες γνωστικές διαδικασίες είναι ακόμα υπό διαμόρφωση (Saywitz & Camparo, 1998).

γ) να γίνεται χρήση όρων των οποίων την εικόνα θα μπορεί να σχηματίσει ο ανήλικος στην ηλικία που βρίσκεται και να αποφεύγεται η χρήση ανακριβών και ασαφών λέξεων με «άγνωστο» (σε σχέση με τις γνώσεις του ερωτώμενου) περιεχόμενο. ‘Έτσι ένας ανήλικος κατανοεί καλύτερα την ερώτηση: «Πόσες φορές σε χτύπησε;» σε σχέση με την ερώτηση: «Πόσα συχνά σε κακοποιούσε;».

δ) να μη διαφεύγει στους επαγγελματίες ότι τα παιδιά έχουν ιδιαίτερη δυσκολία στο να δουν τα πράγματα υπό το πρίσμα των άλλων και να προβούν σε συμπεράσματα για τις προθέσεις, τις σκέψεις, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα αυτών.

Επιγραμματικά παραθέτουμε μερικά σημαντικά και χρήσιμα επιστημονικά συμπεράσματα (Θεμελή, 2014):

  • Οι γνωστικές λειτουργίες της αντίληψης, της προσοχής και της μνήμης, έχουν σημαντικούς υποκειμενικούς συντελεστές (Ceci & Bruck, 1993).. Το ίδιο ισχύει και για τους επιμέρους μηχανισμούς της αποθήκευσης και της ανάσυρσης των πληροφοριών (Williams & Hollan, 1981).
  • Οι περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης τόσο στη βραχυχρόνια όσο και στη μακροχρόνια μνήμη, το διάστημα συγκράτησης, ο τύπος ανάκλησης, ο αριθμός προσπαθειών ανάκλησης, οι μεταγενέστερες του γεγονότος παρεμβολές και οι καθοδηγητικές ερωτήσεις οδηγούν συχνά στην παραφθορά της μνήμης (Καπαρδής, 2003).
  • Οι πιθανότητες αλλοίωσης και παραφθοράς, αυξάνουν όταν η μνήμη είναι φτωχή σε αποθηκευμένα στοιχεία και όταν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που έλαβε χώρα το υπό εξέταση συμβάν (Pezdek & Hodge, 1999).
  • Τα τραυματικά συμβάντα στη ζωή ενός παιδιού οξύνουν την ακρίβεια της μνήμης (Steward & Steward, 1996) και αποθηκεύονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τα συνήθη καθημερινά φαινόμενα (Pipe et al., 2004).
  • Οι πιθανότητες παραποίησης της μνήμης με προσθήκη στοιχείων μεταγενέστερων του υπό έρευνα συμβάντος, είναι οι ίδιες τόσο για τους ανήλικους όσο και για τους ενήλικες (Ceci & Bruck, 1993).
  • Ο όγκος των πληροφοριών της ελεύθερης ανάκλησης των παιδιών μετά το ηλικιακό διάστημα 12 – 18 ετών, είναι τόσο ικανοποιητικός όσο και των ενηλίκων (Clifford, 1993).
  • Το άγχος τελεί σε αιτιώδη σχέση με τον κίνδυνο παραποίησης της μνήμης και της λανθασμένης ανάσυρσης των ζητούμενων πληροφοριών (Tedesco & Schnell, 1987).
  • Τα παιδιά συγκρινόμενα με του ενήλικες παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα φόβου και άγχους τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία (Tedesco & Schnell, 1987).
  • Τα παιδιά συγκρινόμενα με τους ενήλικες παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα φόβου και το άγχους από την παρουσία του δράστη στην ακροαματική διαδικασία (Βussey, Lee & Grimbeck, 1993).
  • Tα παιδιά συγκρινόμενα με τους ενήλικες είναι πιο ευάλωτα στις καθοδηγητικές ερωτήσεις (Ceci & Leichtman, 1992).
  • Τα παιδιά συγκρινόμενα με τους ενήλικες παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα στην κατανόηση των ερωτήσεων από την ακατάλληλη χρήση της «νομικής» γλώσσας. Έρευνες έδειξαν ότι ανήλικοι μέχρι 15 ετών δεν κατανοούν περίπου τα μισά από όσα λέγονται (Brennan & Brennan, 1988).
  • Τα παιδιά σχολικής ηλικίας φαίνεται να αποκαλύπτουν την παραβίαση που υπέστησαν με μεγαλύτερη σαφήνεια και αξιοπιστία (DiPietro, Runynan & Fredrickson, 1997).
  • Σε σχέση με τα μεγαλύτερα παιδιά, η ανάκληση ενθυμήσεων των παιδιών προσχολικής ηλικίας δεν είναι τόσο λεπτομερής (Fivush, 1993).
  • Οι ανήλικοι κάνουν λιγότερα «λάθη στον έλεγχο της πηγής πληροφόρησης» όταν χρησιμοποιούν την ελεύθερη ανάκληση παρά όταν ερωτώνται με συγκεκριμένες ερωτήσεις (Roberts & Powell, 2001).

Οι επαγγελματίες που θα εμπλακούν στην εξέταση των ισχυρισμών του ανηλίκου δε θα μπορέσουν να επιλέξουν και να εφαρμόσουν ορθά και αποτελεσματικά τα μεθοδολογικά τους εργαλεία εάν δεν έχουν κάποιες απαραίτητες γνώσεις αφενός μεν ζητημάτων αναπτυξιακής ψυχολογίας αφετέρου δε ειδικότερων θεμάτων λειτουργίας βασικών γνωστικών μηχανισμών (προσοχής, αντίληψης, μνήμης κ.λ.π).

Ένας καλός προανακριτικός υπάλληλος θα πρέπει κυρίως να έχει αναπτυγμένη την ικανότητα της ενσυναίσθησης, την ικανότητα αλληλεπίδρασης με τα παιδιά και επίδειξης ευαισθησίας στις ανάγκες τους και την ικανότητα ευελιξίας στη χρήση διαφορετικού τύπου προσεγγίσεων (Θεμελή, 2014). Πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη του την ωριμότητά του, την ηλικία του, τις ιδιαιτερότητές του, το είδος της παραβίασης, το πολιτισμικό του πλαίσιο και τα χαρακτηριστικά της υπόθεσης (Θεμελή, 2010, 2008). Ο ικανός συνεντευκτής προσαρμόζει τις ερωτήσεις με γνώμονα το ηλικιακό στάδιο και το γνωστικό επίπεδο του παιδιού. Η ερμηνεία των απαντήσεων γίνεται και πάλι από την αναπτυξιακή σκοπιά (Saywitz, 1998). Η επίδειξη εμπιστοσύνης στην ικανότητα ενός παιδιού να αφηγηθεί μία ιστορία είναι επίσης σημαντική καθώς συχνά υπάρχει μια τάση υποτίμησης της αφηγηματικής ικανότητας των ανηλίκων και του αξιόπιστου χαρακτήρα των ισχυρισμών τους (Snow & Powell, 2007). Επίσης o καλός επαγγελματίας αφήνει τον ανήλικο να καθορίσει το ρυθμό της συνέντευξης και όχι το αντίθετο, δίνει όσο χρόνο χρειάζεται, δε βιάζεται και δεν ασκεί πίεση (Wilson & Powell, 2001). Πάνω απ΄ όλα πρέπει να έχει πάντα ως γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, την προστασία των δικαιωμάτων του και την αποφυγή της δευτερογενούς θυματοποίησής του.

Επίλογος

Πλήθος ερευνητών υπογραμμίζουν τα αρνητικά αποτελέσματα που μπορεί να συνεπάγεται η υιοθέτηση υποβλητικών και αναξιόπιστων μεθόδων όπως για παράδειγμα η χρήση καθοδηγητικών ερωτήσεων, η επανάληψη συνεντεύξεων με μεγάλη συχνότητα σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα από διαφορετικά και με ελάχιστη ειδική εκπαίδευση άτομα. H κακή χρήση των τεχνικών και των μεθοδολογικών εργαλείων μπορεί να οδηγήσει στην εκμαίευση αναληθών ισχυρισμών, την παραφθορά της μνήμης, τη δημιουργία υπέρμετρου άγχους στο θύμα και την οικογένειά του, τη μείωση της αξιοπιστίας της κατάθεσης του ανήλικου κατά την προδικασία και την ακροαματική διαδικασία, τη μείωση πιθανότητας καταδίκης του δράστη, την άσκοπη επανάληψη ψυχοφθόρων και πολυδάπανων διαδικασιών, κ.ά. Κυρίως όμως θα οδηγήσει στον επανατραυματισμό του θύματος. Τα ίδια τα παιδιά ομολογούν ότι δε θα είχαν αποκαλύψει ποτέ τη σεξουαλική τους παραβίαση εάν γνώριζαν τι θα ακολουθούσε.

Συμπερασματικά μπορεί να υπογραμμιστεί ότι κατά τη διάρκεια της προανακριτικής διαδικασίας η ιδιότητα της ανηλικότητας υποχωρεί έναντι εκείνης του μάρτυρα, με αποτέλεσμα ο ανήλικος να εξετάζεται ως ενήλικας μιας που η όλη διαδικασία είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες των ενηλίκων αγνοώντας εκείνες των παιδιών.

Το αίτημα για τη σύνταξη ενός πρωτόκολλου-κώδικα δεοντολογίας εξέτασης κακοποιημένων παιδιών προβάλλει για την ελληνική έννομη τάξη επιτακτικότερα από ποτέ. Διαφορετικά ακυρώνονται όχι μόνο οι επιταγές του σχετικά πρόσφατου νόμου (Ν. 3625/2007), αλλά κυρίως εκείνες της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ΔΣΔΠ) που η χώρα μας έχει επικυρώσει με τον Ν. 2101/1992. Διαφορετικά οι ανήλικοι θα εξακολουθούν να συνθλίβονται όταν εμπλέκονται στη μηχανή του ποινικού μηχανισμού ως θύματα, παραπέμποντας περισσότερο σε μια παράτυπη καφκική διαδικασία «των πενήντα αποχρώσεων του μαύρου», παρά σε μια δικαιοταξία ενός Κράτους Δικαίου.

 

Βιβλιογραφία

Arata, C. M. (1998). To tell or not to tell: current functioning of child sexual abuse survivors who disclosed their victimizations. Child Maltreatment, 3: 63-71.

Berliner, L. & Conte, J. R. (1995). The effects of disclosure and intervention on sexually abused children. Child abuse & Neglect, 19, 371-384.

Brennan, Μ., & Brennan, R. (1988). Strange language: Child victim witnesses under cross examination. Wagga Wagga: CSU Literacy Studies Network.

Bruck, M., Melnyk, L., & Ceci, S. J. (2000). Draw it again Sam: The effect of drawing in children’s suggestibility and source monitoring ability. Journal of Experimental Child Psychology, 77, 169 – 196.

Bussey, K., Lee, K. & Grimbeek, E. J. (1993). Lies and secrets: implication for children’s reporting of sexual abuse. In G. S. Goodman and B. L. Bottoms (Eds.), Child Victims, Child Witnesses: Understanding and Improving Testimony (pp.147-168). New York: The Guilford Press.

Ceci, S. J., & Bruck, M. (1995). Jeopardy in the courtroom: A scientific analysis of children’s memory. Washington, DC: American Psychological Association.

Ceci, S. J., & Bruck, M. (1993). Suggestibility of the child witness: A historical review and synthesis. Psychological Bulletin, 113, 403-439.

Ceci, S. J., & Leichtman, M. (1992). Group distortion effects in preschoolers’      reports. In D.Peters (chair), Issues Related to the Witness Child. Symposium          presented at the American Psychology and Law biennial Meeting, SAN Diego, CA.

Clifford, B. R. (1993). Witnessing: a comparison of adults and children. Issues in Criminological and Legal Psychology, 20: 15-21.

Cristiansen, J. R., & Blake, R.H (1990). The grooming process in father – daughter incest. Ιn: A. L. Horton, B. L. Jhonson, L. M. Roudney and D. Williams (Eds.), The incest perpetrator: a family member no one wants treat (pp. 88-98). Newbury Park, CA: Sage Publications.

Davies, G. M., Westcott, L. H., (1999), Interviewing Child Witnesses under the Memorandum of Good Practice: A research review, Policing and Reducing Crime Unit: Police Research Series, Paper 115, London.

DiPietro, E. K., Runynan, D. K. and Fredrickson, D.D. (1997). Predictors of disclosure during medical evaluation for suspected sexual abuse. Journal of Child Sexual Abuse, 6, 133-142.

Fivush, R. (1993). Developmental Perspective on autobiographical recall. In G. S. Goodman, & B. L. Bottoms (Eds.), Child victims, child witnesses: Understanding and Improving testimony (pp. 1-24). New York: Guilford Press.

Καπαρδής, Α. (2004). Ψυχολογία και Δίκαιο. Αθήνα: Εκδόσεις Μεσόγειος.

Lamb, S. & Edgar-Smith, S. (1994). Aspects of disclosure: Mediators of outcome childhood sexual abuse. Journal of Interpersonal Violence, 9, 307- 326.

Paine, M. L. & Hansen, D. (2002). Factors influencing children to self – disclose sexual abuse. Clinical Psychology Review, 22, 271-295.

Pezdek, K. & Hodge, D. (1999). Planting false childhood memories in children: The role of event plausibility. Child Development, 70: 887-895.

Pipe, M. E., Lamb, M. E., Orbach, Y., Phillip, W. E. (2004). Recent research on children’s testimony about experienced and witnessed events. Developmental Review, 24: 440-468.

Roberts, K. P. & Powell, M. B. (2001). Describing individual incidents of sexual abuse: A review on the effects of multiple sources of information on children’s reports. Child Abuse and Neglect, 25: 1643-1659.

Sas, L. D., Hurley, P., Hatch, A., Malla, S., & Dick, T. (1993). Three Years After the Verdict: A Longitudinal Study of the Social and Psychological Adjustment of Child Witnesses Referred to the Child Witness Project, London, Ontario: Child Witness Project, London Family Court Clinic Inc.

Saywitz, K. J., & Camparo, L. (1998). Interviewing child witnesses: A developmental perspective. Child Abuse and Neglect, 22(8): 825-843.

Saywitz, K. J., & Nathanson, R. (1993). Children’s testimony and their perceptions of stress in and out of the courtroom. Child Abuse & Neglect, 17(5), 613-622.

Singer, D., & Revenson, T. (1996). A Piaget primer: How a child thinks (rev. ed.). New York: Plume/ Penguin.

Snow, P. C,. & Powell, M.B.(2007).Getting the story in forensic interviews with child witnesses: applying a story grammar framework. Canberra: Criminology Research Council.

Steward, M. S. & Steward, D. S. (1996). Interviewing young children about body touch and handing. Monographs of the Society for Research in Child   Development, 61(4/5) – serial number 248.

Summit, R. C. (1983). The sexual abuse accommodation syndrome. Child abuse and Neglect, 7, 177-193.

Tedesco, J. F., & Schnell, S. T. (1987). Children’s reaction to sex abuse investigation and litigation. Child Abuse and Neglect, 11, 267-272.

Θεμελή, Ό. (2014). Τα παιδία καταθέτει. Η δικανική εξέταση ανηλίκων μαρτύρων, θυμάτων σεξουαλικής κακοποίηση. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος (ISBN 978-960-499-108-2).

Θεμελή, Ό. (2011). Τεχνικές δικανικών συνεντεύξεων με κακοποιημένα παιδιά και ανήλικους μάρτυρες. Στο Ο. Γιωτάκος, Μ. Τσιλιάκου και Α. Τσίτσικα (επιμ.), Κακοποίηση Παιδιού και Εφήβου: Ανίχνευση, Αντιμετώπιση και Πρόληψη (σ. 431-444). Aθήνα: Εκδόσεις Αρχιπέλαγος.

Θεμελή, Ό. (2010). Όταν τα παιδία καταθέτει: Η δικανική εξέταση των ισχυρισμών των ανηλίκων μαρτύρων-θυμάτων. Στον Τιμητικό τόμο για τον καθηγητή εγκληματολογίας Σ. Αλεξιάδη. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.

Θεμελή, Ό. (2008). Η προστασία της ανηλικότητας: Βασικές αρχές συνέντευξης με κακοποιημένα παιδιά, στο Ο. Γιωτάκος και Μ. Τσιλιάκου (επιμ.). Ο κύκλος της κακοποίησης (σ. 107-126). Αθήνα: Εκδόσεις Αρχιπέλαγος.

Williams, M. D. & Hollan, J. D. (1981). The process of retrieval from very long -term memory. Cognitive Science, 5: 87-11.

Wilson, C. & Powell, M. (2001). A Guide to Interviewing Children: Essential skills for counselors, police, lawyers and social workers. London: Routledge.

* Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εγκληματολογικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης.