Έφεση κατά βουλεύματος και επιτάχυνση της ποινικής δίκης κατά ανηλίκων

ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

 Έφεση κατά βουλεύματος και επιτάχυνση της ποινικής δίκης κατά ανηλίκων –

Μια συγκριτική θεώρηση

Ουρανία Κυριακοπούλου*

„Nor is danger ever so likely in judgments as when the process is hurried.”[1]

 

Με τον Νόμο 4322/2015 τροποποιήθηκε, μετά από επίμονες επιστημονικές προσπάθειες, το άρθρο 478 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά τρόπο ώστε να επιτρέπεται πλέον η έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών στον ανήλικο που παραπέμπεται για έγκλημα που αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα.

Η προβληματική που είχε δημιουργηθεί αφορούσε τη στέρηση του δικαιώματος έφεσης κατά βουλεύματος που παραπέμπει ανήλικο, παρ’ όλο που αυτό επιτρεπόταν στους ενηλίκους που παραπέμπονται για κακούργημα, αφού ο ανήλικος τελεί κατά πλάσμα δικαίου μόνο «πλημμέλημα“ και κατά το γράμμα του νόμου (άρθρο 18 εδ. β΄ ΠΚ) ποτέ κακούργημα.

Κατά την ιστορική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 18 εδ. β΄ ΠΚ αυτή θεσπίστηκε για να εξαιρέσει τα «κακουργήματα“ των ανηλίκων από την δικαιοδοσία των Ορκωτών Δικαστηρίων, θεσμός που κρίθηκε „ολέθριος και απηρχαιωμένος“[2]. Ο νομοθέτης κατέφυγε σε αυτήν τη λύση αφού το Σύνταγμα του 1951 δεν επέτρεπε να μην δικάζονται τα κακουργήματα των εφήβων από τα ορκωτά δικαστήρια (βλ. ά. 96 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος). Η διάταξη θεσπίστηκε επομένως προς το συμφέρον των ανηλίκων και με γνώμονα τον παιδαγωγικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα του Ποινικού Δικαίου των Ανηλίκων, οδήγησε όμως σε πολλές περιπτώσεις σε δυσμενή μεταχείρισή τους λόγω του κατά πλάσμα πλημμεληματικού χαρακτήρα των εγκλημάτων τους[3].

Επομένως, βάσει αυτού του πλημμεληματικού χαρακτήρα των „κακουργημάτων“ ανηλίκων αυτοί στερούνταν κατά πάγια νομολογία[4] το δικαίωμα έφεσης κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων, αφού κατά το γράμμα του άρθρου 478 ΚΠΔ πριν την τροποποίηση „το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρεπόταν στον κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα“.

Η δυσμενέστερη δικονομική θέση του ανήλικου κατηγορουμένου σε σχέση με τους ενηλίκους σε αυτό το δικονομικό στάδιο ήταν πριν την τροποποίηση του άρθρου 478 ΚΠΔ σαφής.

Στο ημεδαπό μικτό μοντέλο του Ποινικού Δικαίου των Ανηλίκων (πρότυπο πρόνοιας συνδυασμένο με πρότυπο δικαιοσύνης) η δυσμενέστερη μεταχείριση του ανήλικου κατηγορουμένου από τον ενήλικο κατηγορούμενο και η στέρηση δικονομικών του δικαιωμάτων δεν μπορούσε να γίνει ανεκτή. Τα δικονομικά δικαιώματα του (ανήλικου) κατηγορουμένου και συγκεκριμένα το δικαίωμα ακρόασης και η ισότητα ενώπιον του νόμου είναι εξάλλου συνταγματικά κατοχυρωμένα (ά. 20 παρ. 1 και ά. 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Επιπλέον η Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού (ά. 40 παρ. 2 περίπτωση β΄ στοιχ. V) δίνει το δικαίωμα σε κάθε παιδί ύποπτο ή κατηγορούμενο για παράβαση του ποινικού νόμου, να μπορεί να προσφύγει κατά απόφασης και κατά οποιουδήποτε μέτρου […] ενώπιον μιας ανώτερης αρμόδιας, ανεξάρτητης και αμερόληπτης αρχής ή δικαστικού σώματος, σύμφωνα με το νόμο.[5]

Παρ’ όλα αυτά το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων στην ποινική δίκη περιορίζεται από την αρχή της διεξαγωγής της ποινικής δίκης εντός λογικής προθεσμίας ή άλλως την αρχή της επιτάχυνσης της ποινικής δίκης (ά. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, ά. 5 παρ. 1 και ά. 87 παρ. 2 του Συντάγματος), που στο Δίκαιο των Ανηλίκων έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο ανήλικος κατηγορούμενος έχει ιδιαίτερο συμφέρον να περατωθεί η ποινική δίκη το συντομότερο δυνατό, καθώς οι στιγματιστικές της συνέπειες είναι σαφείς. Οι ανήλικοι διανύουν ένα ηλικιακό στάδιο στο οποίο κάνουν σχέδια και προγραμματίζουν το μέλλον τους, πράγμα που παρεμποδίζεται από μια μακρά αβέβαιη ποινική δίκη. Εξάλλου σε περίπτωση επιβολής ποινής αυτή είναι σκόπιμο να επιβληθεί άμεσα μετά την τέλεση της πράξης, ώστε να γίνει αντιληπτή ως άμεση συνέπειά της και τιμωρία αυτής από τον ανήλικο. Εάν η τιμωρία δεν ακολουθήσει άμεσα την τελεσθείσα πράξη δεν έχει τις επιθυμητές στο Δίκαιο Ανηλίκων συνέπειες διαπαιδαγώγησης. Εκτός αυτού μέσω της γρήγορης διεξαγωγής της ποινικής δίκης ελαφρύνεται ο φόρτος εργασίας των δικαστηρίων.

Ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων είναι άμεση συνέπεια της προσπάθειας επιτάχυνσης της ποινικής δίκης και έχει ήδη ρυθμιστεί με αυτόν το σκοπό από τον έλληνα νομοθέτη. Για παράδειγμα με τον Νόμο 3904/2010 καταργήθηκε το δικαίωμα αναίρεσης βουλευμάτων του κατηγορουμένου (βλ. το ήδη καταργημένο ά. 482 ΚΠΔ) και συρρικνώθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά βουλεύματος (με την πρόβλεψη δύο μόνο λόγων εφέσεως, ά. 478 εδ. 1 ΚΠΔ) για λόγους επιτάχυνσης της ποινικής δίκης.[6]

Αντιθέτως ο νόμος 4322/2015 διεύρυνε για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων από την ανήλικο κατηγορούμενο, χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στο κατά πόσο η διεύρυνση αυτή επιβραδύνει ίσως την ποινική διαδικασία κατά τρόπο που να αντίκειται στην αρχή της εύλογης διάρκειας της ποινικής δίκης και στην ιδιαίτερη ανάγκη επιτάχυνσης αυτής όταν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος.

Μια συγκριτική θεώρηση ανάλογης ρύθμισης του γερμανικού δικαίου θα οδηγούσε επί του προκειμένου σε αντίθετες ρυθμίσεις.

Ο γερμανός νομοθέτης περιορίζει το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης των ποινικών δικαστηρίων ανηλίκων (καθώς στο γερμανικό ποινικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπονται καθόλου ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων) κατά δύο τρόπους. Αποφάσεις που επιβάλλουν μόνο αναμορφωτικά μέτρα ή μέτρα οιονεί τιμωρητικά (δηλαδή όχι ποινή περιορισμού σε κατάστημα κράτησης) δεν μπορούν να προσβληθούν με σκοπό την αντικατάσταση του επιβληθέντος μέτρου με άλλο ή την μείωση της διάρκειας του μέτρου. Εδώ κυριαρχεί η άποψη που θέλει να ενισχύσει το κύρος του δικαστή πρώτου βαθμού και της απόφασής του που έχει άμεση παιδαγωγική επίδραση στον ανήλικο. Ο περιορισμός δεν ισχύει για την προσβολή με ένδικα μέσα της απόφασης όσον αφορά την ενοχή. Επίσης ο κάθε δικαιούχος άσκησης ένδικου μέσου (ο καταδικασθείς, οι έχοντες την επιμέλεια του ανηλίκου, ο εισαγγελέας) δικαιούται να ασκήσει μόνο ένα ένδικο μέσο κατά της απόφασης, δηλαδή έφεση ή αναίρεση.

Ο διπλός αυτός περιορισμός των ενδίκων μέσων στο γερμανικό Ποινικό Δίκαιο Ανηλίκων δικαιολογείται τόσο λόγω της επιτάχυνσης της ποινικής δίκης, ώστε να περιοριστούν χρονικά οι βλαβερές στιγματιστικές της συνέπειες για τον ανήλικο, όσο και γενικά για λόγους οικονομίας της δίκης.

Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverfassungsgericht) έκρινε ότι ο περιορισμός των ενδίκων μέσων για τους ανηλίκους δεν αντίκειται στο άρθρο 3 παρ. 1 του γερμανικού Συντάγματος (αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου)[7]. Η διαφορετική μεταχείριση ενηλίκων και ανηλίκων δικαιολογήθηκε από την αρχή και την ανάγκη διαπαιδαγώγησης, που διαφοροποιεί το Ποινικό Δίκαιο Ανηλίκων από αυτό που ισχύει  για τους ενήλικες. Το προνοιακό μοντέλο επιτάσσει κατά το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο την επιτάχυνση της διαδικασίας. Ούτως ή άλλως το κράτος επιτηρεί κατά συνταγματική επιταγή (ά. 6 παρ. 2 εδ. 2 του γερμανικού Συντάγματος) την ανατροφή και φροντίδα των παιδιών, που είναι – θεωρητικά τουλάχιστον – και ο σκοπός του Ποινικού Δικαίου των Ανηλίκων και των ποινών του.

Βάσει αυτής της απόφασης πάντως δικαιολογούνται και δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας περιορισμοί του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων αποκλειστικά για λόγους προνοιακούς, δηλαδή παιδαγωγικούς, και όχι για λόγους εξυπηρέτησης της οικονομίας της δίκης ή της ελάφρυνσης της εργασίας των δικαστηρίων.

Η διάταξη αυτή του γερμανικού δικαίου (κυρίως όσον αφορά τον περιορισμό της άσκησης έφεσης ή αναίρεσης, με τη μία να αποκλείει την άλλη) έχει επικριθεί στη θεωρία και έχει προταθεί η κατάργησή της. Έχει διαπιστωθεί επ’ αυτού μια „τεταμένη ισορροπία“[8] ανάμεσα στην αρχή της επιτάχυνσης της δίκης, που επιτάσσεται από το παιδαγωγικό μοντέλο του Ποινικού Δικαίου των Ανηλίκων, και στην ποινικοδικονομική έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου. Παρ’ όλα αυτά δεν έχει επέλθει καμία τροποποίηση της διάταξης αυτής. Σε κάθε περίπτωση προτείνεται γενικά η συσταλτική της ερμηνεία.

Οι ρυθμίσεις λοιπόν του γερμανικού Ποινικού Δικαίου Ανηλίκων διαφοροποιούνται από τις ρυθμίσεις και τις τάσεις γενικά που διαπιστώνονται τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό Ποινικό Δίκαιο Ανηλίκων. Ο έλληνας νομοθέτης διεύρυνε με τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων από τους ανήλικους (Ν. 3189/2003: προϋπόθεση για την άσκηση έφεσης πλέον η επιβολή οποιασδήποτε διάρκειας ποινικού σωφρονισμού, Ν. 3904/2010: δικαίωμα έφεσης κατά απόφασης που επιβάλλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, Ν. 4322/2015: έφεση κατά της απόφασης του μονομελούς ή τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία ο ανήλικος που κατά την τέλεση της πράξης είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος, δικάστηκε όμως μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του, καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας και δικαίωμα έφεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών στον ανήλικο που παραπέμπεται για έγκλημα που αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα). Η διεύρυνση αυτή στόχευσε στην απάλειψη της δυσμενούς άνισης μεταχείρισης των ανηλίκων σε σχέση με τους ενηλίκους, αφού οι πρώτοι στερούνταν δικονομικά δικαιώματα που ίσχυαν για τους δεύτερους σε αντίστοιχο ποινικοδικονομικό στάδιο.

Παρ’ όλα αυτά τον έλληνα νομοθέτη δεν φαίνεται να απασχόλησαν επαρκώς οι συνέπειες αυτής της διεύρυνσης του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων – και μάλιστα στο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων – στην εύλογη διάρκεια της ποινικής δίκης. Αντίθετα η επιτάχυνση της ποινικής δίκης τον απασχόλησε σε άλλες ρυθμίσεις (π.χ. το ήδη καταργημένο ά. 482 ΚΠΔ, ά. 478 εδ. 1 ΚΠΔ) με αναφορές στην ΕΣΔΑ και στο ΔΣΑΠΔ και στο 14ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που προωθούν την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών, ιδιαίτερα εκείνο της διεξαγωγής της ποινικής δίκης εντός λογικής προθεσμίας και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.[9] Η βραδύτητα του ρυθμού απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στη χώρα μας απασχολεί λοιπόν τον έλληνα νομοθέτη, αλλά και όλους τους παράγοντες της ποινικής δίκης και το αίτημα για την επιτάχυνση της ποινικής δίκης είναι καθολικό.

Επομένως διαφαίνεται μια αντιφατική συμπεριφορά του έλληνα νομοθέτη που από τη μια περιορίζει τις δυνατότητες άσκησης ενδίκων μέσων της ποινικής διαδικασίας και από την άλλη τις διευρύνει στο Ποινικό Δίκαιο των Ανηλίκων, και με τον τρόπο αυτό επιβραδύνει την ποινική δίκη κατά ανηλίκων. Η αντίφαση αυτή επισημαίνεται χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται η δικαιική σημασία της νέας διάταξης του άρθρου 478 υπό το πρίσμα του Συντάγματος και της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού.

Παρά την αναγκαιότητα της διάταξης, ώστε να απαλειφθεί η δυσμενής ποινικοδικονομική μεταχείριση των ανηλίκων σε σχέση με τους ενήλικες, πρέπει να σημειωθεί ότι ιδίως σε εποχές κρατικής οικονομικής δυσχέρειας και έλλειψης επαρκούς αριθμού ειδικευμένων επαγγελματιών (αστυνομικών, εισαγγελέων, δικαστών, δικηγόρων, κοινωνικών λειτουργών) που εμπλέκονται στο σύστημα δικαιοσύνης για ανήλικους δράστες, μπορούν ίσως να φανούν χρήσιμοι θεσμικοί μηχανισμοί επιτάχυνσης της ποινικής δίκης κατά ανηλίκων, όπως ο περιορισμός των ενδίκων μέσων. Η συρρίκνωση των ενδίκων μέσων οδηγεί από μόνη της σε επιτάχυνση της ποινικής δίκης, σκοπός εξίσου σημαντικός, που επιτάσσεται μάλιστα και από την ΕΣΔΑ και το Σύνταγμα, με την εξασφάλιση της ισότητας ενώπιον του νόμου.

Απομένει στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 478 τελευταίο εδάφιο ΚΠΔ στην πράξη να αποδειχθεί εάν η καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας μέσω της άσκησης έφεσης από τον ανήλικο κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει για «κακούργημα“ αποβεί σε βάρος του, τόσο ώστε να αντίκειται στο προνοιακό μοντέλο, που ισχύει και στο ημεδαπό Δίκαιο Ανηλίκων, και σε αυξημένης τυπικής ισχύος επιταγές.

* Δικηγόρος (Βερολίνo), LLM.

  1. Sir John Fortescue, De laudibus legum angliae (c. 1470), σε J. R. Spencer, Introduction, σε M. Delmas-Marty/ J. R. Spencer (eds.), European Criminal Procedures, 2005, σ. 35.
  2. Ι. Ζαγκαρόλας, ΠοινΧρον ΙΑ’, 1961, 231, Ν. Κουράκης, Δίκαιο Παραβατικών Ανηλίκων, 2012, 561, υποσημείωση 109.
  3. Βλ. Λ. Μαργαρίτης, Ποινική Δικαιοσύνη 4/ 2006, 443 – 448, 5/ 2006, 588 – 594, 6/ 2006, 759 – 767.
  4. Βλ. ΣυμβΑΠ 9/1961, ΠοινΧρον 1961, 208, ΣυμβΑΠ 1910/1983, ΠοινΧρον 1984, 668; ΣυμβΑΠ 526/1988, ΠοινΧρον 1988, 695, ΑΠ 829/2000, ΠοινΧρον 2001, 138, Εφετείο Αθηνών 965/1752, ΠοινΧρον 1952, 517, Εφετείο Αθηνών 246/1954, ΠοινΧρον 1954, 241, Εφετείο Αθηνών 175/1962, ΠοινΧρον 1962, 239, Εφετείο Αθηνών 561/1988, ΠοινΧρον 1989, 408.
  5. Βλ. και την Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Μεταρρυθμίσεις ποινικών διaτάξεων, κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ’ τύπου και άλλες διατάξεις“, άρ. 3.
  6. Βλ. Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου „Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης“, σ. 7, http://www.ministryofjustice.gr/site/ LinkClick.aspx?fileticket=F_jk6HaVRFg%3d&tabid=132.
  7. BVerfG, NStZ 88, 34.
  8. U. Eisenberg, JGG, 2014, § 55 Rn. 37.
  9. Βλ. Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου „Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης“, http://www.ministryofjustice.gr/site/ LinkClick.aspx?fileticket=F_jk6HaVRFg%3d&tabid=132.