Η οικονομική κρίση και το έγκλημα της λαθρανασκαφής

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΒΡΕΛΛΗΣ

 Η οικονομική κρίση και

το έγκλημα της λαθρανασκαφής

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΒΡΕΛΛΗΣ*

Ι. Εισαγωγή

Η λαθρανασκαφή ή παράνομη (χωρίς προηγούμενη άδεια) ανασκαφή αποτελεί την κύρια πηγή εφοδιασμού της διεθνούς αγοράς με αρχαιολογικά αντικείμενα[1] και τον μεγαλύτερο ίσως από τους κινδύνους που απειλούν την πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού και της ανθρωπότητας ολόκληρης. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο γιατί με τον τρόπο που επιχειρείται η λαθρανασκαφή[2] καταστρέφονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο τα συγκεκριμένα αφαιρούμενα αντικείμενα όσο και τα εναπομένοντα τμήματα του αρχαίου μνημείου, αλλά κυρίως διότι χάνονται οριστικά, χωρίς δυνατότητα ανακτήσεως, όλες οι σημαντικές αρχαιολογικές και ιστορικές πληροφορίες που συνδέονται με την προέλευση των αντικειμένων[3]. Καθίσταται έτσι προφανής η αυξημένη ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος στην προκειμένη περίπτωση.

ΙΙ. Η ποινική αντιμετώπιση της λαθρανασκαφής στο ελληνικό δίκαιο

  1. Η προγενέστερη νομοθεσία

Ο παλαιότερος κωδικοποιημένος ν. 5351/1932 «περί αρχαιοτήτων» όριζε (άρθρο 46), ότι «ο άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργείου [Πολιτισμού] και ειδοποιήσεως της αρμοδίας αρχαιολογικής Αρχής ενεργών ανασκαφάς εν ιδίω ή αλλοτρίω κτήματι προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων τιμωρείται διά φυλακίσεως 1 μηνός έως 2 ετών και χρηματικής ποινής 1000-10.000 δραχμών. –Ο επί τη πράξει ταύτη καταδικασθείς εις φυλάκισιν πλέον των δύο μηνών εκπίπτει αυτοδικαίως και πάντων των εν άρθρω 21 Π.Νόμου [ήδη άρθρων 59-65 ΠοινΚ] αναγραφομένων δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων [αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων] επί πενταετίαν, εάν μη βραχύτερος χρόνος ορίζεται εν τη αποφάσει, όστις όμως δεν δύναται να είναι κατώτερος των έξ μηνών. […]».

  1. Ο ν. 3028/2002

Ο ν. 3028/2002 για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, στο 9ο Κεφάλαιο (ποινικές διατάξεις, άρθρα 53 επ.), μεταξύ των διαφόρων ποινικά κολασίμων πράξεων που θίγουν τα πολιτιστικά αγαθά, όπως είναι π.χ. η παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών, η κλοπή, η υπεξαίρεση, η παράνομη εμπορία ή η φθορά τους, προβλέπει και τιμωρεί την λαθρανασκαφή (άρθρο 61, «παράνομη ανασκαφή ή άλλη αρχαιολογική έρευνα»).

Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, «1. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών. -2. Αν οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τελέσθηκαν μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους ή αν ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια[4], επιβάλλεται κάθειρξη [δηλ. και ισόβια]. -3. Όποιος χωρίς προηγούμενη άδεια διενεργεί άλλης μορφής παράνομη αρχαιολογική έρευνα με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Αν ο δράστης διαπράττει την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών»[5].

Μερικές σύντομες παρατηρήσεις φαίνονται χρήσιμες:

(α) Το άρθρο 61 διακρίνει μεταξύ αφ’ ενός παράνομης ανασκαφής, την οποία τιμωρεί με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ή, αν η πράξη τελέσθηκε μέσα σε αρχαιολογικό χώρο ή ο υπαίτιος τις επιχειρεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, με κάθειρξη (§§ 1-2) και αφ’ ετέρου «άλλης μορφής παράνομη[ς] αρχαιολογική[ς] έρευνα[ς] με σκοπό την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων», την οποία τιμωρεί κατ’ αρχήν με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μόνον δε αν ο δράστης διαπράττει την τελευταία αυτή πράξη κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.

Οι έννοιες της ανασκαφής και της άλλης αρχαιολογικής έρευνας δεν προσδιορίζονται από την άνω διάταξη. Ερμηνευτικά όμως η έννοια της ανασκαφής από μια πλευρά διευρύνεται, όταν στην έννοιά της εμπίπτει, όπως είχε γίνει δεκτό ήδη υπό την παλαιά νομοθεσία «και πάσα ενέργεια ερεύνης εν τω πυθμένι της θαλάσσης προς ανεύρεσιν αρχαιοτήτων»[6], ενώ από άλλη πλευρά συστέλλεται, όταν εκτιμάται ότι η εννοιολογική της συγκρότηση εξαρτάται από το αν επιχειρείται με κατάλληλα (πρόσφορα) σκαπτικά εργαλεία, που επιτρέπουν όχι την απλώς επιφανειακή αλλά την σε επαρκές βάθος και πλάτος απαιτούμενη για την ανεύρεση αρχαιοτήτων εκσκαφή[7].

(β) Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης ανασκαφής, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση του άρθρου 61 ν. 3028/ 2002, πληρούται με μόνη την (χωρίς προηγούμενη άδεια) διενέργεια της ανασκαφής, χωρίς να απαιτείται και ανεύρεση ή αποκάλυψη ή, ακόμη λιγότερο, αφαίρεση αρχαίου αντικειμένου. Αν με την παράνομη ανασκαφή ανακαλυφθεί και αφαιρεθεί από τον δράστη αρχαίο αντικείμενο, τότε, τουλάχιστον σε συστήματα, όπως το ελληνικό, που προβλέπουν ότι η κυριότητα και η νομή (στην οποία εννοιολογικά εμπεριέχεται και η κατοχή) των αρχαιοτήτων που αποτελούν ευρήματα ανασκαφών, ανήκει στο Κράτος, υπάρχει αληθής πραγματική συρροή παράνομης ανασκαφής και (ορθότερα, όχι υπεξαιρέσεως αλλά) κλοπής[8], η οποία κλοπή, εφ’ όσον το αντικείμενο αφαιρέθηκε «από χώρο ανασκαμμένο», τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 ν.3028/2002, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η βαρύτερη ποινή του άρθρου 61 § 2 επαυξάνεται σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 94 ΠΚ.

 (γ) Η υποκειμενική υπόσταση της παράνομης ανασκαφής συνίσταται στον «σκοπό της ανευρέσεως ή αποκαλύψεως αρχαίων». Έτσι, η τυχαία ανεύρεση αρχαίου μνημείου κατά την διάρκεια εκσκαφής για ανέγερση οικοδομής[9], δεν συνιστά παράνομη ανασκαφή.

 (δ) Είναι προφανής η μεταβολή (ορθώς) επί το αυστηρότερον της απειλουμένης κατά της λαθρανασκαφής ποινικής κυρώσεως που επήλθε με τον ν. 3028/2002, εν όψει της βαρύτητος του εγκλήματος και της αυξημένης ανάγκης προστασίας του εννόμου αγαθού που απειλείται από την πράξη αυτή[10].

Ι. Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσεως

  1. Α. Αύξηση του αριθμού των λαθρανασκαφών

Σε περιόδους οικονομικής κρίσεως ο αριθμός των λαθρανασκαφών αυξάνει. Αυτό συνέβη και στη Χώρα μας. Η οικονομική κρίση που την πλήττει από το 2010, και που δυστυχώς αναμένεται να διαρκέσει ακόμη επί μακρόν, επηρέασε αρνητικά, όπως ήταν φυσικό, την προστασία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς[11], ακόμη και τους πολιτιστικούς φορείς/μουσεία[12]. Ειδικότερα, οι παράνομες ανασκαφές, η λεηλασία και η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών αυξήθηκαν κατά 25%[13].

Β. Τα αίτια της αυξήσεως

Ποικίλοι λόγοι συμβάλλουν στην αύξηση αυτή: (α) Η έλλειψη επαρκούς προσωπικού. Κατά την τριετία 2010-2013 ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Πολιτισμού περικόπηκε κατά 50%, μεγάλος αριθμός αρχαιολόγων και φυλάκων αρχαιολογικών χώρων (των οποίων ο αριθμός ούτως ή άλλως και προηγουμένως ήταν ανεπαρκής) απολύθηκε και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ακόμη ελλιπέστερη προστασία των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων[14]. Έτσι, η τέλεση της λαθρανασκαφής έγινε ευχερέστερη και η ανακάλυψη και τιμωρία των δραστών δυσχερέστερες, με αποτέλεσμα η παράνομη δραστηριότητα να ενθαρρύνεται και πάντως να μη αποτρέπεται[15]. Π.χ., η έλλειψη επαρκών κρατικών πόρων για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς παρακινεί επίδοξους λαθρανασκαφείς να αναζητούν αρχαία στο όρος Παγγαίον, σε περιοχές που αμέσως γειτνιάζουν με αρχαιολογικούς χώρους. Ειδικότερα, σε περιοχή στην οποία το 1960 είχαν ανακαλυφθεί από αρχαιολόγους πολυάριθμα γλυπτά, χωρίς όμως ποτέ να έχει γίνει επίσημη συστηματική καταγραφή τους, φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν περί τις 15 παράνομες ανασκαφές. Όταν λοιπόν το όρος Παγγαίον έγινε στόχος λαθρανασκαφών, ανατέθηκε η επιθεώρηση και χαρτογράφηση της περιοχής, που έχει έκταση 12 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που είναι προσβάσιμη μόνον πεζή και στην οποία υπάρχουν 102 αρχαιολογικοί χώροι, σε αρχαιολογική υπηρεσία, η οποία διέθετε μόνον δύο άτομα προσωπικό και κάλυπτε την Καβάλα, τις Σέρρες, την Δράμα και την Θάσο (!)[16].

(β) Η λόγω της οικονομικής κρίσεως δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού που οδηγεί στην κατ’ αποτέλεσμα μη ουσιαστική εφαρμογή των νόμων[17].

(γ) Η πενία και η ανεργία του τοπικού πληθυσμού που ζεί κοντά σε αρχαιολογικούς χώρους[18], αλλά και η προσδοκία μεγάλου κέρδους λόγω των υψηλών τιμών αρχαιολογικών αντικειμένων στη διεθνή αγορά[19], συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση των παράνομων ανασκαφών. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εκείνοι που αποκομίζουν πολύ μεγαλύτερο κέρδος δεν είναι οι ίδιοι οι λαθρανασκαφείς, αλλά εκείνοι που αγοράζουν από αυτούς τα αρχαία αντικείμενα/μνημεία και που τα μεταπωλούν σε πολλαπλάσιες τιμές σε συλλέκτες κλπ. (βλ. και κατωτ. 2.Β(δ)(ii).

(δ) Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που συντελεί στην αύξηση του αριθμού των παράνομων ανασκαφών είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο πολλών ανθρώπων και η (εν πολλοίς για τον λόγο αυτό) αμβλυμμένη, λόγω (και) της οικονομικής κρίσεως και των βιοτικών μεριμνών, συναίσθηση της σοβαρότητος του εγκλήματος. Φαίνεται ότι ο τοπικός πληθυσμός δεν συνειδητοποιεί ότι είναι πολύ σημαντικές για τον ίδιο, για τον λαό και για το Κράτος οι υλικές μαρτυρίες της προελεύσεώς του, του ιστορικού και απώτερου παρελθόντος του και της ταυτότητός του[20].

  1. Μέτρα αντιμετωπίσεως της καταστάσεως

Η ρεαλιστική αντιμετώπιση της θλιβερής αυτής καταστάσεως της αυξήσεως του αριθμού των λαθρανασκαφών σε περίοδο οικονομικής κρίσεως, θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην πρόληψη των σχετικών εγκληματικών πράξεων[21], με κατά το δυνατόν εξουδετέρωση των παραγόντων που τις ευνοούν και με ενίσχυση των αποτρεπτικών μέτρων[22]. Ειδικότερα:

Α. Μέτρα προληπτικά

(α) Η αποτελεσματική φύλαξη των αρχαιολογικών χώρων

(i) Η ανάγκη ενισχύσεως της αποτελεσματικής φυλάξεως των αρχαιολογικών χώρων με την εξασφάλιση του απαραίτητου προσωπικού, είναι αυτονόητη. Η απόλυση αναγκαίου προσωπικού, προκειμένου να μειωθούν ορισμένες δαπάνες, όχι μόνον δεν αντιμετωπίζει την οικονομική κρίση, στον αγώνα κατά της οποίας δεν αποτελεί παρά πρωτόγονο όπλο, αλλά δημιουργεί πρόσθετα και μη θεραπεύσιμα κακά, δηλ. εν προκειμένω την απώλεια σημαντικού μέρους της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

(ii) Για την προστασία των αρχαιολογικών χώρων, όχι μόνον των ήδη ανασκαμμένων αλλά και των απλώς οριοθετημένων, θα ήταν χρήσιμη και η χρήση ηλεκτρονικών μέσων ελέγχου κινήσεως προσώπων κλπ, την οποία δεν θα ήταν ορθό να εμποδίσουν σκέψεις περί δήθεν προστασίας της προσωπικότητος του επίδοξου λαθρανασκαφέως (!).

(iii) Χρήσιμη ακόμη θεωρείται και η σύσταση ειδικού αστυνομικού σώματος, επαρκώς στελεχωμένου και με λιμενικούς, που όχι μόνον θα μεριμνούσε για την ανεύρεση των δραστών και θα συνέβαλλε στην εκ των υστέρων καταστολή αλλά και θα βελτίωνε την πρόληψη και αποτροπή των σχετικών εγκλημάτων, με την άσκηση εποπτείας των αρχαιολογικών χώρων και της ευρύτερης περιοχής τους[23].

(iv) Δεδομένου ότι η απώλεια πολύτιμων επιστημονικών στοιχείων συνεπεία των λαθρανασκαφών αφορά όλη την ανθρωπότητα, η διεθνής κοινότητα οφείλει να συνδράμει οικονομικώς τις πληττόμενες από οικονομική κρίση Χώρες, που για τον λόγο αυτό κινδυνεύουν ακόμη περισσότερο από τις λαθρανασκαφές, προκειμένου να έχουν την δυνατότητα πληρέστερης φύλαξης των αρχαιολογικών τους χώρων και των γειτονικών με αυτούς περιοχών.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, η οικονομική ενίσχυση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για την προστασία των αρχαιοτήτων είναι απαραίτητη και αυτονόητη, αφού υποτίθεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μεριμνά για την προστασία των πολιτιστικών θησαυρών. Οι προσπάθειες της Ελλάδος προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να ενταθούν και οι σχετικές αξιώσεις της θα πρέπει με επιμονή να προβληθούν, χωρίς την μάλλον συνήθη παθητική διστακτικότητα με την οποία η Χώρα μας αντιδρά στην σχεδόν αποκλειστική πολιτική επιβολής οικονομικής λιτότητος και περιστολής δαπανών. Διαφορετικά, οι δυσκολίες προστασίας των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα θα γίνουν ακόμη μεγαλύτερες[24].

(β) Η ευαισθητοποίηση του κοινού και η ενημέρωσή του για την γενικότερη βλάβη που προκαλεί σε ένα λαό η λαθρανασκαφή, λόγω της (μερικής) απώλειας της ιστορικής του γνώσεως και μνήμης[25]. Αν τα προβλήματα και οι δυσχέρειες που προκαλεί η οικονομική κρίση στον λαό (ιδίως στα ασθενέστερα μέλη του) καθώς και η εναγώνια προσπάθεια εξευρέσεως τρόπων καλύψεως των βιοτικών του αναγκών συνεπάγονται μεταβολή νοοτροπίας και εξασθένιση της αγάπης και της φροντίδος για τα μνημεία του παρελθόντος, η συνεχής ενημέρωσή του για την ιδιαίτερη αξία των πολιτιστικών του θησαυρών θα τον ωθήσει σε μια πιο ενεργητική συμπεριφορά και θα οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση τους λαθρανασκαφείς. Μια τέτοια απομόνωση και κοινωνική απαξία σε τοπικές, ολιγάριθμες κοινωνίες συνήθως ασκεί σημαντική αποτρεπτική δράση[26].

(γ) Η κατάλληλη αρχαιολογική πολιτική ανασκαφών

(i) Στην πρόληψη και τον έλεγχο των λαθρανασκαφών αλλά και γενικότερα του παράνομου εμπορίου πολιτιστικών αγαθών μπορεί να συμβάλει και η διαμόρφωση κατάλληλης αρχαιολογικής πολιτικής ανασκαφών, που δεν θα επιτρέπει την παροχή αδείας ανασκαφής εκτεταμένου χώρου, στον οποίο αναμένεται να υπάρχουν σημαντικής ιστορικής, καλλιτεχνικής ή εν γένει πολιτιστικής αξίας αντικείμενα, αν δεν έχει εξασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη προστασία, συντήρηση και ανάπτυξη του χώρου αυτού[27].

(ii) Ορισμένοι αρχαιολόγοι, μάλιστα, υποστηρίζουν την επαναταφή ορισμένων πολυτίμων ευρημάτων για την αποτελεσματικότερη προστασία τους[28].

Τέτοια προληπτικής φύσεως μέτρα έχουν πολλές φορές καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με την αντίδραση της Πολιτείας που συνίσταται στη θέσπιση και την εκ των υστέρων επιβολή ποινικών κυρώσεων. Ήδη πριν από 31 χρόνια, ο τιμώμενος αγαπητός συνάδελφος και φίλος είχε τονίσει στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις Σωφρονιστικής, ότι «[…] μία περιστασιακή σκλήρυνση της στάσεως της Πολιτείας προς τους εγκληματίες χωρίς βαθύτερη διερεύνηση και αντιμετώπιση των λόγων που οδηγούν σ’ αυτήν την κατάσταση θα συνεπαγόταν απλώς μία συνεχή διεύρυνση του «φαύλου κύκλου της βίας», πέρα δηλ. από τα συνήθη εκείνα επίπεδα στα οποία συντηρείται ήδη ο κύκλος αυτός ως απόρροια του εγκλήματος και της ποινικής καταστολής εναντίον του»[29].

Β. Παράγοντες προσδιοριστικοί μιας ορθής πολιτικής ποινικής καταστολής

Πέραν αυτών των προληπτικών μέτρων, αναγκαία παρίσταται και η ποινική καταστολή της λαθρανασκαφής, αν και γενικότερα η ποινική καταστολή θεωρείται «πάντοτε και πάντως έργο αχάριστο»[30]. Θα περιορισθούμε στο πρώτο μόνο από τα επίπεδα ποινικής αντιδράσεως της Πολιτείας κατά του εγκλήματος, το νομοθετικό, και ειδικότερα στην έκθεση ορισμένων στοιχείων και παραγόντων που ο ποινικός νομοθέτης θα πρέπει να έχει υπ’ όψη του όταν διατυπώνει σε κανόνα δικαίου τη νομική απαξία της λαθρανασκαφής, χωρίς να προχωρήσομε στα δύο άλλα επίπεδα, το δικαστικό και το σωφρονιστικό[31].

(α) Η αυξημένη απαξία της λαθρανασκαφής. Στο πλαίσιο της Συμβάσεως του Unidroit για τα κλαπέντα και παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά (1995), το προϊόν της παράνομης ανασκαφής ή το παρανόμως λαμβανόμενο από νόμιμη ανασκαφή πολιτιστικό αγαθό, εξομοιώνεται με κλαπέν (άρθρο 3 § 2)[32], προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότερη και χωρίς όρους και προϋποθέσεις επιστροφή του, δυνάμει της Συμβάσεως, στο Κράτος προελεύσεως. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αφαίρεση του προϊόντος λαθρανασκαφής συνιστά απλή κλοπή, έστω αντικειμένου μεγάλης οικονομικής αξίας που ανήκει στο Κράτος, όπως θα συνέβαινε με την κλοπή π.χ. ή την υπεξαίρεση ενός μεγάλου ποσού χρημάτων από ένα δημόσιο ταμείο. Η απαξία αυτής και μόνης της λαθρανασκαφής, ανεξάρτητα και πέραν από την αφαίρεση κάποιου αρχαίου αντικειμένου, είναι πολύ εντονότερη εκείνης της κλοπής, διότι και τα έννομα αγαθά τα οποία απειλούνται από την πρώτη, είναι πολύ σημαντικότερα των όσων απειλούνται από την κλοπή και την υπεξαίρεση.

Το προστατευόμενο έννομο αγαθό κατά του οποίου στρέφεται η εδώ εξεταζόμενη πράξη είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας από εκείνο της ιδιοκτησίας ή της κατοχής ή άλλου περιουσιακού δικαιώματος ή της περιουσίας γενικώς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της κλοπής ή της υπεξαιρέσεως ή των εγκλημάτων κατά της περιουσίας[33]. Πρόκειται για την επιστημονική γνώση του παρελθόντος, δηλ. για ένα αγαθό που δεν έχει να κάνει μόνον με το υποκείμενο ενός εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος επί του συγκεκριμένου αντικειμένου. Έχει να κάνει με τη γνώση, με τη γνώση του λαού για το παρελθόν του, με την πανανθρώπινη επιστημονική γνώση της ιστορίας του πολιτισμού. Μπορεί κανείς να φαντασθεί το μέγεθος της απώλειας που είχε για τον πολιτισμό η καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας κατά την αρχαιότητα. καταστροφή, της οποίας το μέγεθος είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο από την υλική αξία του κτίσματος και του περιεχομένου του. Τηρουμένων των αναλογιών, η απώλεια για τον πολιτισμό από την λαθρανασκαφή και την καταστροφή (που συνήθως αυτή συνεπάγεται) τόσο του συγκεκριμένου αφαιρουμένου αντικειμένου όσο και των υπολειμμάτων του αλλά και του περιβάλλοντος χώρου (ακόμη και αν δεν ανευρέθηκε ούτε αφαιρέθηκε κάποιο αντικείμενο), υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική ζημία του κυρίου του αντικειμένου. Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός υπερατομικού εννόμου αγαθού, και μάλιστα «ηθικής / αῦλου» φύσεως[34].

Η προστασία του εννόμου αυτού αγαθού αφορά σε τελευταία ανάλυση ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι μόνον το συγκεκριμένο Κράτος προελεύσεως των προϊόντων της λαθρανασκαφής, αφού το Κράτος αυτό τις περισσότερες φορές δεν μπορεί με βεβαιότητα να προσδιορισθεί, ενώ τα ξένα δικαστήρια δύσκολα θεωρούν ως επαρκείς αποδείξεις τις σύγχρονες μεθόδους και τεχνικές ταυτοποιήσεως των αντικειμένων[35].

Η θέση σε κίνδυνο ενός τόσον σημαντικού αγαθού δικαιολογεί την απειλή της βαρειάς ποινής του άρθρου 61 §§ 1-2 του ν. 3028/2002, ακόμη και αν, τελικώς, δεν ανακαλύφθηκε ούτε αφαιρέθηκε κάποιο αρχαίο μνημείο, αρκεί να συντρέχει το υποκειμενικό στοιχείο του σκοπού ανευρέσεως ή αποκαλύψεως αρχαίων, η συνδρομή του οποίου όμως θα πρέπει συχνότατα να θεωρείται δεδομένη.

Στο μέτρο λοιπόν που η βαρύτητα του εγκλήματος (της εγκληματικής πράξεως), ανεξαρτήτως της προσωπικότητος του εγκληματίου, διαμορφώνει την ποινή και το μέγεθός της, η προβλεπόμενη για την λαθρανασκαφή ποινή θα πρέπει κατ’ αρχήν, πέρα από κάθε σκέψη «ανταποδόσεως» του κακού στον δράστη, να είναι πολύ βαρύτερη εκείνης που ο νομοθέτης προβλέπει για την κλοπή ή τα άλλα εγκλήματα κατά της περιουσίας, ώστε να αποτρέπει όλους εκείνους που θα έκαναν την σκέψη να προβούν σε τέτοια πράξη (γενική πρόληψη)[36].

(β) Η οικονομική αξία του προϊόντος της λαθρανασκαφής δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη για τον καθορισμό του πλαισίου της απειλουμένης ποινής ούτε για τον προσδιορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου, αντιθέτως προς ό,τι είχε γίνει δεκτό υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς σε περίπτωση υπεξαιρέσεως και αποδοχής προϊόντος εγκλήματος για τη ζημία που υπέστη ή κινδύνευσε να υποστεί το Δημόσιο[37], ή για το όφελος που ο δράστης πέτυχε ή επιδίωξε, αλλά και υπό τον ν. 3028/2002 σε περίπτωση κλοπής, υπεξαιρέσεως και αποδοχής αρχαίων αντικειμένων[38], διότι το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό της επιστημονικής γνώσεως δεν βλάπτεται περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα με την οικονομική αξία του ενδεχομένως ανευρισκομένου με την παράνομη ανασκαφή αρχαίου μνημείου[39].

(γ) Η απειλή χρηματικής ποινής. Αν υποτεθεί ότι ο νομοθέτης θα προέκρινε για το έγκλημα της λαθρανασκαφής την απειλή χρηματικής ποινής αντί εκείνης της στερητικής της ελευθερίας ή επιπροσθέτως προς αυτήν, το ύψος της χρηματικής ποινής θα έπρεπε κατ’ αρχήν να είναι τόσο, ώστε να υπερβαίνει αφ’ ενός το προσδοκώμενο από τον μέλλοντα να επιχειρήσει την πράξη οικονομικό όφελος, αλλά και, αφ’ ετέρου, το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει το Κράτος για να ανακτήσει το πιθανώς αφαιρεθέν αρχαίο μνημείο, σε περίπτωση ενδεχομένης ανευρέσεώς του ή το ποσό κτήσεως στη διεθνή αγορά αντιστοίχου αντικειμένου[40].

(δ) Οι ελαφρυντικές και οι επιβαρυντικές περιστάσεις

(i) Ο νομοθέτης θα ήταν ορθό να προβλέψει δυνατότητα ελαφρύνσεως της ποινικής κυρώσεως για ανθρωπιστικούς λόγους, σε περίπτωση που ο δράστης προέβη στην πράξη του «από οικονομική ανάγκη», όπως ήδη πράττει στο άρθρο 84 § 2 στοιχ. β΄ ΠΚ, όταν θεωρεί ως ελαφρυντική περίπτωση το ότι ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του «από μεγάλη ένδεια»[41]. Αντιθέτως, ως επιβαρυντική περίπτωση, θα μπορούσε να προβλεφθεί η τέλεση της πράξεως «χάριν κέρδους» (από πλεονεξία/απληστία)[42].

(ii) Ως ελαφρυντική περίσταση θα μπορούσε να προβλεφθεί ή να εκτιμηθεί [κατ’ άρθρο 84 §2 στοιχ. (δ) ΠΚ] ως ειλικρινής μετάνοια και επιδίωξη άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεώς του, η εκ μέρους του δράστη αποκάλυψη του προσώπου, στο οποίο προώθησε το προϊόν της λαθρανασκαφής.

Αυτό το τελευταίο πρόσωπο, και αν δεν είναι in concreto ηθικός αυτουργός της λαθρανασκαφής κλπ, πάντως είναι εκείνο που θα αποκομίσει το υψηλό κέρδος από την περαιτέρω διάθεση ή εκμετάλλευση του προϊόντος της λαθρανασκαφής. Γι’ αυτό και η διάταξη του άρθρου 55 εδ. 1 του ν. 3028/2002 για την αποδοχή και διάθεση μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, η οποία τιμωρεί αυτή την πράξη «με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, αν έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό προέρχεται από αξιόποινη πράξη», δεν φαίνεται κατάλληλη για την ποινική αντιμετώπιση του αγοράζοντος το προϊόν της λαθρανασκαφής από εκείνον που την διέπραξε. Αφ’ ενός το ύψος της αξίας [τουλάχιστον της οικονομικής (της αγοραίας ή της επιτυγχανομένης κατά την πώληση ή την μεταπώληση)] του προϊόντος της λαθρανασκαφής, κατά τα ήδη ανωτέρω εκτεθέντα, δεν θα πρέπει να βαρύνει για τον καθορισμό του πλαισίου της απειλουμένης ποινής. αφ’ ετέρου, η απαίτηση αποδείξεως της εκ μέρους του (αποδεχομένου και) αποκτώντος το προϊόν προσώπου γνώσεως ότι αυτό προέρχεται από αξιόποινη πράξη, θα είναι σκόπιμο να απαλειφθεί, αντικαθιστάμενη κατά κάποιο τρόπο από ένα αμάχητο τεκμήριο τέτοιας γνώσεως. Μόνον στη ρομαντική φαντασία του νομοθέτη θα μπορούσε να υπάρξει περίπτωση, κατά την οποία κάποιος αγοράζει (και μάλιστα αντί πολύ υψηλού τιμήματος) ένα αρχαίο αντικείμενο από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει πιστοποιητικό νόμιμης κατοχής ούτε άδεια διαθέσεώς του, πιστεύοντας ότι το αντικείμενο αυτό δεν προέρχεται από αξιόποινη πράξη. Το συνήθως προβαλλόμενο τεκμήριο καλής πίστεως του αποκτώντος αποτελεί απλώς πρόσχημα νομικιστικό, προκειμένου να «διευκολυνθεί» η παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών και θα πρέπει να αποδοκιμάζεται σαφώς τουλάχιστον από τα Κράτη που, όπως η Ελλάς, είναι θύματα λαθρανασκαφής και παράνομης εμπορίας αρχαιοτήτων. Αν η έννομη τάξη θέλει όντως να πατάξει την παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, οφείλει να καταργήσει αμέσως, όχι μόνον στην αστική διεκδίκηση αρχαίων αντικειμένων αλλά και στην ποινική διαδικασία, κάθε πρόβλεψη (έστω και έμμεση) δυνατότητος υπάρξεως καλής πίστεως στο πρόσωπο εκείνου που αποδέχεται ή αγοράζει προϊόν λαθρανασκαφής.

(iii) Tο ελαφρυντικό του λεγομένου προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2 στοιχ. α΄ ΠΚ), του οποίου γίνεται συχνά απαράδεκτη κατάχρηση κατά την επιμέτρηση της ποινής διαφόρων εγκληματικών πράξεων, δεν θα πρέπει να έχει θέση στο έγκλημα της λαθρανασκαφής[43]. Λόγω της μεγάλης απαξίας της πράξεως και λόγω του ότι το έγκλημα αυτό δεν τελείται από στιγμιαία εσωτερική παρόρμηση ή έκρηξη πάθους, αλλά μετά από σκέψη, προμήθεια καταλλήλων ερευνητικών και σκαπτικών εργαλείων και έρευνα, ο προηγηθείς της ολοκληρώσεως της τελέσεως της πράξεως βίος του δράστη δεν φαίνεται να είναι καθόλου έντιμος.

(ε) Η ποινική ευθύνη νομικού προσώπου. Αν ο αποκτών το προϊόν της λαθρανασκαφής είναι μουσείο (νομικό πρόσωπο), γεννάται πρόβλημα ποινικής ευθύνης του νομικού προσώπου. Η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, το οποίο έχει ανακύψει και σε άλλους χώρους, όπως στο πεδίο των οικονομικών εγκλημάτων[44], υπερβαίνει τα στενά όρια της παρούσης μελέτης. Στο πεδίο πάντως των πολιτιστικών αγαθών, το φαινόμενο κτήσεως προϊόντων λαθρανασκαφών από Μουσεία, που κατά το παρελθόν δεν ήταν καθόλου σπάνιο, σήμερα έχει περιορισθεί σημαντικά χάριν στις προσπάθειες διαφόρων φορέων και ενώσεων αρχαιολόγων κλπ., οι οποίες οδήγησαν στην καθιέρωση κωδίκων δεοντολογίας για τα Μουσεία, όπως είναι, ιδίως, ο Κώδικας Δεοντολογίας για τα Μουσεία του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM). Οι κώδικες αυτοί αποδοκιμάζουν, κυρίως «ηθικά», την κτήση αρχαιολογικών και άλλων πολιτιστικών αγαθών που δεν έχουν νόμιμη προέλευση και, μολονότι δεν έχουν πλήρη νομική ισχύ, προσλαμβάνουν τη φύση κανονιστικών ρυθμίσεων, συμπληρωματικών των δικαιϊκών, και εμφανίζονται αρκετά αποτελεσματικοί, αφού τα μεγάλα τουλάχιστον Μουσεία δεν είναι πλέον διατεθειμένα να διακινδυνεύσουν τη φήμη τους αποκτώντας αρχαιολογικά αντικείμενα ή άλλα πολιτιστικά αγαθά υπόπτου προελεύσεως[45].

Με τέτοιες νομοθετικές ρυθμίσεις, χωρίς να εγκαταλείπεται η βαρύτητα της τελεσθείσης πράξεως, λαμβάνεται μέριμνα και για τη βελτίωση του δράστη, για την «εξατομίκευση των ποινικών κυρώσεων και [για] [τ]η[ν] επανένταξη των εγκληματιών στην κοινωνική ζωή», που αποτελεί το τελευταίο στάδιο της εξελίξεως των μέσων και μεθόδων του ποινικού κολασμού σε μια κοινωνία[46].

* Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου.

  1. R. Fraoua, “Legislative and institutional measures to combat trafficking in cultural property in Arab States”, Background paper for participants in the Second Meeting of States Parties to the 1970 Convention, UNESCO Headquarters, Paris, 20 and 21 June 2012, σ. 7.
  2. Ήδη πριν από 60 περίπου χρόνια η UNESCO είχε υιοθετήσει Σύσταση, προσδιορίζοντας τις διεθνείς αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται σε αρχαιολογικές ανασκαφές (Ν. Δελχί, 5.12.1956, αρχές 29-31).
  3. Βλ. R. Teijgeler, “The role of national and international Institutions in addressing the illicit traffic of cultural property” – Presentation held at the International Conference for the Safeguarding of Afghanistan’s Cultural Heritage. Managing Cultural Heritage for the Promotion of Sustainable Development and a Culture of Peace at Serena Hotel, Kabul 18th-20th October, 2010, σ. 4. Π.χ. στο Αφγανιστάν, από τον πόλεμο του 1979 και εξής όχι μόνον πλήθος μνημείων καταστράφηκαν αλλά και το ήμισυ του όλου αριθμού των αρχαιολογικών χώρων (ο οποίος ανερχόταν σε 2000-3000) λεηλατήθηκε, ενώ όσα αντικείμενα είχαν κάποια αξία εξήχθησαν παρανόμως σε διάφορες Χώρες. Τα αντικείμενα αυτά δεν ήταν καταγεγραμμένα και κανείς ποτέ δεν θα μάθει ποια άλλα ήταν κοντά τους ούτε το γεωλογικό στρώμα στο οποίο βρισκόταν προηγουμένως ούτε κάποιο άλλο προσδιοριστικό τους στοιχείο. Έτσι, ορισμένοι εκτιμούν ότι περίπου το 80% του πλούσιου ιστορικού παρελθόντος του Αφγανιστάν αποκόπηκε από την υλική του πολιτιστική μαρτυρία. Από το 2004 έως το 2010 στο αεροδρόμιο Heathrow κατασχέθηκαν περί τα 1500 αντικείμενα, που όλα προέρχονταν από πρόσφατες λαθρανασκαφές και που τα αρχαιότερά τους ανήκαν στη Μεσολιθική και Νεολιθική εποχή. Οι περισσότερες λαθρανασκαφές είχαν γίνει από τον αυτόχθονα πληθυσμό ή και από άτομα που έμεναν σε καταυλισμούς προσφύγων, αλλά μερικές φορές και από οργανωμένες εγκληματικές ομάδες. Ibid., σ. 1-2.
  4. Κατά συνήθεια θεωρείται ότι τελείται η πράξη, όταν «από την επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος […] προκύπτει σταθερή ροπή του προσώπου για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του». Βλ. ΑΠ ποιν. 1144/2011, NOMOS, για το έγκλημα του άρθρου 61 § 3. Βλ. και ΕφΚρ ποιν. 269/2004 in NOMOS (για την υπεξαίρεση μνημείων ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας).
  5. Κατά την ΑΠ ποιν. 1144/2011 in NOMOS,τα ποινικά αδικήματα του άρθρου 61 § 3 και του 62 § 1 (παράνομη χρήση ανιχνευτή μετάλλου) του ν. 3028/2002 συρρέουν αληθινά πραγματικά και όχι φαινομενικά, καθόσον είναι αυτοτελή, το καθένα στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, και το ένα δεν συνιστά στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση του άλλου ούτε αναγκαίο μέσο τελέσεώς του.
  6. ΑΠ 505/1970 Ποιν. Χρον. ΚΑ΄ 136-137, όπου (σ. 137-138) σε παρατηρήσεις του ο Ν. Κ. Α[νδρουλάκης] εκφράζει σχετικώς αμφιβολίες.
  7. Βλ. ΣυμβΠλημΣερρών 49/2011 in NOMOS: «[…]απρόσφορο και ακατάλληλο για ανασκαφή εργαλείο είναι […] και το μικρό σκαλιστήρι. Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα, ότι η με οποιοδήποτε μέσο, όπως λεπίδας μικρού ή μεγάλου μαχαιριού, λόγχης ή απλής λάμας σιδήρου ή καταλλήλως διαμορφωμένου ξύλινου αντικειμένου αναμόχλευση ή επιφανειακή και σε ελάχιστο βάθος εκσκαφή συνιστούν την έννοια της ανασκαφής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από το παραπάνω άρθρο 61 του ν. 3028/2002. Οι τέτοιου είδους διερευνητικές εκσκαφές του εδάφους, εφόσον διενεργούνται χωρίς άδεια της αρμοδίας αρχής συνιστούν μεν αξιόποινη πράξη αλλά όχι αυτή που προβλέπεται και τιμωρείται από την παραπάνω παράγραφο 1 του άρθρου 61 αλλά εκείνη της §3 εδ. α΄ του ιδίου άρθρου, δηλ. της «άλλης μορφής αρχαιολογικής έρευνας» η οποία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους».
  8. Βλ. ήδη προ του ν. 3028/2002, ΑΠ ποιν. 1344/2007, ΑΠ ποιν. 1551/2007 in NOMOS. Πρβλ. ΑΠ 703/1998 in NOMOS.
  9. Βλ. π.χ. την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ΑΠ ποιν. 1085/2014 in NOMOS.
  10. Για το προσβαλλόμενο εν προκειμένω έννομο αγαθό, βλ. κατωτ. ΙΙΙ.2.Β(α). Για το ζήτημα, αν ο μεταγενέστερος ν. 3028/2002 είναι ή όχι επιεικέστερος του ν.1608/1950 «περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων διά τους καταχραστάς του Δημοσίου», άρθρο 1 §1, όπως τροποποιήθηκε, επομένως και αν εφαρμόζεται αντ’ αυτού, πρβλ. διάφορες κρίσεις εις ΑΠ ποιν. 1665/2005, ΑΠ ποιν. 931/2009, ΑΠ ποιν. 935/2010, ΑΠ ποιν. 1272/2010 (για υπεξαίρεση μνημείων), ΑΠ ποιν. 1085/2014 και Εφ Ναυπλ ποιν. 573/2011 in NOMOS. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή εφετειακή απόφαση, ουσιαστικώς με τον ν. 3028/2002 επιδιώχθηκε η επιβολή αυστηροτέρων ποινών όταν η αξία του αρχαίου αντικειμένου είναι μέχρι 150.000 €, ενώ σε περίπτωση μεγαλύτερης αξίας θα συνεχίζει να εφαρμόζεται, όπως εφαρμοζόταν και πριν, ο ν. 1608/1950. Έτσι, κατά την απόφαση αυτή, για τα εγκλήματα της κλοπής, υπεξαιρέσεως (και αποδοχής αρχαίων αντικειμένων) δημιουργούνται ουσιαστικώς τέσσερις διαβαθμίσεις ποινικών κυρώσεων, αναλόγως της αξίας των αντικειμένων αυτών : α) τα βασικά εγκλήματα της υπεξαιρέσεως, της κλοπής ή της αποδοχής αρχαίων αντικειμένων που τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρα 372, 375 και 394 ΠΚ), β) η υπεξαίρεση, η κλοπή και η αποδοχή αρχαίου αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατώτερης όμως των 150.000 €, που τιμωρούνται με κάθειρξη 5-10 ετών (ν. 3028/2002, ο οποίος, κατά την απόφαση, έχει «οροφή» το ποσό των 150.000 €, πέραν του οποίου εφαρμόζεται ο ν. 1608/1950), γ) η υπεξαίρεση και η κλοπή αρχαίου αντικειμένου αξίας άνω των 150.000 €, που τιμωρούνται κατά το άρθρο 1 ν. 1608/1950 με κάθειρξη και δ) η υπεξαίρεση και κλοπή αρχαίου αντικειμένου ιδιαζόντως μεγάλης αξίας πολύ μεγαλύτερης των 150.000 €, που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη. -Θα πρέπει όμως να σημειωθεί σχετικά με την άνω νομολογία, ότι η Εισηγητική έκθεση του ν. 3028/2002 (υπό τα άρθρα 53-57, που αναφέρονται στην κλοπή, την υπεξαίρεση, την αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος και την φθορά μνημείου), επισημαίνει, ότι η με τις διατάξεις αυτές επίταση των προβλεπομένων στον ΠΚ ποινών για τις πράξεις γενικώς της κλοπής κλπ, γίνεται ανάλογα, μεταξύ άλλων, με τη σημασία του αντικειμένου της πράξεως, σπεύδει όμως να τονίσει, ότι η σημασία του αντικειμένου δεν σημαίνει στενά την οικονομική του αξία.
  11. Για τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσεως στην αρχαιολογία στην Ελλάδα βλ. και Ch. Howery, “The effects of the economic crisis on archaeology in Greece”, Journal of Eastern Mediterranean Archaeology and Heritage Studies 2013, σ. 228-233 και 249-250, D. Gill, “Cultural tourism in Greece at a time of economic crisis”, ibid., σ. 233-242, D. Koutsoumba, “Cultural heritage and historical memory in danger: some notes on Greece’s situation”, ibid., σ. 245-248. Όπως παρατηρήθηκε σχετικά με τα οικονομικά εγκλήματα, αλλά νομίζω ότι αυτό ισχύει και γενικότερα, «[…] αι συνέπειαι εκ των οικονομικών κρίσεων και ανακάμψεων επί την εγκληματικότητα δεν εμφανίζονται αμέσως, αλλά μετά πάροδον ωρισμένου χρόνου (συνήθως 6-12 μηνών), κατά τον οποίον αρχίζουν να εξαντλούνται αι τυχόν αποταμιεύσεις των υπό της κρίσεως πληττομένων ατόμων και επιχειρήσεων ή, αντιστρόφως, διατηρείται ο ρυθμός περισυλλογής και λιτότητος της περιόδου κρίσεως και διά την μετέπειτα περίοδον ανακάμψεως»: Ν. Κουράκη, Τα οικονομικά εγκλήματα – Βασικά ζητήματα της οικονομικής εγκληματικότητος και του οικονομικού ποινικού δικαίου (έκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα –Κομοτηνή, 1982), σ. 153-154 (§ 161).
  12. I. Georganas, “The effects of the economic crisis on Greek Heritage: a view from the private cultural sector”, Journal of Eastern Mediterranean Archaeology and Heritage Studies 2013, σ. 242-245.
  13. Βλ. http://www.greekcultureprotection.com/index-gr.html.
  14. Η Ελλάς έχει 210 αρχαιολογικά μουσεία, 250 οργανωμένους αρχαιολογικούς χώρους και 19.000 κηρυγμένα μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους. Βλ. http://www.greekcultureprotection.com/index-gr.html. Μόνον σε ένα μικρό νησί, π.χ. τα Κύθηρα, μπορεί να υπάρχουν δεκάδες ανεξερεύνητων αρχαιολογικών χώρων. Βλ. http://www.elginism.com/similar-cases/-lack-of-funds-for-policing-greek-archaeological-
  15. Ήδη ο C.Beccaria, Des délits et des peines (Préface, traduction et notes de Philippe Audegean, Note de Luigi Ferrajoli), (Éditions Payot & Rivages, Paris, 2014), σ. 125 (§ XXVII), είχε παρατηρήσει, ότι ένα από τα μεγαλύτερα αναχώματα κατά της εγκληματικότητος είναι όχι τόσο η αυστηρότητα της ποινής που σκληραίνει την ψυχή, όσο η στον νου του επίδοξου δράστη βεβαιότητα της επιβολής της.
  16. Βλ. http://www.elginism.com/similar-cases/-lack-of-funds-for-policing-greek-archaeological-
  17. Πρβλ. για την κατάσταση σε διάφορα αραβικά Κράτη, R. Fraoua, ανωτ. σημ.1, σ. 7-8.
  18. Βλ. R. Teijgeler, ανωτ. σημ. 3, σ. 4.
  19. D. Gill, ανωτ. σημ. 11, σ. 238.
  20. Βλ. R. Teijgeler, ανωτ. σημ. 3, σ. 4.
  21. Κατά C.Beccaria, ανωτ. σημ. 15, σ. 181 (§ XLI), «είναι καλύτερα να προλαμβάνει κανείς τα εγκλήματα, παρά να τα τιμωρεί».
  22. Όπως γενικότερα έχει τονισθεί, «in short, when there is work and food, good governance and rule of law there would be less need and opportunity for the people to rob their own history»: R. Teijgeler, ανωτ. σημ. 3, σ. 5.
  23. Βλ. π.χ. για το Αφγανιστάν, R. Teijgeler, ανωτ. σημ. 3, σ. 7.
  24. Πρβλ. Ch. Howery, ανωτ. σημ. 11, σ. 232.
  25. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ήδη ο C.Beccaria, ανωτ. σημ. 15, σ. 190 (§ XLV), θεωρούσε την τελειοποίηση της παιδείας ως το πλέον ασφαλές (αλλά και περισσότερο δυσχερές) μέσο για την πρόληψη των εγκλημάτων γενικώς.
  26. Ισχύει και στην περίπτωση των εγκλημάτων κατά της πολιτιστικής μας κληρονομιάς η σκέψη που είχε διατυπωθεί για την οικονομική εγκληματικότητα από τον Ν. Κουράκη, ανωτ. σημ. 11, σ. 243 (§ 216), ότι δηλ. «το πρόβλημα […] είναι εις την βάσιν του όχι πρόβλημα καλών νόμων ή καλού συστήματος, αλλά πρόβλημα ανθρώπων και πρόβλημα νοοτροπίας, αρχών και προσωπικότητος, εν μέσω των οποίων οι νόμοι αυτοί ή τα συστήματα εφαρμόζονται».
  27. R. Fraoua, ανωτ. σημ. 1, σ. 8.
  28. Βλ. http://www.elginism.com/similar-cases/greek-heritage-a-casualty-of-the-financial-crisis/
  29. Ν. Κουράκη, Η ποινική καταστολή μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος (έκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1984), σ. 222.
  30. Ι. Δασκαλόπουλος στον Πρόλογο του βιβλίου του Ν. Κουράκη, Η ποινική καταστολή μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος (εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1984).
  31. Για τα επίπεδα αυτά βλ. Ν. Κουράκη, ανωτ. σημ. 29, σ. 3-4. Π.χ. στο πλαίσιο σχεδιασμού σωφρονιστικής πολιτικής δεν θα ήταν άσκοπη η πρόβλεψη της διαπαιδαγωγήσεως του δράστη της λαθρανασκαφής, προκειμένου αυτός να αντιληφθεί, κατά το δυνατόν, τη μεγάλη ηθική/πνευματική σημασία των αρχαίων μνημείων και, πιθανώς, να αποτραπεί στο μέλλον από την τέλεση άλλων τέτοιων ή ανάλογων εγκληματικών πράξεων.
  32. Βλ. και τη Διάταξη αρ. 4 των Προτύπων διατάξεων για την κυριότητα του Κράτους επί μη ανακαλυφθέντων πολιτιστικών αγαθών (Model Provisions on State Ownership of undiscovered Cultural Objects) που εκπονήθηκαν στο πλαίσιο της UNESCO και του Unidroit, εις Unif. L. Rev. 2011 1044 επ. (1048).
  33. Βλ. π.χ. για το έννομο αγαθό το οποίο προσβάλλεται με την κλοπή ή με τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, Η. Γάφου, Ποινικόν Δίκαιον – Ειδικόν Μέρος, τ. Στ΄ (Αθήναι, 1967), σ. 3 επ., Δ. Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο – Ειδικό Μέρος (Πανεπιστημιακές παραδόσεις) – Εγκλήματα κατά περιουσιακών εννόμων αγαθών, τ. Α΄ (Αθήνα-Κομοτηνή, 1984), σ. 1 επ. (όπου και για την οντολογική και την αξιολογική πλευρά του εννόμου αγαθού, σ. 2-3) και τ. Β΄ (Αθήνα-Κομοτηνή, 1985), σ. 15 επ.
  34. Βλ. σχετικά με τα υπερατομικά έννομα αγαθά, η αναγνώριση και υιοθέτηση των οποίων για τη στήριξη του αξιοποίνου των οικονομικών εγκλημάτων δεν φαίνεται να προσκρούει σε κανένα εμπόδιο, Ν. Κουράκη, ανωτ. σημ. 11, σ. 225-227 (§ 207). Για το περαιτέρω πρόβλημα του ποιός νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτική αγωγή σε τέτοιες περιπτώσεις, βλ. ibid., σ. 232-234 (§ 211).
  35. R. Teijgeler, ανωτ. σημ. 3, σ. 4-5.
  36. Πρβλ. C.Beccaria, ανωτ. σημ. 15, κατά τον οποίο [σ. 80-81(§ XII)] σκοπός της ποινής δεν είναι ο βασανισμός ή η εξουθένωση του δράστη, ούτε η εξάλειψη ενός εγκλήματος που ήδη τελέσθηκε αλλά η (γενική και ειδική) πρόληψη. και κατά τον οποίο «το μόνο και αληθινό μέτρο των εγκλημάτων είναι η ζημία που προκαλούν στο έθνος» [σ.67-68 (§ VII)].
  37. Βλ. ΑΠ 1845/1982 (εν Συμβ.) Ποιν.Χρον. ΛΓ΄ 633-635.
  38. Ανωτ., σημ. 10.
  39. Για τον ίδιο λόγο, ούτε η γνώση του δράστη για το ύψος της οικονομικής αξίας του προϊόντος της παράνομης ανασκαφής θα πρέπει, νομίζω, να επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής.
  40. Στη διεθνή αγορά η τιμή ενός αρχαίου αντικειμένου είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που συνήθως επιτυγχάνεται στην εσωτερική αγορά του Κράτους προελεύσεως του αντικειμένου. Σε περίπτωση πάντως απειλής χρηματικής ποινής δεν θα πρέπει να παραγνωρίζονται οι δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να έχει για την (ανεύθυνη) οικογένεια του δράστη η επιβολή in concreto ποινής υπερβολικού ύψους.
  41. Αν στη λήψη της τελικής αποφάσεως για την τέλεση του εγκλήματος «βαρύνη περισσότερον ο παράγων της επιλύσεως ενός οικονομικού αδιεξόδου, τότε βεβαίως η αντικοινωνικότης [του δράστη] είναι μικρά, κατ’ αντίθεσιν προς την περίπτωσιν εκείνην, όπου το βάρος πίπτει εις τον παράγοντα της προσδοκωμένης οικονομικής ωφελείας», επισήμαινε ο Ν. Κουράκη, ανωτ. σημ. 11, σ. 186 (§ 186). Πέραν αυτού όμως, η οικονομική ένδεια του δράστη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάσταση ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό κατά την έννοια του άρθρου 32 ΠΚ, διότι η γενικότερη βλάβη που προκαλείται από την λαθρανασκαφή πάντως δεν είναι (αντίθετα από ό,τι απαιτεί για την εφαρμογή του το άρθρο 32 ΠΚ) κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλείται στην περιουσία του δράστη ή συγγενούς του κλπ.
  42. Πρβλ. άρθρο 81 ΠΚ για το έγκλημα από φιλοκέρδεια. Για τη διάκριση μεταξύ των εννοιών ανάγκης και απληστίας βλ. Ν. Κουράκη, ανωτ. σημ. 11, σ. 146-148 (§ 156), που σημειώνει, ότι «[…] όσον περισσότερον απομακρύνεται κανείς εκ των βασικών, οργανικών αναγκών, τόσον περισσότερον προσεγγίζει τον χώρον του μη αναγκαίου, δηλ. της απληστίας. Το κατά πόσον λοιπόν ενεργεί κανείς εξ ανάγκης ή εξ απληστίας δεν είναι πάντοτε ευχερές να λεχθή».
  43. Και όμως, κατά την ΑΠ ποιν. 1344/2007 (πλειοψ.) in NOMOS, σε ένοχο λαθραίας ανασκαφής κατ’ εξακολούθηση, έπρεπε να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 §2 στοιχ. α΄, και 84 §2 στοιχ. ε΄ ΠΚ, καθόσον έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. -Κατ’ ΑΠ ποιν. 1358/2010 in NOMOS, που πάντως κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με την προηγούμενη, αιτιολογημένα το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβασίμους τους ισχυρισμούς περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας, αφού δεν αποδείχθηκαν τα κατά νόμον περιστατικά για ουσιαστική ευδοκίμηση των ισχυρισμών αυτών.
  44. Βλ. σχετικώς για τα οικονομικά εγκλήματα Ν. Κουράκη, ανωτ. σημ. 11, σ. 206 επ. (§§ 196-197).
  45. Βλ. Σπ. Βρέλλη, «Κανόνες δεοντολογίας στο πεδίο των πολιτιστικών αγαθών», Αφιέρωμα στην Ι. Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη (εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2011), σ. 1-14.
  46. Βλ. για τα στάδια αυτά και για ειδικότερους παράγοντες που προσδιορίζουν τη διαμόρφωση των ποινικών μέσων και μεθόδων, Ν. Κουράκη, ανωτ. σημ. 29, σ. 10 επ.